Ειδική έκθεση
αριθ.01 2019

Καταπολέμηση της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ: ανάγκη λήψης μέτρων

Σχετικά με την έκθεση Η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ από την απάτη αποτελεί βασική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι γενικές διευθύνσεις και οι εκτελεστικοί οργανισμοί της Επιτροπής, καθώς και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), συνεργάζονται με πολλούς άλλους οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των αρχών των κρατών μελών και της μέλλουσας Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO).
Στο πλαίσιο του εν προκειμένω ελέγχου αξιολογήσαμε κατά πόσον η Επιτροπή διαχειρίζεται ορθά τον κίνδυνο εμφάνισης περιπτώσεων απάτης σε βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ. Διαπιστώσαμε ότι δεν διαθέτει πλήρη και συγκρίσιμα στοιχεία σχετικά με το επίπεδο της διαπιστωθείσας απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ. Επιπλέον, δεν έχει μέχρι στιγμής διενεργήσει εκτίμηση όσον αφορά τις μη εντοπιζόμενες περιπτώσεις απάτης ούτε έχει αναλύσει λεπτομερώς τα αίτια διάπραξης απάτης από ορισμένους οικονομικούς φορείς. Το γεγονός αυτό περιορίζει την πρακτική αξία και την αποτελεσματικότητα των στρατηγικών σχεδίων της Επιτροπής για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ από την απάτη.
Το ισχύον σύστημα είναι εξαιρετικά χρονοβόρο σε σημαντικό αριθμό υποθέσεων, καθώς προηγείται η διοικητική διερεύνηση της υπόθεσης που εγείρει υπόνοιες απάτης από την OLAF και έπεται ποινική διερεύνηση σε εθνικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι πιθανότητες επίτευξης της δικαστικής δίωξης. Επιπροσθέτως, οι τελικές εκθέσεις της OLAF συχνά δεν παρέχουν επαρκείς πληροφορίες ώστε να χρησιμεύσουν ως βάση για την κίνηση της διαδικασίας ανάκτησης των αχρεωστήτως εκταμιευθέντων ποσών. Οι έρευνες της OLAF οδήγησαν στη δίωξη υπόπτων για απάτη σε λιγότερο από το ήμισυ των υποθέσεων και στην ανάκτηση ποσοστού μικρότερου του ενός τρίτου των αχρεωστήτως καταβληθέντων ενωσιακών κονδυλίων.

Η παρούσα δημοσίευση είναι διαθέσιμη σε 23 γλώσσες, καθώς και στον ακόλουθο μορφότυπο:
PDF
PDF General Report

Σύνοψη

Σχετικά με τον παρόντα έλεγχο

I

Ως απάτη νοείται κάθε εκ προθέσεως πράξη ή παράλειψη που αποσκοπεί στην εξαπάτηση και έχει ως αποτέλεσμα ζημία για το θύμα και κέρδος για τον δράστη. Η απάτη εις βάρος δημόσιων πόρων συνδέεται συχνά με υποθέσεις διαφθοράς. Ως διαφθορά νοείται, κατά κανόνα, κάθε πράξη ή παράλειψη που συνιστά κατάχρηση εξουσίας ή αποσκοπεί στην κατάχρηση εξουσίας, για τον προσπορισμό αδικαιολόγητου οφέλους.

II

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη επιμερίζονται την ευθύνη για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ από την απάτη και τη διαφθορά. Επί του παρόντος, ο κύριος φορέας καταπολέμησης της απάτης σε επίπεδο ΕΕ είναι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF). Συμβάλλει στον σχεδιασμό και την εφαρμογή της πολιτικής της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης και διεξάγει διοικητικές έρευνες σε σχέση με υποθέσεις απάτης σε βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ. Το 2020 θα αρχίσει να λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), με εξουσίες δίωξης εγκλημάτων σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ σε 22 κράτη μέλη.

III

Δεδομένης της σημασίας που έχουν για τη δημοσιονομική διαχείριση της ΕΕ η πρόληψη και ο εντοπισμός της απάτης, αποφασίσαμε να διενεργήσουμε έλεγχο επιδόσεων σχετικά με τη διαχείριση, από μέρους της Επιτροπής, του κινδύνου απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ. Ειδικότερα, εξετάσαμε τα εξής:

  • τη στρατηγική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης και τα εργαλεία πρόληψης που χρησιμοποιεί στον τομέα αυτό, καθώς και κατά πόσον έχει πρόσβαση σε κατάλληλα δεδομένα όσον αφορά την κλίμακα, τη φύση και τα αίτια της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ•
  • εάν οι διοικητικές έρευνες της OLAF έχουν οδηγήσει σε διώξεις και ανακτήσεις.
IV

Εξετάσαμε επίσης τις ρυθμίσεις για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και κατά πόσον ο νέος φορέας έχει την προοπτική να αντιμετωπίσει τις υφιστάμενες αδυναμίες.

Τι διαπιστώσαμε

V

Την τελευταία δεκαετία η Επιτροπή έχει λάβει μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης σε βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ. Ειδικότερα, ενέκρινε τη «στρατηγική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης» (CAFS) το 2011, και κάθε γενική διεύθυνση (ΓΔ) ή ομάδα ΓΔ εφαρμόζει δική της επιχειρησιακή στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης. Η Επιτροπή θέσπισε επίσης ένα «σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού» (EDES) και έχει συγκροτήσει διοργανική επιτροπή που γνωμοδοτεί σχετικά με τον αποκλεισμό οικονομικών φορέων από τη χρηματοδότηση της ΕΕ, μεταξύ άλλων, λόγω εμπλοκής σε υποθέσεις απάτης ή διαφθοράς. Σε ετήσια βάση υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την «προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης» («έκθεση PIF»).

VI

Ωστόσο, διαπιστώσαμε ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει πλήρη ενημέρωση σχετικά με την κλίμακα, τη φύση και τα αίτια της απάτης. Οι επίσημες στατιστικές της σχετικά με τις εντοπισθείσες περιπτώσεις απάτης δεν είναι πλήρεις, και μέχρι στιγμής δεν έχει διενεργήσει εκτίμηση όσον αφορά τις μη εντοπιζόμενες περιπτώσεις απάτης. Είναι διαθέσιμες ορισμένες πληροφορίες σχετικά με μορφές και μηχανισμούς απάτης που χρησιμοποιούνται σε διάφορους τομείς. Δεν έχει πραγματοποιηθεί λεπτομερής ανάλυση των αιτίων που ωθούν ορισμένους αποδέκτες πόρων της ΕΕ να καταφεύγουν σε τέτοιες συμπεριφορές. Η εν λόγω έλλειψη πληροφοριών μειώνει την πρακτική αξία των στρατηγικών σχεδίων της Επιτροπής, όπως η CAFS, η οποία έχει να επικαιροποιηθεί από το 2011.

VII

Η εφαρμοζόμενη σήμερα προσέγγιση, στο πλαίσιο της οποίας η OLAF κινεί διοικητική έρευνα αφότου λάβει πληροφορίες για υπόνοιες απάτης από άλλες πηγές, και συχνά έπεται ποινική διερεύνηση της υπόθεσης σε εθνικό επίπεδο, είναι εξαιρετικά χρονοβόρα σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων με αποτέλεσμα να μειώνονται οι πιθανότητες δικαστικής δίωξης. Ως εκ τούτου, οι έρευνες της OLAF οδηγούν στη δίωξη των υπόπτων για απάτη στο 45 % περίπου των περιπτώσεων. Όσον αφορά την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων κονδυλίων της ΕΕ, σε αρκετές περιπτώσεις οι γενικές διευθύνσεις διαπιστώνουν ότι οι τελικές εκθέσεις της OLAF δεν παρέχουν επαρκείς πληροφορίες ώστε να χρησιμεύσουν ως βάση για την κίνηση της διαδικασίας ανάκτησης των αχρεωστήτως εκταμιευθέντων ποσών. Στις περιπτώσεις αυτές, οι γενικές διευθύνσεις προβαίνουν σε (ή αναθέτουν σε τρίτους) περαιτέρω ενέργειες προκειμένου να αποφασιστεί κατά πόσον η ανάκτηση του ποσού που συνέστησε η OLAF είναι δυνατή ή βασίζονται σε στοιχεία προερχόμενα από τους δικούς τους ελέγχους.

VIII

Θεωρούμε θετικό βήμα τη συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (στην οποία θα συμμετέχουν 22 κράτη μέλη). Ωστόσο, ο ισχύων κανονισμός ενέχει πολλούς κινδύνους, ο σοβαρότερος ενδεχομένως από τους οποίους αφορά τον εντοπισμό και τη διερεύνηση, που θα πραγματοποιούνται κατά κύριο λόγο από τους ανακριτές των κρατών μελών υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ο κανονισμός δεν προβλέπει κάποιο μηχανισμό διά του οποίου η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (ή οποιοδήποτε άλλο όργανο της ΕΕ) θα μπορεί να παρακινεί τις αρχές των κρατών μελών να διαθέτουν πόρους για την εκτέλεση των προληπτικών εργασιών που είναι αναγκαίες για τη διερεύνηση κρουσμάτων απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ ή για τις υποθέσεις που χειρίζονται οι εντεταλμένοι εισαγγελείς. Ένας άλλος κίνδυνος απορρέει από το γεγονός ότι οι αναγκαίες για τις εργασίες των τμημάτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εκτενείς διαδικασίες εσωτερικών διαβουλεύσεων και μετάφρασης ενδεχομένως να αποδειχθούν υπερβολικά χρονοβόρες στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, όπου ο χρόνος αποτελεί συχνά τον πιο περιορισμένο πόρο.

Τι συνιστούμε

IX

Βάσει των ανωτέρω παρατηρήσεων, θεωρούμε ότι προκειμένου να αναληφθεί ουσιαστική δράση για την καταπολέμηση της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ απαιτείται μεγαλύτερη δυναμική και ισχυρότερη καθοδήγηση. Ως εκ τούτου, κρίνουμε ότι η Επιτροπή οφείλει, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, να εντείνει τις προσπάθειές της για την καταπολέμηση της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ.

X

Η Επιτροπή πρέπει:

Σύσταση 1: να θέσει σε εφαρμογή ένα αξιόπιστο σύστημα αναφοράς των κρουσμάτων απάτης, το οποίο θα παρέχει πληροφορίες σχετικά με την κλίμακα, τη φύση και τα βασικά αίτια της απάτης.

Σύσταση 2: να επιτύχει καλύτερο συντονισμό της δράσης για την καταπολέμηση της απάτης, στο πλαίσιο της συλλογικής ευθύνης για την πρόληψη και τον εντοπισμό της, να διασφαλίσει ότι η στρατηγική διαχείριση του κινδύνου απάτης και η πρόληψη της απάτης θα αναφέρονται ρητά ως μέρος του χαρτοφυλακίου κάποιου Επιτρόπου, και να εγκρίνει νέα ολοκληρωμένη στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης, βάσει διεξοδικής ανάλυσης των σχετικών κινδύνων.

Σύσταση 3: να εντείνει τις δραστηριότητές της που αποσκοπούν στην πρόληψη της απάτης. Ειδικότερα, πρέπει:

  • να εξασφαλίσει ότι οι γενικές διευθύνσεις χρησιμοποιούν το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού στο πλαίσιο της άμεσης και της έμμεσης διαχείρισης, και να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να ταυτοποιούν και να επισημαίνουν τους οικονομικούς φορείς που εμπλέκονται σε υποθέσεις απάτης και τους ιδιώτες που συνδέονται με αυτούς•
  • να παροτρύνει όλα τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν ενεργά τη βάση δεδομένων Arachne για την πρόληψη της απάτης και των παρατυπιών στη χρήση των κονδυλίων της ΕΕ.

Σύσταση 4: να επανεξετάσει τον ρόλο και τις αρμοδιότητες της OLAF στην καταπολέμηση της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ σε συνάρτηση με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ειδικότερα, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο προτάσεις μέτρων για την ανάθεση στην OLAF στρατηγικού και εποπτικού ρόλου στο πλαίσιο της ενωσιακής δράσης για την καταπολέμηση της απάτης.

Εισαγωγή

Ορισμός της απάτης

01

Ως απάτη1 νοείται κάθε εκ προθέσεως πράξη ή παράλειψη που αποσκοπεί στην εξαπάτηση και έχει ως αποτέλεσμα ζημία για το θύμα και κέρδος για τον δράστη. Ενδεικτικά, απάτη συνιστούν οι εκ προθέσεως ενέργειες δικαιούχου επιχορήγησης που έχουν στόχο την παραπλάνηση του παρόχου της χρηματοδότησης ώστε ο δικαιούχος να αιτηθεί την απόδοση αδικαιολόγητα υψηλών δαπανών.

02

Η απάτη εις βάρος δημόσιων πόρων συνδέεται ορισμένες φορές με υποθέσεις διαφθοράς2 3. Ως διαφθορά παραδοσιακά νοείται κάθε πράξη ή παράλειψη που συνιστά κατάχρηση εξουσίας ή αποσκοπεί στην κατάχρηση εξουσίας, για τον προσπορισμό αδικαιολόγητου οφέλους. Εάν, παραδείγματος χάριν, δικαιούχος επιχορήγησης δωροδοκήσει υπάλληλο προκειμένου να εγκρίνει αδικαιολόγητα υψηλές δαπάνες, έχει διαπράξει τόσο απάτη όσο και ενεργητική δωροδοκία.

03

Η έννοια της παρατυπίας4 είναι ευρύτερη από εκείνη της απάτης. Ορίζεται ως κάθε παράβαση της νομοθεσίας η οποία έχει ή θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο προϋπολογισμός της ΕΕ. Εάν η παράβαση γίνεται εκ προθέσεως, συνιστά απάτη. Ως εκ τούτου, αυτό που διαφοροποιεί την απάτη από άλλες μορφές παρατυπιών είναι η κακόβουλη πρόθεση από πλευράς του δράστη.

Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ από την απάτη

04

Το άρθρο 325 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) παρέχει τη νομική βάση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ από την απάτη, τη διαφθορά και άλλες παράνομες δραστηριότητες (παράρτημα I).

05

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχει εύλογη διασφάλιση όσον αφορά την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διόρθωση τυχόν παρατυπιών (συμπεριλαμβανομένης της απάτης) κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού της ΕΕ5. Στον τομέα της επιμερισμένης διαχείρισης, π.χ. στους τομείς δαπανών της συνοχής και της γεωργίας, μοιράζεται την αρμοδιότητα αυτή με τα κράτη μέλη.

06

Η «οδηγία σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης» («οδηγία PIF»)6 περιέχει εναρμονισμένο ορισμό των αδικημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ καθώς και τις κυρώσεις και τις προθεσμίες παραγραφής που προβλέπονται σχετικά. Η οδηγία αυτή, η οποία εγκρίθηκε στις 5 Ιουλίου 2017, πρέπει να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών έως τον Ιούλιο του 20197.

07

Ο αριθμός των φορέων που εμπλέκονται στη διαχείριση του κινδύνου απάτης εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, τόσο σε ενωσιακό όσο και σε εθνικό επίπεδο, είναι πολύ μεγάλος (παράρτημα II). Οι βασικότεροι τέτοιοι φορείς είναι οι εξής:

  • Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (γνωστή με το γαλλικό αρκτικόλεξο OLAF - «Office européen de lutte antifraude») είναι επί του παρόντος ο κύριος φορέας καταπολέμησης της απάτης σε επίπεδο ΕΕ. Συμβάλλει στον σχεδιασμό και στην εφαρμογή της πολιτικής της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης και αποτελεί τον μοναδικό οργανισμό με ανεξάρτητες εξουσίες διενέργειας ερευνών σε επίπεδο ΕΕ8.
  • Οι γενικές διευθύνσεις (ΓΔ) και οι εκτελεστικοί οργανισμοί της Επιτροπής είναι υπεύθυνες/-οι για την ανάπτυξη αποτελεσματικών συστημάτων διαχείρισης του κινδύνου απάτης στους διάφορους τομείς του προϋπολογισμού της ΕΕ.
  • Στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, οι αρμόδιες για τα προγράμματα αρχές στα κράτη μέλη υποχρεούνται να εφαρμόζουν ένα επαρκές πλαίσιο για την καταπολέμηση της απάτης. Ομοίως, η διενέργεια ποινικών ερευνών και οι ποινικές διώξεις αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών δικαστικών αρχών.
  • Τον Οκτώβριο του 2017, είκοσι κράτη μέλη9 αποφάσισαν τη συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Επί του παρόντος, στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συμμετέχουν 22 κράτη μέλη. Το όργανο αυτό θα έχει την εξουσία να διενεργεί έρευνες και να ασκεί διώξεις για αξιόποινες πράξεις εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 120, παράγραφος 2, του κανονισμού για τη σύστασή της, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία10, θα αρχίσει να λειτουργεί τουλάχιστον τρία έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού, δηλαδή όχι νωρίτερα από τα τέλη του 2020.
08

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) είναι ο ανεξάρτητος ελεγκτής της ΕΕ. Ελέγχουμε κατά πόσον τα έσοδα έχουν εισπραχθεί και οι δαπάνες έχουν πραγματοποιηθεί κατά τρόπο νόμιμο και κανονικό, καθώς και εάν η δημοσιονομική διαχείριση υπήρξε χρηστή. Εάν, στο πλαίσιο των εργασιών μας, εντοπίσουμε περιπτώσεις που εγείρουν υπόνοιες απάτης, τις αναφέρουμε στην OLAF για προκαταρκτική ανάλυση και, ενδεχομένως, διενέργεια έρευνας11.

09

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 325, παράγραφος 4, της ΣΛΕΕ, πρέπει να ζητείται η γνώμη του ΕΕΣ για κάθε μέτρο που πρόκειται να εγκριθεί από τον νομοθέτη στους τομείς της πρόληψης και της καταπολέμησης της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Τα τελευταία χρόνια η Επιτροπή εξέδωσε πολλές νομοθετικές προτάσεις συνδεόμενες με το αντικείμενο του ελέγχου αυτού (παράρτημα ΙΙΙ), σε σχέση με ορισμένες από τις οποίες γνωμοδοτήσαμε12.

Εμβέλεια και τρόπος προσέγγισης του ελέγχου

10

Στο πλαίσιο του ελέγχου μας αξιολογήθηκε κατά πόσον η Επιτροπή διαχειρίζεται ορθά τον κίνδυνο απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ. Ειδικότερα, εξετάσαμε:

  • αν η Επιτροπή εκτιμά ορθά την κλίμακα, τη φύση και τα αίτια της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ•
  • αν η Επιτροπή διαθέτει αποτελεσματικό στρατηγικό πλαίσιο για τη διαχείριση του κινδύνου απάτης•
  • αν η Επιτροπή εστιάζει επαρκώς στην πρόληψη της απάτης•
  • αν οι διοικητικές έρευνες της OLAF οδηγούν σε άσκηση διώξεων και ανακτήσεις.

Γράφημα 1

Η εμβέλεια του ελέγχου μας όσον αφορά την OLAF

Πηγή: ΕΕΣ.

11

Εξετάσαμε επίσης κατά πόσον η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αναμένεται να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες που εντοπίσαμε στο ισχύον σύστημα καταπολέμησης της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ.

12

Ο έλεγχός μας επικεντρώθηκε αποκλειστικά στην απάτη κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ και κάλυψε όλους τους μείζονες τομείς δαπανών της ΕΕ (γεωργία, συνοχή, έρευνα και εξωτερικές δράσεις). Εστιάσαμε κυρίως στα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή για την πρόληψη της απάτης και τον χειρισμό των υποθέσεων απάτης που εντοπίζονται. Δεν ασχοληθήκαμε με τις έρευνες της OLAF σχετικά με τα έσοδα της ΕΕ. Όσον αφορά τις εξωτερικές έρευνες της OLAF, εστιάσαμε στις οικονομικές συστάσεις και τις συστάσεις για την κίνηση δικαστικών διαδικασιών, καθώς πρόκειται για τις κύριες εκροές της13. Ακόμη, δεν εξετάσαμε εσωτερικές έρευνες σε βάρος υπαλλήλων ή άλλων εργαζομένων της ΕΕ, μελών των θεσμικών και λοιπών οργάνων ή επικεφαλής υπηρεσιών και οργανισμών.

13

Οι παρατηρήσεις μας βασίστηκαν στις ακόλουθες πηγές αποδεικτικών στοιχείων:

  1. ανάλυση σχετικών εγγράφων (της Επιτροπής και της OLAF, εκθέσεων του ΕΕΣ, σχετικών μελετών και ερευνών) και βάσεων δεδομένων (ήτοι IMS και Arachne)•
  2. συνεντεύξεις με υπαλλήλους της OLAF και επτά γενικών διευθύνσεων που είναι επιφορτισμένες με την εκτέλεση των δαπανών (ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης, ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης, ΓΔ Έρευνας και Καινοτομίας, ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης, ΓΔ Επικοινωνιακών Δικτύων, Περιεχομένου και Τεχνολογιών και ΓΔ Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων), καθώς και των γενικών διευθύνσεων και άλλων εσωτερικών υπηρεσιών που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εποπτεία της διαχείρισης του κινδύνου απάτης (επιτροπή εποπτείας της OLAF, Γενική Γραμματεία, ΓΔ Προϋπολογισμού και IAS) στους κόλπους της Επιτροπής•
  3. συνεντεύξεις με εκπροσώπους οργανισμών που δεν υπάγονται στην Επιτροπή, όπως η Ευρωπόλ και η Eurojust•
  4. επισκέψεις σε υπηρεσίες συντονισμού καταπολέμησης της απάτης (AFCOS), σε εισαγγελικές αρχές και στα αρμόδια υπουργεία σε τέσσερα κράτη μέλη (Βουλγαρία, Βερολίνο και Βραδεμβούργο στη Γερμανία, Ρώμη και Περούτζια στην Ιταλία και Πολωνία)•
  5. ερωτηματολόγιο που εστάλη στα ανώτατα όργανα ελέγχου (ΑΟΕ) των 28 κρατών μελών, εκ των οποίων τα 23 απάντησαν• ερωτηματολόγιο που εστάλη από την Ευρωπόλ στο πλαίσιο του εν προκειμένω ελέγχου στα 28 εθνικά σημεία επαφής της, εκ των οποίων τα 13 απάντησαν•
  6. συνεισφορές 15 εμπειρογνωμόνων (εγκληματολόγων, νομικών, κοινωνικών επιστημόνων, εισαγγελέων) που παρείχαν πληροφορίες και συμβουλές καθ’ όλη τη διάρκεια του ελέγχου και υπέβαλαν τα σχόλιά τους σχετικά με τις αρχικές διαπιστώσεις μας.

Παρατηρήσεις

Η εικόνα της Επιτροπής όσον αφορά την κλίμακα, τη φύση και τα αίτια της απάτης είναι ελλιπής

14

Το πρώτο στάδιο μιας καλοσχεδιασμένης και ορθώς εφαρμοζόμενης προσέγγισης της καταπολέμησης της απάτης είναι η μέτρηση του φαινομένου της απάτης. Η έλλειψη αξιόπιστων βασικών στοιχείων σχετικά με την απάτη δυσχεραίνει τον σχεδιασμό και την παρακολούθηση των μέτρων για την καταπολέμηση του φαινομένου.

15

Η απάτη σε βάρος κεφαλαίων υπό συλλογική διαχείριση, όπως τα κεφάλαια της ΕΕ, αποτελεί αφανή μορφή εγκληματικότητας, ήτοι δεν μπορεί να διαπιστωθεί χωρίς προληπτικούς και κατασταλτικούς ελέγχους διενεργούμενους ειδικά για τον σκοπό αυτό. Δεδομένου ότι οι εν λόγω έλεγχοι δεν είναι δυνατό να είναι εξαντλητικοί και δεν είναι πάντα παραγωγικοί, ορισμένες περιπτώσεις δεν εντοπίζονται. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται από το γεγονός ότι, στην περίπτωση της απάτης εις βάρος κεφαλαίων υπό συλλογική διαχείριση, δεν υφίστανται μεμονωμένα θύματα, τα οποία θα κατάγγελλαν τέτοιου είδους εγκλήματα ενώπιον των αρμόδιων αρχών. Στο γράφημα 2 παρουσιάζεται η μη εντοπιζόμενη απάτη και τα στάδια που μεσολαβούν από τον εντοπισμό μιας υπόθεσης που εγείρει υπόνοιες απάτης έως τη δικαστική διαπίστωση της απάτης.

Γράφημα 2

Επίπεδα απάτης

Πηγή: ΕΕΣ.

16

Λόγω της λανθάνουσας φύσης του, το φαινόμενο της απάτης δεν μπορεί να εκτιμηθεί αποκλειστικά βάσει των επίσημων στατιστικών για τις καταγγελθείσες και διερευνηθείσες υποθέσεις. Πρόσθετα χρήσιμα στοιχεία σχετικά με την κλίμακα και τη φύση του προβλήματος θα μπορούσαν να προκύψουν από την εφαρμογή μεθόδων κοινωνιολογικής έρευνας.

17

Όσον αφορά τις δαπάνες της ΕΕ, τα στοιχεία σχετικά με το επίπεδο των εντοπισθεισών περιπτώσεων απάτης καταγράφονται σε τρεις διαφορετικές βάσεις δεδομένων (γράφημα 3).

Γράφημα 3

Πληροφορίες σχετικά με εντοπισθείσες περιπτώσεις απάτης

Πηγή: ΕΕΣ.

18

Η OLAF, ως ο κύριος φορέας καταπολέμησης της απάτης σε επίπεδο ΕΕ, είναι αρμόδια για τη συγκέντρωση στοιχείων και την κατάρτιση στατιστικών για λογαριασμό της Επιτροπής σχετικά με την απάτη κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ. Τα κράτη μέλη και οι υποψήφιες για ένταξη στην ΕΕ χώρες υπέχουν τη νομική υποχρέωση14 να παραπέμπουν στην OLAF, ως υπηρεσία της Επιτροπής, όλες τις σημαντικές περιπτώσεις παρατυπιών που εντοπίζουν στα έσοδα (παραδοσιακοί ίδιοι πόροι) και τις δαπάνες (συνοχή, γεωργία και προενταξιακά ταμεία) της ΕΕ. Υποχρεούνται, επίσης, να αναφέρουν αν κινείται για τις εν λόγω παρατυπίες σε εθνικό επίπεδο διοικητική ή δικαστική διαδικασία προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπήρχε πρόθεση (υπόνοια απάτης), ή αν η απάτη διαπιστώθηκε με οριστική δικαστική απόφαση (διαπιστωμένη απάτη). Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη και οι υποψήφιες προς ένταξη χώρες οφείλουν κατ’ αρχάς να καταχωρίσουν την παρατυπία και, εν συνεχεία, να αναφέρουν αν υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης (υπόνοια απάτης ή διαπιστωμένη απάτη). Τα εν λόγω στοιχεία σχετικά με τις δαπάνες υποβάλλονται μέσω ενός συστήματος ΤΠ που ονομάζεται «σύστημα διαχείρισης παρατυπιών» (IMS), αρμόδια για το οποίο είναι η OLAF. Η υποβολή στοιχείων σχετικά με τα έσοδα γίνεται μέσω του συστήματος OWNRES, το οποίο διαχειρίζεται η ΓΔ Προϋπολογισμού.

19

Η OLAF διαθέτει δικό της σύστημα διαχείρισης υποθέσεων, το οποίο παρέχει πληροφορίες σχετικά με περατωθείσες και εν εξελίξει έρευνες υποθέσεων απάτης, δωροδοκίας και σοβαρών παρατυπιών στις οποίες διακυβεύονται κονδύλια της ΕΕ. Οι αρχές των κρατών μελών διαθέτουν επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις δικές τους βάσεις δεδομένων για την καταχώριση των υποθέσεων που εγείρουν υπόνοιες απάτης εις βάρος είτε των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ είτε των εθνικών προϋπολογισμών.

20

Στην παρούσα ενότητα εξετάζουμε την ποιότητα των στοιχείων που χρησιμοποιεί η Επιτροπή προκειμένου να προσδιορίσει τα επίπεδα εντοπισθείσας και μη εντοπισθείσας απάτης, καθώς και το είδος της ανάλυσης που διενεργεί η Επιτροπή προκειμένου να προσδιορίσει τις συνηθέστερες μορφές και τους συνηθέστερους μηχανισμούς απάτης, τα κύρια αίτια του φαινομένου και τα χαρακτηριστικά των διαπραττόντων απάτη εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ. Εξετάσαμε επίσης πώς η Επιτροπή αξιοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες στις εκτιμήσεις του κινδύνου απάτης που διενεργεί.

Τα στοιχεία σχετικά με το επίπεδο εντοπισθείσας απάτης είναι ελλιπή

21

Στην «έκθεση PIF»15 που δημοσιεύει ετησίως και η οποία περιλαμβάνει τις σχετικές αναλύσεις, η Επιτροπή ανακοινώνει το χρηματικό ύψος των εντοπισθεισών περιπτώσεων απάτης. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, οι εντοπισθείσες περιπτώσεις απάτης στις δαπάνες της ΕΕ ανήλθαν το 2017 σε 390,7 εκατομμύρια ευρώ ή σε ποσοστό 0,29 % του συνόλου των πληρωμών από τον προϋπολογισμό της ΕΕ (γράφημα 4).

Γράφημα 4

Δαπάνες της ΕΕ: εντοπισθείσες περιπτώσεις απάτης ανά τομέα δαπανών (2017)

Τομέας δαπανών της ΕΕ Βάσει στοιχείων της Επιτροπής και στοιχείων που διαβιβάζουν τα κράτη μέλη και οι υποψήφιες χώρες (σε εκατ. ευρώ) Ως ποσοστό (%) των πληρωμών
Συνοχή και αλιεία* 320* 0,94 %*
Φυσικοί πόροι 60 0,11 %
Άμεσες δαπάνες 7 0,04 %
Προενταξιακά 3 0,18 %
Σύνολο 308 0,29 %

*Για τους τομείς δαπανών της συνοχής και της αλιείας, που βασίζονται εξ ολοκλήρου σε πολυετή προγράμματα, η Επιτροπή προτείνει την προσφυγή σε δεδομένα που καλύπτουν το σύνολο της περιόδου προγραμματισμού και όχι στις μεταβολές από το ένα έτος στο επόμενο. Για το σύνολο του κύκλου προγραμματισμού της περιόδου 2007‑2013, οι εντοπισθείσες περιπτώσεις απάτης αντιστοιχούν στο 0,44 % των πληρωμών.

Πηγή: ΕΕΣ, βάσει της έκθεσης PIF του 2017 (σ. 14, 22, 24 και 25) και του εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής SWD(2018) 386 final «Statistical evaluation of irregularities reported for 2017» (σ. 47, 66, 102, 103 και 106).

22

Για τον υπολογισμό των ανωτέρω αριθμητικών στοιχείων σχετικά με τις περιπτώσεις απάτης που εντοπίστηκαν, η Επιτροπή χρησιμοποιεί τα δικά της στοιχεία όταν πρόκειται για δαπάνες υπό άμεση διαχείριση και στοιχεία που διαβιβάζονται στην OLAF από τα κράτη μέλη και τις υποψήφιες χώρες μέσω του IMS όσον αφορά τις δαπάνες υπό επιμερισμένη διαχείριση.

23

Βάσει των αποτελεσμάτων του ελέγχου μας, τα οποία περιγράφονται κατωτέρω, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία δεν παρέχουν ολοκληρωμένη εικόνα του επιπέδου της εντοπιζόμενης απάτης στις δαπάνες της ΕΕ. Αυτό ισχύει τόσο για την επιμερισμένη διαχείριση όσο και για τις άλλες μορφές διαχείρισης.

24

Στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, η Επιτροπή είναι της άποψης ότι το κύριο πρόβλημα της μη αναφοράς περιπτώσεων απάτης σχετίζεται με υποθέσεις υπό διερεύνηση από τις εισαγγελικές αρχές, για τις οποίες δεν είναι ενήμερες οι αρμόδιες για την υλοποίηση των προγραμμάτων αρχές16. Ωστόσο, εντοπίσαμε τους ακόλουθους πρόσθετους λόγους στους οποίους οφείλεται η υποεκτίμηση της έκτασης της απάτης:

  • Οι αρχές των κρατών μελών δεν αναφέρουν όλες τις περιπτώσεις που διερευνούνται από την OLAF. Από τις 20 υποθέσεις της OLAF που εξετάσαμε, εντοπίσαμε μόνο τρεις που είχαν καταχωριστεί από τις αρχές των κρατών μελών στο σύστημα IMS.
  • Κρούσματα απάτης μπορούν να προκύψουν και στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των ενδιάμεσων δημόσιων φορέων που συμμετέχουν στην υλοποίηση ενός επιχειρησιακού προγράμματος στο επίπεδο της επιλογής έργων ή των δημοσίων διαγωνισμών:
    • Η ενωσιακή νομοθεσία17 δεν υποχρεώνει τις αρχές των κρατών μελών να αναφέρουν περιπτώσεις παρατυπιών με ή χωρίς πρόθεση εξαπάτησης στις οποίες οι δημόσιοι φορείς ασκούν εξουσίες δημόσιας αρχής και δεν ενεργούν ως οικονομικός φορέας. Διαπιστώσαμε προβλήματα ελλιπούς αναφοράς σε περιπτώσεις στις οποίες δημόσιοι φορείς ενεργούν ως οικονομικοί φορείς.
    • Στις περιπτώσεις παρατυπιών, με ή χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, κατά την επιλογή των έργων, πριν από τη λήψη απόφασης περί χρηματοδότησης συγκεκριμένου έργου, δεν είναι πάντοτε δυνατός ο εντοπισμός του σχετικού έργου, κάτι που είναι αναγκαίο για την καταχώριση των σχετικών στοιχείων στο IMS. Τέτοιες περιπτώσεις εντοπίσαμε σε δύο κράτη μέλη.
  • Για να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνσή τους, οι αρχές των κρατών μελών υποχρεούνται βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας να αναφέρουν μόνον τις περιπτώσεις παρατυπιών, με ή χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, που αφορούν ενωσιακά κονδύλια άνω των 10 000 ευρώ18. Στις περιπτώσεις της γεωργίας και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, ο αριθμός των πληρωμών που δεν υπερβαίνουν αυτό το κατώφλι των 10 000 ευρώ είναι μεγάλος όπως μεγάλος ενδέχεται να είναι επομένως και ο αριθμός των πληρωμών κάτω από το όριο αυτό που σχετίζονται πιθανώς με υποθέσεις απάτης και οι οποίες δεν αναφέρονται. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου μας, εντοπίσαμε ένα κράτος μέλος στο οποίο οι παρατυπίες που είχαν καταχωριστεί στο IMS σε σχέση με το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων και το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης αντιπροσώπευαν μόνο ένα μικρό ποσοστό (7 %) του συνόλου των παρατυπιών που εντόπισαν οι εθνικές αρχές σε σχέση με αυτά τα δύο ταμεία. Από την άλλη πλευρά, το κράτος μέλος χαρακτήριζε ένα μεγάλο ποσοστό (60 %) αυτού του 7 % των γνωστοποιηθεισών παρατυπιών, ως περιπτώσεις που εγείρουν υπόνοιες απάτης.
25

Η Επιτροπή έχει εκδώσει διάφορες κατευθυντήριες οδηγίες19 σχετικά με την αναφορά των παρατυπιών και την επισήμανσή τους ως περιπτώσεις που εγείρουν υπόνοιες απάτης. Ωστόσο, οι σχετικές πρακτικές εξακολουθούν να διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών. Αυτό οφείλεται κυρίως στις διαφορετικές ερμηνείες των όρων «υπόνοια απάτης» και «πρώτη διοικητική ή δικαστική πράξη διαπίστωσης»20. Οι ορισμοί αυτοί είναι σημαντικοί προκειμένου να γίνει σαφές πότε μια παρατυπία πρέπει να επισημαίνεται ως κρούσμα απάτης (υπόνοια απάτης). Από τον πίνακα του παραρτήματος 4 προκύπτει ότι ορισμένα κράτη μέλη χαρακτηρίζουν παρατυπίες ως περιπτώσεις που εγείρουν υπόνοιες απάτης μόνο μετά την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, ενώ άλλα σε αρκετά προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.

26

Προκειμένου να ενισχυθεί η έμφαση στον εντοπισμό και την αναφορά υποθέσεων απάτης, η OLAF εισήγαγε το 2015 δύο νέους δείκτες, το «ποσοστό εντοπισμού απάτης» (fraud detection rate, FDR), που αντιστοιχεί στη χρηματική αξία των περιπτώσεων υπόνοιας απάτης και διαπιστωμένης απάτης, που εντοπίζονται σε ένα κράτος μέλος, εκπεφρασμένη ως ποσοστό των συνολικών πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν στην εν λόγω χώρα σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, και το «επίπεδο συχνότητας απάτης» (fraud frequency level, FFL), που αντιστοιχεί στον αριθμό των περιπτώσεων υπόνοιας απάτης και διαπιστωμένης απάτης σε ένα κράτος μέλος, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού αριθμού παρατυπιών που εντοπίστηκαν στην εν λόγω χώρα εντός συγκεκριμένης περιόδου. Παρόμοιος δείκτης δημιουργήθηκε για τις παρατυπίες χωρίς πρόθεση εξαπάτησης (το «ποσοστό εντοπισμού παρατυπιών», irregularity detection rate ή IDR και το «επίπεδο συχνότητας παρατυπιών», irregularity frequency level ή IFL). Το γράφημα 5 παρέχει πληροφορίες για τους FDR και IDR κάθε κράτους μέλους στον τομέα της συνοχής για την περίοδο 2007‑2013.

27

Οι εν λόγω δείκτες αποκαλύπτουν τις σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά το επίπεδο (αξία και αριθμό υποθέσεων) των παρατυπιών και των περιπτώσεων απάτης που εντόπισαν και κοινοποίησαν τα κράτη μέλη. Παραδείγματος χάριν, δέκα κράτη μέλη ανέφεραν λιγότερες από δέκα περιπτώσεις που εγείρουν υπόνοιες απάτης καθ’ όλη την περίοδο προγραμματισμού 2007‑2013, και δώδεκα κράτη μέλη είχαν ποσοστά εντοπισμού απάτης που δεν υπερέβαιναν το 0,1 %. Οκτώ κράτη μέλη χαρακτήρισαν περισσότερο από το 10 % του συνόλου των παρατυπιών που κοινοποίησαν ως περιπτώσεις που εγείρουν υπόνοιες απάτης, ενώ 14 άλλα κράτη μέλη λιγότερο από το 5 %.

28

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών σε σχέση με την αναφορά περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών μπορεί να οφείλονται και στην οργάνωση των εθνικών συστημάτων για την καταπολέμηση της απάτης και όχι απλώς στη μη εναρμόνιση της διαδικασίας υποβολής στοιχείων. Η Επιτροπή δεν είχε στη διάθεσή της λεπτομερέστερη ανάλυση των λόγων στους οποίους οφείλονται αυτές οι αποκλίσεις.

29

Το γεγονός ότι οι επίσημες στατιστικές για τα ποσοστά εντοπισμού απάτης που κοινοποιήθηκαν ελάχιστη σχέση έχουν με τα αποτελέσματα των δεικτών κινδύνου διαφθοράς αποδεικνύει επίσης την ύπαρξη προβλημάτων στο επίπεδο της αναφοράς ή του εντοπισμού περιπτώσεων απάτης (γράφημα 5): χώρες με χαμηλές επιδόσεις στον δείκτη αντίληψης της διαφθοράς (CPI) της Διεθνούς Διαφάνειας ή στον δείκτη ακεραιότητας της δημόσιας διοίκησης (IPI), οι οποίες, ως εκ τούτου, θεωρούνται λιγότερο διαφανείς, αναφέρουν ελάχιστες ή και καθόλου περιπτώσεις απάτης.

Γράφημα 5

Ποσοστό εντοπισμού παρατυπιών και απάτης ανά κράτος μέλος έναντι των CPI και IPI και των αποτελεσμάτων του Ευρωβαρόμετρου

* Ο δείκτης αντίληψης της διαφθοράς (Corruption Perception Index, CPI) της Διεθνούς Διαφάνειας κατατάσσει τις χώρες βάσει των επιπέδων αντίληψης της διαφθοράς, τα οποία καθορίζονται βάσει εκτιμήσεων εμπειρογνωμόνων και σφυγμομετρήσεων. Η κατάταξη γίνεται σε κλίμακα από το 100 (χώρα εξαιρετικά καθαρή) έως το 0 (χώρα εξαιρετικά διεφθαρμένη).

** Ο δείκτης ακεραιότητας της δημόσιας διοίκησης (Index of public integrity, IPI) είναι ένας σύνθετος δείκτης που αποτελείται από έξι συνιστώσες: ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, διοικητικός φόρτος, ανοικτός χαρακτήρας του εμπορίου, δημοσιονομική διαφάνεια, ψηφιακή ιθαγένεια και ελευθερία του Τύπου. Επιδίωξή του είναι ο σχηματισμός μιας αντικειμενικής και ολοκληρωμένης εικόνας της κατάστασης όσον αφορά τον έλεγχο της διαφθοράς σε 109 χώρες. Η κατάταξη γίνεται σε κλίμακα από το 1 (χαμηλό επίπεδο ελέγχου της διαφθοράς) έως το 10 (υψηλός βαθμός ελέγχου της διαφθοράς).

*** Το Ευρωβαρόμετρο του 2015 μετρά την αντίληψη των πολιτών της ΕΕ. Q1_B. Defrauding the EU budget: The scale of the problem is rather frequent?

30

Η Επιτροπή δεν διενεργεί διεξοδικούς ελέγχους για να διαπιστώσει την ποιότητα των στοιχείων που καταχωρίζονται στο IMS, ούτε ζητεί από τις αρχές των κρατών μελών να παρέχουν διασφάλιση σχετικά με την αξιοπιστία των εν λόγω στοιχείων. Στο πλαίσιο των ελέγχων συστημάτων εξετάζονται επιμέρους μόνο σημεία σχετικά με τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις κοινοποίησης στοιχείων

31

Ούτε η OLAF ούτε οποιοσδήποτε άλλος φορέας στους κόλπους της Επιτροπής συγκεντρώνει πληροφορίες για ποινικές υποθέσεις που συνδέονται με τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ και οι οποίες αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης από τις εθνικές αρχές. Τα κράτη μέλη διαθέτουν δικά τους συστήματα για την καταγραφή των υπό διερεύνηση υποθέσεων, και σχεδόν το ήμισυ αυτών δεν κάνει διάκριση μεταξύ οικονομικών αδικημάτων που θίγουν τα εθνικά συμφέροντα και εκείνων που θίγουν τα συμφέροντα της ΕΕ. Ως εκ τούτου, ούτε η Επιτροπή ούτε τα εν λόγω κράτη μέλη διαθέτουν χωριστά στοιχεία σχετικά με την κλίμακα της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ.

32

Στον τομέα των δαπανών που διαχειρίζεται άμεσα η Επιτροπή, η χρηματική αξία των δαπανών για τις οποίες εγείρονται υπόνοιες απάτης υπολογίζεται βάσει των ποσών που επισημάνθηκε ότι συνδέονται με υποθέσεις απάτης και καταχωρίστηκαν στο λογιστικό σύστημα της Επιτροπής. Διαπιστώσαμε ότι ορισμένα στοιχεία δεν συνυπολογίστηκαν στην αξία αυτών των δαπανών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η Επιτροπή, προκειμένου να ανακτήσει τα ποσά αυτά, τα συμψηφίζει με μελλοντικές απαιτήσεις χωρίς να προηγηθεί η έκδοση εντάλματος είσπραξης. Παρότι, δε, το προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, οι υποθέσεις αυτές δεν επισημαίνονται πάντοτε ως περιπτώσεις που εγείρουν υπόνοιες απάτης. Επιπλέον, για ορισμένες περιπτώσεις που εγείρουν υπόνοιες απάτης δεν είναι αναγκαία η διενέργεια έρευνας από την OLAF, καθώς παρακολουθούνται από τις γενικές διευθύνσεις μέσω ελέγχων. Οι περιπτώσεις αυτές δεν συνυπολογίζονται πάντοτε στη χρηματική αξία των δαπανών για τις οποίες εγείρονται υπόνοιες απάτης, η οποία ανακοινώνεται. Η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει ακόμη σαφείς κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τον τρόπο καταχώρισης των σχετικών στοιχείων.

