Ειδική έκθεση
αριθ.18 2018

Εκπληρώνεται ο κύριος στόχος του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης;

Σχετικά με την έκθεση Η Επιτροπή άσκησε ευρύτατα τη διακριτική ευχέρεια που της απονέμει ο κανονισμός για το προληπτικό σκέλος με σκοπό τη μείωση των απαιτήσεων προσαρμογής, τόσο όσον αφορά τον ορισμό των εκτελεστικών κανόνων όσο και στο πλαίσιο επιμέρους αποφάσεων.

Θεωρούμε ότι ο σημερινός συνδυασμός των παραμέτρων του πίνακα, των επιτρεπόμενων αποκλίσεων και των ρητρών ευελιξίας υπονομεύουν τον στόχο που τίθεται στον κανονισμό, ήτοι την επίτευξη μέσης ετήσιας προσαρμογής ίσης με το 0,5 % του ΑΕΠ σε όλη τη διάρκεια του κύκλου. Αποκλείεται έτσι η δυνατότητα να επιτευχθούν οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι των κρατών μελών εντός ευλόγου χρονικού πλαισίου. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η πολύ αργή έως και ελλείπουσα προσαρμογή που σημειώνεται σε αρκετά κράτη μέλη με υψηλούς δείκτες δημόσιου χρέους.

Ως εκ τούτου, παρίσταται η ανάγκη αναθεώρησης και ενίσχυσης των εκτελεστικών κανόνων και της πρακτικής της Επιτροπής.

Η παρούσα δημοσίευση είναι διαθέσιμη σε 23 γλώσσες, καθώς και στον ακόλουθο μορφότυπο:
PDF
PDF General Report

Σύνοψη

Έχει επιτευχθεί ο κύριος στόχος του προληπτικού σκέλους;

I

Το προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) θεσπίστηκε με σκοπό την ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας στα κράτη μέλη. Ο βασικός λόγος για τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε να διασφαλίζει την πειθαρχία και τη σταθερότητα είναι ότι μια δημοσιονομική κρίση σε ένα κράτος μέλος μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στα υπόλοιπα κράτη μέλη.

II

Ο κανονισμός για το προληπτικό σκέλος που χρονολογείται από το 1997 (αριθ. 1466/97), όπως τροποποιήθηκε το 2005 και το 2011, απαιτεί πλέον από τα κράτη μέλη να βελτιώνουν τα διαρθρωτικά τους ισοζύγια, δηλαδή τα ονομαστικά ισοζύγια αφού προσαρμοστούν ως προς τους κυκλικούς παράγοντες και τα έκτακτα γεγονότα, προς την κατεύθυνση της επίτευξης του ειδικού για κάθε χώρα στόχου γνωστού ως «μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου» (ΜΔΣ), ο οποίος για τις περισσότερες χώρες ορίζεται ως ένα ποσοστό μεταξύ 0,5 % και -1 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ). Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται θεωρητικά ότι το ονομαστικό έλλειμμα των κρατών μελών δεν θα ξεπερνά την οροφή του 3 % του ΑΕΠ που ορίζεται στη Συνθήκη. Κυρίως όμως αναμένεται ότι έτσι θα διασφαλιστεί η εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος σύγκλιση των δεικτών δημόσιου χρέους στα κράτη μέλη με υψηλό επίπεδο χρέους προς το όριο του 60 % του ΑΕΠ που τίθεται στη Συνθήκη.

Τι ελέγξαμε

III

Ελέγξαμε αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άσκησε την εξουσία που της αναθέτει ο κανονισμός προκειμένου να διασφαλίσει την κατάλληλη υλοποίηση του προληπτικού σκέλους. Εξετάσαμε επίσης το ζήτημα της αλληλεπίδρασης μεταξύ του προληπτικού και του διορθωτικού σκέλους του ΣΣΑ, στον βαθμό που το δε είναι συναφές με το μεν. Η Επιτροπή ήταν ο ελεγχόμενος.

Τι διαπιστώσαμε

IV

Ο κανονισμός έχει ορίσει ένα εύλογο ποσοστό αναφοράς για την ετήσια σύγκλιση προς τον ΜΔΣ, ήτοι 0,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ ανά έτος. Ωστόσο, επιτρέπει αποκλίσεις από την απαίτηση αυτή, και εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να εγκρίνει διάφορες ρήτρες ευελιξίας. Κατά συνέπεια, η αποτελεσματικότητα του προληπτικού σκέλους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο το εφαρμόζει η Επιτροπή (Μέρος I).

V

Οι εκτελεστικοί κανόνες που αποφασίζει η Επιτροπή και οι επιχειρησιακές αποφάσεις της δεν διασφαλίζουν ότι επιτυγχάνεται ο βασικός στόχος του κανονισμού, δηλαδή ότι τα κράτη μέλη θα συγκλίνουν προς τους ΜΔΣ εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. (Ορισμένοι από τους βασικούς εκτελεστικούς κανόνες, αφού πρώτα ανακοινώθηκαν από την Επιτροπή, εγκρίθηκαν στη συνέχεια από το Συμβούλιο.)

VI

Οι εκτελεστικοί κανόνες περί ευελιξίας απορρέουν από τις μεταρρυθμίσεις του κανονισμού το 2005, αλλά δεν τέθηκαν επισήμως σε εφαρμογή έως το 2015, οπότε και άρχισαν να λαμβάνονται υπόψη οι προβληματισμοί που γέννησε η μεγάλη ύφεση. Επί της αρχής, ενδείκνυτο η ύπαρξη ενός βαθμού ευελιξίας σε περιόδους κρίσης, αλλά υπήρχαν συγκεκριμένες διατάξεις που δεν συνοδεύονταν από προθεσμία και εφαρμόστηκαν στην πράξη πέραν του δέοντος, ιδίως υπό περισσότερο κανονικές συνθήκες. Επιπλέον, στους κανόνες που έθεσε η Επιτροπή δεν ήταν επαρκώς σαφής η διάκριση μεταξύ των κρατών μελών με υψηλό επίπεδο χρέους και των υπόλοιπων κρατών μελών. Αντί να καταστήσει το πλαίσιο πιο αυστηρό προϊούσας της ανάκαμψης, η Επιτροπή πρόσφατα το αποδυνάμωσε περαιτέρω, για παράδειγμα μέσω της πρόβλεψης του νέου «περιθωρίου εκτίμησης» το 2017.

VII

Το περιθώριο που επιτρέπει η ρήτρα συστημικών μεταρρυθμίσεων δεν συνδέεται πλέον με το πραγματικό δημοσιονομικό κόστος της μεταρρύθμισης, αλλά χρησιμοποιείται ως «κινητροδοτικό» μέσο. Όλα τα εν λόγω περιθώρια (εξαιρουμένου του περιθωρίου για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος) αυξάνουν τις δαπάνες όχι μόνο στο συγκεκριμένο έτος κατά το οποίο παρέχονται αλλά και στα επόμενα έτη. Το σωρευτικό αποτέλεσμα όλων αυτών των περιθωρίων έχει οδηγήσει σε πολυετείς παρατάσεις των προθεσμιών που ισχύουν για την επίτευξη των ΜΔΣ (Μέρος II).

VIII

Η αξιοπιστία του προληπτικού σκέλους έχει διαβρωθεί περαιτέρω από τις εξελίξεις στο διορθωτικό σκέλος. Η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι δυνατόν να εκπληρωθούν οι απαιτήσεις του διορθωτικού σκέλους απλώς και μόνον μέσω της κυκλικής ανάκαμψης, κάτι που διευκολύνεται εξάλλου από την πρακτική της Επιτροπής να προτείνει στο Συμβούλιο την έγκριση πολυετών παρατάσεων για την έξοδο από τις διαδικασίες υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ). Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη που υπάγονται σε ΔΥΕ δεν απαιτείται να πληρούν τις απαιτήσεις περί βελτίωσης των διαρθρωτικών τους ισοζυγίων που διαφορετικά θα έπρεπε να τηρούν, αν υπάγονταν στο προληπτικό σκέλος.