Η Επιτροπή δεν διαθέτει ολοκληρωμένη εικόνα σχετικά με το επίπεδα της μη εντοπιζόμενης απάτης

33

Η Επιτροπή δεν προβαίνει σε εκτίμηση των επιπέδων μη εντοπιζόμενης απάτης, ούτε έχει ποτέ πραγματοποιήσει έρευνες απευθυνόμενες σε θύματα ή πιθανούς μάρτυρες αξιόποινων πράξεων ειδικά σε σχέση με την απάτη κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ. Η Επιτροπή μάς δήλωσε ότι δεν έκρινε τις έρευνες για θύματα ή πιθανούς μάρτυρες αξιόποινων πράξεων ή τις έρευνες αντίληψης κατάλληλα εργαλεία για τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με την κλίμακα της απάτης σε σχέση με επιδοτήσεις της ΕΕ, επειδή μια έρευνα για θύματα απάτης εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ θα συνεπαγόταν σημαντικές δαπάνες και δεν είναι σαφές σε ποιον θα έπρεπε να απευθυνθούν τέτοιου είδους κοινωνιολογικά ερωτήματα.

34

Βέβαια, μελέτες που βασίζονται στην αντίληψη και την εμπειρία χρησιμοποιούνται και για τη μέτρηση της διαφθοράς, που αποτελεί επίσης αφανές έγκλημα. Ευρέως αποδεκτοί δείκτες της διαφθοράς είναι, μεταξύ άλλων, ο δείκτης αντίληψης της διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας και ο δείκτης ελέγχου της διαφθοράς της Παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank’s control of corruption indicator, WB-CCI), οι οποίοι χρησιμοποιούν τα αποτελέσματα μελετών βασισμένων στην αντίληψη των ερωτώμενων. Οι εν λόγω έρευνες χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά προς τις επίσημες στατιστικές, και δεν τις υποκαθιστούν.

35

Επιπλέον των ερευνών που βασίζονται στην αντίληψη των ερωτώμενων, ορισμένες πρόσφατες μελέτες έχουν ως αντικείμενο την εκτίμηση του επιπέδου του κινδύνου διαφθοράς ή του ελέγχου της διαφθοράς βάσει αντικειμενικών διοικητικών στοιχείων21.

36

Στον τομέα της συνοχής, η ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης έχει δρομολογήσει την εκπόνηση μελέτης για την αξιολόγηση της ποιότητας της διακυβέρνησης σε περιφερειακό επίπεδο, βάσει στοιχείων σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις. Ένας από τους δείκτες επιδόσεων που μετρήθηκαν ήταν ο έλεγχος των κινδύνων διαφθοράς (πλαίσιο 1). Η συνεκτίμηση των περιφερειακών ή τομεακών αποκλίσεων έχει μεγάλη σημασία για την κατανόηση και την αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων διαφθοράς.

Πλαίσιο 1

Μελέτη σχετικά με την ποιότητα διακυβέρνησης σε περιφερειακό επίπεδο, βάσει στοιχείων σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις

Το 2017 η ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης δρομολόγησε μια μελέτη ανά περιφέρεια σχετικά με τις επιδόσεις στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων στα κράτη μέλη της ΕΕ, με τη χρήση ενός καινοτόμου δείκτη κινδύνου διαφθοράς που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου DIGIWHIST στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιεί μαζικά δεδομένα από βάσεις δεδομένων μεγάλης κλίμακας για τις δημόσιες συμβάσεις (Tender Electronic Daily), στοιχεία από εταιρικά μητρώα, καθώς και χρηματοοικονομικά στοιχεία και στοιχεία από μητρώα ιδιοκτησίας22.

Τα αποτελέσματα αυτής της μεθόδου μέτρησης της διαφθοράς δείχνουν ότι οι αποκλίσεις μεταξύ περιφερειών ή τομέων είναι μεγαλύτερες από εκείνες μεταξύ χωρών, δεδομένου ότι η σύγκριση των διαφορών μεταξύ χωρών συγκαλύπτει ένα ευρύ φάσμα διαφορών στο εσωτερικό των χωρών αυτών.

37

Τα παραδείγματα αυτά καταδεικνύουν ότι είναι πράγματι δυνατό να αποκομιστεί μια εικόνα της κλίμακας της μη εντοπιζόμενης απάτης ή της διαφθοράς.

Η από μέρους της Επιτροπής ανάλυση των μορφών και των κινδύνων απάτης είναι ανεπαρκής

38

Η καλή ενημέρωση σχετικά με τις μορφές απάτης συμβάλλει στην πραγματοποίηση ακριβέστερων και ενημερωμένων εκτιμήσεων του κινδύνου απάτης και στον προσδιορισμό και την εφαρμογή των κατάλληλων δικλίδων ελέγχου για την πρόληψη ή/και τον εντοπισμό περιπτώσεων απάτης.

39

Η Επιτροπή αναλύει τα διάφορα είδη απάτης προκειμένου να συμμορφώνεται με:

  • την ετήσια υποχρέωση που υπέχει να υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη για την καταπολέμηση της απάτης καθώς και με τα αποτελέσματά τους (έκθεση PIF) και με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της τομεακής νομοθεσίας•
  • το πλαίσιο εσωτερικών δικλίδων ελέγχου της Επιτροπής, που απαιτεί εκτίμηση του κινδύνου απάτης.
40

Η έκθεση PIF του 2016 περιλαμβάνει ενότητα για τις μορφές παρατυπιών που επισημάνθηκαν ως κρούσματα απάτης στον τομέα της γεωργίας για αμφότερα τα ταμεία και, στην περίπτωση των διαρθρωτικών ταμείων για τον τομέα προτεραιότητας «Έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη» για την περίοδο 2007‑2013. Η ανάλυση των τρόπων δράσης που περιέχει η έκθεση καλύπτει διάφορα είδη παρατυπιών που επισημάνθηκαν ως κρούσματα απάτης23.

41

Επιπλέον της έκθεσης PIF, η OLAF εκπόνησε επίσης διάφορες αναλύσεις που ονομάζονται «συλλογές υποθέσεων» και καλύπτουν τις κύριες μορφές απάτης, τα τρωτά σημεία και τις «κόκκινες σημαίες». Οι εν λόγω συλλογές υποθέσεων περιέχουν κατάλογο ανωνυμοποιημένων υποθέσεων βασισμένο στις έρευνες της OLAF, καθώς και δεδομένα από τα κράτη μέλη.

42

Αυτά τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά του τρόπου με τον οποίο τόσο οι γνώσεις που συγκεντρώνει η OLAF στο πλαίσιο των ερευνών της όσο και άλλες πληροφορίες της μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την έγκαιρη παροχή πληροφοριών σχετικά με τις βασικές απειλές απάτης από τις οποίες κινδυνεύει ο προϋπολογισμός της ΕΕ. Ωστόσο, αυτές οι συλλογές εκδίδονται ad hoc και δεν επικαιροποιούνται τακτικά. Η OLAF εξέδωσε τέσσερις τέτοιες συλλογές σε σχέση με την απάτη24, το 2010, το 2011, το 2012 και το 2013, αλλά έκτοτε δεν τις έχει επικαιροποιήσει. Παραδείγματος χάριν, η πλέον πρόσφατη συλλογή υποθέσεων για τα διαρθρωτικά ταμεία, η οποία δημοσιεύθηκε το 2011, αφορά τις περιόδους προγραμματισμού 1994‑1999 και 2000‑2006.

43

Επί του παρόντος, οι κίνδυνοι απάτης αξιολογούνται σε επίπεδο γενικών διευθύνσεων. Δεν διεξάγεται σε κεντρικό επίπεδο εκτίμηση του κινδύνου απάτης για την Επιτροπή ως σύνολο και δεν υπάρχει μητρώο κινδύνων απάτης σε επίπεδο θεσμικού οργάνου. Οι πληροφορίες αυτές θα έπρεπε να έχουν ληφθεί υπόψη για την κατάρτιση της στρατηγικής της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης (CAFS). Στην CAFS, που εγκρίθηκε το 2011, δεν γίνεται καμία αναφορά σε ανάλυση κινδύνου ή στα αποτελέσματα μιας τέτοιας ανάλυσης.

44

Εξετάσαμε τις εκτιμήσεις κινδύνου απάτης που διενήργησαν επτά γενικές διευθύνσεις της Επιτροπής. Οι εκτιμήσεις αυτές βασίστηκαν αποκλειστικά σε ανάλυση των περιπτώσεων διαπιστωμένης απάτης, συνδυάζοντας πληροφορίες από διάφορες εσωτερικές πηγές (π.χ. IMS, OLAF, αποτελέσματα ελέγχων της OLAF και διαπιστώσεις του ΕΕΣ). Δεν χρησιμοποιούν άλλες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές, όπως εθνικές στατιστικές για την εγκληματικότητα, επίσημες κρατικές εκθέσεις, αναλύσεις και εκθέσεις ΜΚΟ, δείκτες κινδύνου διαφθοράς ή έρευνες, για να συμπληρώσουν τις δικές τους αναλύσεις του κινδύνου απάτης. Ως εκ τούτου, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν πέντε από τις επτά γενικές διευθύνσεις που διαχειρίζονται δαπάνες, ότι ο κίνδυνος απάτης είναι μικρός, δεν βασίζεται σε διεξοδική ανάλυση που λαμβάνει υπόψη όλα τα αναγκαία στοιχεία25.

45

Τα στοιχεία που περιέχονται στο παγκόσμιο μητρώο απάτης που δημιουργήθηκε από το Chartered Institute of Public Finance and Accountancy και τη λογιστική εταιρεία Moore Stephens δείχνουν ότι ο κίνδυνος απάτης είναι ενδεχομένως υψηλός στις δαπάνες για επιχορηγήσεις (που αντιπροσωπεύουν μεγάλο τμήμα των δαπανών της ΕΕ). Το μητρώο βασίζεται σε παγκόσμια έρευνα μεταξύ περισσότερων από 150 επαγγελματιών στους τομείς της λογιστικής και του κινδύνου απάτης σε 37 χώρες και αποσκοπεί στον εντοπισμό των τομέων που εμφανίζουν τους σημαντικότερους κινδύνους σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι ερωτηθέντες αξιολόγησαν 18 διαφορετικά είδη κινδύνων απάτης και δωροδοκίας, βαθμολογώντας τα από το 1 (χαμηλότερος κίνδυνος) έως το 5 (υψηλότερος κίνδυνος). Σχεδόν το ήμισυ (48 %) των ερωτηθέντων απάντησε ότι οι επιχορηγήσεις συνδέονται με υψηλό ή πολύ υψηλό κίνδυνο απάτης, γεγονός που τις τοποθετεί στην πρώτη θέση του μητρώου26.

46

Ορισμένοι από τους εμπειρογνώμονες των οποίων ζητήσαμε τη γνώμη θεωρούν ότι είναι σημαντικό να χρησιμοποιούνται πολλές διαφορετικές μέθοδοι, προσαρμοσμένες στο είδος των δαπανών, προκειμένου να σχηματιστεί καλύτερη εικόνα του κινδύνου, της κλίμακας και της φύσης της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ. Παραδείγματος χάριν, όσον αφορά την κοινή γεωργική πολιτική, όπου η χρηματοδότηση χορηγείται κυρίως μέσω δικαιωμάτων και υπάρχει μικρότερη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την κατανομή των κονδυλίων της ΕΕ, ένας πιθανός τρόπος μέτρησης της κλίμακας της απάτης στις δαπάνες θα μπορούσε να είναι η μέτρηση των ζημιών λόγω της απάτης. Στην περίπτωση των επενδυτικών έργων, ο κίνδυνος απάτης και διαφθοράς θα ήταν ενδεχομένως δυνατό να προσδιοριστεί μέσω της ανάλυσης συνόλων διοικητικών δεδομένων (μαζικά δεδομένα), όπως οι βάσεις δεδομένων για διαγωνισμούς και δημόσιες συμβάσεις, καθώς και οι αιτήσεις και οι αποφάσεις επιχορήγησης. Συμπληρωματικές πληροφορίες θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν και στο πλαίσιο ερευνών μεταξύ δικαιούχων κεφαλαίων της ΕΕ ή φορέων που διαχειρίζονται κονδύλια της ΕΕ.

Η Επιτροπή δεν έχει αναλύσει τα αίτια της απάτης

47

Ούτε η OLAF ούτε οι γενικές διευθύνσεις της Επιτροπής έχουν διενεργήσει διεξοδικές αναλύσεις των βασικών αιτίων της απάτης, ή των χαρακτηριστικών των διαπραττόντων απάτη. Η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι ο προσδιορισμός των κινήτρων των διαπραττόντων απάτη θα ωφελούσε κατά τρόπο σημαντικό τις προσπάθειές της για την καταπολέμηση της απάτης.

48

Το συνηθέστερο είδος περιπτώσεων που εγείρουν υπόνοιες απάτης που εντοπίζουμε κατά τους ελέγχους μας είναι η τεχνητή δημιουργία από τους δικαιούχους των προϋποθέσεων που θα τους εξασφαλίσουν πρόσβαση σε ενωσιακή χρηματοδότηση. Αυτός ο τρόπος δράσης δείχνει ότι οι διαπράττοντες απάτη δεν είναι πάντοτε οργανωμένοι εγκληματίες, αλλά άτομα (δικαιούχοι ενωσιακών κονδυλίων) που παραβιάζουν εκ προθέσεως τους κανόνες προκειμένου να εισπράξουν ποσά που θεωρούν ότι δικαιούνται. Ορισμένοι από τους εμπειρογνώμονες υπογράμμισαν τον πιθανό αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πολυπλοκότητας των κανόνων και της απάτης. Στο πλαίσιο 2 παρουσιάζεται παράδειγμα που παραθέσαμε στην ετήσια έκθεσή μας για το 201427.

Πλαίσιο 2

Τεχνητή δημιουργία των προϋποθέσεων για την εξασφάλιση ενισχύσεων αγροτικής ανάπτυξης

Ομάδες ατόμων (μέλη της ίδιας οικογένειας ή μέλη του ίδιου οικονομικού ομίλου) προέβησαν στη σύσταση αρκετών οντοτήτων προκειμένου να εξασφαλίσουν ενίσχυση η οποία υπερβαίνει το ανώτατο όριο που προβλέπεται στους όρους του επενδυτικού μέτρου. Μολονότι οι δικαιούχοι δήλωσαν ότι οι εν λόγω οντότητες λειτουργούσαν ανεξάρτητα, στην πραγματικότητα αυτό δεν ίσχυε, αφού είχαν σχεδιαστεί ούτως ώστε να λειτουργούν από κοινού. Στην πραγματικότητα ήταν μέλη του ίδιου οικονομικού ομίλου και λειτουργούσαν στις ίδιες εγκαταστάσεις, με το ίδιο προσωπικό, τους ίδιους πελάτες, τους ίδιους προμηθευτές και τους ίδιους οικονομικούς πόρους.

49

Μια μελέτη σχετικά με τους κινδύνους διαφθοράς στα κράτη μέλη της ΕΕ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η δυνατότητα πραγματοποίησης δαπανών διακριτικής ευχέρειας, σε συνδυασμό με την απουσία επαρκών δικλίδων ελέγχου, αυξάνει τον κίνδυνο διαφθοράς28. Ορισμένοι από τους εμπειρογνώμονες επεσήμαναν επίσης παρόμοιους κινδύνους. Για τους λόγους αυτούς, η OLAF ή οι γενικές διευθύνσεις της Επιτροπής θα ήταν ενδεχομένως σκόπιμο να αναλύσουν με ποιον τρόπο η διακριτική ευχέρεια που παρέχουν τα συγχρηματοδοτούμενα από την ΕΕ προγράμματα επηρεάζει τον κίνδυνο απάτης σε έναν συγκεκριμένο τομέα δαπανών. Αυτό ισχύει ιδίως στον τομέα της επιμερισμένης διαχείρισης (π.χ. Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία), στο πλαίσιο του οποίου οι φορείς των κρατών μελών που είναι αρμόδιοι για την κατανομή των διαθέσιμων κονδυλίων έχουν έναν βαθμό διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων και των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας.

Η στρατηγική προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά τη διαχείριση του κινδύνου απάτης εμφανίζει αδυναμίες

50

Η απάτη αποτελεί οριζόντιο πρόβλημα. Ως εκ τούτου, είναι πολλοί οι παράγοντες που πρέπει να συντελέσουν και ευρύ το φάσμα των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για τον περιορισμό της. Παράλληλα, βέβαια, δεν λειτουργεί -κατά κανόνα- καμία συγκεκριμένη επιχειρησιακή μονάδα στους κόλπους ενός οργανισμού που να έχει ως βασική αρμοδιότητά της την καταπολέμηση της απάτης. Συνεπώς, αποτελεί ορθή πρακτική η ανάθεση σε μια μονάδα ή σε ένα ανώτερο διοικητικό στέλεχος της αρμοδιότητας να κατευθύνει και να επιβλέπει τις δραστηριότητες του οργανισμού για την καταπολέμηση της απάτης29. Σημαντικό είναι επίσης να καθορίζονται σαφώς οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες των εμπλεκόμενων επιχειρησιακών μονάδων, καθώς αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αποφεύγεται η αλληλοεπικάλυψη ρόλων και να αξιολογείται ο πραγματικός αντίκτυπος κάθε παράγοντα.

51

Εξετάσαμε αν η Επιτροπή έχει ορίσει σαφώς τόσο τους επικεφαλής όσο και τους ρόλους και τις αρμοδιότητες, καθώς και αν έχει διασφαλίσει την κατάλληλη εποπτεία της διαχείρισης του κινδύνου απάτης. Αξιολογήσαμε επίσης κατά πόσον η Επιτροπή διαθέτει ορθά σχεδιασμένη στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης, κατάλληλη να κατευθύνει τις καθημερινές δράσεις της στον τομέα αυτό, και εάν μετρά με τον κατάλληλο τρόπο τις εκροές των εν λόγω δράσεων.

Στο πλαίσιο του μοντέλου διακυβέρνησης της Επιτροπής, οι αρμοδιότητες είναι κατακερματισμένες, χωρίς όμως να εξασφαλίζεται επαρκής εποπτεία της διαχείρισης του κινδύνου απάτης σε επίπεδο οργάνου

52

Αναλύσαμε τους τυπικούς (συνηθέστερους) ρόλους και αρμοδιότητες των διάφορων οργάνων στο πλαίσιο των κυριότερων δραστηριοτήτων καταπολέμησης της απάτης, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας χωριστά: στα στάδια του σχεδιασμού, της εκτέλεσης και της υποβολής στοιχείων (παράρτημα V).

53

Σύμφωνα με το μοντέλο διακυβέρνησης της Επιτροπής, οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών της Επιτροπής που εμπλέκονται στις δράσεις καταπολέμησης της απάτης είναι κατακερματισμένες. Εντούτοις, η εποπτεία σε επίπεδο οργάνου είναι ανεπαρκής. Ο ρόλος των περισσότερων οργάνων είναι συμβουλευτικός. Τα βασικά όργανα με αρμοδιότητες σχετικές με την καταπολέμηση της απάτης είναι το Σώμα των Επιτρόπων, οι γενικές διευθύνσεις και οι αρχές των κρατών μελών.

54

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζει τις αρμοδιότητες κάθε Επιτρόπου σε επιστολές ανάθεσης καθηκόντων και ζητεί από όλους τους Επιτρόπους να εξασφαλίζουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των προγραμμάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους, καθώς και την προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ από την απάτη. Στην επιστολή ανάθεσης καθηκόντων που απευθύνεται στον Επίτροπο που είναι αρμόδιος για τον Προϋπολογισμό και τους Ανθρώπινους Πόρους, καθώς και για την OLAF, του ζητείται να επικεντρώσει τις προσπάθειές του στην ενίσχυση της διερεύνησης περιπτώσεων απάτης εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, στις υποθέσεις διαφθοράς και σοβαρών παραπτωμάτων εντός των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, υποστηρίζοντας το έργο της OLAF, της οποίας η ανεξαρτησία διενέργειας ερευνών πρέπει να διαφυλαχθεί. Η στρατηγική διαχείριση του κινδύνου απάτης και η πρόληψη της απάτης δεν αναφέρονται ειδικά ως μέρος του χαρτοφυλακίου του συγκεκριμένου ή άλλου Επιτρόπου.

55

Η OLAF είναι ο κύριος φορέας καταπολέμησης της απάτης σε επίπεδο ΕΕ και, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 (ο «κανονισμός OLAF»), οφείλει να συμβάλλει στον σχεδιασμό της πολιτικής της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης. Ωστόσο, ούτε η OLAF ούτε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία της Επιτροπής διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην επίβλεψη του σχεδιασμού και της υλοποίησης των δράσεων της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης και στην υποβολή στοιχείων σχετικά με τα αποτελέσματα. Βάσει του μοντέλου διακυβέρνησης της Επιτροπής, η ίδια η OLAF δεν είναι αρμόδια για καμία απόφαση σχετικά με τους κύριους διατάκτες ή τα κράτη μέλη. Παρέχει καθοδήγηση και διατυπώνει συστάσεις προς τους αρμόδιους για τις διάφορες δράσεις καταπολέμησης της απάτης (παράρτημα V).

56

Η Επιτροπή επιμερίζεται με τα κράτη μέλη την αρμοδιότητα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ από την απάτη στους τομείς δαπανών της συνοχής και της γεωργίας. Επί του παρόντος, δεν διαθέτει διαδικασίες προκειμένου να διαπιστώνει ανά τακτά διαστήματα αν τα κράτη μέλη δίνουν την αρμόζουσα συνέχεια σε υποθέσεις που εγείρουν υπόνοιες απάτης. Επιπλέον, δεν διαθέτει αποτελεσματικό μηχανισμό διά του οποίου να προτρέπει τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα κατά της απάτης ή να παρακολουθεί ή να επηρεάζει αυτά τα μέτρα.

57

Διάφοροι άλλοι διεθνείς οργανισμοί έχουν συνειδητοποιήσει την ανάγκη ύπαρξης τέτοιων μηχανισμών παρακολούθησης. Παραδείγματος χάριν, η ομάδα εργασίας του ΟΟΣΑ κατά της δωροδοκίας (WGB), τα μέλη της οποίας προέρχονται από τις αρχές επιβολής του νόμου και τις δικαστικές αρχές των κρατών μελών, καθοδηγεί και επιβλέπει την εφαρμογή και επιβολή της σύμβασης του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της δωροδοκίας30. Η WGB έχει αναπτύξει διάφορες διαδικασίες και πρακτικές που παρέχουν στην ίδια και στα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ τη δυνατότητα να ασκούν αμοιβαία επιρροή προκειμένου να ενισχύουν τις ικανότητές τους για την εφαρμογή της σύμβασης (πλαίσιο 3).

Πλαίσιο 3

Μηχανισμοί παρακολούθησης της ομάδας εργασίας του ΟΟΣΑ κατά της δωροδοκίας

Το κύριο εργαλείο της WGB είναι η εξέταση από ομοτίμους, στο πλαίσιο της οποίας εξωτερικοί εμπειρογνώμονες αξιολογούν τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους του ΟΟΣΑ και τις προσπάθειές του για την εφαρμογή της. Οι ανά χώρα εκθέσεις παρακολούθησης που καταρτίζονται συναφώς περιέχουν επίσης συστάσεις, των οποίων η υλοποίηση αποτελεί εν συνεχεία αντικείμενο συστηματικής παρακολούθησης. Επίσης, η WGB παρακολουθεί σε κυλιόμενη βάση τις ποινικές έρευνες που διενεργούν τα κράτη μέλη και εκπονεί μελέτες και μη δεσμευτικά μέτρα που αποσκοπούν στην ενίσχυση της ακεραιότητας στον δημόσιο τομέα και των ικανοτήτων των κρατών μελών όσον αφορά τον εντοπισμό και τη διερεύνηση περιπτώσεων διακρατικής διαφθοράς. Αυτό το σύστημα αμοιβαίας μάθησης και εποπτείας ενθάρρυνε και βοήθησε τα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους στην εφαρμογή της σύμβασης.

Οι στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης και τα στοιχεία που υποβάλλονται σχετικά με την αποτελεσματικότητά τους εμφανίζουν αδυναμίες

58

Το στρατηγικό πλαίσιο όσον αφορά τα μέτρα της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης περιλαμβάνει τόσο τη στρατηγική του οργάνου συνολικά (CAFS), η οποία εγκρίθηκε το 2011, όσο και τις στρατηγικές σε επίπεδο γενικών διευθύνσεων ή/και τομέα για την καταπολέμηση της απάτης (AFS) που αναπτύσσονται από επιμέρους γενικές διευθύνσεις ή ομάδες γενικών διευθύνσεων που αντιμετωπίζουν παρόμοιους κινδύνους απάτης, π.χ. στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής ή των ερευνητικών προγραμμάτων. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η ύπαρξη επιμέρους και τομεακών στρατηγικών για την καταπολέμηση της απάτης δικαιολογείται από το γεγονός ότι μια ενιαία λύση δεν θα ήταν η αποδοτικότερη επιλογή για τη διαχείριση του κινδύνου απάτης, και ότι οι αρμοδιότητες των διάφορων εμπλεκόμενων φορέων ποικίλλουν ανάλογα με τον τρόπο διαχείρισης και τον τομέα πολιτικής.

59

Παρά το γεγονός ότι η CAFS έπρεπε βάσει του προγραμματισμού να έχει ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2014, ορισμένες δράσεις βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν την έχει επικαιροποιήσει από την έγκρισή της το 2011, αμφισβητούμε το κατά πόσο είναι κατάλληλη να κατευθύνει τις δραστηριότητες της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης. Η Επιτροπή μας ενημέρωσε ότι η επικαιροποίηση της CAFS βρίσκεται επί του παρόντος σε εξέλιξη και ότι σύντομα πρόκειται να εγκριθεί η νέα έκδοσή της.

60

Εξετάσαμε τις στρατηγικές για την καταπολέμηση της απάτης επτά γενικών διευθύνσεων που διαχειρίζονται δαπάνες και καλύπτουν όλους τους μείζονες τομείς δαπανών: ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, ΓΔ Επικοινωνιακών Δικτύων, Περιεχομένου και Τεχνολογιών, ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης, ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης, ΓΔ Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων, ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης και ΓΔ Έρευνας και Καινοτομίας. Οι εν λόγω στρατηγικές περιελάμβαναν μια σειρά δεικτών εκροής ή επιμέρους εκροών προς τεκμηρίωση της επίτευξης των τεθέντων στόχων. Ωστόσο, οι στόχοι αυτοί είναι αόριστοι και, ως επί το πλείστον, μη μετρήσιμοι. Από τους 29 στόχους που αναλύσαμε, 18 αφορούν την «εντατικοποίηση», «αύξηση», «ενθάρρυνση», «ενίσχυση» και «βελτίωση» ορισμένων δραστηριοτήτων καταπολέμησης της απάτης, χωρίς να αναφέρουν το σημείο εκκίνησης (ή αναφοράς) και την τιμή-στόχο.

61

Οι τρεις βασικές εκθέσεις που περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τις δράσεις της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης είναι η έκθεση PIF, η ετήσια έκθεση για τη διαχείριση και τις επιδόσεις (ΕΕΔΕ) και οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων των γενικών διευθύνσεων. Αρμόδιο για τις δύο πρώτες είναι το Σώμα των Επιτρόπων ενώ για τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων οι επιμέρους γενικές διευθύνσεις (γράφημα 6).

Γράφημα 6

Εκθέσεις της Επιτροπής που περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τις δράσεις για την καταπολέμηση της απάτης

Πηγή: ΕΕΣ.

62

Η ετήσια έκθεση PIF παρουσιάζει τις εκροές των δράσεων της Επιτροπής και των κρατών μελών για την καταπολέμηση της απάτης (π.χ. αναθεωρημένοι κανονισμοί, στρατηγικές, οδηγίες ή προγράμματα κατάρτισης για την ευαισθητοποίηση σε θέματα που σχετίζονται με την απάτη), αλλά αξιολογεί την αποτελεσματικότητά τους από την άποψη της πρόληψης, του εντοπισμού, της ανάκτησης ή της αποτροπής μόνο σε περιορισμένο βαθμό. Με την έκθεση PIF, η Επιτροπή εκπληρώνει την υποχρέωσή της που απορρέει από το άρθρο 325, παράγραφος 5, της ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, υποβάλλει κατ’ έτος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση για τα μέτρα που ελήφθησαν κατ’ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου.

63

Ούτε η ΕΕΔΕ -ένα από τα κύρια εργαλεία λογοδοσίας της Επιτροπής- περιέχει πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά αποτελέσματα των δράσεων του θεσμικού οργάνου για την καταπολέμηση της απάτης.

64

Στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων τους, οι γενικές διευθύνσεις οφείλουν να παρουσιάζουν τα αποτελέσματα των δράσεών τους για την καταπολέμηση της απάτης, βάσει δεικτών που ορίζονται στα ετήσια σχέδια διαχείρισης. Οι γενικές διευθύνσεις που εξετάσαμε δεν παρουσίασαν στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητα των δράσεων για την καταπολέμηση της απάτης που προβλέπονταν στα ετήσια σχέδια διαχείρισής τους. Mόνον οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων της ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης και της ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης περιείχαν πληροφορίες σχετικά με τις εκροές που επιτεύχθηκαν χάρη στη χρήση του εργαλείου βαθμολόγησης κινδύνων Arachne31, καθώς και σχετικά με την παρακολούθηση της υλοποίησης από τα κράτη μέλη των μέτρων καταπολέμησης της απάτης βάσει εκτίμησης κινδύνου.

Δεν έχει δοθεί η δέουσα προσοχή στην πρόληψη της απάτης

65

Η πρόληψη της απάτης αποτελεί βασικό στοιχείο ενός αποτελεσματικού πλαισίου για την καταπολέμηση της απάτης. Εξετάσαμε τις βασικές δράσεις της Επιτροπής για την πρόληψη της απάτης και, ειδικότερα, πώς αξιολογεί τον κίνδυνο απάτης πριν από την έγκριση των κανόνων περί εκτέλεσης των δαπανών και πώς σχεδιάζει και εφαρμόζει κατάλληλες δικλίδες ελέγχου. Αναλύσαμε επίσης τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τα δεδομένα για τους σκοπούς της πρόληψης της απάτης.

Πρόσφατα η Επιτροπή συμπεριέλαβε δικλίδες ελέγχου για την καταπολέμηση της απάτης στους κανόνες περί εκτέλεσης των δαπανών

66

Οι δραστηριότητες της Επιτροπής για τη θωράκιση κατά της απάτης χρονολογούνται από το 2000, όταν η Επιτροπή αποφάσισε να ενισχύσει την θωράκιση της νομοθεσίας έναντι της απάτης32. Στους κόλπους της OLAF συγκροτήθηκε ειδική υπηρεσία με αυτό το αντικείμενο, η οποία επιφορτίστηκε ειδικότερα με το καθήκον να διασφαλίζει ότι τα καθεστώτα δαπανών συνοδεύονται από ειδικές νομικές διατάξεις κατά της απάτης, οι οποίες προβλέπουν κατάλληλες δικλίδες ελέγχου για τη θωράκιση έναντι της απάτης.

67

Το 2007 η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι είχε επιτύχει τους στόχους των διαδικασιών της για τη θωράκιση κατά της απάτης33 και ότι τυποποιημένες διατάξεις κατά της απάτης είχαν συμπεριληφθεί στους κανόνες περί εκτέλεσης των δαπανών. Το 2011 κατέστησε τη θωράκιση κατά της απάτης πρώτη προτεραιότητα της CAFS. Εντούτοις, το 2011, οι βασικοί κανόνες περί εκτέλεσης των δαπανών για την περίοδο 2007‑2013 είχαν ήδη εγκριθεί. Μόλις από την έναρξη της περιόδου 2014‑2020 περιλαμβάνουν οι κανόνες περί εκτέλεσης των δαπανών στους τομείς της συνοχής, της γεωργίας και της έρευνας απαίτηση για την εφαρμογή αποτελεσματικών και αναλογικών δικλίδων ελέγχου για την πρόληψη της απάτης πριν από την εκτέλεση δαπανών (γράφημα 7). Προηγουμένως, ορισμένες δικλίδες ελέγχου για την καταπολέμηση της απάτης είχαν περιληφθεί σε διατάξεις υπονομοθετικής ισχύος στον τομέα της έρευνας, παραδείγματος χάριν σε υποδείγματα συμβάσεων και συμφωνιών.

68

Στον τομέα της συνοχής, η ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης αποφάσισε να αναθέσει σε εξωτερική ιδιωτική εταιρεία την αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο τα κράτη μέλη συμμορφώνονται με την υποχρέωση υλοποίησης αποτελεσματικών και αναλογικών μέτρων για την καταπολέμηση της απάτης κατά την περίοδο προγραμματισμού 2014‑2020. Τον Δεκέμβριο του 2016, η Επιτροπή ανέθεσε σε εταιρεία συμβούλων να εξετάσει τα μέτρα που είχαν λάβει τα κράτη μέλη για την πρόληψη και τον εντοπισμό περιπτώσεων απάτης και διαφθοράς όσον αφορά τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία. Τα αποτελέσματα θα έπρεπε να ήταν έτοιμα έως το τέλος του 2017, αλλά υπήρξαν καθυστερήσεις. Αντίστοιχη αξιολόγηση δεν προγραμματίζεται για τον τομέα της γεωργίας.

Γράφημα 7

Χρονογραμμή των δράσεων της Επιτροπής για τη θωράκιση έναντι της απάτης

Πηγή: ΕΕΣ.

69

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή το 2014 συμπεριέλαβε αναλυτικές διατάξεις για την καταπολέμηση της απάτης στο σύνολο των υπέρτερης ισχύος κανόνων περί εκτέλεσης των δαπανών, κάτι που δεν ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις κατά την περίοδο προγραμματισμού 2007‑2013.

70

Βάσει των ερευνών της, η OLAF διατυπώνει επίσης διοικητικές συστάσεις προς τις γενικές διευθύνσεις, επισημαίνοντας αδυναμίες στις δικλίδες ελέγχου τους για την πρόληψη και τον εντοπισμό περιπτώσεων απάτης. Κατά το διάστημα 2014‑2016, η OLAF απηύθυνε 113 συστάσεις με τέτοιο περιεχόμενο σε διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής. Η αξιολόγηση του αντικτύπου των εν λόγω συστάσεων δεν είναι δυνατή, δεδομένου ότι ούτε η OLAF ούτε οι γενικές διευθύνσεις παρακολουθούν τη συνέχεια που δίδεται ως προς την υλοποίησή τους.

Από το 2021 και έπειτα θα επιβάλλεται η διενέργεια εκτίμησης του κινδύνου απάτης πριν από την έγκριση κανόνων περί εκτέλεσης δαπανών

71

Η Επιτροπή διενεργεί εκτιμήσεις επιπτώσεων προκειμένου να συγκεντρώνει αποδεικτικά στοιχεία που της επιτρέπουν να εκτιμά κατά πόσο τα μελλοντικά νομοθετικά ή μη νομοθετικά μέτρα της ΕΕ είναι δικαιολογημένα και με ποιον τρόπο πρέπει να σχεδιαστούν ώστε να μεγιστοποιηθούν οι πιθανότητες επίτευξης των επιθυμητών στόχων. Βάσει του πλαισίου COSO34, θα έπρεπε στο πλαίσιο των εν λόγω εκτιμήσεων να αξιολογεί τον κίνδυνο απάτης.

72

Οι κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τη διενέργεια εκτιμήσεων επιπτώσεων των κανόνων για την εκτέλεση των δαπανών (κατευθυντήριες οδηγίες για τη βελτίωση της νομοθεσίας) επικαιροποιήθηκαν το 2015. Ωστόσο, με την επικαιροποίηση αυτή δεν προβλέφθηκε υποχρέωση εκτίμησης του κινδύνου απάτης στο πλαίσιο της εκτίμησης επιπτώσεων35. Μόλις τον Ιούλιο του 2017 προστέθηκε στις εν λόγω κατευθυντήριες οδηγίες ειδικό εργαλείο για την πρόληψη της απάτης (γράφημα 7).

73

Ως εκ τούτου, η νέα αυτή απαίτηση θα εφαρμοστεί για την επόμενη γενιά χρηματοδοτικών προγραμμάτων (από το 2021 και έπειτα). Εκτός από αυτή την απαίτηση, δεν προβλέπονται ρητά υποχρεώσεις εκτίμησης του κινδύνου απάτης πριν από τον καθορισμό των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής των πολυετών χρηματοδοτικών προγραμμάτων (όπως είναι οι συμφωνίες εταιρικής σχέσης και τα επιχειρησιακά προγράμματα στον τομέα της συνοχής ή τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης στον τομέα της γεωργίας).

74

Αναλύσαμε επίσης τις πληροφορίες που μας διαβίβασε η OLAF σχετικά με τον ρόλο της στο πλαίσιο των διυπηρεσιακών διαβουλεύσεων με διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής πριν από την έγκριση προτεινόμενων κανόνων. Η OLAF οφείλει να γνωμοδοτεί σχετικά με το κατά πόσον η προτεινόμενη νομοθεσία λαμβάνει δεόντως υπόψη τον κίνδυνο απάτης. Κατά την περίοδο 2014‑2016, η OLAF έλαβε 2 160 αιτήματα διυπηρεσιακής διαβούλευσης από διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής. Σε 1716 περιπτώσεις (79 %) γνωμοδότησε θετικά και σε 304 περιπτώσεις (14 %) η θετική γνώμη της συνοδευόταν από σχόλια. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η OLAF έκρινε ικανοποιητικούς τους προτεινόμενους κανόνες ή τις προτεινόμενες βελτιώσεις. Αρνητική γνώμη εξέδωσε σε δύο περιπτώσεις (0,1 %), και στις υπόλοιπες (6,9 %) καθυστέρησε να γνωμοδοτήσει. Στο πλαίσιο 4 παρουσιάζεται παράδειγμα περίπτωσης στην οποία η γνωμοδότηση της OLAF είχε ως αποτέλεσμα την τροποποίηση των κανόνων.

Πλαίσιο 4

Παράδειγμα γνωμοδότησης της OLAF που είχε ως αποτέλεσμα την τροποποίηση των κανόνων

Κατά την κατάρτιση των συμφωνιών εταιρικής σχέσης (ΣΕΣ) για την περίοδο προγραμματισμού 2014‑2020, αυτές δεν περιείχαν αναφορά στην υποχρέωση των αρχών των κρατών μελών να εφαρμόζουν κατάλληλες δικλίδες ελέγχου για την καταπολέμηση της απάτης. Ως αποτέλεσμα της γνωμοδότησης της OLAF, προστέθηκε σε κάθε συμφωνία χωριστό άρθρο, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν αποτελεσματικά και αναλογικά μέτρα για την πρόληψη της απάτης, συνεκτιμώντας τους εντοπισθέντες κινδύνους, σύμφωνα με το άρθρο 125, παράγραφος 4, στοιχείο γ), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 (κανονισμός περί κοινών διατάξεων).

75

Εκτός από τις ανωτέρω επιτευχθείσες εκροές, δεν εντοπίσαμε κάποια ειδική αξιολόγηση της Επιτροπής στην οποία να απαριθμούνται οι νομοθετικές πράξεις της ΕΕ που έχουν θωρακιστεί κατά της απάτης ή η οποία να περιέχει ανάλυση του κινδύνου απάτης ή διατάξεις για την καταπολέμηση της απάτης. Εξάλλου, δεν έχει αναλυθεί η νέα προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά τη θωράκιση κατά της απάτης, όπως προβλεπόταν στην ανακοίνωση της Επιτροπής του 2007.

Η πρόληψη της απάτης προϋποθέτει καλύτερη χρήση των δεδομένων

76

Τα δεδομένα σχετικά με τους οικονομικούς φορείς που εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο να διαπράξουν απάτη μπορούν να χρησιμοποιούνται για την αποτροπή της χορήγησης ενωσιακών κονδυλίων σε δυνητικούς απατεώνες:

  • Στους τομείς υπό άμεση και έμμεση διαχείριση, η Επιτροπή θεωρεί το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού (EDES) -σύστημα αποκλεισμού βάσει της κατάρτισης μιας «μαύρης λίστας»- ως το βασικό εργαλείο που έχει στη διάθεσή της για την αποτροπή της χορήγησης ενωσιακής χρηματοδότησης σε οικονομικούς φορείς αφερέγγυους, αναξιόπιστους ή ευθυνόμενους για παρατυπίες ή απάτη.
  • Η βάση δεδομένων Arachne είναι ένα ολοκληρωμένο ηλεκτρονικό εργαλείο εξόρυξης και εμπλουτισμού δεδομένων που ανέπτυξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στον τομέα της συνοχής, η ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης και η ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης θεωρούν το εργαλείο βαθμολόγησης κινδύνων Arachne βασικό εργαλείο για την πρόληψη της απάτης. Σύμφωνα με τις εν λόγω γενικές διευθύνσεις, το εργαλείο αυτό μπορεί να βοηθά τις αρχές των κρατών μελών να εντοπίζουν τα έργα και τους δικαιούχους που ενέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο κατά τη διενέργεια προληπτικών και κατασταλτικών ελέγχων.
77

Αναλύσαμε τα δεδομένα που περιέχουν τα δύο αυτά εργαλεία.

Λόγω νομικών κωλυμάτων, η Επιτροπή δεν ήταν δυνατό να αποκλείσει οικονομικούς φορείς για πράξεις απάτης ή δωροδοκίας που τελέστηκαν πριν από το 2016

78

Ο αποκλεισμός έχει αποκτήσει μεγάλη σημασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, βάσει των οδηγιών της ΕΕ περί δημόσιων συμβάσεων, δεν πρέπει να ανατίθενται δημόσιες συμβάσεις σε οικονομικούς φορείς που έχουν εμπλακεί σε αξιόποινες πράξεις ή έχουν καταδικαστεί, μεταξύ άλλων, για δωροδοκία και απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.

79

Το σύστημα αποκλεισμού της ΕΕ εφαρμόζεται από το 2008. Με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2016, η Επιτροπή αντικατέστησε το προηγούμενο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και αποκλεισμού με το σύστημα EDES. Παρά το γεγονός ότι οι γενικοί διευθυντές μπορούν ακόμη να ζητούν έγκαιρη προειδοποίηση, όσον αφορά τον αποκλεισμό, το βασικό νέο χαρακτηριστικό αυτού του συστήματος είναι μια κεντρική ομάδα, η οποία αξιολογεί τα αιτήματα αποκλεισμού του Γενικού Διευθυντή της οικείας ΓΔ και διατυπώνει συστάσεις σχετικά με τον αποκλεισμό και με ενδεχόμενες οικονομικές κυρώσεις. Η τελική απόφαση σχετικά με τον αποκλεισμό ενός οικονομικού φορέα λαμβάνεται από τον Γενικό Διευθυντή.