IX

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι το αποδυναμωμένο πλαίσιο του ΣΣΑ δεν μπορεί να εξασφαλίσει την πρόοδο προς την επίτευξη των ΜΔΣ σε ορισμένα κράτη μέλη με υψηλό επίπεδο χρέους. Κατά την περίοδο της ανάκαμψης και της επέκτασης στο διάστημα 2014-2018, τα διαρθρωτικά τους ισοζύγια είτε σημείωσαν απόκλιση από τους ΜΔΣ τους είτε η σύγκλιση προς αυτούς ήταν τόσο βραδεία που πολύ δύσκολα θα επιτευχθεί ουσιαστική βελτίωση πριν από την επόμενη ύφεση. Παρά το γεγονός ότι το αποδυναμωμένο πλαίσιο δεν διασφαλίζει την πρόοδο προς την επίτευξη των ΜΔΣ, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η συμμόρφωση με τις διατάξεις του είναι ουσιώδους σημασίας για την αιτιολόγηση της μη ενεργοποίησης της ΔΥΕ που βασίζεται στον δείκτη χρέους (Μέρος III).

X

Σε τεχνικό επίπεδο, διαπιστώσαμε στα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης (ΠΣΣ) που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη αδυναμίες και ελλείψεις πληροφόρησης οι οποίες δεν επισημαίνονται στα έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής (SWD). Επιπλέον, η Επιτροπή δεν διευκρινίζει σαφώς τις διαφορές μεταξύ των δικών της παραδοχών και των παραδοχών των κρατών μελών σε ό,τι αφορά τα δημοσιονομικά μέτρα που περιλαμβάνονται στις αντίστοιχες προβλέψεις. Επιπλέον, η μεθοδολογία που χρησιμοποιεί στις αξιολογήσεις της δεν συνάδει πάντα με τον κανονισμό και μπορεί να καθυστερήσει τυχόν προληπτικές προειδοποιήσεις (Μέρος IV).

XI

Τέλος, διαπιστώσαμε ότι οι δημοσιονομικές συστάσεις ανά χώρα (ΣΑΧ) που εγκρίνει το Συμβούλιο βασίζονται στις συστάσεις της Επιτροπής και απηχούν τα συμπεράσματα των υποκείμενων τεχνικών αξιολογήσεων. Ωστόσο, δεν επεξηγούν επαρκώς το σκεπτικό των συνιστώμενων προσαρμογών ούτε τους κινδύνους σε περίπτωση που τα κράτη μέλη δεν εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις (Μέρος V).

Τι συνιστούμε

XII

Το πλαίσιο πρέπει να αυστηροποιηθεί ως προς τις βασικές του συνιστώσες με συντονισμένο τρόπο. Πρώτον, η Επιτροπή θα πρέπει να επιλύσει το ζήτημα των εμμενουσών σωρευτικών αποκλίσεων από την απαιτούμενη προσαρμογή θεσπίζοντας εκ των υστέρων διορθώσεις, υπό τη μορφή επιπλέον απαιτήσεων κατά τα επόμενα έτη. Δεύτερον, θα πρέπει να επανεξετάσει τις παραμέτρους του πίνακα που ορίζει τις απαιτήσεις προσαρμογής («Πίνακας απαιτούμενων προσαρμογών») ώστε να διασφαλίσει ότι οι ΜΔΣ επιτυγχάνονται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Για τα κράτη μέλη με υψηλό επίπεδο χρέους θα πρέπει να τίθενται υψηλότερες απαιτήσεις. Τρίτον, οι ρήτρες ευελιξίας θα πρέπει να καλύπτουν μόνο τις άμεσες δαπάνες που συνδέονται με μεταρρυθμίσεις και ασυνήθεις περιστάσεις σε ένα δεδομένο έτος.

XIII

Φρονούμε ότι οι αλλαγές αυτές είναι δυνατόν να γίνουν εντός του ισχύοντος νομικού πλαισίου.

XIV

Η Επιτροπή θα πρέπει να διερευνήσει τρόπους εντός του ισχύοντος νομικού πλαισίου ώστε να διασφαλίσει ότι το επίπεδο της διαρθρωτικής προσαρμογής που απαιτείται υπό το προληπτικό σκέλος επιβάλλεται και στα κράτη μέλη που υπάγονται στο διορθωτικό σκέλος.

XV

Ο Κώδικας δεοντολογίας (ΚΔ) θα πρέπει να επικαιροποιηθεί προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα των πληροφοριών που απαιτείται να περιέχουν τα ΠΣΣ όσον αφορά τα σχεδιαζόμενα δημοσιονομικά μέτρα. Τα έγγραφα της Επιτροπής θα πρέπει να αναφέρουν όλες τις διαφορές μεταξύ των προβλέψεων και των συμπερασμάτων των τρεχουσών αξιολογήσεων σε συμμόρφωση με τα κριτήρια που προβλέπονται στον κανονισμό. Οι δείκτες που χρησιμοποιούνται πρέπει επίσης να είναι τέτοιοι ώστε να εξασφαλίζεται ότι παρέχουν όσο το δυνατόν πιο έγκαιρη προειδοποίηση για επικείμενη επιδείνωση και να μην βασίζονται στα πλέον ευνοϊκά στοιχεία από ένα μείγμα παρελθουσών «εσοδειών».

XVI

Οι ΣΑΧ θα πρέπει να περιλαμβάνουν σαφείς και ρητές απαιτήσεις προσαρμογής στο εκτελεστικό μέρος των συστάσεων και οι αιτιολογικές σκέψεις θα πρέπει να παρέχουν σαφέστερη επεξήγηση του σκεπτικού για τις εν λόγω προσαρμογές και των κινδύνων που συνεπάγεται η μη εφαρμογή τους.

Εισαγωγή

Το προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης

01

Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) θέσπισε ένα σύστημα πολυμερούς εποπτείας των δημοσιονομικών πολιτικών στα κράτη μέλη. Εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με στόχο τη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας στα κράτη μέλη. Το σκεπτικό πίσω από την απόφαση για την άσκηση της εν λόγω εποπτείας είναι ότι οι δημοσιονομικές πολιτικές μιας χώρας μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς άλλες χώρες. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στις νομισματικές ενώσεις. Το ΣΣΑ περιλαμβάνει ένα προληπτικό και ένα διορθωτικό σκέλος1.

02

Η εποπτεία συντονίζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, η οποία απαιτεί από τα κράτη μέλη να υποβάλλουν τα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης (ΠΣΣ) την άνοιξη. Τα ΠΣΣ αξιολογούνται στη συνέχεια από την Επιτροπή, και τα αποτελέσματα αυτών των αξιολογήσεων δημοσιεύονται σε έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής (SWD). Το Συμβούλιο, βασιζόμενο στις συστάσεις της Επιτροπής, εκδίδει τις συστάσεις ανά χώρα (ΣΑΧ) τον Ιούνιο κάθε έτους. Τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ οφείλουν επίσης να υποβάλλουν σχέδια δημοσιονομικών προγραμμάτων (ΣΔΠ) τον Οκτώβριο, τα οποία αξιολογούνται από την Επιτροπή τον Νοέμβριο (βλέπε γράφημα 1).

Γράφημα 1

Ορόσημα του προληπτικού σκέλους της διαδικασίας εποπτείας στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου

Πηγή: ΕΕΣ.

03

Ο κύριος στόχος του προληπτικού σκέλους, όπως ορίζεται στον κανονισμό αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου ήταν να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη θα συγκλίνουν ταχέως προς μια σχεδόν ισοσκελισμένη ή πλεονασματική δημοσιονομική κατάσταση, η οποία θα τους επέτρεπε στη συνέχεια να αντιμετωπίζουν τις συνήθεις κυκλικές διακυμάνσεις διατηρώντας το ονομαστικό έλλειμμα εντός του ορίου του 3 %2. Το 2005 η δημοσιονομική κατάσταση στην οποία θα στόχευε κάθε κράτος μέλος αναδιατυπώθηκε σε όρους διαρθρωτικού ισοζυγίου (ΔΙ)3, το οποίο θα πρέπει να συγκλίνει προς την κατεύθυνση του ειδικού ανά χώρα μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου (ΜΔΣ). Σύμφωνα με τον κανονισμό, ο ΜΔΣ δεν μπορεί να υπολείπεται του -1 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) για τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών 2. Τα συμβαλλόμενα μέρη της Συνθήκης για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση (ΣΣΣΔ) έχουν δεσμευτεί για την επίτευξη ΜΔΣ τουλάχιστον -0,5 % του ΑΕΠ —εκτός εάν το χρέος τους είναι κάτω του 60 % του ΑΕΠ, οπότε το όριο παραμένει στο -1 %4. Το γράφημα 2 περιγράφει τα κύρια βήματα όπως προβλέπονται στο τρέχον πλαίσιο του προληπτικού σκέλους.