80

Τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ μπορούν να υποβάλλουν αιτήματα αποκλεισμού βάσει πληροφοριών που διαβιβάζονται στο πλαίσιο διοικητικών ή ποινικών διαδικασιών, εκθέσεων της OLAF, του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου ή των εσωτερικών ελεγκτών της Επιτροπής, αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων ή άλλων διεθνών οργανισμών, ή βάσει αποφάσεων που λαμβάνουν οι εθνικές αρχές σε σχέση με υποθέσεις απάτης ή παρατυπιών στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης ή εντεταλμένες οντότητες στο πλαίσιο της έμμεσης διαχείρισης. Πολύτιμη πηγή πληροφοριών αποτελούν επίσης οι έλεγχοι που διενεργούν διατάκτες ή ελεγκτές του ιδιωτικού τομέα. Οι αρχές των κρατών μελών έχουν πρόσβαση στις αποφάσεις αποκλεισμού, αλλά δεν υποχρεούνται να τις λαμβάνουν υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων χρηματοδότησης με κονδύλια της ΕΕ στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης.

81

Η διαδικασία αποκλεισμού ενός οικονομικού φορέα είναι χρονοβόρα. Στις 30 Ιουνίου 2018, δηλαδή δυόμισι έτη μετά την έναρξη λειτουργίας του EDES, η Επιτροπή συνολικά είχε αποκλείσει 19 οικονομικούς φορείς και είχε ανακοινώσει κυρώσεις σε βάρος οκτώ. Μολονότι στον τομέα της επιμερισμένης διαχείρισης οι αρχές των κρατών μελών καταχώρισαν 820 περιπτώσεις που εγείρουν υπόνοιες απάτης στο IMS και η OLAF ολοκλήρωσε περίπου 60 έρευνες με τη διατύπωση συστάσεων μόνο το 201636, ο δημοσιονομικός κανονισμός δεν εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να ενεργήσει, παρά μόνο αν οι αρχές των κρατών μελών έχουν κινήσει τη διαδικασία αποκλεισμού ενός αναξιόπιστου οικονομικού φορέα. Ως εκ τούτου, κανένα αίτημα αποκλεισμού εθνικών οικονομικών φορέων συγχρηματοδοτηθέντων με πόρους των ΕΔΕΤ δεν υποβλήθηκε από τις τρεις κύριες γενικές διευθύνσεις που διαχειρίζονται αυτές τις δαπάνες (ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης, ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης και ΓΔ Γεωργίας).

82

Όσον αφορά τις περιπτώσεις αποκλεισμού για γεγονότα που χρονολογούνται πριν το 2016, οι κύριοι λόγοι ήταν σοβαρές παραβάσεις συμβατικών διατάξεων και σοβαρά επαγγελματικά παραπτώματα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η τότε ισχύουσα νομοθεσία δεν παρείχε τη δυνατότητα αποκλεισμού λόγω απάτης ελλείψει τελεσίδικης απόφασης. Μέχρι στιγμής, δύο μόλις οικονομικοί φορείς έχουν αποκλειστεί λόγω εμπλοκής σε υπόθεση απάτης ή διαφθοράς, γεγονός που περιορίζει τον αποτρεπτικό αντίκτυπο του συστήματος.

83

Το σύστημα EDES παρέχει τη δυνατότητα καταχώρισης των στοιχείων των προσώπων που έχουν τον έλεγχο επιχειρήσεων που έχουν διαπράξει απάτη ή την εξουσία εκπροσώπησης τέτοιων επιχειρήσεων ή λήψης αποφάσεων. Εντούτοις, βάσει νομοθεσίας, ο αποκλεισμός οικονομικού φορέα επιτρέπεται μόνον για πραγματικά περιστατικά που ανάγονται το νωρίτερο στο 2016 και εφόσον πρόσωπο που υπηρετεί στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό συμβούλιό του, με ή χωρίς εξουσίες εκπροσώπησης, λήψης αποφάσεων ή ελέγχου επ’ αυτού, τελεί το ίδιο υπό αποκλεισμό. Προηγουμένως, μόνον οικονομικοί φορείς με συμβατική σχέση με την αναθέτουσα αρχή / τον διατάκτη μπορούσαν πράγματι να αποκλειστούν. Υπήρξαν στο παρελθόν περιπτώσεις στις οποίες, μέχρι να καταστεί δυνατός ο αποκλεισμός του οικονομικού φορέα που είχε διαπράξει απάτη, τα φυσικά πρόσωπα πίσω από αυτόν είχαν ήδη λύσει την εταιρεία που είχε συμβατική σχέση με την Επιτροπή και ιδρύσει νέα.

84

Το τελευταίο διάστημα, η Παγκόσμια Τράπεζα και άλλα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ενέτειναν τις προσπάθειές τους προκειμένου να διασφαλίσουν ότι θα διακόπτονται οι δραστηριότητες των οικονομικών φορέων που έχουν διαπράξει απάτη και δεν θα τους δίνεται η δυνατότητα να επανεμφανίζονται με διαφορετικές επωνυμίες (πλαίσιο 5).

Πλαίσιο 5

Το σύστημα αναστολής και αποκλεισμού της Παγκόσμιας Τράπεζας

Η Παγκόσμια Τράπεζα χρησιμοποιεί ένα σύστημα αναστολής και αποκλεισμού για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της απάτης. Μπορεί να αναστέλλει και να αποκλείει τόσο εταιρείες όσο και ιδιώτες, καθιστώντας τους με τον τρόπο αυτόν μη επιλέξιμους για τη σύναψη νέων συμβάσεων για έργα χρηματοδοτούμενα από την Παγκόσμια Τράπεζα. Όλες οι επιβαλλόμενες κυρώσεις δημοσιεύονται. Το 2017 η Παγκόσμια Τράπεζα ανέστειλε προσωρινά 22 επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα και επέβαλε κυρώσεις σε 6037. Τον Ιανουάριο του 2018, ο κατάλογος αποκλεισμού περιείχε 414 εταιρείες και ιδιώτες που είχαν αποκλειστεί38. Το σύστημα της Παγκόσμιας Τράπεζας λειτουργεί περισσότερο από μία δεκαετία και, σε σύγκριση με το EDES, χαρακτηρίζεται από λιγότερους νομικούς περιορισμούς. Παραδείγματος χάριν, οι αποφάσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας δεν υποβάλλονται σε εξωτερικό δικαστικό έλεγχο και οι όροι δημοσιότητας είναι λιγότερο αυστηροί.

Τα κράτη μέλη δεν αξιοποιούν πλήρως τις δυνατότητες που προσφέρει το εργαλείο Arachne για την πρόληψη της απάτης

85

Το εργαλείο Arachne θα μπορούσε να βοηθήσει τις αρχές των κρατών μελών να εντοπίζουν, κατά τους ελέγχους που προηγούνται ή έπονται των πληρωμών, οικονομικούς φορείς που εμφανίζουν κίνδυνο. Η χρησιμότητα του εργαλείου αυτού εξαρτάται από τον όγκο των δεδομένων που καταχωρίζουν σε αυτό οι διαχειριστικές αρχές των κρατών μελών και από τον βαθμό της συστηματικής χρήσης του. Η χρήση του εργαλείου αυτού από τις αρχές των κρατών μελών είναι δωρεάν, αλλά επί του παρόντος δεν είναι υποχρεωτική.

86

Στην ειδική έκθεσή μας του 2015 σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή και τα κράτη μέλη επιλύουν τα προβλήματα που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις στον τομέα των δαπανών συνοχής της ΕΕ39, διαπιστώσαμε ότι μόνο 17 από τα 28 κράτη μέλη είτε χρησιμοποιούσαν ήδη το εργαλείο είτε είχαν εκφράσει την πρόθεσή τους να το κάνουν. Κατά συνέπεια, συστήσαμε στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν περαιτέρω τη χρήση τέτοιων εργαλείων εξόρυξης δεδομένων. Τρία χρόνια μετά τη διατύπωση της σύστασής μας, το εργαλείο Arachne εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για περίπου 170 από τα συνολικά 429 επιχειρησιακά προγράμματα σε 21 κράτη μέλη (γράφημα 8).

87

Το σύστημα αυτό δεν προσφέρει επί του παρόντος τη δυνατότητα εξακρίβωσης αν ένας οικονομικός φορέας έχει αποκλειστεί στο σύστημα της Επιτροπής. Εκτός του τομέα της συνοχής, οι διαχειριστές κεφαλαίων σε άλλους τομείς δαπανών της ΕΕ δεν έχουν στη διάθεσή τους παρόμοια εργαλεία βαθμολόγησης του κινδύνου απάτης.

Γράφημα 8

Χρήση του εργαλείου Arachne στα κράτη μέλη*

*Αριθμός επιχειρησιακών προγραμμάτων της περιόδου 2014‑2020 για τα οποία χρησιμοποιείται το εργαλείο Arachne σε κάθε κράτος μέλος, ως ποσοστό του συνολικού αριθμού επιχειρησιακών προγραμμάτων της χώρας αυτής κατά την περίοδο 2014‑2020.

Πηγή: ΕΕΣ, βάσει στοιχείων της Επιτροπής.

88

Βάσει της ανάλυσής μας διαπιστώθηκε ότι ο αντίκτυπος του συστήματος αποκλεισμού και επιβολής κυρώσεων της Επιτροπής είναι περιορισμένος. Πέραν αυτού, ο αποκλεισμός ισχύει μόνο για δαπάνες υπό την άμεση και την έμμεση διαχείριση της Επιτροπής, πράγμα που σημαίνει ότι οι αποκλεισμένες επιχειρήσεις μπορούν, παραδείγματος χάριν, να εξακολουθήσουν να χρηματοδοτούνται από πόρους του τομέα της συνοχής. Μολονότι το Arachne μπορεί να καταστεί αποτελεσματικό εργαλείο για την πρόληψη της απάτης, μια πενταετία μετά την έναρξη λειτουργίας του το σύστημα εξακολουθεί να περιέχει περιορισμένο όγκο δεδομένων.

Οι διοικητικές έρευνες της OLAF οδήγησαν σε διώξεις σε λιγότερο από το ήμισυ των υποθέσεων και στην ανάκτηση ποσοστού μικρότερου του ενός τρίτου των κονδυλίων

89

Βάσει του ισχύοντος νομικού πλαισίου της ΕΕ, την κύρια ευθύνη για την επιβολή της νομοθεσίας περί καταπολέμησης της απάτης φέρουν τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι μόνο οι εθνικές αρχές μπορούν να διεξάγουν ποινική έρευνα και να απαγγείλουν κατηγορία. Η αρμοδιότητα για την ανάκτηση κεφαλαίων της ΕΕ που αποκτήθηκαν ως αποτέλεσμα απάτης εξαρτάται από τον τομέα δαπανών της ΕΕ.

90

Η OLAF είναι επί του παρόντος ο μόνος φορέας σε επίπεδο ΕΕ με ανεξάρτητες εξουσίες διενέργειας ερευνών. Βάσει της εντολής της, διερευνά περιπτώσεις απάτης, διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ40. Βάσει των διοικητικών ερευνών της, μπορεί να διατυπώνει συστάσεις για δικαστικές, οικονομικές, διοικητικές ή πειθαρχικές ενέργειες41. Ακόμη, η OLAF μπορεί να συστήσει τη λήψη προληπτικών μέτρων προκειμένου να αποτραπεί τυχόν αύξηση του αριθμού των παρατυπιών.

91

Οι συστάσεις για κίνηση δικαστικών διαδικασιών απευθύνονται στις αρμόδιες εθνικές δικαστικές αρχές και περιέχουν βασικά πρόταση για κίνηση ποινικής έρευνας σε βάρος του προσώπου για το οποίο η OLAF έχει υπόνοιες ότι έχει διαπράξει απάτη ή για συνέχιση της ποινικής έρευνας υπό το πρίσμα των διαπιστώσεων και των συστάσεων της OLAF. Οι έρευνες της OLAF έχουν στόχο να διευκολύνουν τις αρχές των κρατών μελών να απαγγείλουν κατηγορία σε μια συγκεκριμένη υπόθεση.

92

Οι οικονομικές συστάσεις απευθύνονται στις αρμόδιες γενικές διευθύνσεις και συνίστανται σε εισήγηση για την ανάκτηση ορισμένου χρηματικού ποσού ή για την αποτροπή αδικαιολόγητων δαπανών. Οι εν λόγω συστάσεις δεν είναι δεσμευτικές για τις γενικές διευθύνσεις και, συνεπώς, ο ρόλος της OLAF είναι να διευκολύνει το έργο τους όσον αφορά την έκδοση ενταλμάτων είσπραξης και την υποβολή αιτημάτων μέσω του EDES για τον αποκλεισμό αναξιόπιστων οικονομικών φορέων από περαιτέρω χρηματοδότησή τους με κονδύλια της ΕΕ42.

93

Στους τομείς δαπανών της ΕΕ υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση, η γενική διεύθυνση που έλαβε την απόφαση πραγματοποίησης της πληρωμής αποφασίζει σχετικά με την ανάκτηση του ποσού από τον δικαιούχο που το εισέπραξε ως αποτέλεσμα απάτης. Στους τομείς δαπανών της ΕΕ υπό επιμερισμένη διαχείριση, η αρμόδια γενική διεύθυνση ανακτά τα ποσά από το οικείο κράτος μέλος μέσω δημοσιονομικών διορθώσεων. Εν συνεχεία, οι εθνικές αρχές είναι υπεύθυνες για την ανάκτηση των ενωσιακών κεφαλαίων από τον δικαιούχο. Στην παρούσα ενότητα εξετάζουμε τον αντίκτυπο των διοικητικών ερευνών της OLAF στη δίωξη των διαπραττόντων απάτη και στη διοικητική διαδικασία για την ανάκτηση ενωσιακών πόρων που δαπανήθηκαν ως αποτέλεσμα απάτης.

Το τρέχον σύστημα διερεύνησης περιπτώσεων απάτης εμφανίζει εγγενείς αδυναμίες

94

Κατά το διάστημα 2009‑2016, η OLAF εξέδωσε συνολικά 541 συστάσεις για την κίνηση δικαστικών διαδικασιών. Μέχρι στιγμής, οι αρχές των κρατών μελών έχουν λάβει αποφάσεις σχετικά με 308 από αυτές τις συστάσεις. Σε 137 περιπτώσεις (44,5 %) απήγγειλαν κατηγορίες και σε 171 περιπτώσεις (55,5 %) έθεσαν την υπόθεση στο αρχείο. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των καταδικαστικών αποφάσεων. Μέχρι σήμερα, οι δικαστικές αρχές των κρατών μελών απαγγέλλουν κατηγορίες σε 17 περίπου υποθέσεις ετησίως ως αποτέλεσμα ερευνών της OLAF (γράφημα 9).

Γράφημα 9

Συστάσεις της OLAF για κίνηση δικαστικών διαδικασιών κατά την περίοδο 2009‑2016

Πηγή: Έκθεση της OLAF για το 2016, σ. 33.

95

Δεδομένης της απουσίας αξιόπιστων στοιχείων σχετικά με τον συνολικό αριθμό των υποθέσεων απάτης εις βάρος κονδυλίων της ΕΕ στις οποίες ασκήθηκαν διώξεις στα κράτη μέλη, αδυνατούμε να υπολογίσουμε με ακρίβεια το συνολικό ποσοστό των διώξεων που κίνησαν οι εθνικές εισαγγελικές αρχές ως αποτέλεσμα συστάσεων της OLAF. Σύμφωνα με τις δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες και τις πληροφορίες που μας διαβίβασαν οι εθνικές αρχές στις οποίες πραγματοποιήσαμε επίσκεψη, οι συστάσεις της OLAF για κίνηση δικαστικών διαδικασιών που οδήγησαν στην απαγγελία κατηγορίας αντιστοιχούν σε μικρό μόνο ποσοστό του συνολικού αριθμού των απαγγελιών κατηγοριών από τις εθνικές εισαγγελικές αρχές σε σχέση με υποθέσεις απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ (πλαίσιο 6).

Πλαίσιο 6

Διώξεις σε περιπτώσεις απάτης εις βάρος κονδυλίων της ΕΕ σε πέντε κράτη μέλη



Στην Πολωνία, κατά την περίοδο 2013‑2016, απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε σχέση με 446 υποθέσεις και 50 υποθέσεις τέθηκαν στο αρχείο υπό όρους (ήτοι 124 απαγγελίες κατηγοριών ετησίως).

Στη Βουλγαρία, το 2016, απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε 72 άτομα για απάτη σε βάρος κονδυλίων της ΕΕ, σε σχέση με 67 υποθέσεις.

Στην Εσθονία, το 2016, κινήθηκαν δικαστικές διαδικασίες σε βάρος 50 φυσικών και 22 νομικών προσώπων για απάτη κατά την εκτέλεση δαπανών της ΕΕ, σε σχέση με 15 υποθέσεις.

Στην Ουγγαρία, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του Υπουργείου Εσωτερικών για την εγκληματικότητα, απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε βάρος 18 προσώπων το 2013, 16 το 2014, 6 το 2015, 7 το 2016 και 1 το 2017 (συνολικά κατά 48 προσώπων την περίοδο 2013‑2017)43.

Στη Ρουμανία, οι εισαγγελικές αρχές απήγγειλαν κατηγορίες σε βάρος 30 προσώπων το 2016, στο πλαίσιο 39 περιπτώσεων που είχαν προηγουμένως αποτελέσει αντικείμενο έρευνας από τη DLAF44. Ως αποτέλεσμα, παραπέμφθηκαν σε δίκη 115 φυσικά και 47 νομικά πρόσωπα και, σε τέσσερις περιπτώσεις, συνήφθησαν συνολικά έξι συμφωνίες παραδοχής της ενοχής.
96

Από το γράφημα 9 προκύπτει ότι περισσότερες από τις μισές υποθέσεις στις οποίες ελήφθη απόφαση από το κράτος μέλος τέθηκαν στο αρχείο. Σύμφωνα με την ανάλυση από την ίδια την OLAF των πληροφοριών που συνέλεξαν τα κράτη μέλη επί των συστάσεων για κίνηση δικαστικών διαδικασιών, οι κύριοι λόγοι της θέσης υποθέσεων στο αρχείο ήταν οι εξής (γράφημα 10):

  • τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε αρχικά η OLAF ή αργότερα η αρμόδια για την έρευνα εθνική αρχή κρίθηκαν ανεπαρκή για την άσκηση δίωξης (56 %)•
  • οι πράξεις που αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας της OLAF δεν θεωρούνται αξιόποινη πράξη βάσει της εθνικής νομοθεσίας (22 %)•
  • παραγραφή (παρέλευση της προθεσμίας για την κίνηση ποινικής διαδικασίας) βάσει της εθνικής νομοθεσίας (14 %)45.

Γράφημα 10

Κύριοι λόγοι αρχειοθέτησης υποθέσεων

Πηγή: Ανάλυση της συνέχειας που έδωσαν τα κράτη μέλη στις συστάσεις για κίνηση δικαστικών διαδικασιών που διατύπωσε η OLAF κατά το διάστημα Ιανουαρίου 2008 - Δεκεμβρίου 2015, σ. 1.

97

Όπως προαναφέρθηκε, στο 36 % των περιπτώσεων, οι αρχές των κρατών μελών έκριναν ότι το αδίκημα που εντόπισε η OLAF δεν συνιστούσε αξιόποινη πράξη σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή είχε ήδη παρέλθει ο χρόνος παραγραφής που προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία. Σημειώνουμε ότι δεν είναι πάντοτε εφικτό να αποτραπεί η παραγραφή μιας υπόθεσης. Επίσης, οι εθνικές εισαγγελικές αρχές μπορεί να καταλήξουν σε διαφορετικό συμπέρασμα όσον αφορά την υπόσταση της αξιόποινης πράξης. Για τον λόγο αυτό, είναι μεγάλη η σημασία της στενής συνεργασίας της OLAF με τις εθνικές αρχές46.

98

Κατά τις συνεντεύξεις που πραγματοποιήσαμε σε τέσσερα κράτη μέλη, οι εθνικές εισαγγελικές αρχές ανέφεραν ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν έχουν καμία επικοινωνία με την OLAF πριν από την παραλαβή της τελικής έκθεσης. Επίσης ανέφεραν ότι θα προτιμούσαν να ενημερώνονται όταν υπάρχουν υπόνοιες τέλεσης αξιόποινων πράξεων σε αρκετά προγενέστερο στάδιο και όχι στο τέλος της έρευνας της OLAF, και ότι, με τον τρόπο αυτό, θα μπορούσαν να συνδράμουν την OLAF και, κατά περίπτωση, να ξεκινήσουν την ποινική διερεύνηση της υπόθεσης ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο της παραγραφής.

99

Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι πολλές υποθέσεις τίθενται στο αρχείο από τις εθνικές εισαγγελικές αρχές, είτε επειδή δεν έχει διαπραχθεί αξιόποινη πράξη είτε λόγω παραγραφής, δείχνει ότι, μέχρι στιγμής, η συνεργασία μεταξύ της OLAF και των εθνικών αρχών εμφανίζει αδυναμίες.

100

Από το γράφημα 10 προκύπτει ότι, στο 56 % των υποθέσεων που τέθηκαν στο αρχείο, αυτό οφειλόταν στην έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων. Αυτό σημαίνει ότι, στις μισές από τις περιπτώσεις που τέθηκαν στο αρχείο, τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε η OLAF, καθώς και τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από τις εθνικές αρχές στο πλαίσιο των ποινικών ερευνών, δεν έπεισαν την εισαγγελική αρχή να απαγγείλει κατηγορία.

101

Από τις συνεντεύξεις που πραγματοποιήσαμε με εκπροσώπους των εθνικών αρχών, ανεξάρτητους ακαδημαϊκούς και υπαλλήλους των θεσμικών οργάνων της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένης της OLAF), προέκυψε ότι ο κύριος λόγος για τη θέση των υποθέσεων στο αρχείο δεν είναι η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, αλλά το γεγονός ότι οι υποθέσεις χρονίζουν. Και αυτό μπορεί να μην σημαίνει απαραιτήτως ότι έχει παρέλθει ή κοντεύει να εκπνεύσει η προθεσμία παραγραφής, αλλά ότι έχουν παρέλθει ήδη χρόνια από την πιθανολογούμενη τέλεση της αξιόποινης πράξης.

102

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι έρευνες της OLAF διαρκούν υπερβολικά πολύ. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η OLAF διεξάγει διοικητικές έρευνες μετά τον εντοπισμό και την καταγγελία της επίμαχης πράξης. Επομένως, η ταχύτητα της αντίδρασής της εξαρτάται από την ταχύτητα με την οποία της περιέρχονται οι σχετικές πληροφορίες, ιδίως από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ και από τα κράτη μέλη. Επιπλέον, μετά τη διοικητική έρευνα της OLAF πρέπει να ακολουθήσει περαιτέρω ποινική διερεύνηση της υπόθεσης από το οικείο κράτος μέλος. Κανείς δεν μπορεί να διωχθεί ποινικά χωρίς η υπόθεση να έχει διερευνηθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Παρότι η έκταση των ερευνών διαφέρει από χώρα σε χώρα, σε όλα τα κράτη μέλη απαιτείται η πραγματοποίηση ορισμένων ενεργειών. Ως εκ τούτου, ελλοχεύει συχνά ο κίνδυνος, όσο καλά κι αν διεξαχθούν οι έρευνες της OLAF, να παρέλθει η «ημερομηνία λήξης» τους.

103

Στο γράφημα 11 παρουσιάζεται το χρονοδιάγραμμα των υποθέσεων που ερευνά η OLAF. Βάσει των στοιχείων που παρασχέθηκαν από την OLAF, η Υπηρεσία χρειάστηκε το 2017 κατά μέσο όρο δύο μήνες για την επιλογή των υποθέσεων και περίπου 22 μήνες για τη διερεύνησή τους47. Αν υποτεθεί ότι η OLAF λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με περιπτώσεις που εγείρουν υπόνοιες απάτης ένα έτος περίπου μετά την πιθανολογούμενη τέλεση της σχετικής αξιόποινης πράξης και υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση την τελική έκθεσή της προς τις δικαστικές αρχές, οι εθνικές αρχές ενημερώνονται για την εκάστοτε φερόμενη αξιόποινη πράξη κατά μέσο όρο τρία χρόνια μετά τη διάπραξή της. Στις πιο πολύπλοκες υποθέσεις, αυτό το χρονικό διάστημα μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερο.

Γράφημα 11

Χρονοδιάγραμμα των υποθέσεων που ερευνά η OLAF

Πηγή: ΕΕΣ.

104

Κατά την άποψή μας, το ισχύον σύστημα είναι εξαιρετικά χρονοβόρο σε σημαντικό αριθμό υποθέσεων, καθώς προηγείται η διοικητική διερεύνηση της υπόθεσης που εγείρει υπόνοιες απάτης από την OLAF και έπεται ποινική διερεύνηση σε εθνικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι πιθανότητες επίτευξης του απώτερου στόχου, που είναι η δικαστική δίωξη.

Πρόσκομμα στη διοικητική διαδικασία ανάκτησης των ποσών η ανεπάρκεια αποδεικτικών στοιχείων

105

Αν η OLAF διαπιστώσει παρατυπία (είτε υπάρχουν υπόνοιες απάτης είτε όχι) και είναι σε θέση να εκτιμήσει το προς ανάκτηση ποσό, διατυπώνει οικονομική σύσταση.

106

Στο γράφημα 12 παρουσιάζονται τα ποσά που η OLAF συνέστησε να ανακτηθούν κατά το διάστημα 2002‑2016. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, εκτιμούμε τη συνολική αξία των οικονομικών συστάσεων της OLAF κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου σε περίπου 8,8 δισεκατομμύρια ευρώ (για το 2008 και το 2009 χρησιμοποιούμε τον μέσο όρο όλων των άλλων ετών). Έως το τέλος του 2016 είχαν ανακτηθεί συνολικά 2,6 δισεκατομμύρια ευρώ (30 %). Από αυτά τα αριθμητικά στοιχεία προκύπτει ότι, παρόλο που η συνολική ετήσια αξία των συστάσεων της OLAF εμφανίζει μεγάλες διακυμάνσεις, τα περισσότερα έτη (με την αξιοσημείωτη εξαίρεση του 2011) το ανακτηθέν ποσό ανήλθε σε 200 εκατομμύρια ευρώ περίπου (ο μέσος όρος των τελευταίων 15 ετών είναι 173 εκατομμύρια ευρώ).

107

Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία που μας διαβίβασαν επτά γενικές διευθύνσεις που διαχειρίζονται δαπάνες (ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης, ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης, ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, ΓΔ Έρευνας και Καινοτομίας, ΓΔ Επικοινωνιακών Δικτύων, Περιεχομένου και Τεχνολογιών, ΓΔ Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων και ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης), κατά το διάστημα 2012‑2016 η OLAF εισηγήθηκε την ανάκτηση συνολικού ποσού 1,9 δισεκατομμυρίων ευρώ στο πλαίσιο 358 υποθέσεων. Κατά τον χρόνο του ελέγχου μας, οι γενικές διευθύνσεις είχαν προβεί σε ανακτήσεις και δημοσιονομικές διορθώσεις ύψους 243 εκατομμυρίων ευρώ (13 % του συνόλου των συστάσεων) στο πλαίσιο 153 υποθέσεων (43 % των υποθέσεων). Κατανοούμε ότι σε σχέση με πολλές από τις υπόλοιπες οικονομικές συστάσεις της OLAF η διαδικασία ανάκτησης ενδέχεται να είναι ακόμη σε εξέλιξη.

Η διαδικασία ανάκτησης αχρεωστήτως εκταμιευθέντων κονδυλίων της ΕΕ είναι χρονοβόρα: βάσει του δείγματος των υποθέσεων στο πλαίσιο των οποίων επιτεύχθηκε η ανάκτηση ποσών, εκτιμούμε ότι ο μέσος χρόνος που απαιτείται για την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών είναι περίπου 36 μήνες. Με αυτό το δεδομένο, θα αναμέναμε ποσοστό ανάκτησης για τις συστάσεις που διατυπώθηκαν μεταξύ του 2012 και του 2014 πολύ υψηλότερο από το 15 % (του συνολικού ποσού που αντιστοιχεί στις συστάσεις της OLAF) που έχουν μέχρι στιγμής ανακτήσει οι γενικές διευθύνσεις.

Γράφημα 12

Ποσά που συστήθηκε να ανακτηθούν και ανακτηθέντα ποσά, 2002‑2016

* Στην ετήσια έκθεσή της για το 2008, η OLAF εκτίμησε ότι ο δημοσιονομικός αντίκτυπος των υποθέσεων που είχε περατώσει από τη συγκρότησή της το 1999 υπερέβαινε τα 6,2 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο ετήσιος μέσος όρος σε περίοδο 10 ετών φτάνει τα 620 εκατομμύρια ευρώ περίπου ετησίως. Καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία για το 2008 και το 2009, χρησιμοποιήσαμε τον μέσο όρο των ετών 2002‑2011.

** Από το 2012, η OLAF παρουσιάζει στην ετήσια έκθεσή της το συνολικό ποσό που έχει εισηγηθεί να ανακτηθεί και το συνολικό ποσό που ανακτήθηκε κατά τη διάρκεια του έτους ως αποτέλεσμα ερευνών που ολοκλήρωσε σε προηγούμενα έτη.

Πηγή: ΕΕΣ, βάσει των ετήσιων εκθέσεων της OLAF, της περιόδου 2002‑2016.

108

Από τα στοιχεία προκύπτει ότι, σε σημαντικό ποσοστό των υποθέσεων που η OLAF περατώνει με τη διατύπωση σύστασης για την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ενωσιακών κονδυλίων, είτε το ποσό δεν ανακτάται είτε ανακτάται ποσό σημαντικά χαμηλότερο από αυτό που είχε συστήσει.

109

Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε με τον έλεγχό μας: από τα σχετικά έγγραφα προκύπτει ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, οι γενικές διευθύνσεις έκριναν ότι οι εκθέσεις της OLAF δεν περιείχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση για την κίνηση της διαδικασίας ανάκτησης των αχρεωστήτως εκταμιευθέντων κονδυλίων48. Οι γενικές διευθύνσεις είτε προέβησαν σε περαιτέρω ενέργειες (ή τις ανέθεσαν σε τρίτους), προκειμένου να εξακριβωθεί αν ήταν δυνατή η ανάκτηση, είτε βασίστηκαν στα στοιχεία που συγκέντρωσαν στο πλαίσιο των δικών τους ελέγχων.

110

Όταν η OLAF διατυπώνει σύσταση για κίνηση δικαστικών διαδικασιών ή/και διαβιβάζει έκθεση στις δικαστικές αρχές των κρατών μελών, σε ορισμένες περιπτώσεις η διαδικασία της ανάκτησης αναστέλλεται. Εντοπίσαμε αρκετές περιπτώσεις στις οποίες η διαδικασία ανάκτησης είχε ανασταλεί και η OLAF είχε ζητήσει από τις γενικές διευθύνσεις να μην γνωστοποιήσουν οποιαδήποτε πληροφορία στις εθνικές αρχές ή τον δικαιούχο. Αναγνωρίζουμε, εντούτοις, ότι ενδεχομένως η διεξαγωγή ποινικών ερευνών να αποβεί εις βάρος μιας ταχείας διαδικασίας ανάκτησης και αντίστροφα.

111

Βέβαια, η χρήση των διοικητικών διαδικασιών για την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ενωσιακών κονδυλίων παραμένει πιο αποδοτική και λιγότερο δαπανηρή από την ανάκτηση των ποσών αυτών μέσω ποινικών διαδικασιών, διά της δέσμευσης και δήμευσης περιουσιακών στοιχείων. Πρόσφατη έρευνα της Ευρωπόλ για την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων προϊόντων εγκλήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποκάλυψε ότι τα ποσά που επί του παρόντος ανακτώνται δεν αντιστοιχούν παρά σε ένα μικρό ποσοστό των εκτιμώμενων εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες49.

Επιμερισμένη διαχείριση

112

Στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, οι γενικές διευθύνσεις δεν ανακτούν ποσά απευθείας από τους δικαιούχους, αλλά εφαρμόζουν διάφορες δημοσιονομικές διαδικασίες για την προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ. Στις περισσότερες περιπτώσεις που η OLAF διατυπώνει οικονομική σύσταση, η ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης και η ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης εφαρμόζουν δημοσιονομικές διορθώσεις. Άπαξ και η γενική διεύθυνση εφαρμόσει τη δημοσιονομική διόρθωση, εναπόκειται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να αποφασίσει τι είδους διορθωτικά μέτρα θα λάβει έναντι των δικαιούχων. Βάσει της αρχής της επιμερισμένης διαχείρισης, η ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης και η ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης δεν υποχρεούνται να ελέγχουν τα ποσά που ανακτώνται από τους δικαιούχους.

113

Οι κανόνες της ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης δεν προβλέπουν αναλυτικά τη διαδικασία παρακολούθησης της συνέχειας που δίδεται στις οικονομικές συστάσεις της OLAF. Παραδείγματος χάριν, δεν προβλέπονται προθεσμίες εντός των οποίων τα κράτη μέλη μπορούν να αμφισβητήσουν το προς ανάκτηση ποσό που προτείνεται στην έκθεση της OLAF. Η ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης θεωρεί ότι ρόλος της είναι να εποπτεύει τη διαδικασία ανάκτησης, η οποία αποτελεί εξ ολοκλήρου αρμοδιότητα του οικείου κράτους μέλους.

114

Στο γράφημα 13 παρουσιάζεται η συνολική αξία των οικονομικών συστάσεων της OLAF προς τη ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης, τη ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης και τη ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης μεταξύ 2012 και 2016, καθώς και τα ποσά που είχαν ανακτηθεί έως τον χρόνο διενέργειας του ελέγχου μας. Η OLAF διατύπωσε 268 συστάσεις προς τις τρεις αυτές γενικές διευθύνσεις κατά την περίοδο 2012‑2016. Σε 125 από τις περιπτώσεις αυτές (47 %) πραγματοποιήθηκαν ανακτήσεις. Το ποσοστό ανάκτησης δεν αυξάνεται σημαντικά εάν ληφθούν υπόψη μόνον οι οικονομικές συστάσεις που διατύπωσε η OLAF προς τις τρεις γενικές διευθύνσεις κατά την περίοδο 2012‑2014. Στις περιπτώσεις αυτές, οι τρεις γενικές διευθύνσεις κατόρθωσαν να ανακτήσουν το 15 % του συνδυασμένου συνολικού ποσού που είχε συστήσει η OLAF (ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης 10 %, ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης 19 % και ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης 33 %). Σημειώνουμε ότι τον Οκτώβριο του 2016 η OLAF εξέδωσε νέες οδηγίες σχετικά με τη σύνταξη και τον υπολογισμό των οικονομικών συστάσεων. Δεδομένου ωστόσο ότι είναι σχετικά πρόσφατες, ο αντίκτυπός τους στο σύστημα δεν έχει γίνει ακόμη πλήρως αισθητός.

Γράφημα 13

Ανακτήσεις από τις ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης, ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης και ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης ως αποτέλεσμα συστάσεων της OLAF της περιόδου 2012‑2016

Πηγή: ΕΕΣ, βάσει στοιχείων της Επιτροπής.

115

Σύμφωνα με τις ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης, και ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης, ένας από τους βασικούς λόγους μη ανάκτησης των ποσών που εισηγείται η OLAF είναι ότι στην τελική έκθεσή της δεν τεκμηριώνεται άμεσα το συνιστώμενο ποσό. Παραδείγματος χάριν, σε μία περίπτωση η γενική διεύθυνση ανέθεσε σε εξωτερική εταιρεία να προβεί σε περαιτέρω νομική ανάλυση των διαπιστώσεων της OLAF. Σε άλλη συναφή υπόθεση, η γενική διεύθυνση, αφού έλαβε τη γνώμη της ΓΔ Εσωτερικής Αγοράς και Υπηρεσιών και της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής, αποφάσισε να μην ανακτήσει το ποσό που είχε συστήσει η OLAF λόγω του υψηλού κινδύνου δικαστικής προσφυγής. Ένας άλλος λόγος για τον οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις δεν ανακτήθηκε στο σύνολό του το συσταθέν ποσό ήταν ότι, στο παρελθόν, η OLAF είχε εισηγηθεί, σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τους κανόνες περί δημόσιων συμβάσεων, διορθώσεις υψηλότερες από αυτές που εφάρμοζαν στην πράξη οι ενδιαφερόμενες γενικές διευθύνσεις βάσει των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής50.

Άμεση διαχείριση (ΓΔ Επικοινωνιακών Δικτύων, Περιεχομένου και Τεχνολογιών και ΓΔ Έρευνας και Καινοτομίας)

116

Στο γράφημα 14 παρουσιάζεται η συνολική αξία των οικονομικών συστάσεων της OLAF προς τη ΓΔ Επικοινωνιακών Δικτύων, Περιεχομένου και Τεχνολογιών και τη ΓΔ Έρευνας και Καινοτομίας κατά τα έτη 2012‑2016, καθώς και το ποσό που είχε ανακτηθεί έως τον χρόνο διενέργειας του ελέγχου μας. Η OLAF διατύπωσε 36 οικονομικές συστάσεις προς τις δύο γενικές διευθύνσεις κατά το διάστημα 2012‑2016. Σε εννέα περιπτώσεις (25 % των περιπτώσεων) τα ποσά ανακτήθηκαν στο σύνολό τους. Σε μία εξαιρετική περίπτωση, η ΓΔ Έρευνας και Καινοτομίας ανέκτησε ποσό οκταπλάσιο εκείνου που είχε συστήσει η OLAF, επειδή το συνολικό ποσό που ανακτήθηκε από τον δικαιούχο περιλάμβανε και ποσά που υπολογίστηκαν με τη μέθοδο της παρέκτασης βάσει ελέγχων που διενήργησε η ίδια η γενική διεύθυνση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρούμε ότι το ποσό που εισηγήθηκε η OLAF ανακτήθηκε στο σύνολό του. Το ποσοστό ανάκτησης αυξάνεται ελαφρώς εάν λάβουμε υπόψη μόνον τις οικονομικές συστάσεις που διατυπώθηκαν προς τις δύο γενικές διευθύνσεις κατά το διάστημα 2012‑2014. Σε σχέση με τις υποθέσεις αυτές, οι δύο γενικές διευθύνσεις κατόρθωσαν να ανακτήσουν το 34 % του συνολικού ποσού που συνέστησε η OLAF.

Γράφημα 14

Ανακτήσεις από τις ΓΔ Επικοινωνιακών Δικτύων, Περιεχομένου και Τεχνολογιών και ΓΔ Έρευνας και Καινοτομίας ως αποτέλεσμα συστάσεων της OLAF της περιόδου 2012‑2016

Πηγή: ΕΕΣ, βάσει στοιχείων της Επιτροπής.

117

Εξετάσαμε 20 οικονομικές συστάσεις της OLAF (10 για τη ΓΔ Επικοινωνιακών Δικτύων, Περιεχομένου και Τεχνολογιών και 10 για τη ΓΔ Έρευνας και Καινοτομίας) επί συνόλου 37 περιπτώσεων που καλύπτουν το συνδυασμένο συνολικό ποσό που συνέστησε η OLAF στις εν λόγω δύο γενικές διευθύνσεις και διαπιστώσαμε ότι οι κύριοι λόγοι των καθυστερήσεων στην ανάκτηση των κεφαλαίων και της μη ανάκτησης μετά από έρευνα της OLAF είναι οι εξής:

  • εν εξελίξει ποινικές έρευνες ή δίκες,
  • ανεπάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στις εκθέσεις της OLAF και
  • εταιρείες που είχαν ολοκληρώσει το στάδιο της εκκαθάρισης κατά τον χρόνο περάτωσης της εξέτασης της υπόθεσης από την OLAF.
118

Δεδομένου ότι ο παράγοντας του χρόνου είναι εξαιρετικά κρίσιμος στις περιπτώσεις που οι γενικές διευθύνσεις ανακτούν κεφάλαια απευθείας από τους δικαιούχους, το διάστημα που θα μεσολαβήσει έως ότου η επιφορτισμένη με την εκτέλεση δαπανών ΓΔ παραπέμψει την υπόθεση στην OLAF και η ταχύτητα με την οποία αυτή θα διενεργήσει την έρευνά της μπορεί να αποβεί αποφασιστικής σημασίας για την επιτυχία μιας διαδικασίας ανάκτησης. Στις περιπτώσεις που η διαδικασία ανάκτησης βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, ο μέσος χρόνος που απαιτείται από την έναρξη της έρευνας της OLAF είναι πέντε έτη. Όταν μια εταιρεία λύεται ή τίθεται υπό εκκαθάριση αμέσως μετά την ανακοίνωση ελέγχου ή έρευνας της OLAF, οι πιθανότητες ανάκτησης περιορίζονται σημαντικά.

119

Οι γενικές διευθύνσεις μπορούν να αντιδράσουν ταχύτερα και να αποφευχθεί το κόστος της ανάκτησης χρηματοδότησης από δικαιούχο, εφόσον μπορούν να αποδείξουν μέσω δικών τους ελέγχων ότι συντρέχει παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αρμόδια γενική διεύθυνση βασίζει τις προπαρασκευαστικές εργασίες της για την έκδοση εντάλματος είσπραξης στα αποτελέσματα του δικού της ελέγχου και όχι στην έκθεση της OLAF. Διαπιστώσαμε ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η γενική διεύθυνση δεν είχε διενεργήσει έλεγχο και η μοναδική πηγή αποδεικτικών στοιχείων ήταν ο φάκελος της έρευνας της OLAF, ήταν δυσχερέστερο για τη ΓΔ να εκδώσει το ένταλμα είσπραξης για το ποσό που έχει συστήσει η OLAF, καθώς η διαθέσιμη τεκμηρίωση κρινόταν ανεπαρκής.

120

Επιπλέον, οι οφειλέτες συχνά προσφεύγουν ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να ανακτήσουν τμήμα των απορριφθεισών δαπανών ή/και να διεκδικήσουν αποζημίωση από την Επιτροπή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ανάκτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστική παρά μετά την περάτωση της υπόθεσης σε επίπεδο ΔΕΕ.

Έμμεση διαχείριση (ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης)

121

Στο πλαίσιο της έμμεσης διαχείρισης, η ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης αναθέτει καθήκοντα εκτέλεσης του προϋπολογισμού σε δικαιούχους χώρες, διεθνείς οργανισμούς και αναπτυξιακούς οργανισμούς σε χώρες εκτός ΕΕ.

122

Στο γράφημα 15 παρουσιάζεται η συνολική αξία των οικονομικών συστάσεων της OLAF προς τη ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης μεταξύ 2012 και 2016, καθώς και το ποσό που είχε ανακτηθεί έως τον χρόνο διενέργειας του ελέγχου μας. Η OLAF διατύπωσε 53 οικονομικές συστάσεις προς τη ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης κατά την περίοδο 2012‑2016. Ανακτήσεις πραγματοποιήθηκαν σε 20 περιπτώσεις (στο 38 % των περιπτώσεων)51. Το ποσοστό ανάκτησης δεν αυξάνεται σημαντικά εάν ληφθούν υπόψη μόνον οι οικονομικές συστάσεις που διατύπωσε η OLAF προς τη γενική διεύθυνση κατά την περίοδο 2012‑2014. Σε σχέση με τις υποθέσεις αυτές, η ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης κατόρθωσε να ανακτήσει το 6 % του συνολικού ποσού που συνέστησε η OLAF.

Γράφημα 15

Ανακτήσεις από τη ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης ως αποτέλεσμα συστάσεων της OLAF της περιόδου 2012‑2016

Πηγή: ΕΕΣ, βάσει στοιχείων της Επιτροπής.