Γράφημα 2

Κανόνες προληπτικού σκέλους

Πηγή: Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ).

04

Καθώς η μεγέθυνση των οικονομιών της ΕΕ άρχισε να επιβραδύνεται το 2007 και οι δείκτες δημόσιου χρέους αυξήθηκαν σημαντικά σε πολλά κράτη μέλη, το προληπτικό σκέλος έχει πλέον αυξημένη βαρύτητα, πέραν της ανάγκης για δημιουργία δημοσιονομικών περιθωρίων για τη λειτουργία των αυτόματων σταθεροποιητών και για διακριτική αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική5. Η ταχεία σύγκλιση προς τους ΜΔΣ έχει καταστεί ζωτικής σημασίας για τη μείωση των υπερβολικών δεικτών χρέους. Ακόμη και τα πλέον χρεωμένα κράτη μέλη θα έθεταν πολύ γρήγορα τους δείκτες χρέους τους σε τροχιά μείωσης από τη στιγμή που θα έφταναν τους ΜΔΣ. Το γεγονός αυτό οδήγησε την Επιτροπή να αναγνωρίσει ότι η συμμόρφωση με το προληπτικό σκέλος αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη μη ενεργοποίηση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ)6.

Εμβέλεια και τρόπος προσέγγισης του ελέγχου

05

Το κύριο ερώτημα του ελέγχου ήταν κατά πόσον η Επιτροπή συντόνισε κατά τρόπο αποτελεσματικό τις δημοσιονομικές πολιτικές των κρατών μελών που ήταν απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων του προληπτικού σκέλους του ΣΣΑ, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της βάσει του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.

06

Ειδικότερα, εξετάσαμε τα εξής:

  1. τη σαφήνεια των στόχων και των όρων που προβλέπονται στον κανονισμό αριθ. 1466/97 με στόχο να διασφαλίζεται ότι τα κράτη μέλη με ελλείμματα ή/και υψηλά επίπεδα χρέους (άνω του 60 % του ΑΕΠ) προχωρούν ταχέως προς την κατεύθυνση των ΜΔΣ τους (Μέρος Ι)
  2. την εφαρμογή του κανονισμού από την Επιτροπή, κατά πόσον ήταν σύμφωνη με τους κανόνες και κατά πόσον οι επιχειρησιακές αποφάσεις είναι αποτελεσματικές όσον αφορά τους κανόνες του προληπτικού σκέλους (Μέρος II
  3. τον συνολικό ρυθμό προόδου, ιδίως των κρατών μελών με υψηλά επίπεδα χρέους, προς την επίτευξη των ΜΔΣ τους (Μέρος III).
  4. τις ενέργειες της Επιτροπής για να διασφαλίσει την υποβολή περιεκτικών και επαρκών ΠΣΣ και για να αξιολογήσει την αξιοπιστία τους και τη συμμόρφωσή τους με τους κανονισμούς και τον κώδικα δεοντολογίας (ΚΔ) του ΣΣΑ την ποιότητα των έγγραφων των υπηρεσιών της Επιτροπής και άλλων συναφών αξιολογήσεων ανά χώρα (για παράδειγμα, των ΣΔΠ των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ που υποβάλλονται το φθινόπωρο) εξετάζοντας ειδικότερα εάν περιγράφουν, εγκαίρως και με συνέπεια, τους σημαντικότερους κινδύνους και τις δέουσες κινήσεις σε επίπεδο πολιτικής (Μέρος IV
  5. τη βάση και τη συνάφεια των ΣΑΧ, καθώς και την παρακολούθησή τους και το επίπεδο εφαρμογής τους (Μέρος V).
07

Αξιολογήσαμε την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του προληπτικού σκέλους από την Επιτροπή κατά την περίοδο από το 2011 έως το 2016 (συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης των SWD που εκδόθηκαν την άνοιξη του 2017 σε σχέση με το 2016) και παρακολουθήσαμε τις σημαντικότερες εξελίξεις το 2017 και το 2018.