123

Σε υποθέσεις που αντιστοιχούν στο 58 % της συνολικής αξίας των οικονομικών συστάσεων της OLAF, η ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης δεν ανέκτησε τα σχετικά ενωσιακά κονδύλια, είτε επειδή έκρινε ότι δεν υπήρχε νομική βάση για να το πράξει είτε επειδή αποφάσισε να μην εκδώσει ένταλμα είσπραξης52. Βάσει των δέκα οικονομικών συστάσεων της OLAF που εξετάσαμε, ο κύριος λόγος για τον οποίο η ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης δεν ανέκτησε τα ποσά που είχε εισηγηθεί η OLAF ήταν ότι έκρινε πως δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.

124

Σε τρεις από τις δέκα περιπτώσεις, στις οποίες αντιστοιχεί σημαντικό ποσό των οικονομικών συστάσεων της OLAF, η ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης αποφάσισε να μην προβεί στην ανάκτηση των ποσών. Δεδομένου ότι δραστηριοποιείται σε περιβάλλον υψηλού κινδύνου, και δεδομένων των δυνητικών κινδύνων για την εφαρμογή της πολιτικής της, η ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης δύναται σε ορισμένες περιπτώσεις να αποφασίσει να μην προβεί στην ανάκτηση των ενωσιακών κονδυλίων από τους δικαιούχους. Σε χώρες με ασταθές πολιτικό και δικαστικό σύστημα, οι πιθανότητες ανάκτησης μέσω προσφυγής στην ποινική ή πολιτική (ή διοικητική) δικαιοσύνη είναι προφανώς μικρές και η διερεύνηση της υπόθεσης από την OLAF συχνά μπορεί να είναι ο μοναδικός τρόπος διερεύνησης ισχυρισμών περί απάτης. Η OLAF δεν αναλύει αρκετά διεξοδικά ποιες υποθέσεις έχουν καταλήξει σε επιτυχημένες ανακτήσεις ούτε τους λόγους για τους οποίους οι γενικές διευθύνσεις δεν προβαίνουν σε ανακτήσεις ή ανακτούν πολύ χαμηλότερο ποσό από εκείνο που έχει εισηγηθεί η OLAF. Αυτό θα συντελούσε στην καλύτερη στόχευση των ερευνών της OLAF.

Θα απαιτηθούν συντονισμένες προσπάθειες για τη θέση σε λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

125

Τον Οκτώβριο του 2017, είκοσι κράτη μέλη ενέκριναν κανονισμό σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας («Ευρωπαϊκή Εισαγγελία»)53. Το όργανο αυτό θα έχει την εξουσία να διεξάγει έρευνες και να ασκεί διώξεις για αξιόποινες πράξεις εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.

126

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει σχεδιαστεί ώστε να λειτουργεί σε δύο επίπεδα: κεντρικό και αποκεντρωμένο. Το κεντρικό επίπεδο αποτελείται από τον Ευρωπαίο Γενικό Εισαγγελέα και έναν Ευρωπαίο Εισαγγελέα ανά κράτος μέλος (δύο εκ των οποίων θα έχουν καθήκοντα Αναπληρωτών Γενικών Εισαγγελέων) που θα εργάζονται στα κεντρικά γραφεία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στο Λουξεμβούργο, ενώ το αποκεντρωμένο επίπεδο αποτελείται από ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς που θα έχουν την έδρα τους στα κράτη μέλη. Οι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς, που χωρίζονται σε τμήματα, θα είναι αρμόδιοι για την εποπτεία των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων και, κατ’ εξαίρεση, θα διεξάγουν οι ίδιοι έρευνες. Οι ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς θα είναι υπεύθυνοι για τις έρευνες που θα διεξάγονται στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη (γράφημα 16).

Γράφημα 16

Η δομή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

Πηγή: Επιτροπή.

127

Αναλύσαμε τον κανονισμό για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υπό το πρίσμα των παρατηρήσεών μας σχετικά με το ισχύον σύστημα για τη διερεύνηση και τη δίωξη περιπτώσεων απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ. Εξετάσαμε αν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αντιμετωπίσει τα ακόλουθα βασικά ζητήματα:

  • το ισχύον σύστημα είναι εξαιρετικά χρονοβόρο σε σημαντικό αριθμό υποθέσεων, καθώς προηγείται η διοικητική διερεύνηση της υπόθεσης που εγείρει υπόνοιες απάτης από την OLAF και έπεται ποινική διερεύνηση σε εθνικό επίπεδο, και
  • η συνεργασία μεταξύ της OLAF και των εθνικών αρχών εμφανίζει αδυναμίες.
128

Σε γενικές γραμμές, θεωρούμε ότι η σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποτελεί θετικό βήμα. Ωστόσο, θα θέλαμε να επισημάνουμε ορισμένους κινδύνους που υποδεικνύουν ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα προβλήματα ενδεχομένως δεν θα επιλυθούν με τη σύστασή της:

  • Ο κανονισμός προβλέπει ότι τα τμήματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα εποπτεύουν το έργο των εντεταλμένων εισαγγελέων. Προκειμένου να αμφισβητήσει τη γνώμη ενός εντεταλμένου εισαγγελέα, ή ακόμη και να ανταλλάξει απόψεις μαζί του, το τμήμα θα χρειάζεται, στο πλαίσιο συγκεκριμένων υποθέσεων, ειδικούς στο ποινικό δίκαιο και τη δικονομία του κράτους μέλους, ενώ δεν πρέπει να παραβλεφθούν και οι ανάγκες μετάφρασης που θα προκύπτουν. Αυτό σημαίνει ότι, για την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων της, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα χρειαστεί στην έδρα της επαρκές προσωπικό και πόρους, συμπεριλαμβανομένων νομικών εμπειρογνωμόνων από τα κράτη μέλη54. Οι εκτενείς διαδικασίες εσωτερικών διαβουλεύσεων και μετάφρασης υπάρχει κίνδυνος να αποδειχθούν υπερβολικά χρονοβόρες, καθώς στο πλαίσιο των ποινικών διαδικασιών ο χρόνος αποτελεί πολύ συχνά τον πιο περιορισμένο πόρο.
  • Βάσει του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η διερεύνηση θα πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο από ανακριτές των κρατών μελών υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ο κανονισμός δεν προβλέπει κάποιο μηχανισμό διά του οποίου η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (ή οποιοδήποτε άλλο όργανο της ΕΕ) θα μπορεί να παρακινεί τις αρχές των κρατών μελών να διαθέτουν πόρους για την εκτέλεση των προληπτικών εργασιών που είναι αναγκαίες για τη διερεύνηση κρουσμάτων απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ ή για τις υποθέσεις που χειρίζονται οι εντεταλμένοι εισαγγελείς. Δεδομένου ότι ο εντεταλμένος εισαγγελέας θα χρειάζεται την υποστήριξη της αρμόδιας εθνικής αρχής για τη διεξαγωγή της έρευνας που απαιτείται για την παραπομπή της υπόθεσης στη δικαιοσύνη, η αποτελεσματικότητά του θα εξακολουθήσει να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εθνικές αρχές.
  • Ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία55 παρέχει στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν την OLAF για τη διενέργεια προκαταρκτικής αξιολόγησης των υποθέσεων που πρόκειται να διαβιβαστούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Επειδή ο παράγοντας του χρόνου είναι θεμελιώδους σημασίας για την επιτυχία μιας ποινικής έρευνας, η υπερβολική χρήση της δυνατότητας αυτής μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη διάρκεια των ενεργειών που έπονται. Οι μελλοντικές ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να καθιστούν δυνατή την ταχεία λήψη απόφασης σχετικά με την κίνηση ποινικής διαδικασίας ή την παραπομπή της υπόθεσης για διερεύνηση στο οικείο κράτος μέλος ή στο αρμόδιο θεσμικό όργανο της ΕΕ στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας.

Συμπεράσματα και συστάσεις

129

Στο πλαίσιο του ελέγχου μας αξιολογήθηκε κατά πόσον η Επιτροπή διαχειρίζεται ορθά τον κίνδυνο απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ. Ειδικότερα, εξετάσαμε τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή προκειμένου να προλαμβάνει και να αποτρέπει την απάτη, και να ανακτά κεφάλαια σε περίπτωση τέλεσης απάτης.

130

Βάσει των παρατηρήσεών μας, θεωρούμε ότι απαιτείται μεγαλύτερη δυναμική στην ΕΕ για την εφαρμογή ενός αποτελεσματικού στρατηγικού πλαισίου για τη διαχείριση του κινδύνου απάτης βάσει τεκμηριωμένων εκτιμήσεων. Θεωρούμε ότι η Επιτροπή πρέπει οπωσδήποτε να εντατικοποιήσει τις προσπάθειές της για την καταπολέμηση της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ, αποσαφηνίζοντας και ενισχύοντας τις αρμοδιότητες των διαφόρων παραγόντων που εμπλέκονται στη διαχείριση των σχετικών προσπαθειών.

Η εικόνα της Επιτροπής όσον αφορά την κλίμακα, τη φύση και τα αίτια της απάτης είναι ελλιπής

131

Η Επιτροπή δεν διαθέτει πλήρη και συγκρίσιμα στοιχεία σχετικά με το επίπεδο της διαπιστωθείσας απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ. Τα στοιχεία που υποβάλλει η ίδια η Επιτροπή σχετικά με τις περιπτώσεις απάτης που εντοπίζονται στους τομείς υπό την άμεση διαχείρισή της δεν είναι πλήρη. Στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη για να καταρτίζουν τις επίσημες στατιστικές τους σχετικά με τις εντοπισθείσες περιπτώσεις απάτης διαφέρουν, και οι πληροφορίες που καταχωρίζονται στο σύστημα διαχείρισης παρατυπιών (IMS) της Επιτροπής είναι ελλιπείς. Η Επιτροπή δεν διενεργεί ολοκληρωμένους ελέγχους για να διαπιστώσει την ποιότητα των στοιχείων που καταχωρίζονται στο IMS, ούτε ζητεί από τις αρχές των κρατών μελών να παρέχουν διασφάλιση σχετικά με την αξιοπιστία των εν λόγω στοιχείων. Οι γενικές διευθύνσεις που διαχειρίζονται δαπάνες εξετάζουν επιμέρους μόνο σημεία των συστημάτων αναφοράς παρατυπιών σε εθνικό επίπεδο στο πλαίσιο των ελέγχων συστημάτων (σημεία 2132).

132

Η Επιτροπή δεν έχει ακόμη καθορίσει μια μέθοδο εκτίμησης της κλίμακας της μη εντοπιζόμενης απάτης, η οποία να συμπληρώνει τις επίσημες στατιστικές, μολονότι υπάρχουν αρκετοί αποδεκτοί τρόποι για την εκτίμηση της συνολικής κλίμακας της απάτης (σημεία 3337).

133

Θεωρούμε επίσης ότι τα διαθέσιμα ποιοτικά στοιχεία για τη φύση και τα αίτια της απάτης είναι ανεπαρκή. Είναι διαθέσιμες ορισμένες πληροφορίες σχετικά με μορφές και μηχανισμούς απάτης που χρησιμοποιούνται σε διάφορους τομείς, αλλά δεν επικαιροποιούνται συστηματικά. Επιπλέον, δεν εντοπίσαμε λεπτομερείς αναλύσεις ή μελέτες της Επιτροπής για τον προσδιορισμό των αιτίων διάπραξης απάτης από ορισμένους αποδέκτες κονδυλίων της ΕΕ.

134

Μελέτες που βασίζονται σε αντικειμενικούς δείκτες της διαφθοράς έδειξαν επίσης ότι ο κίνδυνος διαφθοράς μπορεί να αυξηθεί αν υπάρχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση δαπανών και υπερβολικές γραφειοκρατικές δικλίδες ελέγχου που αποτελούν εμπόδιο για την είσοδο στην αγορά άλλων προμηθευτών και διευκολύνουν τη συντήρηση καταστάσεων διαφθοράς (σημεία 3849).

Σύσταση 1 - Καλύτερη κατανόηση της κλίμακας, της φύσης και των αιτίων της απάτης κατά την εκτέλεση δαπανών της ΕΕ

Προκειμένου να επιτύχει μια ορθά σχεδιασμένη προσέγγιση για την καταπολέμηση της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, η Επιτροπή πρέπει να αναπτύξει ένα άρτιο σύστημα υποβολής στοιχείων σχετικά με την απάτη, το οποίο θα καθιστά δυνατή την εκτίμηση της κλίμακας, της φύσης και των βασικών αιτίων της απάτης. Ειδικότερα, πρέπει:

  1. να ενισχύσει το σύστημα διαχείρισης παρατυπιών (IMS) ώστε όλες οι αρμόδιες αρχές να αναφέρουν εγκαίρως τα στοιχεία σχετικά με την ποινική διερεύνηση υποθέσεων απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ•
  2. να ενισχύσει της ικανότητές της όσον αφορά τη συγκέντρωση πληροφοριών από διάφορες πηγές σχετικά με τον κίνδυνο απάτης και διαφθοράς εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ• να μετρά σε τακτική βάσει τον κίνδυνο αυτό εφαρμόζοντας διάφορες μεθόδους (έρευνες απευθυνόμενες σε πιθανούς μάρτυρες αξιόποινων πράξεων και δείκτες βασισμένους σε διοικητικά δεδομένα)• και να εξετάσει το ενδεχόμενο κατάρτισης δεικτών κινδύνου ανά τομέα δαπανών, χώρα και τομέα•

Χρονοδιάγραμμα: έως το τέλος του 2022.

Η στρατηγική προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά τη διαχείριση του κινδύνου απάτης εμφανίζει αδυναμίες

135

Οι στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης της Επιτροπής και τα στοιχεία που υποβάλλονται σχετικά με την αποτελεσματικότητά τους εμφανίζουν αδυναμίες. Μολονότι η Επιτροπή διαθέτει επίσημη στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης (στρατηγική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης, CAFS), δεν την έχει επικαιροποιήσει από το 2011. Συνεπώς, αμφισβητούμε το κατά πόσο είναι κατάλληλη να κατευθύνει τις δραστηριότητες της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης. Σημειώνουμε την πρόθεση της Επιτροπής να επικαιροποιήσει την CAFS (σημεία 5864).

136

Στο πλαίσιο του μοντέλου διακυβέρνησης της Επιτροπής, παρατηρείται κατακερματισμός των ρόλων και των αρμοδιοτήτων όσον αφορά τις δράσεις καταπολέμησης της απάτης. Οι διάφορες γενικές διευθύνσεις και υπηρεσίες της Επιτροπής έχουν καθεμιά δικές τους στρατηγικές στον τομέα αυτό. Δεν υπάρχει ένα κεντρικό όργανο που να διασφαλίζει την κατάλληλη εποπτεία των δραστηριοτήτων καταπολέμησης της απάτης σε επίπεδο θεσμικού οργάνου. Τον ρόλο αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να αναλάβει η OLAF (σύσταση 4). Η στρατηγική διαχείριση του κινδύνου απάτης και η πρόληψη της απάτης δεν αναφέρονται ειδικά ως μέρος του χαρτοφυλακίου κανενός Επιτρόπου (σημεία 5257).

Σύσταση 2 - Διασφάλιση της καθοδήγησης των δράσεων της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης

2.1. Προκειμένου να επιτύχει καλύτερο συντονισμό της δράσης για την καταπολέμηση της απάτης, στο πλαίσιο της συλλογικής ευθύνης για την πρόληψη και τον εντοπισμό της, η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίσει ότι η στρατηγική διαχείριση του κινδύνου απάτης και η πρόληψη της απάτης θα αναφέρονται ρητά ως μέρος του χαρτοφυλακίου κάποιου Επιτρόπου.

2.2. Πρέπει επίσης να εξασφαλίσει ότι η νέα στρατηγική της για την καταπολέμηση της απάτης:

  • θα εγκριθεί κατόπιν εκτενούς ανάλυσης των κινδύνων απάτης, βασισμένης σε ευρύ φάσμα δεδομένων από διάφορες πηγές, προκειμένου να εξακριβωθεί η κλίμακα, η φύση και τα αίτια της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ•
  • θα περιέχει ουσιαστικούς στόχους και μετρήσιμους δείκτες, και
  • θα προβλέπει την αναφορά στοιχείων σχετικά με την επίτευξη των στόχων.

Χρονοδιάγραμμα: έως το τέλος του 2022

Δεν έχει δοθεί η δέουσα προσοχή στην πρόληψη της απάτης

137

Μολονότι οι δραστηριότητες της Επιτροπής για τη θωράκιση κατά της απάτης χρονολογούνται από το 2000, αναλυτικές διατάξεις για την καταπολέμηση της απάτης συμπεριλήφθηκαν για πρώτη φορά στο σύνολο των υπέρτερης ισχύος κανόνων την περίοδο 2014‑2020 (σημεία 6670).

138

H εκτίμηση του κινδύνου απάτης πριν από την έγκριση των καθεστώτων δαπανών και η θέσπιση δικλίδων ελέγχου για την καταπολέμηση της απάτης μπορεί να είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για τη μείωση των ζημιών που προκαλούνται λόγω απάτης. Ωστόσο, για τα προγράμματα δαπανών της περιόδου 2014‑2020, η Επιτροπή ζήτησε να διενεργηθεί τέτοια εκτίμηση σε σχέση με το σχέδιο κανόνων σε όψιμο στάδιο της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, οι σχετικές διατάξεις θα ισχύσουν για την επόμενη γενιά χρηματοδοτικών προγραμμάτων, μετά το 2021. Στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, η Επιτροπή δεν ζήτησε από τα κράτη μέλη να αξιολογήσουν τον κίνδυνο απάτης σε σχέση με τα προγράμματά τους για την περίοδο 2014‑2020 πριν από την έγκρισή τους. Εντούτοις, ο τομέας αυτός αντιστοιχεί περίπου στο 70 % των δαπανών από τον προϋπολογισμό της ΕΕ (σημεία 7175).

139

Η χρήση δεδομένων για την πρόληψη και την αποτροπή της απάτης μπορεί να αποτελέσει έναν αποτελεσματικό τρόπο είτε για τον εντοπισμό οικονομικών φορέων που εμφανίζουν κίνδυνο πριν από τη διάθεση της χρηματοδότησης είτε για τη βελτίωση της μελλοντικής συμμόρφωσης, επιβάλλοντας τον αποκλεισμό οικονομικών φορέων και φυσικών προσώπων που έχουν διαπράξει απάτη. Στο εσωτερικό της Επιτροπής, υπήρξαν πρωτοβουλίες σε επίπεδο γενικής διεύθυνσης για τη δημιουργία τέτοιων βάσεων δεδομένων, ωστόσο η χρήση των εν λόγω εργαλείων είναι μάλλον περιορισμένη και όχι επαρκώς συντονισμένη. Ειδικότερα, ο αντίκτυπος του συστήματος αποκλεισμού και επιβολής κυρώσεων της Επιτροπής στην πρόληψη και την αποτροπή της απάτης είναι περιορισμένος, καθώς οι αρμόδιες για την πολιτική συνοχής και τη γεωργία γενικές διευθύνσεις δεν έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν αιτήματα αποκλεισμού οικονομικών φορέων που εμπλέκονται σε υποθέσεις απάτης και εισπράττουν κονδύλια των σχετικών ταμείων. Επιπλέον, οι αρχές των κρατών μελών δεν υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τους τις αποφάσεις αποκλεισμού κατά τη λήψη αποφάσεων χρηματοδότησης με ενωσιακά κονδύλια.

140

Από το 2013, η ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης και η ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης χρησιμοποιούν το εργαλείο Arachne, ένα άλλο εργαλείο που ανέπτυξαν εσωτερικά για την πρόληψη της απάτης. Ένα τέτοιο εργαλείο θα μπορούσε να είναι αποτελεσματικό, αλλά επί του παρόντος δεν περιέχει επαρκή στοιχεία. Την ευθύνη για την παροχή πληροφοριών σχετικά με οικονομικούς φορείς που έχουν εμπλακεί σε υποθέσεις απάτης και με τα φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με αυτούς έχουν τα κράτη μέλη (σημεία 7688).

Σύσταση 3 - Αύξηση της χρήσης εργαλείων για την πρόληψη της απάτης

3.1. Όσον αφορά τους κανόνες εκτέλεσης των προγραμμάτων δαπανών της περιόδου μετά το 2020, η Επιτροπή πρέπει να διενεργήσει εκτίμηση του κινδύνου απάτης και να ζητήσει από τα κράτη μέλη να προβούν σε λεπτομερή εκτίμηση του κινδύνου απάτης πριν από την έγκριση των προγραμμάτων.

Ημερομηνία-στόχος για την υλοποίηση της σύστασης: 2020

3.2. Όσον αφορά το σύστημα αποκλεισμού της, η Επιτροπή πρέπει

  1. να μεριμνήσει ώστε οι γενικές διευθύνσεις να χρησιμοποιούν το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού στο πλαίσιο τόσο της άμεσης όσο και της έμμεσης διαχείρισης•
  2. να ζητήσει από τα κράτη μέλη να ταυτοποιούν και να επισημαίνουν οικονομικούς φορείς που εμπλέκονται σε υποθέσεις απάτης, καθώς και τα φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με αυτούς.

3.3. Η Επιτροπή πρέπει να παροτρύνει όλα τα κράτη μέλη να συμμετέχουν ενεργά στη βάση δεδομένων Arachne υποβάλλοντας ενημερωμένα δεδομένα, και να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που προσφέρουν τα μαζικά δεδομένα για την πρόληψη της απάτης και των παρατυπιών στη χρήση των ενωσιακών πόρων39.

Χρονοδιάγραμμα: έως το τέλος του 2019.

Οι διοικητικές έρευνες της OLAF οδήγησαν σε διώξεις σε λιγότερο από το ήμισυ των υποθέσεων και στην ανάκτηση ποσοστού μικρότερου του ενός τρίτου των κονδυλίων

141

Οι συστάσεις της OLAF για κίνηση δικαστικών διαδικασιών καταλήγουν στη δίωξη διαπραττόντων απάτη στο 45 % περίπου των περιπτώσεων. Το ισχύον σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου η OLAF κινεί διοικητική έρευνα αφότου λάβει πληροφορίες για υπόνοιες απάτης από άλλες πηγές, και συχνά έπεται ποινική διερεύνηση της υπόθεσης σε εθνικό επίπεδο, είναι σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων εξαιρετικά χρονοβόρο και μειώνει τις πιθανότητες επίτευξης του απώτερου στόχου, ήτοι της δικαστικής δίωξης (σημεία 94104).

142

Σε αρκετές περιπτώσεις (απάτης ή παρατυπιών), οι γενικές διευθύνσεις θεωρούν ότι οι εκθέσεις της OLAF δεν παρέχουν επαρκή στοιχεία ώστε να χρησιμεύσουν ως βάση για την κίνηση της διαδικασίας ανάκτησης των αχρεωστήτως εκταμιευθέντων κονδυλίων. Στις περιπτώσεις αυτές, οι γενικές διευθύνσεις προβαίνουν σε (ή αναθέτουν σε τρίτους) περαιτέρω ενέργειες προκειμένου να αποφασιστεί κατά πόσον η ανάκτηση είναι δυνατή ή βασίζονται σε στοιχεία προερχόμενα από τους δικούς τους ελέγχους (σημεία 105124).

Σύσταση 4 - Επανεξέταση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων της OLAF στην καταπολέμηση της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ σε συνάρτηση με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

Η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει τον ρόλο και τις αρμοδιότητες της OLAF στην καταπολέμηση της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ σε συνάρτηση με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Ειδικότερα, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο προτάσεις μέτρων για την ανάθεση στην OLAF στρατηγικού και εποπτικού ρόλου στο πλαίσιο της ενωσιακής δράσης για την καταπολέμηση της απάτης.

Μεταξύ άλλων, η OLAF θα μπορούσε να αναλάβει εποπτικό ρόλο και να είναι αρμόδια για:

  1. την καθοδήγηση του σχεδιασμού της πολιτικής καταπολέμησης της απάτης της Επιτροπής, καθώς και της παρακολούθησης και της εποπτείας εφαρμογής της, με ιδιαίτερη έμφαση στην λεπτομερή ανάλυση, σε πραγματικό χρόνο, των μορφών τέλεσης (modus operandi) και των αιτίων της απάτης•
  2. τον συντονισμό και την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων καταπολέμησης της απάτης στα κράτη μέλη.

Χρονοδιάγραμμα: έως το τέλος του 2022.

Η παρούσα έκθεση εγκρίθηκε από το Τμήμα V, του οποίου προεδρεύει ο Λάζαρος Στ. ΛΑΖΑΡΟΥ, Μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο Λουξεμβούργο, κατά τη συνεδρίασή του της 14ης Νοεμβρίου 2018.

Για το Ελεγκτικό Συνέδριο

Klaus-Heiner Lehne
Πρόεδρος

Παραρτήματα

Παράρτημα I

Αποσπάσματα συναφών νομοθετικών πράξεων

Άρθρο 3 της οδηγίας PIF

«Απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης

2. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, τα εξής θεωρούνται απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης:

  1. όσον αφορά τις δαπάνες που δεν σχετίζονται με προμήθειες, κάθε ενέργεια ή παράλειψη σχετικά με:
    1. τη χρήση ή την υποβολή ψευδών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων, με αποτέλεσμα την υπεξαίρεση ή την εσφαλμένη παρακράτηση πόρων ή στοιχείων ενεργητικού που προέρχονται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης ή από προϋπολογισμούς των οποίων η διαχείριση ασκείται από την Ένωση ή για λογαριασμό της·
    2. την αποσιώπηση πληροφοριών κατά παράβαση ειδικής υποχρέωσης, με τα αυτά αποτελέσματα· ή
    3. την κατάχρηση αυτών των πόρων ή στοιχείων ενεργητικού, για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους χορηγήθηκαν αρχικώς·
  2. όσον αφορά τις δαπάνες που σχετίζονται με προμήθειες, κάθε ενέργεια ή παράλειψη, τουλάχιστον όταν διαπράττεται με σκοπό την αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους για τον δράστη ή άλλον, ζημιώνοντας τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, σχετικά με:
    1. τη χρήση ή την υποβολή ψευδών, ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή εγγράφων, με αποτέλεσμα την υπεξαίρεση ή την εσφαλμένη παρακράτηση πόρων ή στοιχείων ενεργητικού που προέρχονται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης ή από προϋπολογισμούς των οποίων η διαχείριση ασκείται από την Ένωση ή για λογαριασμό της·
    2. την αποσιώπηση πληροφοριών κατά παράβαση ειδικής υποχρέωσης, με τα αυτά αποτελέσματα· ή
    3. την κατάχρηση αυτών των πόρων ή στοιχείων ενεργητικού, για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους χορηγήθηκαν αρχικώς, η οποία ζημιώνει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης·»

Άρθρο 325 της ΣΛΕΕ

«Η Ένωση και τα κράτη μέλη καταπολεμούν την απάτη ή οιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, λαμβάνοντας σύμφωνα με το παρόν άρθρο μέτρα τα οποία θα έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα και θα προσφέρουν αποτελεσματική προστασία στα κράτη μέλη καθώς και στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης.»

Παράρτημα II

Φορείς της ΕΕ και των κρατών μελών που συμμετέχουν στη διαχείριση του κινδύνου απάτης

Φορέας Πρόληψη (διακυβέρνηση και καθοδήγηση της δράσης για την καταπολέμηση της απάτης, εκτίμηση του κινδύνου απάτης, στρατηγικές για την καταπολέμηση της απάτης, προληπτικές δικλίδες ελέγχου, πληροφορίες) Εντοπισμός (δικλίδες ελέγχου για τον εντοπισμό κρουσμάτων απάτης, μηχανισμοί καταγγελίας περιπτώσεων απάτης) Διερεύνηση (διοικητική και ποινική) Αντίδραση (κυρώσεις, ανακτήσεις, κίνηση δίωξης, μέτρηση των επιδόσεων και αναφορά των σχετικών στοιχείων)
OLAF
Υπηρεσία Ερευνών και Πειθαρχικών Κυρώσεων (IDOC) της Επιτροπής
Γενικές διευθύνσεις της Επιτροπής
Eurojust
Ευρωπόλ
Εθνικές διοικητικές αρχές
Εθνικές δικαστικές αρχές και αρχές επιβολής του νόμου
Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO)

Παράρτημα III

Πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες στον τομέα καταπολέμησης της απάτης από την ΕΕ

  • Η οδηγία σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (οδηγία PIF) εγκρίθηκε από τους συννομοθέτες στις 5 Ιουλίου 2017. Τα κράτη μέλη πρέπει να τη μεταφέρουν στην εθνική νομοθεσία τους εντός δύο ετών (έως τις 6 Ιουλίου 2019). Η οδηγία αυτή περιέχει εναρμονισμένους ορισμούς τεσσάρων ποινικών αδικημάτων (απάτη, παθητική και ενεργητική δωροδοκία, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και υπεξαίρεση) και προβλέπει κυρώσεις και προθεσμίες παραγραφής.
  • Ο κανονισμός 2017/1939 για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εγκρίθηκε τον Οκτώβριο του 2017. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αναμένεται να αρχίσει να λειτουργεί στα τέλη του 2020 ή τις αρχές του 2021 σε 22 κράτη μέλη και θα είναι αρμόδια για τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων σε βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών υποθέσεων διασυνοριακής απάτης στον τομέα του ΦΠΑ που αφορούν κονδύλια άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ.
  • Η πρόταση για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 (COM(2018) 338) σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) όσον αφορά τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την αποτελεσματικότητα των ερευνών της OLAF εγκρίθηκε τον Μάιο του 2018.
  • Ο νέος δημοσιονομικός κανονισμός τέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο του 2018.

Παράρτημα IV

Συμβάντα έπειτα από τα οποία τα κράτη μέλη επιλέγουν να αναφέρουν στην Επιτροπή τις περιπτώσεις απάτης που αποτελούν αντικείμενο ποινικής έρευνας

Συμβάν BE BG CZ DK DE EE IE EL ES FR HR IT CY LV LT LU HU MT NL AT PL PT RO SI SK FI SE UK
Μετά την απαγγελία κατηγορίας
Μετά την επιβολή της αρχικής ποινής
Μετά την επιβολή της οριστικής ποινής - την αμετάκλητη δικαστική απόφαση
Άλλο

Παράρτημα V

Ρόλοι και αρμοδιότητες στους κόλπους της Επιτροπής όσον αφορά τα διάφορα στάδια της δράσης για την καταπολέμηση της απάτης κατά την εκτέλεση δαπανών της ΕΕ

* Η διαβούλευση με την OLAF σχετικά με όλα τα άλλα μέτρα στα στάδια του σχεδιασμού και της υλοποίησης είναι προαιρετική, εκτός από τις περιπτώσεις μέτρων που βασίζονται σε σύσταση της OLAF.

** Βάσει του καταστατικού της και των διεθνών προτύπων, δεν έχει αρμοδιότητες διαχείρισης σε κανένα στάδιο του κύκλου της καταπολέμησης της απάτης.

*** H Clearing House Group μπορεί να ενημερώνεται κατά περίπτωση, όχι όμως συστηματικά.

**** Η επιτροπή προόδου του εσωτερικού ελέγχου ενημερώνεται για ζητήματα που προκύπτουν στους τομείς αυτούς έμμεσα, ήτοι βάσει των διαπιστώσεων εσωτερικών ή/και εξωτερικών ελέγχων. Ενημερώνεται για καίρια σημεία των ΕΕΔ και του σχεδίου της ΕΕΔΕ.

Κατατάξαμε τους βασικούς παράγοντες που εμπλέκονται στην καταπολέμηση της απάτης στις ακόλουθες τέσσερις κατηγορίες:

  • Αρμοδιότητα: πρόσωπο ή φορέας που εκτελεί συγκεκριμένη εργασία ή/και είναι υπόλογος για την εκτέλεση δραστηριότητας ή την εφαρμογή απόφασης.
  • Διαβούλευση: πρόσωπο ή φορέας που γνωμοδοτεί σχετικά με συγκεκριμένο μέτρο ή απόφαση πριν από τη λήψη του/της. Μεταξύ άλλων, καταρτίζει/εξετάζει τα προσχέδια των εγγράφων ή τα παρουσιάζει στους αρμόδιους για τη λήψη των σχετικών αποφάσεων.
  • Ενημέρωση: πρόσωπο ή φορέας που πρέπει να ενημερώνεται μετά τη λήψη απόφασης ή μέτρου. Ενδέχεται να οφείλει να προβεί σε ενέργειες αναλόγως της έκβασης.
  • Καμία εμπλοκή.

Παράρτημα VI

Βιβλιογραφία

Alina Mungiu-Pippidi, The Good, the Bad and the Ugly: Controlling corruption in the European Union, Βερολίνο, 2013

Fabio Giuffrida, «The European Public Prosecutor’s Office: King without kingdom?’(2017), CEPS Research Report αριθ. 3/2017, σ. 14, https://www.ceps.eu/publications/european-public-prosecutor %E2 %80 %99s-office-king-without-kingdom.

Golden, Miriam και Picci, Lucio, «Proposal for a New Measure of Corruption, and Tests using Italian Data», Economics and Politics. τόμος 17, 2005, σ. 37‑75.

Mark Button και Jim Gee (2015), «The financial cost of fraud 2015 - What the latest data from around the world shows», PKF Littlejohn LLP & PKF. Βλέπε επίσης Brooks, G., Button, M. και Gee, J. (2012), «The scale of healthcare fraud: a global evaluation», Security Journal, τόμος 25, αριθ. 2, σ. 76‑87.

Mark Button, Chris Lewis, David Shepherd, Graham Brooks και Alison Wakefield (2012), «Fraud and Punishment: Enhancing Deterrence Through More Effective Sanctions», Centre for Counter Fraud Studies, Πανεπιστήμιο του Portsmouth.

Mihaly Fazekas και Peter Lawrence King (2018), «Perils of development funding? The tale of EU Funds and grand corruption in Central and Eastern Europe». Regulation & Governance 2018, σ. 14‑15.

Mihaly Fazekas και Gábor Kocsis, «Uncovering High-Level Corruption: Cross-National Corruption Proxies Using Public Procurement Data». British Journal of Political Science, 2017, διαθέσιμο στο διαδίκτυο.

Mihaly Fazekas, István János Tóth και Peter Lawrence King (2016), «An Objective Corruption Risk Index Using Public Procurement Data». European Journal of Criminal Policy and Research, 22(3), σ. 369‑397.

Mihaly Fazekas και István János Tóth (2017), «Corruption in EU Funds? Europe-wide evidence on the corruption effect of EU-funded public contracting». J. Bachtler et al (επιμ.), EU Cohesion Policy. Reassessing performance and direction. Κεφ. 13. Routledge, Λονδίνο, σ. 186‑205.

Paulo Mauro, «The Effects of Corruption on Growth, Investment and Government Expenditure», Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, WP/96/98, 1996.

Paulo Mauro, «Corruption and the composition of government expenditure», Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Journal of Public Economics 69, 1998.

Jajkowicz, O. και Drobiszova, A., «The Effect of Corruption on Government Expenditure Allocation in OECD Countries», Acta Universitatis Agriculturae et Silviculturae Mendelianae Brunensis, τόμος 63, 2015.

Απαντήσεις της Επιτροπής

Συνοπτικη παρουσιαση

Εισαγωγή

Η Επιτροπή συμφωνεί με το ΕΕΣ όσον αφορά τη σπουδαιότητα της καταπολέμησης της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ και, ως εκ τούτου, χαιρετίζει την απόφαση του Δικαστηρίου να εκπονήσει ειδική έκθεση επί του θέματος. Πρόκειται για ένα πολύπλοκο και πολυδιάστατο ζήτημα που αποτελεί πρόκληση για τον παρατηρητή που επιχειρεί να σχηματίσει μια γενική εικόνα. Την πρόκληση αυτή εντείνουν παράγοντες όπως η κοινή ευθύνη της Επιτροπής και των κρατών μελών για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και ο μεγάλος αριθμός εμπλεκομένων στην καταπολέμηση της απάτης σε αμφότερα τα επίπεδα. Το ΕΕΣ, αν και έμπειρος παρατηρητής, δεν συνεκτιμά πλήρως αυτούς τους παράγοντες.

Λόγω της σημασίας που αποδίδει στη δημοσιονομική διαχείριση και τον δημοσιονομικό έλεγχο εν γένει, και στην καταπολέμηση της απάτης ειδικότερα, η Επιτροπή δημιούργησε την OLAF και αναμόρφωσε συνολικά το σύστημα δημοσιονομικής διαχείρισης και ελέγχου της πριν από σχεδόν 20 χρόνια, αναθέτοντας στο Σώμα των Επιτρόπων τη γενική πολιτική ευθύνη για τη διαχείριση του προϋπολογισμού. Έκτοτε, η αρχιτεκτονική αυτού του συστήματος βελτιώνεται και τελειοποιείται χάρη στις διαρκείς προσπάθειες της Επιτροπής, αλλά και με τη συμβολή των διαδοχικών ελέγχων του ΕΕΣ (κυρίως των δύο ειδικών εκθέσεων σχετικά με την OLAF το 2005 και το 2011). Οι προσπάθειες αυτές εντατικοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια, με την πρώτη «στρατηγική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης» (CAFS) του 2011 η οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε φάση επικαιροποίησης, τη δημιουργία του συστήματος έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού (EDES) το 2016, το επικαιροποιημένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου το 2017, τον νέο δημοσιονομικό κανονισμό το 2018, την πρόσφατη πρόταση αναθεώρησης του κανονισμού OLAF και την υπό εξέλιξη διαδικασία σύστασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ως ενδεικτικά παραδείγματα μεταξύ των πολλών πρωτοβουλιών. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι τα οφέλη αυτών των πρωτοβουλιών, αλλά και η πρόοδος που έχει επιτευχθεί συνολικά τα τελευταία χρόνια με στόχο την ενίσχυση του συστήματος δημοσιονομικής διαχείρισης και ελέγχου της Επιτροπής, είναι ουσιαστικής σημασίας.

Η Επιτροπή εξάλλου επισημαίνει ότι διαθέτει τους περιορισμένους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους της σε εκείνους τους τομείς στους οποίους μπορεί να έχει τον μεγαλύτερο δυνατό αντίκτυπο, επιτυγχάνοντας τη βέλτιστη αποτελεσματικότητα ως προς το κόστος, και τηρώντας τις αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας. Αυτό σημαίνει ότι έχει επιλέξει σκοπίμως να μην επιτελεί ορισμένες από τις εργασίες που, όπως υποστηρίζει το ΕΕΣ στην παρούσα ειδική έκθεση, θα έπρεπε να επιτελεί. Η Επιτροπή εξετάζει αυτή τη στιγμή τις επιπτώσεις των συστάσεων του ΕΕΣ σε επίπεδο πόρων στο πλαίσιο της υπό εξέλιξη αναθεώρησης της CAFS.

V

Τα επιμέρους ζητήματα που εγείρει το ΕΕΣ σχετικά με την πολιτική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης δεν μπορούν να εξεταστούν αποκομμένα από τις σημαντικές εξελίξεις που παρατίθενται στη συνέχεια:

  • την αναθεώρηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2013•
  • το επικαιροποιημένο ολοκληρωμένο πλαίσιο ελέγχου και την αξιολόγηση από ομοτίμους του κινδύνου απάτης το 2017• την οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης («οδηγία ΠΟΣ»)•
  • τον κανονισμό 2017/1939 για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας•
  • την πρόταση του 2018 για την τροποποίηση του κανονισμού OLAF (κανονισμός αριθ. 883/2013)•
  • τον νέο δημοσιονομικό κανονισμό (κανονισμός 2018/1046)•
  • την πρωτοβουλία για αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς•
  • τις προτάσεις για τα προγράμματα δαπανών της περιόδου μετά το 2020•
  • την υπό εξέλιξη επικαιροποίηση της στρατηγικής της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης (CAFS).

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι συστάσεις της επιτροπής EDES έχουν ένα πεδίο πολύ ευρύτερο από τις υποθέσεις απάτης ή διαφθοράς: καλύπτουν επίσης, μεταξύ άλλων, τα σοβαρά επαγγελματικά παραπτώματα, τις σοβαρές παραβάσεις συμβατικών διατάξεων και τις παρατυπίες κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου.

VI

Δεν υπάρχει οικονομικά συμφέρουσα μέθοδος για την εκτίμηση της μη εντοπιζόμενης απάτης με αρκετά αξιόπιστο και αιτιολογημένο τρόπο για μια τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής. Οι μέθοδοι που αναφέρονται από το ΕΕΣ δεν ενδείκνυνται για το συγκεκριμένο πλαίσιο (βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 14–16, 33–37).

Στην ετήσια έκθεση ΠΟΣ, η Επιτροπή παρέχει στατιστικά στοιχεία σχετικά με τα πιθανολογούμενα και τα εντοπιζόμενα κρούσματα απάτης με βάση τις αναφορές των κρατών μελών.

Το τρέχον σύστημα αναφοράς συνιστά ορθή πρακτική στον τομέα της συλλογής δεδομένων σχετικά με την απάτη και βελτιώνεται διαρκώς. Οι περιορισμοί του διογκώνονται στην παρούσα ειδική έκθεση (βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 23-31).

Η Επιτροπή θεωρεί ότι μια ανάλυση των λόγων που ωθούν ορισμένους δικαιούχους κονδυλίων της ΕΕ στη διάπραξη απάτης δεν θα αποτελούσε την καλύτερη δυνατή χρήση των περιορισμένων πόρων της. Η Επιτροπή κατευθύνει την ανάλυση του φαινομένου της απάτης σε τομείς και σε εργαλεία που παρέχουν μέγιστη αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα (βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 14–16, 29, 33–37, 47).

VII

Όσον αφορά τον γενικό αντίκτυπο των ερευνών της OLAF, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα προληπτικά μέτρα που εκδίδει η OLAF (βλέπε άρθρο 7 του κανονισμού αριθ. 883/2013) και ο συνολικά αποτρεπτικός χαρακτήρας των δραστηριοτήτων της OLAF αποτελούν επίσης σημαντικά στοιχεία τα οποία πρέπει να εκτιμηθούν. Η ανάλυση σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στις έρευνες της OLAF βασίστηκε σε σχετικά μικρό αριθμό συνεντεύξεων με υπηρεσίες της Επιτροπής και δικαστικές αρχές των κρατών μελών. Επιπλέον, η ανάλυση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων των λοιπών εμπλεκομένων στο υφιστάμενο σύστημα, και ιδίως των άλλων οργάνων της ΕΕ και των κρατών μελών, στον εντοπισμό και στην έρευνα των παρατυπιών και στη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων συνέχειας, είναι περιορισμένη. Η ανάλυση της δράσης της Επιτροπής και της OLAF για την καταπολέμηση της απάτης απαιτεί μια σφαιρική προσέγγιση.

Όσον αφορά το ποσοστό απαγγελίας κατηγοριών, δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας των ερευνών της OLAF, καθώς η απαγγελία κατηγοριών είναι μία μόνον από πολλές πιθανές εκβάσεις των ερευνών της OLAF. Μια ορθή πρακτική που ακολουθείται συχνά είναι η εκ παραλλήλου εργασία της OLAF και των εθνικών δικαστικών αρχών και ο συντονισμός των επιχειρησιακών δραστηριοτήτων τους. Τα τελευταία χρόνια η OLAF βελτίωσε τη συνεργασία της με τις δικαστικές αρχές όσον αφορά τη συνέχεια που δίδεται στις συστάσεις της.

Οι δυσκολίες όσον αφορά τη συνέχεια που δίδεται από τις εθνικές αρχές στις συστάσεις της OLAF για κίνηση δικαστικών διαδικασιών αποτελούν εδώ και πολλά χρόνια πρόκληση, η οποία είναι γνωστή στην OLAF, στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη. Για την αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης, η Επιτροπή εισηγήθηκε τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Επίσης, η πρόσφατη πρόταση της Επιτροπής για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 έχει ως στόχο τη βελτίωση της συνέχειας που δίδεται στις συστάσεις της OLAF για κίνηση δικαστικών διαδικασιών, κυρίως αποσαφηνίζοντας τα κριτήρια παραδεκτού των αποτελεσμάτων ερευνών της OLAF σε δικαστικές διαδικασίες στα κράτη μέλη.

Όσον αφορά την ανάκτηση ποσών, η OLAF έλαβε μέτρα για τη διευκρίνιση των πληροφοριών που περιέχονται στις τελικές εκθέσεις της καθώς και του περιεχομένου των συστάσεων σχετικά με εκτιμώμενα προς ανάκτηση ποσά. Η OLAF εξέδωσε «Οδηγίες σχετικά με τη σύνταξη των δημοσιονομικών συστάσεων και των σχετικών ενοτήτων της τελικής έκθεσης» τον Οκτώβριο 2016 οι οποίες αναμένεται ότι θα διευκολύνουν την εφαρμογή των συστάσεων της OLAF. Ο αντίκτυπος αυτών των οδηγιών στις δημοσιονομικές συστάσεις αναμένεται να διαφανεί σε όλη του την έκταση στο μέλλον.

Επίσης, τον Ιούλιο 2017 η OLAF εξέδωσε νέες «Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη δημοσιονομική παρακολούθηση» οι οποίες σχεδιάστηκαν, μεταξύ άλλων, με στόχο τη μείωση του χρονικού διαστήματος για τον υπολογισμό των προς ανάκτηση ποσών από τις Γενικές Διευθύνσεις που χειρίζονται δαπάνες.

Βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 94-125.

VIII

Ο κανονισμός για τη Γενική Εισαγγελία, που εκδόθηκε με εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας56, θεσπίζει μια σημαντική θεσμική καινοτομία η οποία θα αναβαθμίσει αισθητά την προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ έναντι των κρουσμάτων απάτης και θα αλλάξει το τοπίο στον τομέα της δικαιοσύνης στην Ευρώπη. Θα λειτουργεί ως ενιαίο όργανο σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη. Η Γενική Εισαγγελία θα έχει άμεση αρμοδιότητα για τις έρευνες, τις ποινικές διώξεις και την εκδίκαση των αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, σε στενή συνεργασία με τις εθνικές αρχές, οι οποίες θα είναι υποχρεωμένες να συμμορφώνονται με τις εντολές των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων. Τα κράτη μέλη είναι επίσης υπεύθυνα για τη διάθεση επαρκών πόρων και έχουν εκφράσει τη βούλησή τους ως προς αυτό. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εργάζονται με εντατικούς ρυθμούς προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορέσει να αρχίσει να λειτουργεί στο τέλος του 2020.

IX

Η καταπολέμηση της απάτης εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ αποτελεί κοινό καθήκον και υποχρέωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 325 ΣΛΕΕ.

X Σύσταση 1:

Η Επιτροπή αποδέχεται εν μέρει τη σύσταση.

Η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη, βελτίωσε σημαντικά το σύστημα αναφοράς παρατυπιών της στη διάρκεια των τελευταίων ετών, παρέχοντας δυνατότητα για καλύτερη και λεπτομερέστερη ανάλυση.

Η Επιτροπή αναλαμβάνει τη δέσμευση να βελτιώσει περαιτέρω την αναφορά των παρατυπιών και των κρουσμάτων απάτης και την ανάλυση της φύσης της απάτης, μεταξύ άλλων με την προσαρμογή της συλλογής δεδομένων στις ανάγκες και την καλύτερη κατανόηση του συνολικού πλαισίου καταπολέμησης της απάτης στα διάφορα κράτη μέλη.

Δεν είναι, ωστόσο, δυνατό να εκτιμηθεί η κλίμακα της μη εντοπιζόμενης απάτης με αρκετά αξιόπιστο και αιτιολογημένο τρόπο για μια τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής, με δεδομένο και τον περιορισμό της αποδοτικής χρήσης των περιορισμένων πόρων που διαθέτει η Επιτροπή.

Βλέπε τις αναλυτικές απαντήσεις της Επιτροπής στη σύσταση 1 στην ενότητα των συμπερασμάτων και συστάσεων στο τέλος του εγγράφου.

Σύσταση 2:

Η Επιτροπή αποδέχεται εν μέρει τη σύσταση στο μέτρο που αφορά την εκπόνηση μιας νέας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης. Πρβλ. απάντηση της Επιτροπής στη σύσταση 2 στην ενότητα των συμπερασμάτων και συστάσεων σχετικά με το πιθανό χρονοδιάγραμμα για την ολοκληρωμένη ανάλυση των κινδύνων απάτης.

Όσον αφορά τη σύσταση σχετικά με το χαρτοφυλάκιο ενός δεδομένου Επιτρόπου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η τρέχουσα εσωτερική οργάνωσή της αντικατοπτρίζει ήδη στην πράξη τη σύσταση.

Βλέπε επίσης απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 50-54.

Σύσταση 3:

Πρώτη περίπτωση: Η Επιτροπή αποδέχεται τη σύσταση.

Σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό, οι συναφείς Γενικές Διευθύνσεις είναι υποχρεωμένες να χρησιμοποιούν το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Έχουν ήδη ληφθεί μέτρα για την προώθηση της χρήσης του EDES.

Η Επιτροπή θα συνεχίσει να προτρέπει τα κράτη μέλη να εντοπίζουν και να επισημαίνουν τους οικονομικούς φορείς που εμπλέκονται με υποθέσεις απάτης. Απαιτείται τροποποίηση του δημοσιονομικού κανονισμού ώστε να υποχρεώνονται τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, να επισημαίνουν τους οικονομικούς φορείς που εμπλέκονται με υποθέσεις απάτης. Η Επιτροπή είχε αρχικά προτείνει να θεσπιστεί σαφής υποχρέωση των κρατών μελών να χρησιμοποιούν τα στοιχεία του IMS ως λόγο αποκλεισμού (COM(2014)358). Ωστόσο, τα κράτη μέλη αντιτάχθηκαν σε οποιαδήποτε υποχρέωση αποκλεισμού με βάση τα στοιχεία που παρέχουν στο IMS.

Βλέπε τις αναλυτικές απαντήσεις της Επιτροπής στην ενότητα των συμπερασμάτων και συστάσεων στο τέλος του εγγράφου.

Δεύτερη περίπτωση: Η Επιτροπή αποδέχεται τη σύσταση.

Η Επιτροπή έχει παράσχει πληροφορίες σχετικά με το σύστημα ARACHNE σε όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, το ARACHNE χρησιμοποιείται σε εθελοντική βάση καθώς δεν υφίσταται νομική υποχρέωση για επιβολή της χρήσης του. Η Επιτροπή θα συνεχίσει να παρέχει συνδρομή στις ενδιαφερόμενες αρχές.

Σύσταση 4

Η Επιτροπή αποδέχεται εν μέρει τη σύσταση.

Η Επιτροπή έχει ήδη λάβει μέτρα για την προσαρμογή του νομοθετικού πλαισίου και των λειτουργιών της OLAF εν όψει της σύστασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υποβάλλοντας πρόταση αναθεώρησης του κανονισμού αριθ. 883/2013 (COM(2018)338).

Η καταπολέμηση της απάτης θα ενισχυθεί μέσα από την αλληλοσυμπληρούμενη δράση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της OLAF. Ωστόσο, ο θεμελιώδης ρόλος και αρμοδιότητα της OLAF για την καταπολέμηση της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ μέσω διοικητικών ερευνών δεν πρόκειται να αλλάξει με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη του ΕΕΣ σχετικά με την αναβάθμιση του ρόλου της OLAF στις πολιτικές καταπολέμησης της απάτης των υπηρεσιών και των εκτελεστικών οργανισμών της Επιτροπής. Αυτός ο ενισχυμένος ρόλος εξετάζεται στην επικείμενη επικαιροποίηση της στρατηγικής της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης (CAFS).

Όσον αφορά τα κράτη μέλη, η OLAF θα συνεχίσει να επιτελεί τα συντονιστικά και συμβουλευτικά καθήκοντά της, συγκεκριμένα ως η επικεφαλής υπηρεσία για την αναφορά των παρατυπιών και στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής για τον συντονισμό της πρόληψης της απάτης (COCOLAF). Ομοίως, οι αρμόδιοι διατάκτες στις Γενικές Διευθύνσεις που είναι υπεύθυνες για την επιμερισμένη διαχείριση θα συνεχίσουν να ασκούν τις αρμοδιότητές τους σε σχέση με τα κράτη μέλη.

Βλέπε τις αναλυτικές απαντήσεις της Επιτροπής στην ενότητα των συμπερασμάτων και συστάσεων στο τέλος του εγγράφου.

Εισαγωγή

5

Τα άρθρα 317 και 325 ΣΛΕΕ θεσπίζουν το καθήκον συνεργασίας και την κοινή αρμοδιότητα των κρατών μελών για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης με έναν πιο γενικό τρόπο. Στην αρμοδιότητα αυτή περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, περαιτέρω τομείς της επιμερισμένης διαχείρισης των δαπανών της ΕΕ, καθώς και το σκέλος των εσόδων του προϋπολογισμού της Ένωσης.

9

Τα επιμέρους ζητήματα που εγείρει το ΕΕΣ σχετικά με την πολιτική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης δεν μπορούν να εξεταστούν αποκομμένα από τις σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες και άλλες εξελίξεις στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης οι οποίες παρατίθενται κατωτέρω με χρονολογική σειρά:

  • Η αναθεώρηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης πραγματοποιήθηκε το 2013 με στόχο την ενίσχυση του νομικού πλαισίου, ιδίως όσον αφορά τις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων και τη βελτίωση της διαφάνειας.
  • Στις 19 Απριλίου 2017 εγκρίθηκε από την Επιτροπή το επικαιροποιημένο ολοκληρωμένο πλαίσιο ελέγχου και η αξιολόγηση από ομοτίμους του κινδύνου απάτης, βάσει των οποίων οι σημαντικότεροι κίνδυνοι (συμπεριλαμβανομένης της απάτης) αξιολογούνται από τους αρμόδιους διατάκτες, αναφέρονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων τους και συζητούνται με τις κεντρικές υπηρεσίες στο πλαίσιο διαδικασίας αξιολόγησης από ομοτίμους.
  • Η οδηγία σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ («οδηγία ΠΟΣ») εκδόθηκε από τον συννομοθέτη στις 5 Ιουλίου 2017. Τα κράτη μέλη έχουν στη διάθεσή τους δύο έτη (έως τις 6 Ιουλίου 2019) για τη μεταφορά της στην εθνική νομοθεσία. Η οδηγία παρέχει ένα εναρμονισμένο νομικό πλαίσιο που περιορίζει τα εμπόδια για αποτελεσματική συνεργασία, κυρίως με την εναρμόνιση του ορισμού των τεσσάρων ποινικών αδικημάτων (απάτη, διαφθορά, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και κατάχρηση κονδυλίων), καθώς και των κυρώσεων και των προθεσμιών παραγραφής. Η καθ' ύλην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βασίζεται στην οδηγία ΠΟΣ.
  • Ο κανονισμός 2017/1939 για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εκδόθηκε τον Νοέμβριο 2017. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αναμένεται ότι θα αρχίσει να λειτουργεί στα τέλη του 2020 ή στις αρχές του 2021 σε 22 κράτη μέλη και θα είναι αρμόδια για τη διερεύνηση αδικημάτων εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ συμπεριλαμβανομένων των σοβαρών διασυνοριακών κρουσμάτων απάτης στον τομέα του ΦΠΑ για ποσά που υπερβαίνουν τα 10 εκατ. EUR. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα ασκεί απευθείας διώξεις κατά υπόπτων για αδικήματα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, γεγονός που προσδοκάται ότι θα βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των διώξεων και την ανάκτηση των χρηματικών ποσών που έχουν αποτελέσει αντικείμενο απάτης.
  • Η πρόταση για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 (COM(2018)338) σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την OLAF όσον αφορά τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την αποτελεσματικότητα των ερευνών της OLAF εγκρίθηκε τον Μάιο 2018. Ενώ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα εστιάζει σε ποινικές υποθέσεις εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, ή σε ποινικές έρευνες για διασυνοριακά κρούσματα απάτης στον τομέα του ΦΠΑ, η OLAF θα συνεχίσει να διενεργεί τις διοικητικές έρευνές της σε σχέση με κρούσματα απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σε όλα τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων ερευνών που καταλήγουν σε ποινική δίωξη στα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η πρόταση της Επιτροπής για την τροποποίηση του κανονισμού OLAF (κανονισμός αριθ. 883/2013) έχει ως στόχο να αποσαφηνίσει τους όρους συνεργασίας μεταξύ της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, και να διασφαλίσει την ευρύτερη δυνατή προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ. Η πρόταση έχει επίσης ως στόχο να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των ερευνητικών εργαλείων της OLAF, ιδιαίτερα των ελέγχων και των επιθεωρήσεων, καθώς και την πρόσβαση στα στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών.
  • Ο νέος δημοσιονομικός κανονισμός τέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο 2018 και ενισχύει τα μέσα για την καταπολέμηση των εικονικών εταιρειών και της χρήσης των φορολογικών παραδείσων από ενδιαμέσους φορείς που διαχειρίζονται κονδύλια της ΕΕ. Εδραιώνει το ευρωπαϊκό σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού (EDES) θεσπίζοντας την πλήρη εφαρμογή του από τους εταίρους υλοποίησης υπό καθεστώς έμμεσης διαχείρισης. Γενικότερα, απλοποιεί τους δημοσιονομικούς κανόνες, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τη διευκόλυνση του ελέγχου και τη θωράκισή τους κατά της απάτης.
  • Η αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς προτάθηκε από την Επιτροπή με στόχο την ενίσχυση της διακυβέρνησης των αποκεντρωμένων οργανισμών της ΕΕ ειδικά στον τομέα της απάτης, κυρίως με τη θέσπιση υποχρέωσης για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς να αναφέρουν αμελλητί στην Επιτροπή υποθέσεις απάτης ή έρευνες και με την επιβολή στους οργανισμούς της υποχρέωσης να προσαρμόσουν τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου τους εάν διαθέτουν αποκεντρωμένες υπηρεσίες μακριά από την κύρια έδρα τους. Στόχος είναι να τεθεί η εν λόγω αναθεώρηση σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2019.
  • Οι προτάσεις για τα προγράμματα δαπανών μετά το 2020 περιλαμβάνουν ειδικές αιτιολογικές σκέψεις και διατάξεις σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, ιδίως σε σχέση με τις αρμοδιότητες της OLAF. Περαιτέρω διατάξεις για την καταπολέμηση της απάτης συμπεριλήφθηκαν στην πρόταση για τον κανονισμό περί κοινών διατάξεων.
  • Η επικαιροποίηση της στρατηγικής της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης (CAFS), η οποία θεσπίστηκε για πρώτη φορά το 2011, συνεχίζεται. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, η OLAF εκπόνησε ποιοτική εκτίμηση του κινδύνου απάτης συνθέτοντας τα στοιχεία που υποβλήθηκαν από τις διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής.

Παρατηρήσεις

Κοινή απάντηση στα σημεία 14-16:

Το ζήτημα της μέτρησης του φαινομένου της απάτης έχει συζητηθεί και αναλυθεί εκτενώς. Παρ' όλο που η Επιτροπή συμφωνεί με το ΕΕΣ ότι αυτό θα ήταν το επιθυμητό, δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί η μη εντοπιζόμενη απάτη με αρκετά αξιόπιστο και αιτιολογημένο τρόπο για μια τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής, με δεδομένο και τον περιορισμό της αποδοτικής χρήσης των περιορισμένων πόρων που διαθέτει η Επιτροπή. Αν και δεν αμφισβητείται η χρησιμότητά τους για άλλους σκοπούς, οι ερευνητικές μέθοδοι που προτείνει το ΕΕΣ δεν ενδείκνυνται για το συγκεκριμένο πλαίσιο και ενέχουν τον κίνδυνο να οδηγήσουν σε λήψη αποφάσεων βάσει εσφαλμένων στοιχείων ή, τουλάχιστον, σε προστιθέμενη αξία που δεν θα είναι αναλογική προς το κόστος. Το θέμα αυτό εξετάζεται περαιτέρω στις απαντήσεις στα σημεία 33-37.

Με βάση τις ανωτέρω παραμέτρους και σε συμμόρφωση με τις διατάξεις του άρθρου 325 παράγραφος 5 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή αποφάσισε να εστιάσει στην κλίμακα και στη φύση των παρατυπιών και των (πιθανολογούμενων ή διαπιστωμένων) κρουσμάτων απάτης που εντοπίζονται και αναφέρονται μέσω του καθιερωμένου IMS και βελτιώνει διαρκώς αυτή της τη μέθοδο. Η προσέγγιση αυτή παρέχει τεκμηριωμένες γνώσεις σχετικά με τις αδυναμίες τις οποίες εκμεταλλεύονται στην πράξη οι διαπράττοντες απάτη.

Η Επιτροπή έχει επίγνωση των περιορισμών αυτής της προσέγγισης, αλλά θεωρεί ότι, επί του παρόντος, αποτελεί την πιο αποτελεσματική μέθοδο. Οι δραστηριότητες στον τομέα καταπολέμησης της απάτης πρέπει να θεωρούνται ως μια συνεχής διαδικασία που αξιοποιεί τις επιτυχίες και τις εξελίξεις, κάτι που μπορεί να μοιάζει ανεπαρκές σε σχέση με ένα θεωρητικό μοντέλο αλλά πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με τη γενική πολυπλοκότητα του συστήματος και την ιστορική εξέλιξή του. Μια τέτοια εξελικτική προσέγγιση θέτει τα θεμέλια για μελλοντικές βελτιώσεις. Μπορούν να ληφθούν περαιτέρω μέτρα όπως η καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων βάσεων δεδομένων.

23

Η Επιτροπή βελτιώνει διαρκώς την ποσότητα και την ποιότητα της διαδικασίας αναφοράς παρατυπιών. Η υποχρέωση αναφοράς και οι παρεκκλίσεις και περιορισμοί της παρουσιάζονται στο υλικό υποστήριξης της έκθεσης ΠΟΣ και, συγκεκριμένα, στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής (2016)237 final (το οποίο αναφέρεται ρητώς και σε σχέση με την έκθεση ΠΟΣ του 2016). Βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 24-31.

24

Πρώτο σημείο: Το νέο «Εγχειρίδιο για την αναφορά των παρατυπιών στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης», που εκπονήθηκε από την OLAF σε συνεργασία με εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη, αναφέρει σαφώς την τελική έκθεση της OLAF ως ένα από τα δεδομένα που δημιουργούν υποχρέωση αναφοράς για τα κράτη μέλη. Το IMS προβλέπει ειδικό πεδίο για τη συμπλήρωση του αριθμού αναφοράς της έρευνας OLAF. Ωστόσο, αυτή η βασική πληροφορία μπορεί να μην είναι πάντοτε γνωστή στο επίπεδο της αναφέρουσας αρχής στο κράτος μέλος. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ποιότητα των δεδομένων εξαρτάται από την ποιότητα των αναφορών που υποβάλλουν τα κράτη μέλη.

Δεύτερο σημείο:

Πρώτο υποσημείο: Τα κρούσματα απάτης που προκύπτουν στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των ενδιάμεσων δημόσιων φορέων που συμμετέχουν στην υλοποίηση ενός επιχειρησιακού προγράμματος στο επίπεδο της επιλογής έργων ή των δημοσίων διαγωνισμών πρέπει να αναφέρονται στο IMS, με μερικές περιορισμένες εξαιρέσεις (δηλ. ένα κατώτατο όριο υποβολής αναφοράς). Η αναφορά που γίνεται από το ΕΕΣ σχετίζεται με τον ορισμό του «οικονομικού φορέα», ο οποίος δεν περιλαμβάνει δημόσιους φορείς που ασκούν τις εξουσίες τους ως δημόσιες αρχές. Το «Εγχειρίδιο για την αναφορά των παρατυπιών στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης» παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποσκοπώντας στον περιορισμό των περιπτώσεων στις οποίες οι δημόσιοι φορείς δεν θεωρείται ότι ενεργούν ως οικονομικός φορέας (και, συνεπώς, των περιπτώσεων που δεν αναφέρονται μέσω του IMS).

Δεύτερο υποσημείο: Από νομική σκοπιά, η υποχρέωση αναφοράς των περιπτώσεων «πιθανολογούμενης απάτης» καλύπτει επίσης τις περιπτώσεις για τις οποίες δεν έχει πραγματοποιηθεί πληρωμή. Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι οι περιπτώσεις παρατυπιών χωρίς πρόθεση εξαπάτησης για τις οποίες δεν έχει πραγματοποιηθεί πληρωμή καλύπτονται από εξαίρεση ως προς την υποχρέωση αναφοράς.

Από τεχνική σκοπιά, το IMS δεν περιλαμβάνει υποχρεωτικά πεδία, πέραν των πεδίων που σχετίζονται με το ταμείο και την περίοδο προγραμματισμού. Το πεδίο «ονομασία έργου» μπορεί, συνεπώς, να παραμείνει κενό χωρίς αυτό να εμποδίζει την αναφορά.

Τρίτο σημείο: Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ένας όγκος πληροφοριών μπορεί πράγματι να χάνεται λόγω του κατώτατου ορίου υποβολής αναφοράς των 10 000 EUR. Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές σχετίζονται κυρίως με υποθέσεις ελάσσονος σημασίας οι οποίες, σε μεγάλο βαθμό, αφορούν μεμονωμένους δράστες που εμπλέκονται σε απλές μορφές απάτης. Ως εκ τούτου, η προστιθέμενη αξία των εν λόγω πληροφοριών θα ήταν περιορισμένη. Είναι επίσης πιθανό ότι οι εθνικές εισαγγελικές αρχές θα έθεταν στο αρχείο την πλειονότητα αυτών των υποθέσεων.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να δίνουν συνέχεια στις εντοπιζόμενες παρατυπίες, ανεξαρτήτως του κατώτατου ορίου υποβολής αναφοράς.

Η Επιτροπή εκτιμά ότι το «τελικό ποσοστό εντοπισμού» δεν θα μεταβαλλόταν παρά οριακά εάν δεν προβλεπόταν καθόλου κατώτατα όρια57.

25

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι πρακτικές αναφοράς μπορεί να ποικίλλουν όχι μόνον από χώρα σε χώρα αλλά και από τη μια αναφέρουσα αρχή στην άλλη. Σχετικές επεξηγηματικές πληροφορίες περιέχονται στα διάφορα έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύουν τις εκθέσεις ΠΟΣ των προηγούμενων ετών.

Η Επιτροπή εργάζεται σταθερά για τον κατά το δυνατόν εξορθολογισμό της πρακτικής αναφοράς παρέχοντας πληροφορίες και συμβουλές στα κράτη μέλη μέσω συναντήσεων, κατάρτισης, εγχειριδίων, επεξηγηματικών σημειωμάτων, οδηγών και αναπληροφόρησης σχετικά με τις αναφερόμενες υποθέσεις. Επίσης, λαμβάνονται μέτρα που άπτονται της αξιοπιστίας των δεδομένων του IMS (βλέπε απάντηση στο σημείο 30). Το εγχειρίδιο που αναφέρεται από το ΕΕΣ εκδόθηκε το 2017, οπότε δεν θα μπορούσε να έχει ήδη αντίκτυπο στις πληροφορίες που αναλύθηκαν από το ΕΕΣ και παρουσιάζονται στο παράρτημα 4.

Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα ζητήματα που εγείρει το ΕΕΣ ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στο ποσοστό εντοπισμού του συγκεκριμένου έτους υποβολής αναφορών, αλλά ότι οι επιπτώσεις αυτές μειώνονται σημαντικά στο επίπεδο των πολυετών αναλύσεων ή των αναλύσεων που επικεντρώνονται σε μια πλήρη περίοδο προγραμματισμού, όπως εκείνες που δημοσιεύονται και επικαιροποιούνται ετησίως στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής «Στατιστική αξιολόγηση παρατυπιών».

26

Η θέσπιση των ποσοστών εντοπισμού απάτης συνέβαλε στην καθιέρωση ενός αντικειμενικού δείκτη για τη μέτρηση των επιδόσεων των κρατών μελών, αντί της σύγκρισης απόλυτων αριθμών, αποτελώντας ένα ακόμη βήμα προόδου σε μια διαρκώς εξελισσόμενη διαδικασία.

27

Παρ’ όλο που τα ποσοστά εντοπισμού αποτελούν δείκτες απάτης που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, η απευθείας σύγκριση των ποσοστών εντοπισμού πρέπει να τίθεται στο σωστό πλαίσιο. Το γενικό πλαίσιο καταπολέμησης της απάτης στα διάφορα κράτη μέλη είναι η βάση έναντι της οποίας πρέπει να ερμηνεύονται τα δεδομένα σχετικά με τους εντοπισμούς και οι σχετικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών. Η OLAF αναλύει αυτά τα δεδομένα και συνεργάζεται με τα κράτη μέλη για τη βελτίωση της πρόληψης, του εντοπισμού και της αναφοράς στα κράτη μέλη.

28

Η ανάλυση των λόγων στους οποίους οφείλονται οι αποκλίσεις στα αναφερόμενα στοιχεία προϋποθέτει λεπτομερή ανάλυση των 28 εθνικών συστημάτων για την καταπολέμηση της απάτης. Πρόκειται για μια προσέγγιση υψηλής έντασης πόρων η οποία δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά μόνο σταδιακά.

29

Παρ’ όλο που θα μπορούσε να εξεταστεί στο πλαίσιο μιας ευρύτερης και βαθύτερης ανάλυσης του γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση της απάτης στα διάφορα κράτη μέλη, η απουσία ισχυρής συσχέτισης μεταξύ των αναφερόμενων ποσοστών εντοπισμού απάτης και της αναφερόμενης αντίληψης της διαφθοράς δεν πρέπει να υπερτονίζεται. Η διαφθορά αποτελεί μία από τις πολλές μεθόδους που επιστρατεύονται για τη διάπραξη απάτης εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ.

Επίσης, βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 33-37 σχετικά με τους δείκτες αντίληψης.

30

Όσον αφορά την αξιοπιστία των στοιχείων του IMS, η Επιτροπή δεν έχει από μόνη της τη δυνατότητα να την ελέγξει σε γενική κλίμακα. Ωστόσο, η OLAF επενδύει στον εξορθολογισμό των πρακτικών αναφοράς των κρατών μελών (βλέπε απάντηση στο σημείο 25) και στη διενέργεια των βασικών ελέγχων ποιότητας.

Οι έλεγχοι που αφορούν τα συστήματα αναφοράς παρατυπιών διενεργούνται στο πλαίσιο των ελέγχων συστήματος.

Τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να θεσπίσουν αποτελεσματικά και αναλογικά μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης στο πλαίσιο του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου τους, με βάση εκτίμηση του κινδύνου. Αυτό αποτελεί ειδική κανονιστική απαίτηση για την καταπολέμηση της απάτης κατά την περίοδο 2014–2020 η οποία θεσπίζεται στον κανονισμό περί κοινών διατάξεων (άρθρο 125 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του ΚΚΔ). Στο επεξηγηματικό σημείωμα για το συγκεκριμένο άρθρο, η Επιτροπή ορίζει ότι η καθιέρωση διαυγών μηχανισμών αναφοράς αποτελεί βασικό στοιχείο της πρόληψης αλλά και του εντοπισμού. Επιβεβαιώνεται ότι τα πιθανολογούμενα κρούσματα απάτης πρέπει να αναφέρονται στην αρχή που έχει υποδειχθεί από το κράτος μέλος σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 122 παράγραφος 2 του ΚΚΔ.

Όσον αφορά την περιφερειακή πολιτική, δυνάμει της βασικής απαίτησης 7, οι ελεγκτές της Επιτροπής ελέγχουν εάν οι διαχειριστικές αρχές ενός ορισμένου επιχειρησιακού προγράμματος συμμορφώνονται με τη γενική υποχρέωσή τους να προλαμβάνουν, να εντοπίζουν, να αναφέρουν και να διορθώνουν τις παρατυπίες, συμπεριλαμβανομένων των παρατυπιών με πρόθεση εξαπάτησης. Ορισμένα ευρήματα του ελέγχου των υπηρεσιών της Επιτροπής αφορούσαν, π.χ., τη μη αναφορά μέσω του IMS των εντοπιζόμενων παρατυπιών.

Όσον αφορά την κοινή γεωργική πολιτική, η Επιτροπή αξιολογεί την ποιότητα των στοιχείων του IMS στο πλαίσιο των ελέγχων του ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός. Οι παρατυπίες (συμπεριλαμβανομένων των κρουσμάτων απάτης) αναφέρονται σε παράρτημα στους ετήσιους λογαριασμούς.

Σε σχέση με τους ελέγχους, η Επιτροπή ζητεί από τις ελεγκτικές αρχές να διενεργούν ελέγχους σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων για την καταπολέμηση της απάτης. Το σύνηθες πεδίο εφαρμογής των έγκαιρων προληπτικών ελέγχων συστήματος (EPSA) που διενεργεί η Επιτροπή περιλαμβάνει επίσης επανεξέταση των μέτρων για την καταπολέμηση της απάτης.

31

Δεν υπάρχουν τέλεια συστήματα για τη συλλογή δεδομένων σε ποινικές υποθέσεις σχετιζόμενες με τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ οι οποίες αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης από τις εθνικές αρχές, και τα εθνικά συστήματα είναι ως επί το πλείστον ατελή και μη προσβάσιμα από την Επιτροπή.

Ακόμη και τα κράτη μέλη που συλλέγουν στατιστικά στοιχεία για ποινικές έρευνες διαθέτουν συνήθως πολύ γενικές πληροφορίες, οι οποίες αφορούν τις παραβάσεις άρθρων του ποινικού κώδικα και όχι τον προσδιορισμό του ενωσιακού ή εθνικού ταμείου ή του είδους δραστηριότητας που επηρεάζεται.

Κατά συνέπεια, το πιο ολοκληρωμένο σύστημα συστηματικής συλλογής πληροφοριών σχετικά με ποινικές υποθέσεις που σχετίζονται με τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ είναι το IMS. Όπως και κάθε σύστημα, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι το IMS επιδέχεται περαιτέρω βελτίωση.

Κοινή απάντηση στα σημεία 33-36:

Η Επιτροπή θεωρεί ότι, στο πλαίσιο της μέτρησης της απάτης εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, η εκτίμηση των επιπέδων απάτης μέσω ερευνών θυμάτων ή μαρτύρων αξιόποινων πράξεων ή μέσω ερευνών αντίληψης δεν αποτελεί κατάλληλο εργαλείο, καθώς οι εν λόγω μέθοδοι εστιάζουν περισσότερο στον προσδιορισμό ή στη χρήση δεικτών κινδύνου για συγκεκριμένους σκοπούς και σε συγκεκριμένους τομείς βάσει διοικητικών δεδομένων. Το ΕΕΣ αναφέρεται σε δείκτες βασισμένους σε έρευνες για τη μέτρηση της διαφθοράς και εισηγείται προσαρμογή της μεθοδολογίας αυτής για τη μέτρηση της μη εντοπιζόμενης απάτης εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ. Οι μέθοδοι αυτές έχουν δεχθεί διάφορες επικρίσεις που αναδεικνύονται από τις ίδιες δημοσιεύσεις τις οποίες αναφέρει και το ΕΕΣ. Επίσης, οι δυσκολίες αυτές εντείνονται σημαντικά σε σχέση με ορισμένες κατηγορίες δαπανών του προϋπολογισμού, όπως η αναπτυξιακή βοήθεια.

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την παράγραφο 3.14 της ετήσιας έκθεσης 2015 του ΕΕΣ, η ομάδα ερευνών για τους σύνθετους δείκτες (που χρηματοδοτείται από την ΕΕ) έχει επισημάνει το γεγονός ότι οι σύνθετοι δείκτες, ενώ πράγματι προσφέρουν μια σφαιρική εικόνα, μπορεί να οδηγήσουν σε απλουστευτικά συμπεράσματα σε επίπεδο πολιτικής.

Συνεπώς, αν και δεν αμφισβητείται η χρησιμότητά τους για άλλους σκοπούς, οι έρευνες θυμάτων ή μαρτύρων αξιόποινων πράξεων ή οι έρευνες αντίληψης δεν ενδείκνυνται για τη μέτρηση της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ και ενέχουν τον κίνδυνο να οδηγήσουν σε λήψη αποφάσεων βάσει εσφαλμένων στοιχείων ή, τουλάχιστον, σε προστιθέμενη αξία που δεν θα είναι αναλογική προς το κόστος.

Τέλος, ο δημοσιονομικός κανονισμός προβλέπει ότι ο προϋπολογισμός της ΕΕ εκτελείται σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας και βάσει αποτελεσματικού και αποδοτικού εσωτερικού ελέγχου. Σε σχέση με αυτό, η πρόληψη, ο εντοπισμός, η διόρθωση και η συνέχεια που δίδεται στα κρούσματα απάτης και στις παρατυπίες βασίζεται σε βέλτιστες διεθνείς πρακτικές, και συνίσταται στην εφαρμογή της κατάλληλης στρατηγικής διαχείρισης και ελέγχου κινδύνων με συντονισμό μεταξύ των ενδεδειγμένων παραγόντων της αλυσίδας ελέγχου. Ο δημοσιονομικός κανονισμός προβλέπει ότι ο εσωτερικός έλεγχος και η εκτέλεση του προϋπολογισμού πρέπει να εξελίσσονται στην κατεύθυνση της βελτίωσης του λόγου κόστους-οφέλους των ελέγχων. Με άλλα λόγια, το κόστος των ελέγχων πρέπει να είναι αναλογικό και αντίστοιχο προς τα αποτελέσματα σε επίπεδο ανάκτησης.

Η Επιτροπή δεσμεύεται να βελτιώσει την αξιολόγηση της στρατηγικής διαχείρισης και ελέγχου κινδύνων.

Πλαίσιο 1

Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η ποιότητα του ελέγχου της διαφθοράς ήταν ένας μόνον από τους δείκτες που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη «Αξιολόγηση της ποιότητας της διακυβέρνησης σε περιφερειακό επίπεδο με χρήση στοιχείων από δημόσιες συμβάσεις προμηθειών».

37

Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα παραδείγματα του ΕΕΣ καθιστούν σαφές ότι η Επιτροπή μπορεί να βελτιώσει την ανάλυσή της όσον αφορά την απάτη. Ωστόσο, οι μέθοδοι βάσει παραδειγμάτων δεν είναι οικονομικά συμφέρουσες για την εκτίμηση της κλίμακας της μη εντοπιζόμενης απάτης ή διαφθοράς με άρτιο, αξιόπιστο και αιτιολογημένο τρόπο με σκοπό την υποστήριξη τεκμηριωμένων πρωτοβουλιών πολιτικής, δεδομένης της πολυμορφίας του προϋπολογισμού της ΕΕ.

39

Η OLAF διενεργεί ανάλυση της απάτης σε συμμόρφωση και με τον κανονισμό αριθ. 883/2013. Η OLAF συμβάλλει στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη μεθόδων πρόληψης και καταπολέμησης της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η OLAF προάγει και συντονίζει, μαζί με τα κράτη μέλη και μεταξύ των κρατών μελών, την ανταλλαγή επιχειρησιακών εμπειριών και βέλτιστων διαδικαστικών πρακτικών.

Κοινή απάντηση στα σημεία 40-42:

Η έκθεση ΠΟΣ αναφέρεται στον προϋπολογισμό της ΕΕ συνολικά και, ως εκ τούτου, πρέπει να υιοθετεί μια γενική προσέγγιση. Η ανάλυση εμβαθύνεται, βελτιώνεται και εμπλουτίζεται χρόνο με τον χρόνο (όπως αναγνωρίζεται και από τους βασικούς ενδιαφερομένους: τα κράτη μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο). Η έκθεση ΠΟΣ του 2017, π.χ., περιλαμβάνει λεπτομερή ανάλυση ανά συνιστώσα όσον αφορά τη γεωργική πολιτική και προσθέτει ανάλυση των «Μεταφορών», ενός άλλου τομέα προτεραιότητας.

Η OLAF αναλύει τη φύση ή τον τρόπο λειτουργίας της απάτης, γενικά (μέσω της έκθεσης ΠΟΣ) και σε μεγαλύτερο βάθος (μέσω επιμέρους έργων). Το αναλυτικό έργο της ίδιας της OLAF σχετικά με τις μορφές απάτης και τα συστημικά τρωτά σημεία μπορεί πράγματι να εντατικοποιηθεί και να διευρυνθεί, όπως υποδεικνύει και το ΕΕΣ, ανάλογα με τους πόρους που διατίθενται στην ανάλυση και στην πρόληψη. Παρ' όλο που τα προγράμματα δαπανών εξελίσσονται σε βάθος χρόνου, τα θεμελιώδη στοιχεία των προγραμμάτων και, συνεπώς, οι κίνδυνοι απάτης, δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά. Οι συλλογές υποθέσεων παραμένουν, συνεπώς, έγκυρες και χρήσιμες.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ανάλυση των μορφών απάτης και των συστημικών τρωτών σημείων πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι οι εν λόγω μελέτες χαρακτηρίζονται από υψηλή ένταση πόρων.

43

Σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού, η Επιτροπή διαθέτει αποκεντρωμένη δομή για τον εσωτερικό έλεγχο, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης κινδύνου και των μέτρων για την καταπολέμηση της απάτης. Βασίζεται στις ικανότητες και αρμοδιότητες των κύριων διατακτών στους οποίους έχει ανατεθεί η διαχείριση των κονδυλίων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού και της μείωσης των κινδύνων απάτης. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι εν λόγω κίνδυνοι εκτιμώνται πρωτίστως στο επίπεδο των Γενικών Διευθύνσεων.

Ωστόσο, οι υπηρεσίες της Επιτροπής καθοδηγούνται και υποστηρίζονται με πολλούς τρόπους στη διαχείριση του κινδύνου απάτης σε επίπεδο θεσμικού οργάνου, π.χ. μέσω του πλαισίου εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής (2017) και του αντίστοιχου οδηγού εφαρμογής, μέσω του εγγράφου της OLAF «Μεθοδολογία και καθοδήγηση για τις στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης των ΓΔ» (2016) και μέσω της ανταλλαγής απόψεων και βέλτιστων πρακτικών, κυρίως στο πλαίσιο του δικτύου πρόληψης και εντοπισμού περιπτώσεων απάτης της Επιτροπής.

Για την υπό εξέλιξη επικαιροποίηση της στρατηγικής της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης (CAFS), η Επιτροπή αξιοποιεί τις μεμονωμένες αναλύσεις κινδύνου των διαφόρων υπηρεσιών, τις οποίες συνέθεσε η OLAF υπό μορφή ποιοτικής εκτίμησης του κινδύνου απάτης σε επίπεδο θεσμικού οργάνου.

44

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενεργούν σε συμμόρφωση με την απαίτηση για αποτελεσματικό και αποδοτικό εσωτερικό έλεγχο, δυνάμει του άρθρου 36 παράγραφος 1 του δημοσιονομικού κανονισμού, τόσο στην επιλογή των αναλυτικών μεθόδων που θα χρησιμοποιήσουν για την εκτίμηση του κινδύνου απάτης όσο και στον καθορισμό των ελέγχων καταπολέμησης της απάτης που πρόκειται να διενεργηθούν με στόχο τη μείωση των κινδύνων απάτης. Τούτου λεχθέντος, η Επιτροπή προτίθεται να ενισχύσει τις αναλυτικές δυνατότητες της OLAF, οι οποίες, σε εύθετο χρόνο, θα συμβάλουν στην περαιτέρω βελτίωση των εκτιμήσεων του κινδύνου απάτης (βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στις συστάσεις 1, 3.1 και 4).

Ορισμένες υπηρεσίες της Επιτροπής, και ιδίως η ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής Ανάπτυξης (ΓΔ REGIO), χρησιμοποιούν εξωτερικές πηγές κατά περίπτωση (όπως, π.χ., η Transparency International και η DIGIWHIST).

45

Χωρίς λεπτομερή ανάλυση της μεθοδολογίας που χρησιμοποιήθηκε για την κατάρτιση του παγκόσμιου μητρώου κινδύνων απάτης του Chartered Institute of Public Finance and Accountancy, είναι δύσκολο για την Επιτροπή να εκτιμήσει την προστιθέμενη αξία του για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Αμφιβολίες ως προς αυτό εγείρει το γεγονός ότι το μητρώο καταγράφει σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο απάτης στον τομέα της καταβολής μισθών (41 %) έναντι της απάτης στον τομέα των δημόσιων προμηθειών (32 %)58. Στις έρευνες της OLAF δεν καταγράφεται ανάλογη τάση59.

46

Η Επιτροπή συμφωνεί, γενικά, ότι η ανάλυση των στοιχείων που σχετίζονται με την απάτη θα μπορούσε να ενισχυθεί (βλέπε απάντηση της Επιτροπής στη σύσταση 1). Ωστόσο, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι οι προτεινόμενοι τρόποι ανάλυσης υπερτερούν έναντι των μεθόδων εκτίμησης που χρησιμοποιούνται σήμερα από τις υπηρεσίες της Επιτροπής.

Όσον αφορά τη ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης (ΓΔ AGRI), τα όργανα της ΕΕ που διαχειρίζονται κονδύλια της κοινής γεωργικής πολιτικής παρακολουθούνται στενά από τις υπηρεσίες της ΓΔ AGRI προκειμένου να διασφαλίζεται ότι διαθέτουν τα κατάλληλα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου. Μέσω αυτής της διαδικασίας, επιτυγχάνεται επίσης με έμμεσο τρόπο η εποπτεία των δικαιούχων.

Ταυτόχρονα, το πλαίσιο διασφαλίσεων που έχει θεσπίσει η Επιτροπή με στόχο την εγγύηση της νομιμότητας και της κανονικότητας των δαπανών ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο απάτης.

47

Προτεραιότητα των υπηρεσιών της Επιτροπής είναι η δέσμευση για εντοπισμό των τρωτών σημείων και των μηχανισμών απάτης και για λήψη μέτρων ευαισθητοποίησης σχετικά με τους εν λόγω μηχανισμούς.

Όσον αφορά τα κρούσματα απάτης, η Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο εντατικοποίησης της διαδικασίας κατάρτισης του προφίλ των διαπραττόντων απάτη εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, ως μίας από τις ενισχυμένες λειτουργίες ανάλυσης κατά τη σύσταση του ΕΕΣ.

48

Ο «τρόπος λειτουργίας» που αναφέρεται από το ΕΕΣ (δηλαδή η φύση της απάτης, όπως, π.χ., η δημιουργία τεχνητών συνθηκών) καλύπτεται από το αναλυτικό έργο της OLAF.

Επειδή οι πολύπλοκοι κανόνες τείνουν να είναι πιο ευάλωτοι σε σφάλματα και στην απάτη, η Επιτροπή πρότεινε την απλούστευση των γενικών και των τομεακών δημοσιονομικών κανόνων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτό λειτουργεί αποτελεσματικά, π.χ., στη μείωση των παρατυπιών και των κρουσμάτων απάτης στο πρόγραμμα Horizon 2020. Ο δημοσιονομικός κανονισμός του 2018 απλουστεύει περαιτέρω τους κανόνες για την επιστροφή εξόδων, προωθώντας τη χρήση των απλουστευμένων επιλογών κόστους (εφάπαξ ποσά) και μορφών χρηματοδότησης που δεν σχετίζονται με τα έξοδα. Με τον τρόπο αυτό, παρέχει απλούστερους και λιγότερο ευάλωτους στην απάτη δημοσιονομικούς κανόνες για τα προγράμματα δαπανών της περιόδου 2021-2027.