08

Εξετάσαμε το προληπτικό σκέλος λεπτομερώς για δείγμα έξι κρατών μελών (Αυστρία, Βέλγιο, Φινλανδία, Ουγγαρία, Ιταλία, Κάτω Χώρες). Ωστόσο, για ορισμένες από τις πτυχές που αναλύονται, εξετάσαμε επίσης και άλλα κράτη μέλη. Στα έξι κράτη μέλη που επελέγησαν περιλαμβάνονται πέντε από τη ζώνη του ευρώ και ένα εκτός αυτής. Τα κράτη μέλη που είχαν ήδη καλυφθεί στο πλαίσιο παρεμφερών ελέγχων εξαιρέθηκαν (πλην της Ιταλίας7) και από τα εναπομένοντα κράτη μέλη επιλέξαμε όσα είχαν: το μεγαλύτερο επίπεδο και τη μεγαλύτερη διάρκεια ελλειμμάτων ΔΙ και χρέους ή τη μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής σε ΔΥΕ επίσης, τη μεγαλύτερη απόσταση από τον ΜΔΣ τους (βλέπε παράρτημα I).

09

Τα κριτήρια ελέγχου που εφαρμόσαμε αντλήθηκαν από:

  1. τις απαιτήσεις του νομικού πλαισίου, ιδίως του κανονισμού 1466/97 σχετικά με το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο·
  2. τον ΚΔ για το περιεχόμενο των ΠΣΣ·
  3. τους κανόνες και τις διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, π.χ. οδηγούς (Vade Mecum) και άλλες κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδονται με αποδέκτες κράτη μέλη ή εσωτερικά προς τα μέλη του προσωπικού της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων (ΓΔ EFCIN)·
  4. έγγραφα που εκδόθηκαν από διάφορα θεσμικά όργανα της ΕΕ και άλλους διεθνείς οργανισμούς [ιδίως από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ)] ή που είναι το αποτέλεσμα ερευνών για την ανάδειξη βέλτιστων πρακτικών.
10

Πραγματοποιήσαμε επίσκεψη στη ΓΔ Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων για να μας παρουσιάσει το πλαίσιο των κανόνων, το σκεπτικό πίσω από διάφορες επιχειρησιακές αποφάσεις, καθώς και τις εσωτερικές διαδικασίες που εφαρμόζονται κατά την αξιολόγηση των δημοσιονομικών σχεδίων των κρατών μελών και την τελική εκπόνηση των ΣΑΧ.

11

Πραγματοποιήσαμε συνεντεύξεις με υπαλλήλους των αρμόδιων ανά χώρα υπηρεσιών της ΓΔ Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων για τα έξι κράτη μέλη του δείγματος και εξετάσαμε μια σειρά εγγράφων της Επιτροπής, τόσο δημοσιευμένα κείμενα όσο και εσωτερικά αρχεία. Πραγματοποιήσαμε επίσης ενημερωτικές επισκέψεις στα κράτη μέλη του δείγματος, στη διάρκεια των οποίων συναντηθήκαμε με τους ομολόγους της Επιτροπής στα αντίστοιχα υπουργεία οικονομικών και οικονομίας, με εκπρόσωπους των δημοσιονομικών συμβουλίων και με υπαλλήλους αρμόδιους για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο σε αντιπροσωπείες της ΕΕ.