Πλαίσιο 2

Η Επιτροπή συμμερίζεται την ανησυχία του ΕΕΣ. Για να αποδειχτεί η ύπαρξη τεχνητών προϋποθέσεων, πρέπει να τηρηθούν οι αυστηροί όροι που έχει ορίσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι ουσιώδους σημασίας να διαφυλαχθεί η ασφάλεια δικαίου για τους δικαιούχους που ενεργούν σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία. Ως εκ τούτου, οι οργανισμοί πληρωμών δύνανται να αρνηθούν να προβούν στην πληρωμή αποκλειστικά και μόνο βάσει σαφώς τεκμηριωμένων αποδείξεων και όχι βάσει απλών υπονοιών. Επομένως, συχνά αφιερώνουν χρόνο και προσπάθειες για να συγκεντρώσουν αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία και στη συνέχεια κινούν διαδικασίες ανάκτησης.

49

Η «δυνατότητα πραγματοποίησης δαπανών διακριτικής ευχέρειας» που αναφέρεται από το ΕΕΣ συνδέεται με την αρχή της επικουρικότητας αλλά όχι χωρίς περιορισμούς: τα κριτήρια και οι όροι επιλεξιμότητας πρέπει να συμφωνούνται με την Επιτροπή και δεν μπορούν στη συνέχεια να τροποποιηθούν μονομερώς. Υπό αυτή την έννοια, η πραγματοποίηση δαπανών δεν μπορεί ποτέ να χαρακτηρίζεται από πλήρη διακριτική ευχέρεια.

Ο «επιτρεπόμενος» βαθμός διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την πραγματοποίηση δαπανών σχετίζεται μόνο με ορισμένους τομείς επιμερισμένης διαχείρισης, στους οποίους τα κράτη μέλη πρέπει επισήμως να ορίσουν τις αρχές που θα διαχειρίζονται τα κονδύλια και υποχρεούνται να θεσπίσουν σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (ΣΔΕ) με επαρκείς διαχειριστικές επαληθεύσεις και ανεξάρτητο ελεγκτικό όργανο.

Η Επιτροπή διεξάγει ελέγχους (ελέγχους συστήματος και ελέγχους λειτουργιών) μέσω των οποίων εντοπίζονται οι κίνδυνοι. Είναι δυνατό να διακοπούν οι πληρωμές σε προγράμματα σε περιπτώσεις σοβαρών ανεπαρκειών του ΣΔΕ.

Συνεπώς, το νομικό πλαίσιο για την επιμερισμένη διαχείριση κατά την περίοδο προγραμματισμού 2014-2020 διασφαλίζει τη διενέργεια ελέγχων σε όλα τα επίπεδα, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τους κινδύνους που σχετίζονται με την πραγματοποίηση δαπανών διακριτικής ευχέρειας.

Οι διαχειριστικές αρχές διαθέτουν έναν βαθμό διακριτικής ευχέρειας, ωστόσο η υλοποίηση των προγραμμάτων εξετάζεται λεπτομερώς από ανεξάρτητο ελεγκτικό όργανο και οι εν λόγω αρχές υπάγονται στο δίκαιο της ΕΕ και αποτελούν αντικείμενο ελέγχων της Επιτροπής/του ΕΕΣ και ερευνών της OLAF.

Ωστόσο, η Επιτροπή θα εξετάσει την πρόταση του ΕΕΣ για ανάλυση του τρόπου με τον οποίο η διακριτική ευχέρεια στα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα της ΕΕ επηρεάζει τον κίνδυνο απάτης.

Κοινή απάντηση στα σημεία 50-54:

Η στρατηγική διαχείριση του κινδύνου απάτης και η πρόληψη της απάτης αποτελούν σημαντικούς στόχους για την Επιτροπή.

Η Επιτροπή έχει υιοθετήσει ένα αποκεντρωμένο μοντέλο δημοσιονομικής διαχείρισης, στο πλαίσιο του οποίου οι κύριοι διατάκτες, π.χ. οι Γενικοί Διευθυντές, είναι υπεύθυνοι για τον εσωτερικό έλεγχο, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης του κινδύνου και της πρόληψης της απάτης. Από το 2017, όλες οι υπηρεσίες της Επιτροπής είναι υποχρεωμένες να ορίζουν ανώτερο διοικητικό στέλεχος αρμόδιο για τη διαχείριση του κινδύνου, προκειμένου να υποστηρίζει και να συμβουλεύει τον κύριο διατάκτη σε θέματα εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης του κινδύνου απάτης. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι τα κράτη μέλη διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στη διαχείριση του κινδύνου απάτης για τον προϋπολογισμό της ΕΕ, ιδίως στους τομείς υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης.

Το Μέλος της Επιτροπής που είναι υπεύθυνο για την καταπολέμηση της απάτης κατευθύνει και προωθεί πρωτοβουλίες με στόχο την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της απάτης, ενώ το Σώμα των Επιτρόπων επωμίζεται τη γενική πολιτική ευθύνη για τη διαχείριση του προϋπολογισμού της ΕΕ. Κάθε Μέλος της Επιτροπής λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με περιπτώσεις απάτης απευθείας από την υπηρεσία που υπάγεται στην αρμοδιότητά του/της και αναφέρει τις σημαντικές υποθέσεις στο Σώμα των Επιτρόπων.

Οι επιστολές ανάθεσης καθηκόντων που αποστέλλει ο Πρόεδρος της Επιτροπής επισύρουν ιδιαιτέρως την προσοχή του κάθε Επιτρόπου χωριστά στη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των κονδυλίων της ΕΕ, γεγονός που ενισχύει την πολιτική δέσμευση της Επιτροπής για εφαρμογή της αρχής της μηδενικής ανοχής έναντι της απάτης και για συστηματική διασφάλιση της προστασίας του προϋπολογισμού της ΕΕ από την απάτη.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η OLAF θα μπορούσε να αναλάβει σημαντικότερο και πιο στρατηγικό ρόλο συντονιστή στο πλαίσιο των πολιτικών των υπηρεσιών και των εκτελεστικών οργανισμών της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης.

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το παράρτημα V αποτελεί μια απλουστευμένη παρουσίαση του μοντέλου διακυβέρνησής της. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι, στην πραγματικότητα, το μοντέλο δημοσιονομικής διαχείρισής της κάνει διάκριση μεταξύ των πολιτικών και των επιχειρησιακών αρμοδιοτήτων.

55

Η Επιτροπή εκφράζει την άποψη ότι η OLAF διαδραματίζει ήδη ρόλο στην επισκόπηση των δράσεων για την καταπολέμηση της απάτης και στην υποβολή στοιχείων για τα αποτελέσματα. Μεταξύ άλλων, η OLAF είναι η υπηρεσία που ηγείται του σχεδιασμού της στρατηγικής καταπολέμησης της απάτης σε επίπεδο θεσμικού οργάνου και συντονίζει την εφαρμογή της στρατηγικής αυτής. Επιπροσθέτως, η OLAF παρέχει μεθοδολογικές κατευθύνσεις για τις στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης σε επίπεδο υπηρεσιών και παρακολουθεί την εφαρμογή τους συμμετέχοντας στην κεντρική αξιολόγηση των σχεδίων διαχείρισης και των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων.

Ο εποπτικός ρόλος της OLAF αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στην υπό εξέλιξη επικαιροποίηση της CAFS.

56

Ο κανονισμός περί κοινών διατάξεων (ΚΚΔ) για την περίοδο 2014–2020 θεσπίζει για πρώτη φορά κανονιστική απαίτηση η οποία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν αποτελεσματικά και αναλογικά μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης, με βάση εκτίμηση του κινδύνου.

Η Επιτροπή διενήργησε μελέτη απολογισμού σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 125 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του κανονισμού σε όλα τα κράτη μέλη το 2017. Η εν λόγω μελέτη έλαβε την τελική μορφή της το 2018 και τα πορίσματα δείχνουν ότι, συνολικά, τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει αναλογικά μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης σε σχέση με τους εντοπιζόμενους κινδύνους.

Η ΓΔ Απασχόλησης (ΓΔ EMPL) ξεκίνησε το 2018 θεματικό έλεγχο σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την αναλογικότητα των μέτρων για την καταπολέμηση της απάτης (ο οποίος καλύπτει τα προγράμματα της ΓΔ REGIO και της ΓΔ EMPL).

Η Επιτροπή παρακολουθεί με τις αρμόδιες για τα προγράμματα αρχές των κρατών μελών στην πολιτική συνοχής κάθε κρούσμα απάτης που τίθεται υπόψη της.

Πραγματοποιούνται σε τακτική βάση ανταλλαγές βέλτιστων πρακτικών στη συμβουλευτική επιτροπή για τον συντονισμό της πρόληψης της απάτης (COCOLAF) οι οποίες και αναφέρονται στην ετήσια έκθεση ΠΟΣ.

59

Σημαντικές επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες που προβλέπονται στην CAFS του 2011 (όπως η επικαιροποίηση των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης σε επίπεδο υπηρεσιών, η θωράκιση των χρηματοδοτικών μέσων κατά της απάτης και η εκπαίδευση στην καταπολέμηση της απάτης) συνεχίζονται έως σήμερα και περιγράφονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων των υπηρεσιών. Ομοίως, συνεχίζουν να ισχύουν οι αρχές που καθοδηγούν την προσπάθεια της Επιτροπής για καταπολέμηση της απάτης όπως διατυπώθηκαν στην CAFS του 2011.

60

Η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι οι στόχοι της στρατηγικής της για την καταπολέμηση της απάτης είναι εν πολλοίς γενικής φύσεως• ωστόσο, οι στόχοι υλοποιούνται μέσω πολύ συγκεκριμένων δράσεων που συνοδεύονται από δείκτες αποτελεσμάτων.

Όπου είναι δυνατό και ενδείκνυται, η Επιτροπή έχει ορίσει ποσοτικούς στόχους (όπως, π.χ., η συμμετοχή σε εκπαιδεύσεις για την καταπολέμηση της απάτης ή το επίπεδο ευαισθητοποίησης όσον αφορά την απάτη στις Γενικές Διευθύνσεις), οι οποίοι είναι ενταγμένοι στις στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης (ΣΚΑ) και στα σχετικά έγγραφα στρατηγικού σχεδιασμού και προγραμματισμού (σχέδια διαχείρισης/ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων).

Τούτου λεχθέντος, η Επιτροπή συμφωνεί με το ΕΕΣ ότι θα ήταν επιθυμητό να ενισχυθεί η επικέντρωση στα αποτελέσματα και η μετρησιμότητα της δράσης της για την καταπολέμηση της απάτης. Κάθε περαιτέρω βελτίωση στον τομέα αυτό θα πρέπει να βασίζεται σε ενισχυμένη λειτουργία ανάλυσης κατά τη σύσταση του ΕΕΣ, η οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά μόνο σταδιακά.

62

Η ετήσια έκθεση ΠΟΣ παρουσιάζει τα αποτελέσματα των δράσεων της Επιτροπής και των κρατών μελών για την καταπολέμηση της απάτης αλλά αξιολογεί επίσης, αν και σε περιορισμένο βαθμό, την αποτελεσματικότητα ορισμένων από αυτές τις δράσεις, και ιδίως των μέτρων για την καταπολέμηση της απάτης που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη.

Αν και δεν παρέχει απόλυτη εκτίμηση της αποτελεσματικότητας όλων των οριζόντιων δράσεων για την καταπολέμηση της απάτης που έχουν εγκριθεί από την ΕΕ και τα κράτη μέλη της, η έκθεση ΠΟΣ εκπληρώνει την αποστολή της σύμφωνα με το άρθρο 325 παράγραφος 5 της ΣΛΕΕ, με την ολοκληρωμένη επισκόπηση των δράσεων που έχουν αναληφθεί για την καταπολέμηση της απάτης. Όσον αφορά την αξιολόγηση της συνολικής αποτελεσματικότητας των εν λόγω δράσεων, θα απαιτούσαν πιο στοχευμένες και σε βάθος μελέτες χαρακτηριζόμενες από υψηλή ένταση πόρων.

63

Η ετήσια έκθεση διαχείρισης και επιδόσεων (ΕΕΔΕ) για τον προϋπολογισμό της ΕΕ είναι μια έκθεση που βασίζεται στις πληροφορίες που παραθέτουν οι κύριοι διατάκτες στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων τους. Όσον αφορά τη δράση για την καταπολέμηση της απάτης, περιλαμβάνει ενότητα με πληροφορίες σχετικά με τις στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης και, από το 2017, ενότητα σχετικά με την προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ. Η Επιτροπή θα εξετάσει περαιτέρω τον καταλληλότερο τρόπο παρουσίασης των πολιτικών της για την καταπολέμηση της απάτης στην ΕΕΔΕ. Ωστόσο, η εν λόγω έκθεση, που καλύπτει ολόκληρο το φάσμα των πολιτικών και δραστηριοτήτων της Επιτροπής, θα πρέπει να διατηρήσει τον συνοπτικό χαρακτήρα της. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις δράσεις της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης περιέχονται στην ετήσια έκθεση ΠΟΣ και στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων των Γενικών Διευθύνσεων. Οι τελευταίες περιλαμβάνουν υποενότητα αφιερωμένη στην πρόληψη και τον εντοπισμό της απάτης.

64

Η Επιτροπή συμφωνεί με το ΕΕΣ ότι θα ήταν επιθυμητό να ενισχυθεί η επικέντρωση στα αποτελέσματα και η μετρησιμότητα της δράσης της για την καταπολέμηση της απάτης.

Βλέπε επίσης απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 60.

67

Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το άρθρο 125 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του κανονισμού περί κοινών διατάξεων έχει παράσχει το πλαίσιο για την ενίσχυση των προσπαθειών των υπηρεσιών της Επιτροπής με στόχο την καταπολέμηση της απάτης στα ταμεία ΕΔΕΤ για την περίοδο 2014-2020. Ωστόσο, ήδη κατά την περίοδο προγραμματισμού 2007-2013, οι υπηρεσίες της Επιτροπής εφάρμοζαν αποτελεσματικούς και αναλογικούς ελέγχους για πιθανές παρατυπίες πριν από την εκτέλεση των δαπανών με στόχο την προστασία και τη θωράκιση του προϋπολογισμού της ΕΕ.

Μια επισκόπηση των επιτυχιών των προγενέστερων μέτρων της Επιτροπής για τη θωράκιση κατά της απάτης παρουσιάζεται σε έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής του 200760. Για την περίοδο προγραμματισμού 2007–2013, η Επιτροπή προχώρησε, π.χ., σε επανεξέταση των υποχρεώσεων των κρατών μελών για αναφορά των παρατυπιών στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης61.

Η ειδική τομεακή νομοθεσία στον τομέα της επιμερισμένης διαχείρισης περιέχει διατάξεις για τις παρατυπίες, στις οποίες εντάσσεται ως υποκατηγορία και η απάτη• οι διατάξεις αυτές έχουν θεσπιστεί εδώ και πολλά χρόνια.

68

Η μελέτη που διενεργήθηκε από την Επιτροπή με θέμα την «Πρόληψη της απάτης και της διαφθοράς στα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία – απολογισμός των πρακτικών στα κράτη μέλη της ΕΕ» παρέχει επισκόπηση της εφαρμογής από τα κράτη μέλη του άρθρου 125 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του κανονισμού περί κοινών διατάξεων (ΚΚΔ). Η εν λόγω μελέτη έλαβε την τελική μορφή της το 2018 και, μεταξύ άλλων, αποτελεί επισκόπηση των πρακτικών και των μέτρων που έχουν ληφθεί στα κράτη μέλη. Η μελέτη θεωρείται ένα πρώτο βήμα και, με βάση τα πορίσματα της, η Επιτροπή θα εξετάσει τις επόμενες και τις περαιτέρω ενέργειες.

70

Η έλλειψη τυποποιημένης διαδικασίας για τη συνέχεια που δίδεται στις συστάσεις για διοικητικές ενέργειες, οι οποίες διαφέρουν όλες μεταξύ τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δείγμα αναποτελεσματικότητας αυτών των συστάσεων. Στην πραγματικότητα, η OLAF εγκύπτει στο αποτέλεσμα αυτών των συστάσεων χωριστά για κάθε περίπτωση. Η OLAF και η Επιτροπή διερευνούν επί του παρόντος πώς μπορεί να ενισχυθεί η παρακολούθηση της συνέχειας που δίδεται στις συστάσεις για διοικητικές ενέργειες της OLAF.

71

Η εκτίμηση του κινδύνου απάτης αποτελεί μέρος του πλαισίου της Επιτροπής για τη διενέργεια των εκτιμήσεων επιπτώσεων των νομοθετικών προτάσεων. Το εργαλείο #25 σχετικά με τη πρόληψη της απάτης εντάχθηκε στην εργαλειοθήκη για τη βελτίωση της νομοθεσίας κατά την αναθεώρηση της τελευταίας το 201762. Ο κίνδυνος απάτης πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο μιας εκτίμησης επιπτώσεων μόνον όταν αυτό έχει νόημα. Αυτό αποτελεί βασική αρχή της αναλογικής ανάλυσης που αποτελεί το θεμέλιο του συστήματος εκτίμησης επιπτώσεων της Επιτροπής.

72

Οι κατευθυντήριες οδηγίες για τη βελτίωση της νομοθεσίας προ του 2017 δεν προέβλεπαν διενέργεια εκτιμήσεων του κινδύνου απάτης. Για την περίοδο 2014–2020, διενεργούνταν σχετικές εκτιμήσεις, παρ' όλο που εκείνη την εποχή δεν απαιτούνταν από τις κατευθυντήριες οδηγίες για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Τα προγράμματα δαπανών θωρακίζονταν κατά της απάτης με συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών που πραγματοποιούν τις δαπάνες και της OLAF, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής του 2007 για τη θωράκιση κατά της απάτης και την CAFS του 2011. Η αναθεώρηση του 2017 των κατευθυντήριων οδηγιών για τη βελτίωση της νομοθεσίας περιέχει πλέον ρητή πρόβλεψη για εργαλείο πρόληψης της απάτης.

73

Η πρόληψη, ο εντοπισμός, η διόρθωση και η συνέχεια που δίδεται στις περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών συγκαταλέγονται στους στόχους των εσωτερικών ελέγχων (άρθρο 32 του δημοσιονομικού κανονισμού).

Στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, που αφορά το 80 % του προϋπολογισμού της ΕΕ, ο κίνδυνος απάτης πρέπει να εκτιμάται από τη διαχειριστική αρχή στο πλαίσιο του προγράμματός της (άρθρο 125 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του κανονισμού περί κοινών διατάξεων). Οι προτάσεις για τα προγράμματα της περιόδου 2021–2027 περιέχουν διάταξη η οποία ορίζει ότι η αρμόδια αρχή για τη διαχείριση του προγράμματος πρέπει να «θεσπίζει αποτελεσματικά και αναλογικά μέτρα και διαδικασίες για την καταπολέμηση της απάτης, λαμβάνοντας υπόψη τους εντοπιζόμενους κινδύνους». Η εν λόγω διάταξη, όταν εγκριθεί, θα εφαρμόζεται στα επτά ταμεία επιμερισμένης διαχείρισης που καλύπτονται από τον κανονισμό περί κοινών διατάξεων.

Ενώ η απαίτηση για διενέργεια εκτιμήσεων του κινδύνου απάτης στη διαδικασία σχεδιασμού των προγραμμάτων δαπανών θα αποκτήσει ακόμη πιο επίσημο χαρακτήρα εν όψει του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ) μετά το 2020, η θωράκιση κατά της απάτης αποτελούσε ήδη μια αρχή που συμμεριζόταν η Επιτροπή στο τρέχον ΠΔΠ.

Πιο συγκεκριμένα, η Επιτροπή θεωρεί ότι αντιμετώπισε ορθώς το ζήτημα των ελέγχων πρόληψης και εντοπισμού της απάτης εισηγούμενη μια σειρά ουσιαστικών μέτρων σε καθεμία από τις νομοθετικές προτάσεις που υπέβαλε στις 29 Μαΐου 2018 μαζί με το πακέτο του ΠΔΠ:

  • τα νομοθετικά δημοσιονομικά δελτία απαριθμούν τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την πρόληψη της απάτης και των παρατυπιών•
  • ειδικές διατάξεις καθορίζουν ποιος (π.χ. η Επιτροπή, τα κράτη μέλη) θα επιβάλλει αναλογικά μέτρα και διαδικασίες για την καταπολέμηση της απάτης, λαμβάνοντας υπόψη τους εντοπιζόμενους κινδύνους•
  • μια ειδική αιτιολογική σκέψη υπενθυμίζει τις αρμοδιότητες της OLAF (και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας από το 2020) και παραθέτει τους κανονισμούς από τους οποίους απορρέουν οι εν λόγω αρμοδιότητες.

Η OLAF εξέτασε την καταλληλότητα αυτών των μέτρων για τη θωράκιση κατά της απάτης πριν από την έγκρισή τους από την Επιτροπή.

Επιπροσθέτως, ο νέος δημοσιονομικός κανονισμός έχει επιβάλει απλουστευμένες μεθόδους χρηματοδότησης, οι οποίες είναι λιγότερο ευάλωτες στην απάτη, όπως η δυνατότητα χρήσης εφάπαξ ποσών, η χρηματοδότηση με ενιαίο συντελεστή και οι μοναδιαίες δαπάνες για τις επιχορηγήσεις.

75

Η Επιτροπή εισηγήθηκε στα προγράμματα δαπανών του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου μετά το 2020 οριζόντιες αιτιολογικές σκέψεις και διατάξεις σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ έναντι αναξιόπιστων οικονομικών φορέων.

Σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό, έχουν χορηγηθεί τα αναγκαία και ισοδύναμα δικαιώματα και πρόσβαση στην Επιτροπή, στην OLAF, στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και στο ΕΕΣ.

Η δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης των συνεισφορών των ταμείων όπως προβλέπεται στον κανονισμό περί κοινών διατάξεων λειτουργεί ως κίνητρο για τα κράτη μέλη ώστε να εφαρμόζουν τα ίδια δημοσιονομικές διορθώσεις.

Η Επιτροπή παρέχει συστημική θωράκιση κατά της απάτης και επανεξετάζει τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνεται η θωράκιση κατά της απάτης στο πλαίσιο της υπό εξέλιξη επικαιροποίησης της CAFS.

Βλέπε επίσης απάντηση στο σημείο 72.

80

Οι αποφάσεις σχετικά με κυρώσεις δεν βασίζονται μόνο στις πληροφορίες που υποβάλλονται από τις οντότητες που απαριθμούνται στην παρούσα παρατήρηση. Μπορεί επίσης να βασίζονται, μεταξύ άλλων, σε πληροφορίες από ελέγχους που διενεργούνται από τους διατάκτες ή υπό την ευθύνη των διατακτών, από πειθαρχικά μέτρα που λαμβάνονται από αρμόδιους εποπτικούς φορείς οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τον έλεγχο της εφαρμογής των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας, και από αποφάσεις της Επιτροπής ή των αρμόδιων εθνικών αρχών σχετικά με την παραβίαση της ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

Στο μέλλον, τα γεγονότα που τεκμηριώνονται στο πλαίσιο ελέγχων ή ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει επίσης να αποτελούν πηγή πληροφοριών.

81

Ο αποκλεισμός των αναξιόπιστων οικονομικών φορέων βάσει σύστασης της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 143 του δημοσιονομικού κανονισμού (πρώην άρθρο 108 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2012) προϋποθέτει μια ορισμένη διαδικασία, προκειμένου να γίνεται σεβαστό το δικαίωμα ακρόασης και η αρχή της αναλογικότητας.

82

Η απάτη ή η διαφθορά συχνά συνυπάρχει με άλλους λόγους αποκλεισμού. Συνεπώς, στις περιπτώσεις στις οποίες δεν ήταν νομικά δυνατός ο αποκλεισμός λόγω απάτης ή διαφθοράς για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από το 2016, επιβλήθηκε αποκλεισμός για άλλους έγκυρους λόγους, όπως σοβαρά επαγγελματικά παραπτώματα ή σοβαρές παραβάσεις συμβατικών διατάξεων, διασφαλίζοντας έτσι τον αποτρεπτικό χαρακτήρα του συστήματος.

83

Για τα γεγονότα που χρονολογούνται πριν από την έναρξη ισχύος του νέου δημοσιονομικού κανονισμού τον Αύγουστο 2018, η νομοθεσία επιτρέπει τον αποκλεισμό φυσικών προσώπων που τελούν υπό αποκλεισμό και όταν τα εν λόγω πρόσωπα είναι καίριας σημασίας για την ανάθεση ή την υλοποίηση νομικών δεσμεύσεων.

84

Για τα γεγονότα που χρονολογούνται από το 2016 και μετά, ο δημοσιονομικός κανονισμός προβλέπει τον αποκλεισμό οικονομικών φορέων όταν ένα διοικητικό στέλεχος τελεί υπό αποκλεισμό. Κατά περίπτωση, η Επιτροπή θα κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας και θεωρεί ότι τα λοιπά θεσμικά και άλλα όργανα της ΕΕ πρέπει να πράξουν αναλόγως.

Ο νέος δημοσιονομικός κανονισμός προβλέπει μέσα για την καταπολέμηση των εικονικών εταιρειών και της χρήσης των φορολογικών παραδείσων από ενδιαμέσους φορείς που διαχειρίζονται κονδύλια της ΕΕ.

Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι νομικοί περιορισμοί στο πλαίσιο των οποίων λειτουργούν τα δύο συστήματα είναι διαφορετικοί. Ειδικότερα, οι αποφάσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής και/ή εθνικών δικαστικών διαταγών.

Κοινή απάντηση στα σημεία 85 και 86:

Το εργαλείο ARACHNE μπορεί να αποτελέσει σημαντική υποστήριξη για αποτελεσματικά και αναλογικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013. Σχεδιάστηκε με στόχο να συνδράμει τα κράτη μέλη στην πρόληψη και τον εντοπισμό σφαλμάτων και παρατυπιών μεταξύ έργων, δικαιούχων, συμβάσεων και αναδόχων.

Από το 2013 έως σήμερα, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημερώνουν τακτικά τις αρχές των κρατών μελών σχετικά με τα πιθανά πλεονεκτήματα της χρήσης του ARACHNE.

87

Η Επιτροπή διερευνά κατά πόσο τα δεδομένα από το σύστημα EDES (και δυνητικά το ABAC) μπορούν να ενσωματωθούν στο ARACHNE, μεταξύ άλλων με στόχο τη δυνατότητα ελέγχου των δαπανών άμεσης διαχείρισης για την παρουσία δεικτών απάτης.

88

Η ανάπτυξη του ARACHNE ολοκληρώθηκε τον Μάιο 2013 (πρώτη εγκατάσταση) και έκτοτε τα δεδομένα από τα κράτη μέλη που αποφάσισαν να εντάξουν το ARACHNE στη στρατηγική τους για την καταπολέμηση της απάτης εισάγονται σταδιακά στο σύστημα.

Το EDES έχει εφαρμογή σε όλες τις πτυχές της άμεσης αλλά και της έμμεσης διαχείρισης, μετά την έναρξη ισχύος του νέου δημοσιονομικού κανονισμού.

Το νέο σύστημα EDES θεσπίστηκε το 2016 και, ως εξ αυτού, οι διαπιστώσεις του ΕΕΣ βασίζονται σε δημοσιοποιημένα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν μόνο την αρχική περίοδο έως τις 30 Ιουνίου 2018. Αυτό δεν επιτρέπει αξιολόγηση της λειτουργίας του συστήματος, συμπεριλαμβανομένου του αποτρεπτικού χαρακτήρα του.

90

Η Επιτροπή επισημαίνει τις ακόλουθες πρόσθετες και σημαντικές παραμέτρους για την εκτίμηση του αντικτύπου των διοικητικών ερευνών της OLAF:

  • μια σε βάθος ανάλυση των συστάσεων για διοικητικές ενέργειες με στόχο την αντιμετώπιση των συστημικών ανεπαρκειών•
  • τα προληπτικά μέτρα που εκδίδονται από την OLAF στη διάρκεια μιας έρευνας δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού 883/2013 με στόχο να αποφευχθεί η περαιτέρω κλιμάκωση της απάτης ή των παρατυπιών•
  • το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των ερευνών της OLAF σε σχέση με άτομα που θα μπορούσαν δυνητικά να διαπράξουν απάτη•
  • τις αρμοδιότητες των υπηρεσιών της Επιτροπής και των κρατών μελών (αναφορά στην OLAF και εφαρμογή των συστάσεών της) ώστε να καταστεί το έργο της OLAF αποτελεσματικό και στην πράξη.

Επιπροσθέτως, η Επιτροπή και/ή η OLAF προχώρησαν σε μια σειρά καίριων μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούσαν στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των ερευνητικών δραστηριοτήτων της OLAF. Στις εν λόγω μεταρρυθμίσεις περιλαμβάνονται:

  • οι οδηγίες της OLAF προς τους ερευνητές σχετικά με τις δημοσιονομικές συστάσεις (2016)•
  • η επανεξέταση από την OLAF του συστήματος παρακολούθησής της με στόχο ταχύτερους ρυθμούς όσον αφορά τις επόμενες ενέργειες (2017)•
  • η οδηγία ΠΟΣ (2017)•
  • η αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού (2018)•
  • η πρόταση τροποποίησης του κανονισμού αριθ. 883/2013 με στόχο τη βελτίωση, μεταξύ άλλων, των ερευνητικών εργαλείων για την OLAF και τη διευκόλυνση της χρήσης των τελικών εκθέσεων της OLAF (2018).
91

Οι συστάσεις της OLAF για κίνηση δικαστικών διαδικασιών μπορεί επίσης να περιέχουν γενικές προτάσεις προς τις δικαστικές αρχές για εξέταση των πορισμάτων που περιλαμβάνονται στην τελική έκθεση της OLAF στο σύνολό τους, γεγονός που διευρύνει το πεδίο δράσης των δικαστικών αρχών.

92

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 του κανονισμού OLAF, οι συστάσεις της OLAF υποδεικνύουν τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ καθώς και από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2, οι τελικές εκθέσεις της OLAF αποτελούν παραδεκτά στοιχεία σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες στα κράτη μέλη κατά τον ίδιο τρόπο και υπό τους ίδιους όρους με τις διοικητικές εκθέσεις που συντάσσονται από τους εθνικούς διοικητικούς επιθεωρητές. Με στόχο την περαιτέρω βελτίωση του αντικτύπου των ερευνών της OLAF, η Επιτροπή συμπεριέλαβε στην πρότασή της για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 μέτρα για ενίσχυση της χρηστικότητας των τελικών εκθέσεων της OLAF σε εθνικές διαδικασίες.

94

Η συνέχεια που δίδεται από τις εθνικές αρχές στις συστάσεις της OLAF για κίνηση δικαστικών διαδικασιών αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια πρόκληση, η οποία είναι γνωστή στην OLAF και στην Επιτροπή. Όπως εξηγείται στη συνέχεια, αυτό οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων, π.χ., στο γεγονός ότι κάθε κράτος μέλος ακολουθεί δική του πολιτική δίωξης όσον αφορά τα αδικήματα ΠΟΣ.

Για την αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης, η Επιτροπή εισηγήθηκε τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αναμένεται να δημιουργήσει μια πιο συνεκτική και αποτελεσματική πολιτική δίωξης των εγκλημάτων εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ στα κράτη μέλη στα οποία θα εκτείνεται η δικαιοδοσία της, με αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των ποινικών διώξεων και των καταδικαστικών αποφάσεων, καθώς και του επιπέδου ανάκτησης.

Επιπροσθέτως, οι αποκλίσεις όσον αφορά την αντικειμενική υπόσταση και τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων αντιμετωπίστηκαν περαιτέρω από την οδηγία (ΕΕ) αριθ. 1371/2017 («οδηγία ΠΟΣ») (βλέπε επίσης απάντηση στο σημείο 97).

Η πρόσφατη πρόταση για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 έχει ως στόχο, μεταξύ άλλων, τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της ερευνητικής δράσης της OLAF και, ως εκ τούτου, προσδοκάται ότι η χρήση αποτελεσμάτων ερευνών της OLAF σε δικαστικές διαδικασίες στα κράτη μέλη θα ενισχυθεί.

Με στόχο να κατανοηθούν καλύτερα οι ακριβείς λόγοι για τη θέση υποθέσεων στο αρχείο και να βελτιωθεί η συνέχεια που δίδεται στις έρευνές της, η OLAF διενήργησε ενδελεχή ανάλυση της συνέχειας που έδωσαν τα κράτη μέλη στις συστάσεις της για κίνηση δικαστικών ενεργειών κατά το διάστημα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2008 και 31ης Δεκεμβρίου 2015, εξετάζοντας 169 συστάσεις για κίνηση δικαστικών ενεργειών που διατυπώθηκαν από την OLAF και τέθηκαν στο αρχείο από τις δικαστικές αρχές των κρατών μελών, από ένα σύνολο 317 συστάσεων. Η OLAF βρίσκεται σε ανοικτή γραμμή διαλόγου με τις δικαστικές αρχές των κρατών μελών με στόχο τη βελτίωση του ποσοστού απαγγελίας κατηγοριών.

95

Όσον αφορά τη σύγκριση ανάμεσα στους αριθμούς απαγγελλόμενων κατηγοριών μετά από συστάσεις της OLAF για κίνηση δικαστικών ενεργειών και τους αριθμούς διώξεων που ασκούνται από τις εθνικές δικαστικές αρχές, πρέπει να λαμβάνει κανείς υπόψη το διαφορετικό πλαίσιο και όρους υπό τους οποίους λειτουργεί η OLAF σε σύγκριση με τις εθνικές αρχές.

Η ευθύνη για την καταπολέμηση της απάτης και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης βαρύνει από κοινού την Ένωση και τα κράτη μέλη63. Σε αυτό το πλαίσιο, η δράση των κρατών μελών είναι φυσικό να υπερισχύει αριθμητικά. Αυτό φαίνεται και από τα αριθμητικά στοιχεία που δημοσιεύονται από την Επιτροπή σε ετήσια βάση στις εκθέσεις της σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εκθέσεις ΠΟΣ)64.

Τα μέτρα σε ενωσιακό και σε εθνικό επίπεδο είναι αλληλοσυμπληρούμενα και το γεγονός ότι το ενωσιακό επίπεδο είναι εξοπλισμένο με δικά του ερευνητικά εργαλεία αποτελεί στοιχείο κρίσιμης σημασίας για την καταπολέμηση της απάτης συνολικά. Αμφότερα τα επίπεδα επωφελούνται από τη στενή συνεργασία.

Επιπροσθέτως, ακόμη και όταν δεν ηγείται της έρευνας, η OLAF συχνά διαβιβάζει πληροφορίες και παρέχει συνδρομή στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και, ιδίως στο πλαίσιο περιπτώσεων συντονισμού, συμβάλλει στις έρευνες που διενεργούνται από τις εθνικές αρχές.

96

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η έκθεση του ΕΕΣ δεν παραβάλλει τα ποσοστά απαγγελίας κατηγοριών ή τα ποσοστά θέσης υποθέσεων στο αρχείο σε συνέχεια συστάσεων της OLAF για κίνηση δικαστικών ενεργειών με συγκρίσιμα στοιχεία από τα κράτη μέλη. Αυτό θα είχε διευκολύνει την εκτίμηση του κατά πόσον οι συστάσεις της OLAF έχουν ικανοποιητικά αποτελέσματα σε εθνικό επίπεδο.

Επειδή ο αριθμός των απαγγελλόμενων κατηγοριών έχει από μόνος του περιορισμένη ενημερωτική σημασία, η OLAF διενήργησε μια πιο ενδελεχή ανάλυση της συνέχειας που έδωσαν τα κράτη μέλη στις συστάσεις για κίνηση δικαστικών ενεργειών που διατύπωσε η OLAF κατά το διάστημα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2008 και 31ης Δεκεμβρίου 2015, όπως προαναφέρθηκε στο σημείο 94.

Η ανάλυση αυτή δεν περιορίστηκε στον τομέα των δαπανών – το αντικείμενο του ελέγχου του ΕΕΣ – αλλά περιλάμβανε επίσης εσωτερικές έρευνες καθώς και τον τομέα των εσόδων, δηλαδή τις τελωνειακές έρευνες.

Πρώτο σημείο: Σύμφωνα με την ανάλυση της OLAF σχετικά με τη συνέχεια που έδωσαν τα κράτη μέλη στις συστάσεις της για κίνηση δικαστικών ενεργειών, η κατηγορία υποθέσεων με «ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία» εμπερικλείει ένα ευρύ φάσμα ετερογενών πραγματικών και νομικών καταστάσεων. Ειδικότερα, περιλαμβάνει υποθέσεις στις οποίες η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων δεν ήταν στην πράξη εφικτή για την OLAF λόγω των περιορισμών στις εξουσίες διενέργειας ερευνών που διαθέτει, καθώς και περιπτώσεις στις οποίες οι αρχές των κρατών μελών αμφισβήτησαν την αποδεικτική αξία της τελικής έκθεσης της OLAF λόγω της ασάφειας της εφαρμοζόμενης νομοθεσίας.

Επιπλέον, ο αριθμός υποθέσεων που τίθενται στο αρχείο λόγω «ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων» (μια από τις συνήθεις εξηγήσεις για τη μη κίνηση διαδικασίας) μπορεί επίσης να ποικίλλει ανάλογα με τους διαφορετικούς διαδικαστικούς κανόνες και πρακτικές στα κράτη μέλη. Σε γενικές γραμμές, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης στα διάφορα στάδια της διαδικασίας έρευνας και δίωξης.

Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι σε σημαντικό αριθμό υποθέσεων, δεν διαβιβάζεται στην OLAF το αναλυτικό σκεπτικό σχετικά με τους πραγματικούς λόγους για τη θέση στο αρχείο.

Δεύτερο σημείο: Παρά τον βαθμό εναρμόνισης που έχει επιτευχθεί βάσει της σύμβασης ΠΟΣ (και εκκρεμούσης της μεταφοράς της οδηγίας ΠΟΣ), συνεχίζουν να υπάρχουν αξιοσημείωτες αποκλίσεις στις εθνικές ποινικές νομοθεσίες όσον αφορά τις λεπτομέρειες, οι οποίες μπορεί να έχουν επίπτωση στο κατά πόσο μια ορισμένη συμπεριφορά θεωρείται αδίκημα σε επίπεδο κρατών μελών. Η OLAF διενεργεί πάντοτε μια πρώτη αξιολόγηση εξετάζοντας κατά πόσο τα διερευνώμενα γεγονότα εμπίπτουν στον ορισμό της απάτης εις βάρος της ΕΕ, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ. Εναπόκειται, συνεπώς, στις εθνικές αρχές να αποφασίσουν εάν θα ακολουθήσουν τις συστάσεις της OLAF ή όχι.

Τρίτο σημείο: Αν και η παραγραφή μπορεί να θεωρηθεί κατ' αρχήν «αντικειμενικός» λόγος, ο χαρακτηρισμός μιας δέσμης γεγονότων ως εγκληματικής ενέργειας εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστικών αρχών, οι οποίες διαθέτουν σημαντικό περιθώριο εκτίμησης ως προς αυτό. Το κατά πόσο μια υπόθεση θεωρείται παραγραφείσα μπορεί, π.χ., να εξαρτάται από τον βαθμό σοβαρότητας που αποδίδεται σε ένα δεδομένο αδίκημα ο οποίος μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην εφαρμοστέα περίοδο παραγραφής. Επίσης η εκτίμηση, π.χ., σχετικά με τον χρόνο έναρξης και τον χρόνο λήξης ενός αδικήματος, με το εάν η συμπεριφορά είχε διαρκή ή επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα, καθώς και σχετικά με ζητήματα διακοπής και αναστολής απαιτούν σύνθετες εκτιμήσεις που απορρέουν από τις ιδιαιτερότητες των εθνικών νομικών συστημάτων. Σε πολλές περιπτώσεις, η OLAF είναι σε θέση να διαβουλευθεί για τα θέματα αυτά με τις εθνικές αρχές και μπορεί να εστιάσει στον στόχο της ανάκτησης ποσών.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η αποφυγή της παραγραφής αποτελεί κοινή ευθύνη όλων των εμπλεκόμενων μερών, και ιδίως των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των κρατών μελών που πρέπει να παρέχουν εγκαίρως πληροφορίες στην OLAF.

Βλέπε επίσης απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 97.

97

Η OLAF συνεργάζεται στενά και εποικοδομητικά με πολλές εθνικές αρχές. Αυτό ισχύει τόσο στο στάδιο της έρευνας (συντονισμός των ερευνητικών δραστηριοτήτων, ανταλλαγή πληροφοριών, συνδρομή στην εξασφάλιση πρόσβασης σε τραπεζικούς λογαριασμούς, κλπ.) όσο και στο επόμενο στάδιο (εφαρμογή των συστάσεων της OLAF από τις εθνικές αρχές). Όταν παρουσιάζονται διαφορές μεταξύ της OLAF και των εθνικών αρχών σχετικά με την ερμηνεία της νομοθεσίας ή των γεγονότων, μπορεί να οργανωθεί συνάντηση.

Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι δικαστικές αρχές των κρατών μελών είναι και πρέπει να είναι ανεξάρτητες από την OLAF. Οι εθνικές αρχές μπορεί συνεπώς να καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα της OLAF. Η πρόκληση που προκύπτει από τις σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την αντικειμενική υπόσταση και τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων, καθώς και τις παραγραφές αποτέλεσε συγκεκριμένα αντικείμενο της νέας οδηγίας ΠΟΣ (οδηγία (ΕΕ) 1371/2017, ιδίως τα άρθρα 3 και 4). Τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να μεταφέρουν την οδηγία ΠΟΣ στο εθνικό δίκαιο έως τον Ιούλιο 2019. Επιπροσθέτως, η οδηγία ΠΟΣ περιλαμβάνει για πρώτη φορά ειδικούς κανόνες σχετικά με τις περιόδους παραγραφής για τα αδικήματα στο πλαίσιο της ΠΟΣ (άρθρο 12). Η πρόταση της Επιτροπής για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 καλύπτει, μεταξύ άλλων, την ανάγκη αποσαφήνισης του νομικού πλαισίου για τα μέτρα που αφορούν τις έρευνες της OLAF.

98

Η συνεργασία μεταξύ της OLAF και των εθνικών εισαγγελέων είναι καλά εδραιωμένη και – σε γενικές γραμμές – λειτουργεί ικανοποιητικά. Οι έρευνες της OLAF πολλές φορές συμπληρώνουν τις εθνικές έρευνες καλύπτοντας πτυχές που υπερβαίνουν το εθνικό σκέλος της υπόθεσης. Ο στενός συντονισμός μεταξύ των εθνικών αρχών και της OLAF θεωρείται ως ορθή πρακτική στην OLAF και πολλές φορές πραγματοποιείται με στόχο την αποφυγή της επικάλυψης ενεργειών και τον περιορισμό των κινδύνων για τις αντίστοιχες ερευνητικές δραστηριότητες.

Η Επιτροπή υπογραμμίζει το γεγονός ότι, βάσει του άρθρου 12 του κανονισμού αριθ. 883/2013, η OLAF ενημερώνει συχνά τις εισαγγελικές αρχές πριν από την περάτωση της έρευνας.

99

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η θέση υποθέσεων στο αρχείο από τις εθνικές δικαστικές αρχές δεν οφείλεται κατ' ανάγκη στην ανεπαρκή συνεργασία μεταξύ της OLAF και των εθνικών αρχών, αν και πάντοτε υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης (βλέπε επίσης απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 97 και 98). Σημαντικοί λόγοι για την παραγραφή γεγονότων μπορεί, π.χ., να είναι το γεγονός ότι η OLAF έλαβε τις πρώτες πληροφορίες πολύ καθυστερημένα ή ότι ο αποδέκτης της σύστασης για κίνηση δικαστικών ενεργειών δεν ενήργησε με αποτελεσματικότητα.

Η OLAF γενικά δεν παραπέμπει προς εκδίκαση παραγραφείσες υποθέσεις.

100

Η Επιτροπή επιθυμεί να υπογραμμίσει την πολυπλοκότητα του θέματος.

Στην πραγματικότητα, οι εξουσίες διενέργειας ερευνών που διαθέτει μια διοικητική υπηρεσία δεν μπορούν να συγκριθούν με τις εξουσίες που έχουν εκχωρηθεί στις ερευνητικές υπηρεσίες που εργάζονται για τις εθνικές εισαγγελικές αρχές. Είναι συνεπώς δυνατό, και παρά τις μεγάλες ερευνητικές προσπάθειές της, οι περιορισμένες εξουσίες διενέργειας ερευνών και πρακτικές δυνατότητες που διαθέτει η OLAF να μην επιτρέπουν τη συγκέντρωση σαφών αποδεικτικών στοιχείων για ένα ποινικό αδίκημα. Ως αποτέλεσμα, μπορεί να λείπουν σημαντικά στοιχεία για την απόδειξη μιας απάτης, όπως η καταβολή δωροδοκιών, οι μεμονωμένες ευθύνες των ενδιαφερομένων προσώπων, ή ο δόλος (mens rea).

Επιπροσθέτως, το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού αριθ. 883/2013 δεν αποτελεί αφεαυτού επαρκή νομική βάση η οποία επιτρέπει στις δικαστικές αρχές όλων των κρατών μελών να χρησιμοποιούν τις εκθέσεις της OLAF ως αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον δικαστηρίου.

Ως αποτέλεσμα, σε ορισμένα κράτη μέλη, μετά την παραλαβή της τελικής έκθεσης της OLAF, οι εισαγγελείς διενεργούν εκ νέου την έρευνα προκειμένου να συγκεντρώσουν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία. Στις περιπτώσεις αυτές, τα ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία που αιτιολογούν τη θέση μιας υπόθεσης στο αρχείο δεν είναι τα στοιχεία που έχει συλλέξει η OLAF, αλλά τα στοιχεία που συλλέγονται από τους εθνικούς ερευνητές (βλέπε επίσης απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 102).

Αντιστρόφως, φαίνεται ότι ενίοτε οι εισαγγελείς προσδοκούν ότι η τελική έκθεση της OLAF θα αποτελεί ένα έτοιμο προς χρήση προϊόν, το οποίο δεν απαιτεί περαιτέρω ερευνητική δραστηριότητα ή, όταν οι εισαγγελείς δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει συλλέξει η OLAF, ότι απλώς απαιτείται επανάληψη των ερευνητικών δραστηριοτήτων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από τους ερευνητές της OLAF. Σε αυτή την περίπτωση, εάν τα στοιχεία δεν είναι ήδη πλήρη στην τελική έκθεση της OLAF, η υπόθεση μπορεί να τεθεί στο αρχείο με αιτιολογία την ανεπάρκεια αποδεικτικών στοιχείων.

Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις στις οποίες η θέση στο αρχείο φαίνεται να οφείλεται σε περιορισμένη γνώση των κανόνων που διέπουν τις χρηματοδοτήσεις της ΕΕ και κυρίως της υποχρέωσης του δικαιούχου να παρέχει ακριβείς πληροφορίες.

Οι εθνικές αρχές ενδέχεται επίσης να αποφασίσουν να θέσουν στο αρχείο πολιτικά ευαίσθητες υποθέσεις.

Παρά ταύτα, πάγιος στόχος της OLAF παραμένει η βελτίωση της ποιότητας των τελικών εκθέσεων και της συνέχειας που δίδεται στις συστάσεις της. Μια σειρά έργων βρίσκεται ήδη στο στάδιο της προπαρασκευής, όπως τα νέα υποδείγματα για τις τελικές εκθέσεις.

101

Η περίοδος που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του εικαζόμενου αδικήματος δεν συνδέεται μόνο με τη διάρκεια των ερευνών της OLAF, η οποία μειώνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, αλλά και με τον εντοπισμό της απάτης, τον χρόνο γνωστοποίησης στην OLAF και τη χρονική στιγμή κατά την οποία ο εθνικός εισαγγελέας προέβη τελικώς σε ενέργειες με βάση τη σύσταση της OLAF.

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ανάλυση σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στις έρευνες της OLAF βασίστηκε σε σχετικά μικρό αριθμό συνεντεύξεων με τις υπηρεσίες της Επιτροπής και τις δικαστικές αρχές των κρατών μελών.

Βλέπε επίσης απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 99.

102

Η αξιολόγηση του κανονισμού OLAF που διενήργησε το 2017 η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το βασικό εμπόδιο στο να δίδεται συνέχεια στις συστάσεις για κίνηση δικαστικών διαδικασιών ήταν το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν διασφαλίζει επαρκώς τη χρήση των εκθέσεων της OLAF ως αποδεικτικών στοιχείων ενώπιον δικαστηρίου στα κράτη μέλη. Σε ορισμένα κράτη μέλη, μετά την παραλαβή της τελικής έκθεσης της OLAF, οι εισαγγελείς διενεργούν εκ νέου ολόκληρη την έρευνα προκειμένου να συγκεντρώσουν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία. Αυτό εγείρει ζητήματα αποδοτικότητας, ενώ μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραγραφή αδικημάτων.

Το ζήτημα του παραδεκτού αντιμετωπίζεται στην πρόταση της Επιτροπής για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 883/2013.

Επισημαίνεται ότι δεν εφαρμόζουν όλα τα κράτη μέλη την αρχή της νομιμότητας: στις χώρες στις οποίες η απόφαση για τη διερεύνηση μιας υπόθεσης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της δικαστικής αρχής, μια τελική έκθεση της OLAF μπορεί να αποτελέσει το αποφασιστικό επιχείρημα υπέρ της κίνησης δικαστικής έρευνας.

103

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η μέση διάρκεια των περατωθεισών και των εν εξελίξει ερευνών ήταν 15,8 μήνες και ότι το μέσο διάστημα που απαιτήθηκε για την επιλογή των συγκεκριμένων υποθέσεων ήταν 1,8 μήνες65.

Η OLAF κινεί διαδικασίες έρευνας μετά από ανάλυση πληροφοριών πιθανού ερευνητικού ενδιαφέροντος οι οποίες διαβιβάζονται στην OLAF από εξωτερικές πηγές. Αυτό γίνεται χωρίς περιττές καθυστερήσεις.

Αποτελεί επίσης συνήθη πρακτική της OLAF να κινεί διαδικασία εξέτασης μιας υπόθεσης μετά από ανάκτηση πληροφοριών στο πλαίσιο δικών της ερευνητικών δραστηριοτήτων με στόχο την άμεση αντιμετώπιση παράτυπων συμπεριφορών.

104

Η σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα συμβάλει στη διόρθωση ορισμένων αδυναμιών του υφιστάμενου συστήματος έρευνας και δίωξης των αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Η OLAF, όπως και όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της ΕΕ και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, θα πρέπει να αναφέρουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς περιττές καθυστερήσεις κάθε υποψία πιθανού ποινικού αδικήματος που εμπίπτει στην ερευνητική δικαιοδοσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορεί, έτσι, να κινεί άμεσα ποινικές έρευνες και διώξεις υποθέσεων πιθανολογούμενης απάτης, και να παραπέμπει τις εν λόγω υποθέσεις προς εκδίκαση. Η Επιτροπή ενέκρινε την πρότασή της για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 883/2013, η οποία προσαρμόζει τη λειτουργία της OLAF στη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με στόχο τη διασφάλιση στενής συνεργασίας που θα βασίζεται στη συμπληρωματικότητα των εντολών τους.

Εν αναμονή της σύστασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η OLAF εξασφαλίζει την αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες εθνικές αρχές δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού αριθ. 883/2013 διαβιβάζοντας εγκαίρως στις αρμόδιες εθνικές αρχές τις συναφείς πληροφορίες που περιέρχονται στην κατοχή της κατά τη διάρκεια εξωτερικών ερευνών.

Πρέπει τέλος να επισημανθεί ότι η μέση διάρκεια των περατωθεισών και των εν εξελίξει ερευνών της OLAF έχει μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη (από 22,4 μήνες το 2011 σε 15,8 μήνες το 2017).

Κοινή απάντηση στα σημεία 106-108:

Όπως αναφέρει και το ΕΕΣ, η διαδικασία της ανάκτησης διαρκεί συνήθως περισσότερα έτη και, συνεπώς, η σύγκριση των ποσών που συστήθηκε να ανακτηθούν και των ποσών που πράγματι ανακτήθηκαν στη διάρκεια της ίδιας περιόδου δεν παρέχει ακριβή μέτρηση και υποτιμά το ύψος των ανακτηθέντων ποσών. Στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών από τους δικαιούχους αποτελεί ευθύνη των κρατών μελών.

Επιπροσθέτως, ο δημοσιονομικός αντίκτυπος των προληπτικών μέτρων που εισηγήθηκε η OLAF και τα ποσά που ως εξ αυτού αποφεύχθηκε να καταβληθούν αχρεωστήτως δεν έχουν συμπεριληφθεί στην εμβέλεια του ελέγχου και, συνεπώς, δεν έχουν αναλυθεί.

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι πραγματικές ανακτήσεις μετά από τις έρευνες της OLAF υπερβαίνουν κατά πολύ το κόστος της OLAF.

109

Η OLAF επιδιώκει διαρκώς τη βελτίωση της ποιότητας των τελικών εκθέσεων και των συστάσεών της. Συγκεκριμένα, τον Οκτώβριο 2016 η OLAF εξέδωσε νέες οδηγίες προς τους ερευνητές με στόχο τη σαφήνεια των πληροφοριών που παρέχονται από την OLAF σε σχέση με τα εκτιμώμενα προς ανάκτηση ποσά.

Βλέπε επίσης απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 115.

110

Οι διαπιστώσεις του ΕΕΣ στο σημείο 110 αναδεικνύουν το γεγονός ότι ορισμένες φορές πρέπει να συνεκτιμάται η παράμετρος του χρόνου όταν επιδιώκεται ένας διττός στόχος, συγκεκριμένα αφενός η ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και αφετέρου να μην τεθεί σε κίνδυνο η ποινική έρευνα σε εθνικό επίπεδο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι διαδικασίες ανάκτησης ενίοτε αναστέλλονται. Η περίπτωση αυτή είναι, ωστόσο, σχετικά σπάνια και αφορά υποθέσεις στις οποίες βρίσκεται σε εξέλιξη εθνική προδικαστική διαδικασία και οι εθνικές δικαστικές αρχές έχουν ζητήσει ρητώς από την OLAF απόλυτη εμπιστευτικότητα για ορισμένη χρονική περίοδο (συνήθως έως την εκτέλεση ή την οριστικοποίηση ορισμένων δραστηριοτήτων). Τα διαστήματα αναστολής των διαδικασιών ανάκτησης είναι γενικά σύντομα.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, η διαδικασία της ανάκτησης διενεργείται εκ παραλλήλου, ανεξάρτητα από τη δικαστική διαδικασία, σύμφωνα με τους κανόνες για την ανάκτηση ποσών μετά από διοικητικές παρατυπίες. Στο ζήτημα αυτό αναφέρονται οι «Κατευθυντήριες γραμμές της OLAF σχετικά με τη χρήση των τελικών εκθέσεων της OLAF από τις υπηρεσίες της Επιτροπής για διαδικασίες ανάκτησης ποσών και άλλα μέτρα στον τομέα των άμεσων δαπανών και των εξωτερικών ενισχύσεων», οι οποίες ορίζουν ότι είναι δυνατή η επιβολή διοικητικών και/ή χρηματικών κυρώσεων με την επιφύλαξη των μέτρων που μπορεί να έχουν ληφθεί σε εθνικό επίπεδο και ότι ο κύριος διατάκτης δεν πρέπει να αναμένει το αποτέλεσμα της ποινικής διαδικασίας (εάν υπάρχει) για να κινήσει διοικητική διαδικασία ή διαδικασία ανάκτησης, εκτός εάν αυτό του ζητηθεί ρητώς από την OLAF.

112

Η Επιτροπή εκφράζει την άποψη ότι με την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, μεταξύ άλλων και μετά από σύσταση της OLAF, σε συνδυασμό με τη διασφάλιση ότι τα αντίστοιχα ποσά αφαιρούνται από τις δαπάνες των προγραμμάτων, ο προϋπολογισμός της ΕΕ προστατεύεται.

Όταν μια γενική διεύθυνση που ασκεί επιμερισμένη διαχείριση, π.χ. η ΓΔ REGIO, παραλαμβάνει τελική έκθεση ελεγχθείσας υπόθεσης από την OLAF, στέλνει επιστολή δημοσιονομικής παρακολούθησης στο κράτος μέλος ζητώντας ανάκτηση των κονδυλίων της ΕΕ σύμφωνα με την τελική έκθεση της OLAF. Το κράτος μέλος καλείται να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Εάν το κράτος μέλος διαφωνεί με την εκτίμηση και τις συστάσεις της OLAF, η ΓΔ REGIO αξιολογεί την απάντηση του κράτους μέλους έναντι όλων των εφαρμοστέων κανόνων και διατυπώνει μια τελική θέση. Ο κύριος διατάκτης μπορεί να αποφασίσει να υιοθετήσει τα συμπεράσματα της τελικής έκθεσης της OLAF και να εφαρμόσει τη σύσταση όπως διατυπώνεται στην έκθεση, μεταξύ άλλων προτείνοντας στην Επιτροπή να εκδώσει απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης για το κατάλληλο ποσό, λαμβάνοντας υπόψη την εφαρμοστέα νομοθεσία.

Εάν το κράτος μέλος συμφωνεί με τη δημοσιονομική σύσταση της OLAF, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να προχωρήσουν στην ανάκτηση των κονδυλίων από τους αντίστοιχους δικαιούχους. Βάσει του κανονισμού περί κοινών διατάξεων (κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013), τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ανακτήσουν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά μετά από διαπίστωση παρατυπίας. Αν και η Επιτροπή δεν έχει υποχρέωση να ελέγχει τα ποσά που ανακτώνται από τον κάθε δικαιούχο, στους ελέγχους συστήματος περιλαμβάνεται επαλήθευση της ορθότητας των δαπανών για τα αποσυρθέντα ποσά και τα ανακτηθέντα ποσά που έχουν καταγραφεί στο λογιστικό σύστημα των πιστοποιουσών αρχών. Επιπλέον, τα κράτη μέλη έχουν ισχυρό κίνητρο να εντοπίζουν και να διορθώνουν τα κρούσματα απάτης και τις παράτυπες δαπάνες, καθώς μπορούν να αντικαθιστούν τα παράτυπα ποσά που εντοπίζονται μετά την υποβολή των λογαριασμών πραγματοποιώντας τις αντίστοιχες προσαρμογές στους λογαριασμούς για το λογιστικό έτος στο οποίο εντοπίστηκε η παρατυπία.

113

Στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, αποτελεί ευθύνη των κρατών μελών να καθορίσουν το ποσό που πρέπει να ανακτηθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία της ΕΕ και την εθνική νομοθεσία κατά περίπτωση. Η ΓΔ AGRI παρακολουθεί με συστηματικό τρόπο κατά πόσο τα κράτη μέλη διαχειρίζονται ικανοποιητικά την ανάκτηση των οφειλών και, αν χρειαστεί, δίνει συνέχεια στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης ως προς τη συμμόρφωση.

Ο προϋπολογισμός της ΕΕ προστατεύεται με την εφαρμογή του λεγόμενου κανόνα του 50/50. Ο κανόνας αυτός ορίζει ότι όταν οι οφειλές δεν ανακτώνται εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος, το ήμισυ του σχετικού ποσού, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, επαναπιστώνεται στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Επιπροσθέτως, στην περίπτωση που η οφειλή δεν ανακτηθεί λόγω αμέλειας του κράτους μέλους, το συνολικό ποσό του χρέους επαναπιστώνεται στον προϋπολογισμό της ΕΕ.

114

Όπως αναφέρει το ίδιο το ΕΕΣ στο σημείο 107, η ανάκτηση είναι μια χρονοβόρα διαδικασία, που διαρκεί κατά μέσο όρο 36 μήνες, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να διαρκέσει ακόμη περισσότερο σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Π.χ., μία τέτοια σύσταση που διατυπώθηκε κατά την περίοδο 2012-2014, και για την οποία δεν έχει ακόμη εκδοθεί τελική απόφαση, αντιπροσωπεύει το 20 % του συνολικού ποσού που είχε συστηθεί προς ανάκτηση στις ΓΔ REGIO, EMPL και AGRI για την εν λόγω χρονική περίοδο. Συνεπώς, το ποσοστό ανάκτησης αναμένεται να αυξηθεί σε βάθος χρόνου.

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ανάλυση του ΕΕΣ δεν περιλαμβάνει τα ποσά που αποφεύχθηκε να καταβληθούν αχρεωστήτως από τον προϋπολογισμό της ΕΕ όπως αποφασίστηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με τις συστάσεις της OLAF. Τα ποσά αυτά και μόνον ανέρχονται συνολικά σε 160 εκατ. EUR για τις συστάσεις που διατυπώθηκαν μεταξύ 2012 και 2014 και, για λόγους σύγκρισης, αντιστοιχούν στο 16 % του συνολικού ποσού που είχε συστηθεί προς ανάκτηση στις τρεις γενικές διευθύνσεις για την εν λόγω χρονική περίοδο.

Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ανακτήθηκαν ή αποσύρθηκαν κονδύλια της ΕΕ, όπου αυτό ήταν δυνατό, με στόχο την προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ.

Βλέπε επίσης απαντήσεις στα σημεία 106-108.

115

Η τελική απόφαση σχετικά με τα προς ανάκτηση ποσά εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιότητας του κύριου διατάκτη.

Η βασική αιτία για τη μη ανάκτηση των ποσών που εισηγήθηκε η OLAF ήταν η απουσία νομικής βάσης για την εφαρμογή δημοσιονομικής διόρθωσης.

Οι οδηγίες που εκδόθηκαν τον Οκτώβριο 2016 για το προσωπικό της OLAF σχετικά με τη σύνταξη και τον υπολογισμό των δημοσιονομικών συστάσεων περιγράφουν, μεταξύ άλλων, αναλυτικά τον τρόπο καθορισμού των σχετικών ποσών (εκτιμώμενος αντίκτυπος των τεκμηριωθέντων γεγονότων, εκτιμώμενα ποσά προς ανάκτηση και τα εκτιμώμενα ποσά που δεν πρέπει να καταβληθούν αχρεωστήτως) καθώς και τις πληροφορίες που περιέχονται στο έγγραφο της σύστασης και στην τελική έκθεση για την τεκμηρίωση των εν λόγω ποσών. Σε συνέχεια αυτών των οδηγιών, η OLAF εξέδωσε τον Ιούλιο 2017 «Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη δημοσιονομική παρακολούθηση», ένα έγγραφο που επανεστιάζει και απλοποιεί την παρακολούθηση των δημοσιονομικών συστάσεων. Επειδή οι νέες οδηγίες και οι αναθεωρημένες κατευθυντήριες γραμμές είναι σχετικά πρόσφατες, ο αντίκτυπός τους στο σύστημα δεν έχει ακόμη διαφανεί πλήρως.

Βλέπε επίσης απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 114.

116

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το ποσό των ενταλμάτων είσπραξης που έχουν εκδοθεί από τη ΓΔ Επικοινωνιακών Δικτύων, Περιεχομένου και Τεχνολογιών (ΓΔ CNECT) και τη ΓΔ Έρευνας και Καινοτομίας (ΓΔ RTD) σε συνέχεια τελικών εκθέσεων της OLAF υπερβαίνει τη συνολική αξία των συστάσεων που έχουν απευθυνθεί στις Γενικές Διευθύνσεις. Σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων, η ανάκτηση δεν κατέστη δυνατή λόγω εκκαθάρισης των εμπλεκόμενων δικαιούχων μετά την έρευνα της OLAF. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη ΓΔ CNECT, στην οποία οι εκκαθαρίσεις εμπόδισαν την ανάκτηση 7,86 εκατ. EUR, ποσό που αντιπροσωπεύει πάνω από το 50 % του συνολικού ποσού των εκδοθέντων ενταλμάτων είσπραξης.

Όπως αναφέρει και το ΕΕΣ, η ανάκτηση είναι μια διαδικασία που συνήθως απαιτεί αρκετά χρόνια. Η διαδικασία ανάκτησης συνεχίζεται για πολλές δημοσιονομικές συστάσεις που εκδόθηκαν κατά την περίοδο 2012–2016 και εκκρεμούσαν ακόμη όταν διενεργήθηκε ο έλεγχος του ΕΕΣ.

Οι οδηγίες της OLAF σχετικά με τις δημοσιονομικές συστάσεις (βλέπε απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 115) διευκρινίζουν, μεταξύ άλλων, τον τρόπο καθορισμού των σχετικών ποσών, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμώμενων προς ανάκτηση ποσών, χρησιμοποιώντας, όπου είναι δυνατό, τους κανόνες των ίδιων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ.

117

Η Επιτροπή σημειώνει τις 20 υποθέσεις που εξετάστηκαν και επιθυμεί να προσθέσει ότι και άλλες Γενικές Διευθύνσεις πέραν της ΓΔ CNECT και της ΓΔ RTD ασκούν άμεση διαχείριση.

Πρώτο σημείο: Οι τελικές εκθέσεις της OLAF μπορούν να χρησιμοποιούνται σε δημοσιονομικές και διοικητικές διαδικασίες εκτός εάν η OLAF παραθέσει συγκεκριμένα τους λόγους για τους οποίους αυτό δεν είναι εφικτό λόγω της ποινικής έρευνας. Βλέπε επίσης απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 110.

Δεύτερο σημείο: Βλέπε απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 109.

Εάν μια γενική διεύθυνση που διαχειρίζεται δαπάνες θεωρήσει ότι μια τελική έκθεση δεν περιέχει σαφή ή επαρκή στοιχεία, μπορεί να επικοινωνήσει με την OLAF και να ζητήσει διευκρινίσεις.

Τρίτο σημείο: Η Επιτροπή επισημαίνει ότι σε πολλές περιπτώσεις η εκκαθάριση μετά από πτώχευση ενός δικαιούχου επέρχεται μετά την περάτωση της υπόθεσης από την OLAF, μετά την έκδοση του εντάλματος είσπραξης και μετά τη λήψη της εκτελεστής απόφασης.

119

Η εμβέλεια και η φύση ενός ελέγχου διαφέρει από την εμβέλεια και τη φύση μιας έρευνας της OLAF και δεν καλύπτει πτυχές όπως η διαφθορά, η απάτη και άλλες σοβαρές δημοσιονομικές παρατυπίες. Οι έλεγχοι μπορεί να μην προσδιορίζουν ολόκληρο το προς ανάκτηση ποσό και μπορεί να μην οδηγούν υποχρεωτικά στον αποκλεισμό οντοτήτων από την επιτροπή EDES.

Βλέπε επίσης απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 109.

120

Ο αριθμός αυτών των δράσεων είναι περιορισμένος σε σχέση με τον αριθμό των συστάσεων που έχει διατυπώσει η OLAF.

Κοινή απάντηση στα σημεία 122-123:

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ΓΔ Γειτονίας και Διαπραγματεύσεων για τη Διεύρυνση (ΓΔ NEAR) και η ΓΔ Ανθρωπιστικής Βοήθειας και Πολιτικής Προστασίας (ΓΔ ECHO) είναι επίσης αποδέκτες δημοσιονομικών συστάσεων της OLAF στον τομέα της έμμεσης διαχείρισης.

Το ΕΕΣ δηλώνει ότι την εποχή που διενεργήθηκε ο έλεγχος τα ανακτηθέντα ποσά αντιστοιχούσαν στο 38 % των δημοσιονομικών συστάσεων της OLAF. Με δεδομένο τον χρόνο που απαιτείται για την επίτευξη σημαντικής προόδου στη διαδικασία ανάκτησης, το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί σε βάθος χρόνου.

Όσον αφορά το δείγμα, βλέπε την απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 117 σχετικά με την άμεση διαχείριση η οποία ισχύει κατ' αναλογία και για το δείγμα στο πλαίσιο της έμμεσης διαχείρισης.

124

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι δράσεις της ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΓΔ DEVCO) υλοποιούνται σε συγκεκριμένο πλαίσιο: γεωγραφικά διεσπαρμένες δράσεις, μεγάλος αριθμός δράσεων, ποικιλομορφία φορέων υλοποίησης και χωρών εταίρων και ποικιλομορφία μεθόδων χορήγησης της βοήθειας. Επιπλέον, το νομικό πλαίσιο και το πλαίσιο επιβολής που ισχύουν για τις δράσεις της ΓΔ DEVCO είναι πολύ διαφορετικά σε σύγκριση με τις δράσεις στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης και πολύ πιο ποικιλόμορφα. Τα ανωτέρω καθώς και η πιθανότητα ανάκτησης λαμβάνονται υπόψη από την OLAF στη διαδικασία επιλογής της. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι πολλοί δικαιούχοι μεταξύ άλλων και εξωτερικής βοήθειας έχουν ως βάση την Ευρώπη και, συνεπώς, είναι δυνατό να αποκλειστούν από τις μελλοντικές χρηματοδοτήσεις μετά από έρευνα της OLAF.

Η εξ ορισμού προσέγγιση της ΓΔ DEVCO είναι να συμμορφώνεται με τις συστάσεις της OLAF. Ωστόσο, όταν υπάρχουν σημαντικοί λόγοι να μη συμμορφωθεί με τις συστάσεις της OLAF, η ΓΔ DEVCO υποβάλει αναφορά στην OLAF σχετικά με την απόφαση και τα μέτρα που λαμβάνει τελικά.

Το περιβάλλον υψηλού κινδύνου στο οποίο λειτουργεί η ΓΔ DEVCO μπορεί, συνεπώς, να αιτιολογήσει γιατί η ΓΔ DEVCO ενίοτε δεν συμμορφώνεται με τις δημοσιονομικές συστάσεις της OLAF.

Η OLAF και η ΓΔ DEVCO θα συσφίξουν τη συνεργασία τους με στόχο την αύξηση του αριθμού των ανακτήσεων.

126

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα είναι ένα ενιαίο, ανεξάρτητο ευρωπαϊκό όργανο που θα λειτουργεί σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη. Οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς θα είναι υπεύθυνοι για την έρευνα, τη δίωξη και την εκδίκαση αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, συνεργαζόμενοι, κατ' αυτό τον τρόπο, στενά με τις εθνικές αρχές επιβολής του νόμου και τις εθνικές δικαστικές αρχές. Οι εδρεύοντες σε κεντρικό επίπεδο Ευρωπαίοι Εισαγγελείς θα επιβλέπουν, εξ ονόματος των μόνιμων τμημάτων, τις έρευνες και τις διώξεις που πραγματοποιούνται από τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, θα διενεργούν οι ίδιοι τις έρευνες.

Αυτή η καινοφανής προσέγγιση θα αναβαθμίσει ουσιαστικά το τρέχον επίπεδο αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας όσον αφορά την καταπολέμηση των αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

127

Βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 97-104.

128

Πρώτο σημείο: Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελεί μια πολύ σημαντική βελτίωση στους τρέχοντες μηχανισμούς δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Επιπλέον, η δομή της (μόνιμα τμήματα και Ευρωπαίοι Εισαγγελείς από κάθε κράτος μέλος) είναι έτσι σχεδιασμένη ώστε να αξιοποιεί την αναγκαία εθνική εμπειρογνωσία διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών πολιτικών στους τομείς των ερευνών και της δίωξης.

Οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία λαμβάνουν δεόντως υπόψη την ανάγκη για ταχεία ερευνητική και διωκτική δράση και για τη διασφάλιση μιας κοινής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στους τομείς των ερευνών και της δίωξης. Η ανάγκη για εσωτερική διαβούλευση και μετάφραση είναι εγγενής σε ένα όργανο της ΕΕ που λειτουργεί σε όλα τα κράτη μέλη και καταπολεμά το διασυνοριακό έγκλημα.

Οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα διενεργούνται πρωτίστως από τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς υπό την εποπτεία του Ευρωπαίου Εισαγγελέα από το ίδιο κράτος μέλος με τον Ευρωπαίο Εντεταλμένο Εισαγγελέα, και υπό τη διεύθυνση και την καθοδήγηση του αρμόδιου μόνιμου τμήματος. Οι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς που μετέχουν στα μόνιμα τμήματα έχουν γνώση του νομικού συστήματος και γνωρίζουν τη γλώσσα των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων που βρίσκονται υπό την εποπτεία τους. Επιπλέον, η σύνθεση του προσωπικού στην έδρα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την υποστήριξη του Σώματος και των τμημάτων θα πρέπει να επιτύχει ικανοποιητική κάλυψη και ισορροπία μεταξύ των νομικών συστημάτων και των γλωσσών ώστε να μπορεί να υποστηρίζει το έργο τους. Ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρέχει επίσης στα μόνιμα τμήματα τη δυνατότητα να αναθέτουν εξουσίες λήψης αποφάσεων στον εποπτεύοντα Ευρωπαίο Εισαγγελέα σε επιμέρους περιπτώσεις, όταν ένα αδίκημα δεν είναι ιδιαίτερα σοβαρό ή όταν οι διαδικασίες δεν είναι πολύπλοκες.

Οι εργασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει κατ’ αρχήν να εκτελούνται σε ηλεκτρονική μορφή. Αυτό θα διευκολύνει περαιτέρω την επικοινωνία μεταξύ των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, των εποπτευόντων Ευρωπαίων Εισαγγελέων και των μόνιμων τμημάτων. Εάν απαιτούνται πρόσθετες μεταφράσεις, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να απευθύνεται για τις υπηρεσίες αυτές στο Κέντρο Μετάφρασης των οργάνων της ΕΕ.

Δεύτερο σημείο: Η Επιτροπή δεν συμμερίζεται την εκτίμηση του ΕΕΣ. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα έχει άμεση αρμοδιότητα για τις έρευνες, τις ποινικές διώξεις και την εκδίκαση των αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Ως προς αυτό, οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς, που θα διαθέτουν τις ίδιες εξουσίες με τους εθνικούς εισαγγελείς επιπροσθέτως των εξουσιών που απορρέουν απευθείας από τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, θα πραγματοποιούν τις έρευνες σε στενή συνεργασία με τις εθνικές αρχές, ενώ οι τελευταίες θα διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με όλες τις οδηγίες που θα δίδονται από τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς.

Ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προβλέπει επίσης για τα κράτη μέλη πολύ συγκεκριμένες υποχρεώσεις παροχής στους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς των πόρων και του εξοπλισμού που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους (άρθρο 96 παράγραφος 6).

Επιπροσθέτως, η OLAF, λόγω της εντολής της στον τομέα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων (ΠΟΣ), καλείται να αποτελέσει σημαντική πηγή πληροφοριών για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Τα θεσμικά και λοιπά όργανα της Ένωσης μπορούν να χρησιμοποιούν την OLAF για τον προκαταρκτικό έλεγχο των ισχυρισμών σε περιπτώσεις στις οποίες δεν διαθέτουν την εμπειρογνωσία να αξιολογήσουν κατά πόσον ορισμένες πληροφορίες μπορεί να πρέπει να παραπεμφθούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Τρίτο σημείο: Το άρθρο 24 του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ορίζει ρητώς ότι όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης και οι αρχές των κρατών μελών γνωστοποιούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάθε αξιόποινη συμπεριφορά ως προς την οποία η Εισαγγελία θα μπορούσε να ασκήσει την αρμοδιότητά της. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι εκείνη που ακολούθως θα αποφασίσει εάν θα ασκήσει την αρμοδιότητά της κινώντας ποινική έρευνα ή κάνοντας χρήση του δικαιώματος ανάληψης υπόθεσης που διαθέτει. Ο σκοπός του μηχανισμού προκαταρκτικής αξιολόγησης είναι να παρέχει στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της ΕΕ τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν την OLAF και την εξειδικευμένη εμπειρογνωσία της για την αξιολόγηση των πληροφοριών που περιέρχονται στην κατοχή των εν λόγω θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ και την παροχή στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πληροφοριών καλής ποιότητας. Θα είναι αποτελεσματικός και δεν θα δημιουργεί προσκόμματα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Η πρόταση της Επιτροπής για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 περιέχει ειδική διάταξη για την προκαταρκτική αξιολόγηση από την ΟLAF, συμπεριλαμβανομένης αυστηρής προθεσμίας για την ολοκλήρωσή της.

Συμπεράσματα και συστάσεις

130

Τα επιμέρους ζητήματα που εγείρει το ΕΕΣ σχετικά με την πολιτική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης δεν μπορούν να εξεταστούν αποκομμένα από τις σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες και άλλες εξελίξεις στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης οι οποίες παρατίθενται κατωτέρω:

  • την αναθεώρηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2013•
  • το επικαιροποιημένο ολοκληρωμένο πλαίσιο ελέγχου και την αξιολόγηση από ομοτίμους του κινδύνου απάτης το 2017•
  • την οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης («οδηγία ΠΟΣ»)•
  • τον κανονισμό 2017/1939 για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας•
  • την πρόταση του 2018 για την τροποποίηση του κανονισμού OLAF (κανονισμός αριθ. 883/2013)•
  • τον νέο δημοσιονομικό κανονισμό (κανονισμός 2018/1046)•
  • την πρωτοβουλία για αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς•
  • τις προτάσεις για τα προγράμματα δαπανών της περιόδου μετά το 2020•
  • την υπό εξέλιξη επικαιροποίηση της στρατηγικής της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης (CAFS).

Βλέπε απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 9.

131

Οι νομικοί περιορισμοί του τρέχοντος συστήματος αναφοράς παρατυπιών και η πολυπλοκότητα του συγκεκριμένου καθήκοντος δεν αποτυπώνονται ικανοποιητικά στην έκθεση του ΕΕΣ.

Η Επιτροπή έχει επίγνωση ορισμένων αδυναμιών του συστήματος αναφοράς της αλλά εργάζεται προοδευτικά και σταθερά με στόχο τη βελτίωση της αναφοράς των παρατυπιών από τα κράτη μέλη (βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 24 και 25). Όπως αναγνωρίζει έμμεσα το ΕΕΣ στο σημείο 31, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει άλλο σύστημα (σε εθνικό επίπεδο ή στα θεσμικά όργανα της ΕΕ) που να συλλέγει δεδομένα σχετικά με την απάτη στον ίδιο βαθμό λεπτομέρειας με το IMS.

132

Δεν υπάρχει οικονομικά συμφέρουσα μέθοδος για την εκτίμηση της μη εντοπιζόμενης απάτης με αρκετά αξιόπιστο και αιτιολογημένο τρόπο για μια τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής (βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 14–16). Οι μέθοδοι που αναφέρονται από το ΕΕΣ δεν ενδείκνυνται για το συγκεκριμένο πλαίσιο (βλέπε απαντήσεις στα σημεία 33–37).

133

Η Επιτροπή συμφωνεί ότι η ανάλυση των μορφών απάτης και των τρωτών σημείων πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα λαμβανομένου, ωστόσο, υπόψη ότι οι εν λόγω μελέτες χαρακτηρίζονται από υψηλή ένταση πόρων.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο προσδιορισμός των κινήτρων που ωθούν στη διάπραξη απάτης δεν θα είχε σημαντική προστιθέμενη αξία στον αγώνα της για την καταπολέμηση της απάτης. Επιπροσθέτως, ορισμένα από τα αίτια που αναδεικνύονται στην έκθεση έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικών προτάσεων όπως ο δημοσιονομικός κανονισμός του 2018 ή οι συναφείς κίνδυνοι έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη στην ελεγκτική δραστηριότητα των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης. Βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 39-49.

134

Στο τομέα των δημόσιων προμηθειών, η ΕΕ έχει διευρύνει και διευκολύνει την πρόσβαση στην αγορά, ιδίως για τις ΜΜΕ, με τη μεταρρύθμιση των οδηγιών για τις δημόσιες προμήθειες το 2014 και άλλες πρωτοβουλίες. Αυτές οι τάσεις σε επίπεδο πολιτικής, με στόχο, π.χ., την ενίσχυση της διαφάνειας, την περαιτέρω ψηφιοποίηση των διαδικασιών και την απλοποίηση, αποτυπώνονται επίσης στον νέο δημοσιονομικό κανονισμό και θα συμβάλουν στη μείωση του κινδύνου διαφθοράς.

Σύσταση 1 – Ακριβέστερος προσδιορισμός της κλίμακας, της φύσης και των αιτίων της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ

Η Επιτροπή αποδέχεται εν μέρει τη σύσταση.

Η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη, βελτίωσε σημαντικά το σύστημά της αναφοράς παρατυπιών στη διάρκεια των τελευταίων ετών, παρέχοντας δυνατότητα για καλύτερη και λεπτομερέστερη ανάλυση.

Η Επιτροπή αναλαμβάνει τη δέσμευση να βελτιώσει περαιτέρω την αναφορά των παρατυπιών και των κρουσμάτων απάτης και την ανάλυση της φύσης της απάτης, με την προσαρμογή της συλλογής δεδομένων στις ανάγκες και την καλύτερη κατανόηση του συνολικού πλαισίου καταπολέμησης της απάτης στα διάφορα κράτη μέλη.

Δεν είναι, ωστόσο, δυνατό να εκτιμηθεί η κλίμακα των μη εντοπιζόμενων επιπέδων απάτης με αρκετά αξιόπιστο και αιτιολογημένο τρόπο για μια τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής, με δεδομένο και τον περιορισμό της αποδοτικής χρήσης των περιορισμένων πόρων που διαθέτει η Επιτροπή.

α) Η Επιτροπή αποδέχεται εν μέρει το στοιχείο α) της σύστασης 1.

Η Επιτροπή συμφωνεί στην περαιτέρω βελτίωση του IMS, με την επιφύλαξη της διενέργειας μελέτης σκοπιμότητας και της διαθεσιμότητας πόρων. Η συμπερίληψη όλων τομέων των δαπανών μπορεί να συνεπάγεται υψηλό κόστος ανάπτυξης και μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στη συνολική απόδοση του IMS. Θα απαιτούσε επίσης την υποβολή νομοθετικών προτάσεων.

Από τη σκοπιά της Επιτροπής, η συμπερίληψη ερευνών της OLAF που έχουν ολοκληρωθεί πρέπει, κατ' αρχήν, να είναι εφικτή. Ωστόσο, λόγω των κανόνων προστασίας των δεδομένων και των απαιτήσεων περί απορρήτου, οι εν εξελίξει έρευνες θα πρέπει να εξαιρεθούν. Επίσης για τις ολοκληρωθείσες έρευνες, πρέπει να γίνεται αναφορά από τα κράτη μέλη προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τηρούνται οι εθνικοί κανόνες περί απορρήτου στις ποινικές έρευνες. Επιπλέον, όσον αφορά τις έρευνες που θα διενεργεί η μελλοντική Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Επιτροπής η ανάληψη οποιασδήποτε δέσμευσης.

Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η Επιτροπή πρότεινε το 2014 κατάργηση του κατώτατου ορίου των 10 000 EUR πέραν του οποίου τα κράτη μέλη οφείλουν να αναφέρουν στο IMS τις έρευνες που αφορούν παρατυπίες με πρόθεση εξαπάτησης. Ωστόσο, τα κράτη μέλη απέρριψαν την πρόταση αυτή.

β) Η Επιτροπή αποδέχεται εν μέρει το στοιχείο β) της σύστασης 1.

Η Επιτροπή προτίθεται να αναβαθμίσει την ανάλυση των κινδύνων απάτης και διαφθοράς εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης της φύσης και των αιτίων της απάτης. Σε αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσαν να καθοριστούν δείκτες κινδύνου. Οι μέθοδοι που προτάθηκαν από το ΕΕΣ (έρευνες μαρτύρων αξιόποινων πράξεων και δείκτες βασισμένοι σε διοικητικά δεδομένα) δεν είναι, ωστόσο, κατάλληλες για τον προϋπολογισμό της ΕΕ και το κόστος τους δεν θα δικαιολογούνταν σε σχέση με τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

135

Παρ' όλο που οι στρατηγικές της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης χρησιμοποιούν επί του παρόντος λίγους μετρήσιμους στόχους και δείκτες, οι γενικές αρχές και προτεραιότητες που καθορίζονται στις στρατηγικές καταπολέμησης της απάτης συντελούν σε μια συνεκτική προσέγγιση της προσπάθειας της Επιτροπής για καταπολέμηση της απάτης (βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 59–64). Η υποβολή στοιχείων σχετικά με την αποτελεσματικότητα των στρατηγικών καταπολέμησης της απάτης τόσο σε επίπεδο θεσμικού οργάνου όσο και σε επίπεδο υπηρεσιών θα βελτιωθεί μόλις τεθεί σε λειτουργία η ενισχυμένη λειτουργία ανάλυσης που αναφέρεται στην απάντηση της Επιτροπής στη σύσταση 1.

136

Η στρατηγική διαχείριση του κινδύνου απάτης και η πρόληψη της απάτης αποτελούν σημαντικούς στόχους για την Επιτροπή.

Η Επιτροπή έχει υιοθετήσει ένα αποκεντρωμένο μοντέλο δημοσιονομικής διαχείρισης, στο πλαίσιο του οποίου οι κύριοι διατάκτες, π.χ. οι Γενικοί Διευθυντές, είναι υπεύθυνοι για τον εσωτερικό έλεγχο, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης του κινδύνου και της πρόληψης της απάτης. Οι αντίστοιχες αρμοδιότητες και καθήκοντα είναι καλά καθορισμένα και από το 2017, όλες οι υπηρεσίες της Επιτροπής είναι υποχρεωμένες να ορίζουν ανώτερο διοικητικό στέλεχος αρμόδιο για τη διαχείριση του κινδύνου, προκειμένου να υποστηρίζει και να συμβουλεύει τον κύριο διατάκτη σε θέματα εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης του κινδύνου απάτης.

Οι πληροφορίες σχετικά με μέτρα καταπολέμησης της απάτης αναφέρονται στο Σώμα των Επιτρόπων που επωμίζεται τη γενική πολιτική ευθύνη για τη διαχείριση του προϋπολογισμού της ΕΕ. Κάθε Μέλος της Επιτροπής λαμβάνει πληροφορίες σχετικά με περιπτώσεις απάτης απευθείας από την υπηρεσία που υπάγεται στην αρμοδιότητά του/της και αναφέρει τις σημαντικές υποθέσεις στο Σώμα των Επιτρόπων.

Οι επιστολές ανάθεσης καθηκόντων που αποστέλλει ο Πρόεδρος της Επιτροπής επισύρουν ιδιαιτέρως την προσοχή του κάθε Επιτρόπου χωριστά στη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των κονδυλίων της ΕΕ, γεγονός που ενισχύει την πολιτική δέσμευση της Επιτροπής για μηδενική ανοχή έναντι της απάτης και για συστηματική διασφάλιση της προστασίας του προϋπολογισμού της ΕΕ από την απάτη.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η OLAF θα μπορούσε να αναλάβει σημαντικότερο και πιο στρατηγικό ρόλο συντονιστή στο πλαίσιο των πολιτικών των υπηρεσιών και των εκτελεστικών οργανισμών της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης. Ο εποπτικός ρόλος της OLAF αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στην υπό εξέλιξη επικαιροποίηση της CAFS.

Σύσταση 2 – Διασφάλιση της καθοδήγησης των δράσεων της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η τρέχουσα εσωτερική οργάνωσή της αντικατοπτρίζει ήδη στην πράξη τη σύσταση 2.1. Βλέπε επίσης απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 50-54.

Η Επιτροπή αποδέχεται εν μέρει τη σύσταση 2.2.

Η Επιτροπή αποδέχεται την ουσία της σύστασης στο μεγαλύτερο μέρος της. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η στρατηγική της για την καταπολέμηση της απάτης μπορεί να προσαρμοστεί μόνο σταδιακά προκειμένου να συμμορφωθεί με τη σύσταση και ότι η πλήρης εφαρμογή της σύστασης θα μπορούσε να επιτευχθεί περίπου στο μέσο της διάρκειας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2021-2027.

Πρώτη περίπτωση: Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη του ΕΕΣ ότι η στρατηγική της για την καταπολέμηση της απάτης προϋποθέτει τη διενέργεια ολοκληρωμένης εκτίμησης του κινδύνου απάτης.

Η διενέργεια μιας τέτοιας εκτίμησης του κινδύνου απάτης θα χρειαζόταν, ωστόσο, αρκετό χρόνο και θα προϋπέθετε σημαντικούς πόρους καθώς θα απαιτούσε όχι μόνο τη θέσπιση ενισχυμένης λειτουργίας ανάλυσης, όπως αναφέρεται στην απάντηση της Επιτροπής στη σύσταση 1, αλλά και την επιδίωξη συλλογής και ανάλυσης των κατάλληλων δεδομένων σε βάθος ετών (βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 14–16, 29, 33–37, 47).

137

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σε σημαντικό βαθμό, για την περίοδο 2014–2020 η θωράκιση κατά της απάτης πραγματοποιήθηκε σε χαμηλότερο του νομοθετικού επίπεδο, κυρίως με τη σύνταξη πρότυπων συμβάσεων και συμφωνιών. Επιπροσθέτως, στον τομέα της επιμερισμένης διαχείρισης έχουν θεσπιστεί σαφείς διατάξεις σχετικά με τις παρατυπίες, στις οποίες εντάσσεται ως επιμέρους κατηγορία και η απάτη.

Βλέπε απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 67.

138

Με την «εργαλειοθήκη για τη βελτίωση της νομοθεσίας» του 2017 (βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 71 και 72 ανωτέρω), η θωράκιση κατά της απάτης εντάχθηκε επισήμως στη διαδικασία σύνταξης των νομοθετικών κειμένων. Ωστόσο, η θωράκιση των προγραμμάτων δαπανών κατά της απάτης αποτελούσε ήδη απαίτηση στο πλαίσιο της στρατηγικής της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης του 2011,66 δηλαδή για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της περιόδου 2014–2020.

Η πρόταση της Επιτροπής για τον κανονισμό περί κοινών διατάξεων σε σχέση με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της περιόδου 2021–2027 περιέχει διάταξη η οποία ορίζει ότι η αρμόδια αρχή για τη διαχείριση του προγράμματος πρέπει να «θεσπίζει αποτελεσματικά και αναλογικά μέτρα και διαδικασίες για την καταπολέμηση της απάτης, λαμβάνοντας υπόψη τους εντοπιζόμενους κινδύνους». Η διάταξη αυτή (άρθρο 68 παράγραφος 1 στοιχείο γ)), εφαρμόζεται στα επτά ταμεία επιμερισμένης διαχείρισης.

139

Στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, εναπόκειται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, ιδίως δε μέτρα πρόληψης, εντοπισμού και διόρθωσης των παρατυπιών και της απάτης, κατά περίπτωση και υπ' ευθύνη τους. Για τον σκοπό αυτό, έχουν πρόσβαση στις αποφάσεις αποκλεισμού που λαμβάνονται στο πλαίσιο του EDES.

Όσον αφορά την εισαγωγή πληροφοριών στο EDES, οι εθνικές αρχές πρέπει να διαβιβάζουν τις πληροφορίες σχετικά με εντοπιζόμενα κρούσματα απάτης και/ή παρατυπίες, όταν αυτό απαιτείται από τους ειδικούς τομεακούς κανόνες. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω διεπαφής μεταξύ του IMS και του EDES.

Βλέπε επίσης απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 138.

140

Η Επιτροπή προωθεί σταθερά τη χρήση του εργαλείου ARACHNE από τα κράτη μέλη (βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 85-88 και σύσταση 3.3).

Σύσταση 3 – Αύξηση της χρήσης εργαλείων για την πρόληψη της απάτης

Η Επιτροπή αποδέχεται εν μέρει τη σύσταση 3.1.

Το πακέτο νομοθετικών προτάσεων για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο υποβλήθηκε τον Μάιο και τον Ιούνιο 2018, δηλαδή πριν από την παραλαβή της σύστασης του ΕΕΣ. Οι προτάσεις αυτές προέβλεπαν θωράκιση κατά της απάτης όσο αυτό ήταν δυνατό στο πλαίσιο των πιεστικών προθεσμιών για την υποβολή του πακέτου ΠΔΠ.

Ήδη στο τρέχον ΠΔΠ τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίζουν αποτελεσματικά και αναλογικά μέτρα και διαδικασίες για την καταπολέμηση της απάτης, λαμβάνοντας υπόψη τους εντοπιζόμενους κινδύνους, σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εκτίμηση του κινδύνου απάτης είναι μια διαρκής διαδικασία, που δεν υπόκειται σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Η πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τον κανονισμό περί κοινών διατάξεων (ΚΚΔ) στηρίζει την απαίτηση για διενέργεια εκτίμησης του κινδύνου απάτης. Ωστόσο, δεν προβλέπει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για αυτό. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσθήκη μιας απαίτησης που θα έπρεπε να εκπληρωθεί πριν από την έκδοση του κανονισμού θα καθυστερούσε την έγκριση των προγραμμάτων, πράγμα που αντίκειται στον στόχο του ΚΚΔ.

Μια μελέτη που διενεργήθηκε με αντικείμενο τη συμμόρφωση των κρατών μελών με τη συγκεκριμένη διάταξη βρίσκεται στο στάδιο της οριστικοποίησης. Τα κράτη μέλη θα αξιοποιήσουν αυτή την εμπειρία στην εκτίμηση του κινδύνου απάτης που θα διενεργήσουν στο μέλλον.

Η Επιτροπή εξετάζει την ενίσχυση των αναλυτικών δυνατοτήτων της OLAF, γεγονός που, στη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού 2021-2027, θα συμβάλει στην περαιτέρω βελτίωση των εκτιμήσεων της Επιτροπής σχετικά με τον κίνδυνο απάτης (βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στις συστάσεις 1 και 4).

Η Επιτροπή αποδέχεται το στοιχείο α) της σύστασης 3.2.

Σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό, η συναφής Γενική Διεύθυνση υποχρεούται να χρησιμοποιεί το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Έχουν ήδη ληφθεί μέτρα για την προώθηση της χρήσης του EDES.

Η Επιτροπή αποδέχεται το στοιχείο β) της σύστασης 3.2.

Απαιτείται τροποποίηση του δημοσιονομικού κανονισμού ώστε να υποχρεώνονται τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, να επισημαίνουν τους οικονομικούς φορείς που εμπλέκονται με υποθέσεις απάτης.

Η Επιτροπή είχε αρχικά προτείνει (COM(2014)358) να θεσπιστεί σαφής υποχρέωση των κρατών μελών να χρησιμοποιούν τα στοιχεία του IMS ως λόγο αποκλεισμού. Ωστόσο, τα κράτη μέλη αντιτάχθηκαν σε οποιαδήποτε υποχρέωση αποκλεισμού με βάση τα στοιχεία που παρέχουν στο IMS.

Η Επιτροπή αποδέχεται τη σύσταση 3.3.

Η Επιτροπή παρείχε πληροφορίες, στοχευμένη εκπαίδευση και ενεργή υποστήριξη και καθοδήγηση σχετικά με το εργαλείο ARACHNE σε όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, το ARACHNE χρησιμοποιείται σε εθελοντική βάση καθώς δεν υφίσταται νομική υποχρέωση για επιβολή της χρήσης του. Η Επιτροπή θα συνεχίσει να παρέχει ενεργά τη συνδρομή της σε όλες τις αρχές και να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη που δεν χρησιμοποιούν επαρκώς (ή δεν χρησιμοποιούν καθόλου) το εργαλείο Arachne να το κάνουν, όπως περιγράφεται στον «Χάρτη για την εισαγωγή εφαρμογής του εργαλείου βαθμολόγησης κινδύνων Arachne στις διαχειριστικές επαληθεύσεις» που διατίθεται σε όλα τα κράτη μέλη.

Βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 85-88.

141

Όσον αφορά τον γενικό αντίκτυπο των ερευνών της OLAF, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα προληπτικά μέτρα που εκδίδει η OLAF (βλέπε άρθρο 7 του κανονισμού αριθ. 883/2013) και το γενικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα των ενεργειών της OLAF αποτελούν επίσης σημαντικά στοιχεία τα οποία πρέπει να εκτιμηθούν.

Η ανάλυση σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στις έρευνες της OLAF βασίστηκε σε σχετικά μικρό αριθμό συνεντεύξεων με υπηρεσίες της Επιτροπής και δικαστικές αρχές των κρατών μελών.

Η Επιτροπή υπογραμμίζει επίσης ότι και άλλοι εμπλεκόμενοι, ιδίως δε άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ και κράτη μέλη, κατέχουν στο πλαίσιο του υφιστάμενου συστήματος σημαντικούς ρόλους και αρμοδιότητες στον εντοπισμό και στη διερεύνηση των παρατυπιών και στη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων συνέχειας.

Όσον αφορά το ποσοστό απαγγελίας κατηγοριών, δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας των ερευνών της OLAF, καθώς η απαγγελία κατηγοριών είναι μία μόνον από πολλές πιθανές εκβάσεις των ερευνών της OLAF. Μια ορθή πρακτική που ακολουθείται συχνά είναι η εκ παραλλήλου εργασία της OLAF και των εθνικών δικαστικών αρχών και ο συντονισμός των επιχειρησιακών δραστηριοτήτων τους ώστε να μην χάνεται χρόνος. Η OLAF βελτίωσε επίσης τη συνεργασία της με τις δικαστικές αρχές όσον αφορά τη συνέχεια που δίδεται στις συστάσεις της.

Οι δυσκολίες όσον αφορά τη συνέχεια που δίδεται από τις εθνικές αρχές στις συστάσεις της OLAF για κίνηση δικαστικών διαδικασιών αποτελούν εδώ και πολλά χρόνια πρόκληση, η οποία είναι γνωστή στην OLAF, στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη. Για την αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης, η Επιτροπή εισηγήθηκε τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Επίσης, η πρόσφατη πρόταση της Επιτροπής για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 έχει ως στόχο τη βελτίωση της συνέχειας που δίδεται στις συστάσεις της OLAF για κίνηση δικαστικών διαδικασιών, κυρίως αποσαφηνίζοντας τα κριτήρια παραδεκτού των αποτελεσμάτων ερευνών της OLAF σε δικαστικές διαδικασίες στα κράτη μέλη.

Βλέπε επίσης απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 94-104.

142

Η OLAF έλαβε μέτρα με στόχο τη διευκρίνιση των πληροφοριών που περιέχονται στις τελικές εκθέσεις καθώς και του περιεχομένου των συστάσεων σχετικά με εκτιμώμενα προς ανάκτηση ποσά. Η OLAF εξέδωσε «Οδηγίες σχετικά με τη σύνταξη των δημοσιονομικών συστάσεων και των σχετικών ενοτήτων της τελικής έκθεσης» τον Οκτώβριο 2016 οι οποίες αναμένεται ότι θα διευκολύνουν την εφαρμογή των συστάσεων της OLAF. Ο αντίκτυπος αυτών των οδηγιών στις δημοσιονομικές συστάσεις αναμένεται να διαφανεί σε όλη του την έκταση στο μέλλον.

Επίσης, τον Ιούλιο 2017 η OLAF εξέδωσε νέες «Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη δημοσιονομική παρακολούθηση» οι οποίες σχεδιάστηκαν, μεταξύ άλλων, με στόχο τη μείωση του χρονικού διαστήματος για τον υπολογισμό των προς ανάκτηση ποσών από τις Γενικές Διευθύνσεις που χειρίζονται δαπάνες.

Βλέπε επίσης απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 106-124.

Σύσταση 4 – Επανεξέταση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων της OLAF στην καταπολέμηση της απάτης κατά την εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ σε συνάρτηση με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

Η Επιτροπή αποδέχεται εν μέρει τη σύσταση.

Όσον αφορά την ερευνητική λειτουργία της OLAF, η Επιτροπή έλαβε μέτρα για την προσαρμογή του πλαισίου ερευνών της OLAF στη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με την υποβολή πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, της 23ης Μαΐου 2018, COM(2018)338.

Η προτεινόμενη σχέση μεταξύ των δύο οργάνων θα πρέπει να βασίζεται, όπως ορίζεται από τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στις αρχές της στενής συνεργασίας, της ανταλλαγής πληροφοριών, της συμπληρωματικότητας και της αποφυγής της επικάλυψης ενεργειών.

Επιπροσθέτως, η πρόταση προβλέπει στοχευμένες αλλαγές για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των ερευνών της OLAF.

Οι διοικητικές έρευνες της OLAF θα διατηρήσουν την ειδική προστιθέμενη αξία τους προς όφελος της εν γένει προστασίας του προϋπολογισμού της ΕΕ. Βλέπε επίσης απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 126-128.

Όσον αφορά την πρόληψη της απάτης και την ανάλυση του κινδύνου απάτης, η Επιτροπή προτίθεται να ενισχύσει τον ρόλο της OLAF (βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στις συστάσεις 1–3).

α) Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη του ΕΕΣ σχετικά με την αναβάθμιση του ρόλου της OLAF στις πολιτικές καταπολέμησης της απάτης των υπηρεσιών και των εκτελεστικών οργανισμών της Επιτροπής. Ο ενισχυμένος αυτός ρόλος εξετάζεται στην επικείμενη επικαιροποίηση της CAFS (βλέπε απαντήσεις της Επιτροπής στα σημεία 50-54 και σύσταση 2.1).

Όσον αφορά τη λεπτομερή ανάλυση των μορφών απάτης και των αιτίων της απάτης σε πραγματικό χρόνο, μπορεί κανείς να ανατρέξει στις απαντήσεις της Επιτροπής στις συστάσεις 1 και 2.2. Στο μέτρο του δυνατού, η Επιτροπή προτίθεται να συμπεριλάβει στις συλλογές υποθέσεων περισσότερες μορφές απάτης που εντοπίζονται στις έρευνες της OLAF.

β) Όσον αφορά τα κράτη μέλη, η OLAF θα συνεχίσει να επιτελεί τα συντονιστικά και συμβουλευτικά καθήκοντά της, συγκεκριμένα ως η επικεφαλής υπηρεσία για την αναφορά των παρατυπιών και στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής για τον συντονισμό της πρόληψης της απάτης (COCOLAF). Ομοίως, οι αρμόδιοι διατάκτες στις Γενικές Διευθύνσεις που είναι υπεύθυνες για την επιμερισμένη διαχείριση θα συνεχίσουν να ασκούν τον εποπτικό ρόλο τους στα κράτη μέλη.

Η OLAF θα επανεξετάσει με τη σειρά της τις πολιτικές για την καταπολέμηση της απάτης αυτών των Γενικών Διευθύνσεων που χειρίζονται δαπάνες, όπως περιγράφηκε ανωτέρω.

Η αναλυτική συνιστώσα του ενισχυμένου ρόλου της OLAF μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σταδιακά και δεν αναμένεται να είναι πλήρως λειτουργική πριν από το μέσο της διάρκειας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 2021-2027 (πρβλ. απάντηση της Επιτροπής στη σύσταση 2.2.). Όπως αναγνωρίζει και το ΕΕΣ, η ολοκληρωμένη εκτίμηση του κινδύνου απάτης αποτελεί τη βάση για μια πλήρως αποτελεσματική διαχείριση του κινδύνου απάτης. Όπως συνάγεται, οι αναλυτικές δυνατότητες της OLAF και ο ενισχυμένος εποπτικός ρόλος της θα υλοποιηθούν πιο αποτελεσματικά στο πλαίσιο μιας προοδευτικής διαδικασίας.

Ακρωνύμια και συντομογραφίες

ΓΔ: Γενική Διεύθυνση

ΔΕΕ: Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΕΕΔ: Ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων

ΕΕΔΕ: Ετήσια έκθεση για τη διαχείριση και τις επιδόσεις

ΚΔ: Κύριος διατάκτης

ΠΔΠ: Πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

AFCOS: Υπηρεσίες συντονισμού της καταπολέμησης της απάτης (Anti-fraud coordination services)

AFS: Στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης (Anti-fraud strategy)

CAFS: Στρατηγική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης (Commission anti-fraud strategy)

EDES: Σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού (Early detection and exclusion system)

EPPO: Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (European Public Prosecutor’s Office)

IMS: Σύστημα διαχείρισης παρατυπιών (Irregularity management system)

OLAF: Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης

PACA: Πρώτη διοικητική ή δικαστική πράξη διαπίστωσης (Primary administrative or judicial finding)

PIF: Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Protection of the European Union’s financial interests)

Γλωσσάριο

Απαγγελία κατηγορίας: Η επίσημη κοινοποίηση σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο από την εισαγγελική αρχή της κατηγορίας ότι έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη και της κίνησης δικαστικής δίωξης.

Απάτη: Η απάτη είναι πράξη εκ προθέσεως παραπλάνησης για τον προσπορισμό ιδίου οφέλους ή για την πρόκληση ζημίας σε άλλον (παράρτημα Ι).

Βελτίωση της νομοθεσίας: Ο σχεδιασμός των πολιτικών και της νομοθεσίας κατά τρόπο ώστε να εκπληρώνουν τους στόχους τους με το μικρότερο δυνατό κόστος. Βελτίωση της νομοθεσίας σημαίνει ότι η ΕΕ εξασφαλίζει την εκπλήρωση των φιλόδοξων στόχων πολιτικής που έχει θέσει και ότι επιλέγεται η πολιτική λύση που αποτελεί τον καλύτερο και λιγότερο επαχθή τρόπο να επιτευχθούν οι εν λόγω στόχοι. Είναι μια προσπάθεια να εξασφαλιστεί ότι οι πολιτικές αποφάσεις προετοιμάζονται με ανοικτό και διαφανή τρόπο, με βάση τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία και με ευρεία συμμετοχή των ενδιαφερομένων. (Πηγή: εργαλειοθήκη για τη βελτίωση της νομοθεσίας.)

Δημοσιονομικές διορθώσεις: Εκτελούνται από τα κράτη μέλη διά της αφαίρεσης παράτυπων δαπανών από την αίτηση πληρωμής του κράτους μέλους, διά της εξόφλησης εντάλματος είσπραξης που εκδίδει η Επιτροπή ή διά της αποδέσμευσης. Η αφαίρεση μπορεί να γίνει με δύο τρόπους, ήτοι με την απόσυρση ή την ανάκτηση των ποσών από τους δικαιούχους.

Διαφθορά: Ως διαφθορά νοείται η κατάχρηση της δημόσιας εξουσίας για ίδιον όφελος. Η έννοια της διαφθοράς καλύπτει κάθε πράξη ή παράλειψη που συνιστά κατάχρηση δημόσιας εξουσίας ή που αποσκοπεί στην κατάχρηση δημόσιας εξουσίας για τον προσπορισμό αδικαιολόγητου οφέλους.

Δικαστική δίωξη: Εισαγγελική απόφαση για απαγγελία κατηγορίας σε βάρος κατηγορουμένου.

Εκτίμηση επιπτώσεων: Η συμβολή των εκτιμήσεων επιπτώσεων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΕ συνίσταται στη συστηματική συγκέντρωση και ανάλυση πληροφοριών για τις σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις και στην εκτίμηση του πιθανού αντικτύπου των εν λόγω παρεμβάσεων. Εκτιμήσεις επιπτώσεων πρέπει να διενεργούνται για όλες τις σημαντικές πολιτικές πρωτοβουλίες (ήτοι για αυτές που παρουσιάζονται στην ετήσια στρατηγική πολιτικής ή, αργότερα, στο πλαίσιο του προγράμματος νομοθετικών εργασιών της Επιτροπής), πλην ορισμένων ρητά καθοριζόμενων εξαιρέσεων. Προβλέπεται επίσης δυνατότητα κατά περίπτωση κάλυψης και άλλων σημαντικών πρωτοβουλιών.

Εντοπισθείσες περιπτώσεις απάτης: Υπόνοιες απάτης και περιπτώσεις διαπιστωμένης απάτης που έχουν εντοπιστεί.

Καταδικαστική απόφαση: Δικαστική απόφαση με την οποία ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος για τη διάπραξη αξιόποινης πράξης. Ο κατηγορούμενος θεωρείται καταδικασθείς αφότου η απόφαση καταστεί τελεσίδικη.

Κίνδυνος απάτης: Σύμφωνα με τον οδηγό του 2016 για τη διαχείριση του κινδύνου απάτης της COSO (Committee of Sponsoring Organizations of the Treadway Commission), οι οργανισμοί οφείλουν να διενεργούν ολοκληρωμένες εκτιμήσεις όσον αφορά τον κίνδυνο απάτης με σκοπό τον εντοπισμό συγκεκριμένων μηχανισμών και κινδύνων απάτης, την εκτίμηση της πιθανότητας εμφάνισης και της σημασίας τους, την αξιολόγηση των υφιστάμενων δραστηριοτήτων ελέγχου της απάτης και τη λήψη μέτρων για τον μετριασμό του υπολειπόμενου κινδύνου απάτης.

Παρατυπία: Πράξη μη συμμορφούμενη με τους κανόνες της ΕΕ, η οποία μπορεί να έχει επιζήμιο αντίκτυπο στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα ακούσιων σφαλμάτων τόσο των δικαιούχων που διεκδικούν πόρους όσο και των αρχών που είναι αρμόδιες για την πραγματοποίηση των πληρωμών. Παρατυπία που διαπράττεται εκ προθέσεως συνιστά απάτη.

Περιπτώσεις διαπιστωμένης απάτης: Υπόθεση που έχει κριθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ότι συνιστά απάτη.

Περίπτωση που εγείρει υπόνοιες απάτης: Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη χαρακτηρίζουν ως «περίπτωση που εγείρει υπόνοιες απάτης» την παρατυπία που οδηγεί στην κίνηση διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών σε εθνικό επίπεδο προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον ορισμένη συμπεριφορά ενείχε πρόθεση.

Προστασία των οικονομικών συμφερόντων (PIF) της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του πολιτικού προγράμματος της Ένωσης για την εμπέδωση και την αύξηση της εμπιστοσύνης των πολιτών και για τη διασφάλιση της ορθής χρήσης των χρημάτων τους. Δεν αφορά μόνο τη διαχείριση των πιστώσεων του προϋπολογισμού, αλλά επεκτείνεται και σε όλα τα μέτρα που επηρεάζουν αρνητικά τα στοιχεία ενεργητικού της Ένωσης, καθώς και εκείνα των κρατών μελών, εφόσον τα εν λόγω μέτρα σχετίζονται με τις πολιτικές της ΕΕ.

Πρώτη διοικητική ή δικαστική πράξη διαπίστωσης (PACA): Η πρώτη έγγραφη εκτίμηση από αρμόδια, διοικητική ή δικαστική, αρχή που καταλήγει στο συμπέρασμα, βάσει συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, ότι έχει διαπραχθεί παρατυπία, με την επιφύλαξη ενδεχόμενης μεταγενέστερης αναθεώρησης ή αναίρεσης αυτού του συμπεράσματος ως αποτέλεσμα εξελίξεων στο πλαίσιο της σχετικής διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας.

Σύστημα διαχείρισης παρατυπιών (IMS): Το σύστημα διαχείρισης παρατυπιών είναι ένα ασφαλές ηλεκτρονικό εργαλείο για την αναφορά, διαχείριση και ανάλυση παρατυπιών. Το IMS είναι τμήμα του συστήματος πληροφοριών για την καταπολέμηση της απάτης (Anti-fraud Information System, AFIS), το οποίο ανέπτυξε και τηρεί η OLAF και το οποίο διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της OLAF και των αρμόδιων διοικητικών αρχών.

Σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού (EDES): Το νέο σύστημα αποκλεισμού που εφαρμόζει η Επιτροπή από την 1η Ιανουαρίου 2016 για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ έναντι αναξιόπιστων οικονομικών φορέων. Σκοπός του είναι να διευκολυνθεί ο έγκαιρος εντοπισμός τέτοιων οικονομικών φορέων, ο αποκλεισμός τους από την είσπραξη κεφαλαίων της ΕΕ, η επιβολή οικονομικών κυρώσεων και, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, η δημοσιοποίηση των πληροφοριών που αφορούν τους εν λόγω αποκλεισμούς ή τις κυρώσεις.

Σφάλμα: Παρατυπία που αποτελεί απόρροια της μη συμμόρφωσης με νομικές και συμβατικές απαιτήσεις.

Παραπομπές

1 Βλέπε τον νομικό ορισμό στο άρθρο 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης («οδηγία PIF»).

2 Βλέπε αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας PIF.

3 Βλέπε τον νομικό ορισμό στο άρθρο 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 («οδηγία PIF»).

4 Άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου.

5 Βλέπε άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης («δημοσιονομικός κανονισμός»).

6 Βλέπε άρθρο 3 της οδηγίας PIF.

7 Βλέπε άρθρο 17 της οδηγίας PIF.

8 Άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου.

9 Η Αυστρία, το Βέλγιο, η Βουλγαρία, η Κροατία, η Τσεχική Δημοκρατία, η Κύπρος, η Εσθονία, η Φινλανδία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Ιταλία, η Λετονία, η Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Σλοβακία, η Σλοβενία και η Ισπανία. Οι Κάτω Χώρες και η Μάλτα εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία το 2018.

10 Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

11 Βλέπε σημεία 1.35 και 1.36 της ετήσιας έκθεσής μας για το 2016.

12 Βλέπε τη γνώμη αριθ. 1/2018 του ΕΕΣ σχετικά με την από 2ας Μαΐου 2018 πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης στην περίπτωση γενικευμένων ελλείψεων όσον αφορά το κράτος δικαίου στα κράτη μέλη, τη γνώμη αριθ. 9/2018 του ΕΕΣ σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του προγράμματος της ΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης, τη γνώμη αριθ. 8/2018 του ΕΕΣ σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής της 23ης Μαΐου 2018 για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 της OLAF όσον αφορά τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την αποτελεσματικότητα των ερευνών της OLAF.

13 Στο πλαίσιο των δράσεων της Επιτροπής για την πρόληψη της απάτης, καλύψαμε επίσης τις διοικητικές συστάσεις της OLAF.

14 Οι σχετικές διατάξεις είναι οι εξής: το άρθρο 122, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013• το άρθρο 50, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013• το άρθρο 30, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 223/2014• το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 514/2014• και το άρθρο 21, παράγραφος 1, στοιχείο δ), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1309/13.

15 Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Ετήσια έκθεση για την καταπολέμηση της απάτης 2017, COM (2018) 553 final.

16 Στο σημείο 2.4 του εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής (2016)237 final παρουσιάζονται οι μεθοδολογικές παραδοχές στις οποίες βασίζεται η ανάλυση των αναφερόμενων παρατυπιών.

17 Βλέπε άρθρα 1, παράγραφος 2, και 7 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων• άρθρο 2, παράγραφος 37, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013• άρθρο 2, παράγραφος 17, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 223/2014• αιτιολογική σκέψη 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/1971 της Επιτροπής• αιτιολογική σκέψη 3 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/1973 της Επιτροπής.

18 Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α), των κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμών 2015/1970, 2015/1971, 2015/1972 και 2015/1973.

19 Εγχειρίδιο για την απαίτηση κοινοποίησης παρατυπιών, COCOLAF/23‑05‑17/8.2/EN• άρθρο 2, στοιχείο β), των κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμών (ΕΕ) 2015/1970, 2015/1971 και 2015/1973 της Επιτροπής.

20 Το άρθρο 2, στοιχείο β), των κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμών (ΕΕ) 2015/1970, 2015/1971, 2015/1972 και 2015/1973 περιέχει ορισμό της «πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξης διαπίστωσης». Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμοί εγκρίνονται βάσει των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται με τις σχετικές βασικές πράξεις, μία εκ των οποίων είναι ο κανονισμός περί κοινών διατάξεων (άρθρο 122).

21 Fazekas, M., και Kocsis, G., (2017), Fazekas, M., Tóth, I. J., και King, P. L., (2016), Golden, M. και Picci, L. (2005). Το κέντρο μελετών για την καταπολέμηση της απάτης (Centre for Counter Fraud Studies) του Πανεπιστημίου του Portsmouth ανέπτυξε επίσης μια μέθοδο μέτρησης των ζημιών που οφείλονται στην απάτη (fraud loss measurement, FLM). Βλέπε Button, M. και Gee, J. (2015).

22 Fazekas, M., και Kocsis, G., (2017), Fazekas, M., Tóth, I. J., και King, P. L., (2016), σ. 369‑397.

23 Βλέπε, παραδείγματος χάριν, το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής SWD(2017) 266 final, μέρος 2/2, πίνακας CP16, σ. 64, που συνοδεύει την έκθεση PIF του 2016.

24 Το 2017, η OLAF δημοσίευσε μια πέμπτη συλλογή υποθέσεων σε σχέση με τις εσωτερικές έρευνες.

25 ΓΔ Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ένταξης, ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και Αστικής, ΓΔ Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, ΓΔ Έρευνας και Καινοτομίας και ΓΔ Μετανάστευσης και Εσωτερικών Υποθέσεων.

26 https://www.moorestephens.co.uk/services/governance-risk-and-assurance/rhiza-risk-management-tool/global-fraud-risk-register#.

27 Ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2014, σ. 229.

28 Mungiu-Pippidi, A., (2013), σ. 10‑11.

29 A Framework for Managing Fraud Risks in Federal Programmes, GAO, Ιούλιος 2015, GAO-15‑593SP, σ. 10.

30 Σύμβαση του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές.

31 http://ec.europa.eu/social/main.jsp?catId=325&intPageId=3587&langId=el.

32 COM (2000)200 final/2 – Η μεταρρύθμιση της Επιτροπής – Λευκή Βίβλος – Μέρος II – Σχέδιο δράσης, δράση 94.

33 Prevention of fraud by building on operational results: a dynamic approach to fraud-proofing, SEC(2007) 1676.

34 Σύμφωνα με την αρχή 8 του πλαισίου που θέσπισε η COSO το 2013 (Internal Control – Integrated Framework), οι οργανισμοί πρέπει να ενσωματώνουν την εκτίμηση του κινδύνου απάτης στην εκτίμηση των κινδύνων που απειλούν την επίτευξη των στόχων.

35 Βελτίωση της νομοθεσίας για καλύτερα αποτελέσματα – ένα θεματολόγιο της ΕΕ, COM(2015) 215 final.

36 Έκθεση PIF για το 2016, COM(2017) 383 final.

37 World Bank Annual Update, Integrity Vice-Presidency, σ. 28, http://pubdocs.worldbank.org/en/703921507910218164/2017-INT-Annual-Update-FINAL-spreads.pdf.

38 http://web.worldbank.org.

39 Βλέπε την ειδική έκθεση αριθ. 10/2015 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου με τίτλο «Προβλήματα στις δημόσιες συμβάσεις στον τομέα των δαπανών συνοχής της ΕΕ: πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες για την επίλυσή τους».

40 Άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου.

41 Μεταξύ 2012 και 2016, στο 21 % περίπου των ερευνών οι οποίες περατώθηκαν με τη διατύπωση οικονομικής σύστασης, η OLAF διατύπωσε ταυτόχρονα σύσταση για κίνηση δικαστικών διαδικασιών.

42 Επιπλέον των εξωτερικών ερευνών, η OLAF δύναται επίσης να διενεργεί εσωτερικές έρευνες εντός των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Το συγκεκριμένο αυτό καθήκον της OLAF δεν αξιολογήθηκε στο πλαίσιο του εν προκειμένω ελέγχου. Όσον αφορά τις συστάσεις για διοικητικές ενέργειες, βλέπε σημείο 70.

43 https://bsr.bm.hu/SitePages/Nyitolap.aspx, στοιχεία της 15ης Φεβρουαρίου 2018.

44 Η DLAF είναι η ρουμανική υπηρεσία καταπολέμησης της απάτης. Έχει εξουσίες διεξαγωγής ερευνών και είναι αρμόδια για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ στη χώρα. Βλέπε στατιστικά στοιχεία στην ετήσια έκθεση της DLAF για το 2016, σ. 11.

45 Ανάλυση της συνέχειας που έδωσαν τα κράτη μέλη στις συστάσεις για κίνηση δικαστικών διαδικασιών που διατύπωσε η OLAF κατά το διάστημα Ιανουαρίου 2008 - Δεκεμβρίου 2015, σ. 1.

46 Το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 883/2013 προβλέπει ότι η OLAF «… μπορεί να διαβιβάζει εγκαίρως στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών πληροφορίες συλλεγείσες κατά τη διάρκεια εξωτερικών ερευνών, ώστε να μπορέσουν να προβούν στις κατάλληλες ενέργειες σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο».

47 Βλέπε την έκθεση της OLAF του 2017, σ. 53.

48 Σε 59 από τις 150 υποθέσεις στις οποίες πραγματοποιήθηκε ανάκτηση σε συνέχεια οικονομικής σύστασης της OLAF, το ανακτηθέν ποσό αντιστοιχούσε στο 70 % ή και λιγότερο του ποσού που είχε συστήσει η OLAF.

49 «Does crime still pay? Criminal asset recovery within the EU; Survey of statistical information 2010‑2014», Ευρωπόλ, 2016.

50 Απόφαση της Επιτροπής, της 19.12.2013, για την κατάρτιση και την έγκριση των κατευθυντηρίων γραμμών για τον καθορισμό των δημοσιονομικών διορθώσεων στις οποίες θα προβεί η Επιτροπή για τις χρηματοδοτούμενες από την Ένωση δαπάνες στο πλαίσιο επιμερισμένης διαχείριση λόγω μη συμμόρφωσης με τους κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων, C(2013) 9527 final.

51 Η ΓΔ Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης πραγματοποιεί επίσης δαπάνες στο πλαίσιο συμφωνιών επιχορήγησης, δημόσιων συμβάσεων και πράξεων δημοσιονομικής στήριξης υπό άμεση διαχείριση, αλλά ο έλεγχός μας επικεντρώθηκε στις δαπάνες υπό έμμεση διαχείριση.

52 Εάν συνυπολογίσουμε μόνο τις οικονομικές συστάσεις που διατύπωσε η OLAF το διάστημα 2012‑2014, το ποσοστό ανεβαίνει στο 82 %.

53 Οι Κάτω Χώρες και η Μάλτα εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εντός του 2018.

54 Η Επιτροπή εκτιμά το κόστος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με 115 υπαλλήλους, σε 21 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.

55 Βλέπε αιτιολογική σκέψη 51 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

56 Βλέπε κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

57 Το 2005, το κατώτατο όριο υποβολής αναφοράς αυξήθηκε από 4 000 EUR σε 10 000 EUR. Με εκείνη την αφορμή, έγινε μια εκτίμηση του όγκου πληροφοριών που θα χανόταν λόγω αυτής της αύξησης: το αυξημένο κατώτατο όριο θα είχε ως αποτέλεσμα μείωση του αναφερόμενου αριθμού παρατυπιών κατά περίπου 45 %, αλλά απώλεια των αντίστοιχων χρηματικών ποσών σε ποσοστό μόλις 5 %. Εκφραζόμενο ως ποσοστό εντοπισμού απάτης για το 2017, θα αντιστοιχούσε σε 0,22 % έναντι 0,21 %.

58 https://www.moorestephens.co.uk/news-views/november-2017/misspending-public-money-is-top-risk-area-for-frau

59 Βλέπε έκθεση της OLAF για το 2016, σ. 15-18, σχετικά με τη σπουδαιότητα της απάτης στον τομέα των δημόσιων προμηθειών.

60 SEC (2007) 1676.

61 Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2035/2005 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 2005, ΕΕ L 328 της 15.12.2005, σ. 8.

62 https://ec.europa.eu/info/files/better-regulation-toolbox-25_en.

63 Πρβλ. άρθρο 325 ΣΛΕΕ.

64 Για την πιο πρόσφατη έκδοση, βλέπε Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο «Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Ετήσια έκθεση για την καταπολέμηση της απάτης 2017», Βρυξέλλες, 03.09.2018, COM(2018) 553 final. Παρόμοια τάση καταγράφεται και σε άλλα συστήματα που βασίζονται στη συμπληρωματικότητα των ερευνών σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο (π.χ. επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ, βλέπε http://ec.europa.eu/competition/ecn/statistics.html).

65 Βλέπε έκθεση της OLAF για το 2017.

66 COM (2011) 376 final, σ. 8, ενότητα «Πρόληψη της απάτης».

Στάδιο Ημερομηνία
Έγκριση του υπομνήματος σχεδιασμού του ελέγχου / Έναρξη του ελέγχου 4.4.2017
Επίσημη διαβίβαση του σχεδίου έκθεσης στην Επιτροπή (ή σε άλλη ελεγχόμενη μονάδα) 26.6.2018
Έγκριση της τελικής έκθεσης μετά τη διαδικασία εκατέρωθεν ακρόασης 14.11.2018
Παραλαβή των επίσημων απαντήσεων της Επιτροπής (ή άλλης ελεγχόμενης μονάδας) σε όλες τις γλώσσες 8.1.2019

Κλιμάκιο ελέγχου

Οι ειδικές εκθέσεις του ΕΕΣ παρουσιάζουν τα αποτελέσματα των ελέγχων που αυτό διενεργεί επί των πολιτικών και προγραμμάτων της ΕΕ ή επί διαχειριστικών θεμάτων που αφορούν συγκεκριμένους τομείς του προϋπολογισμού. Το ΕΕΣ επιλέγει και σχεδιάζει τα εν λόγω ελεγκτικά έργα κατά τρόπον ώστε αυτά να αποφέρουν τον μέγιστο αντίκτυπο, λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων για τις επιδόσεις ή για τη συμμόρφωση, του επιπέδου των σχετικών εσόδων ή δαπανών, των επικείμενων εξελίξεων και του πολιτικού και δημόσιου συμφέροντος.

Ο εν προκειμένω έλεγχος επιδόσεων διενεργήθηκε από το Τμήμα Ελέγχου V, του οποίου προεδρεύει ο Λάζαρος Στ. Λαζάρου, Μέλος του ΕΕΣ, και το οποίο εστιάζει στους τομείς της χρηματοδότησης και διοίκησης της EE. Επικεφαλής του ελέγχου ήταν o Juhan Parts, Μέλος του ΕΕΣ, συνεπικουρούμενος από τους Ken-Marti Vaher, προϊστάμενο του ιδιαίτερου γραφείου του, και Margus Kurm, σύμβουλο στο ιδιαίτερο γραφείο του, Judit Oroszki, ανώτερο διοικητικό στέλεχος και υπεύθυνο έργου, Tomasz Plebanowicz, αναπληρωτή υπεύθυνο έργου, και τους Rogelio Abarquero Grossi, Daria Bochnar, Jana Janeckova και Anzela Poliulianaite, ελεγκτές. Γλωσσική υποστήριξη παρείχε ο Michael Pyper και γραμματειακή η Valérie Tempez-Erasmi.

Από αριστερά: Ken-Marti Vaher, Judit Oroszki, Tomasz Plebanowicz, Juhan Parts, Michael Pyper, Daria Bochnar, Anzela Poliulianaite, Jana Janeckova, Rogelio Abarquero Grossi, Valérie Tempez-Erasmi, Margus Kurm.

Επικοινωνία

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
12, rue Alcide De Gasperi
1615 Luxembourg
ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Τηλ:. +352 4398-1
Πληροφορίες: eca.europa.eu/el/Pages/ContactForm.aspx
Ιστότοπος: eca.europa.eu
Twitter: @EUAuditors

Περισσότερες πληροφορίες για την Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχονται από το διαδίκτυο (https://europa.eu/european-union/index_el).

Λουξεμβούργο: Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2018

PDF ISBN 978-92-847-1470-4 ISSN 1977-5660 doi:10.2865/339326 QJ-AB-18-030-EL-N
HTML ISBN 978-92-847-1457-5 ISSN 1977-5660 doi:10.2865/3640 QJ-AB-18-030-EL-Q

© Ευρωπαϊκή Ένωση, 2018

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή με αναφορά της πηγής. Για οποιαδήποτε χρήση ή αναπαραγωγή φωτογραφιών ή άλλου υλικού που δεν αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να ζητηθεί άδεια απευθείας από τους δικαιούχους των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΕ

Αυτοπροσώπως
Σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχουν εκατοντάδες κέντρα πληροφόρησης Europe Direct. Μπορείτε να βρείτε τη διεύθυνση του πλησιέστερου σε σας κέντρου στον δικτυακό τόπο https://europa.eu/european-union/index_el

Τηλεφωνικά ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Η Europe Direct είναι μια υπηρεσία που απαντά στις ερωτήσεις σας για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορείτε να επικοινωνήσετε με αυτήν την υπηρεσία:

  • καλώντας ατελώς τον αριθμό 00 800 6 7 8 9 10 11 (ορισμένα δίκτυα τηλεφωνίας ενδέχεται να χρεώνουν τις κλήσεις αυτές),
  • καλώντας ατελώς τον αριθμό +32 22999696 ή
  • μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον δικτυακό τόπο https://europa.eu/european-union/contact_el

ΒΡΕΙΤΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΕ

Στο διαδίκτυο
Πληροφορίες για την Ευρωπαϊκή Ένωση σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο Europa: https://europa.eu/european-union/contact_el

Στις εκδόσεις της ΕΕ
Μπορείτε να τηλεφορτώσετε ή να παραγγείλετε δωρεάν και επί πληρωμή εκδόσεις της ΕΕ στην ακόλουθη διεύθυνση: https://op.europa.eu/el/publications. Μπορείτε να ζητήσετε πολλαπλά αντίγραφα δωρεάν εκδόσεων επικοινωνώντας με την υπηρεσία Europe Direct ή με το τοπικό σας κέντρο πληροφόρησης (βλ. https://europa.eu/european-union/contact_el).

Στη νομοθεσία της ΕΕ και σε σχετικά έγγραφα
Για πρόσβαση σε νομικές πληροφορίες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του συνόλου της ενωσιακής νομοθεσίας από το 1951 σε όλες τις επίσημες γλώσσες, μεταβείτε στον δικτυακό τόπο EUR-Lex, στην ακόλουθη διεύθυνση: http://eur-lex.europa.eu/homepage.html?locale=el

Στα δημόσια δεδομένα από την ΕΕ
Η Πύλη Δημόσιων Δεδομένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (http://data.europa.eu/euodp/el/data) παρέχει πρόσβαση σε σύνολα δεδομένων από την ΕΕ. Τα δεδομένα μπορούν να τηλεφορτωθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν δωρεάν, τόσο για εμπορικούς όσο και για μη εμπορικούς σκοπούς.