12

Συγκροτήσαμε ένα συμβουλευτικό πάνελ με τη συμμετοχή ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων από πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα και δεξαμενές σκέψης, και καλέσαμε εκπροσώπους από τα δημοσιονομικά συμβούλια ορισμένων κρατών μελών σε ένα εσωτερικό σεμινάριο με σκοπό την ανταλλαγή απόψεων σχετικά με το πλαίσιο και τις διάφορες εξελίξεις που είχαν παρατηρήσει στα κράτη μέλη.

13

Υποβάλαμε σε αναλυτικές δοκιμές τα μοντέλα αξιολόγησης της συμμόρφωσης που χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή. Εξετάσαμε κατά πόσον τα μοντέλα είχαν δομηθεί κατά τρόπο ώστε να αντικατοπτρίζουν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στους κανονισμούς, και κατά πόσον αυτά διακρίνονταν από ακρίβεια και συνοχή στα διάφορα κράτη μέλη αλλά και διαχρονικά.

14

Εξετάσαμε επίσης τον αντίκτυπο ορισμένων επιχειρησιακών προσεγγίσεων αντιπαραβάλλοντας τα αποτελέσματα με προσομοιώσεις εναλλακτικών ερμηνειών, και επαναλάβαμε διάφορες αναλύσεις που είχαν διενεργηθεί από τις υπηρεσίες ανά χώρα της Επιτροπής, εξετάζοντας τα ΠΣΣ των κρατών μελών, τα SWD της Επιτροπής, εσωτερικά έγγραφα εργασίας και άλλες διαθέσιμες πληροφορίες για να διαπιστώσουμε πόσο τεκμηριωμένες ήταν ορισμένες παρατηρήσεις και συστάσεις της Επιτροπής.

Παρατηρήσεις

Μέρος Ι — Ο κανονισμός προέβλεπε κατάλληλο ρυθμό σύγκλισης προς την κατεύθυνση του ΜΔΣ, αλλά περιείχε διφορούμενες διατάξεις

15

Για να επιτευχθεί ταχεία σύγκλιση προς τους ΜΔΣ, ο κανονισμός έθεσε μια μέση ετήσια τιμή αναφοράς για την προσαρμογή του ΔΙ ίση με 0,5 % του ΑΕΠ, ορίζοντας ότι η εν λόγω τιμή αναφοράς θα πρέπει να είναι υψηλότερη για τα κράτη μέλη με χρέος που υπερβαίνει το 60 % του ΑΕΠ8.

16

Κάπως αντιφατικά, ο κανονισμός προβλέπει ένα σχετικά μεγάλο περιθώριο απόκλισης από την τιμή αναφοράς προτού το κράτος μέλος θεωρηθεί μη συμμορφούμενο. Ένα σχετικό περιθώριο απόκλισης ενδεχομένως να θεωρείται εύλογο, αν ληφθούν υπόψη οι αβεβαιότητες που ενέχουν οι προβλέψεις και εκτέλεση του προϋπολογισμού. Αλλά το προβλεπόμενο περιθώριο είναι μεγάλο: σε ένα έτος, η επιτρεπόμενη απόκλιση μπορεί να είναι 0,5 %, δηλαδή ίση με την τιμή αναφοράς. Σε διάστημα δύο ετών, μπορεί και πάλι να είναι 0,5 % του ΑΕΠ συνολικά (δηλαδή 0,25 % κατά μέσο όρος σε κάθε έτος). Αυτό το σχετικά μεγάλο περιθώριο επιτρεπόμενης απόκλισης έχει δημιουργήσει ασάφεια σχετικά με το τι πραγματικά αναμένεται από τα κράτη μέλη. Όλως ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν θέτει σωρευτικό όριο για αυτές τις αποκλίσεις για σειρά ετών, κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένδειξη ότι μια απόκλιση κατά τι λιγότερο από 0,25 % μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον9. Το στοιχείο αυτό έχει σημαντικό αντίκτυπο στον χρόνο που χρειάζεται ένα κράτος μέλος για να επιτύχει τον ΜΔΣ και, ως εκ τούτου, στην αποτελεσματικότητα του προληπτικού σκέλους.

17

Επιπλέον, ο κανονισμός περιέχει μια σειρά όρων και ρητρών ευελιξίας που είναι πιθανό να έχουν επιπλέον αντίκτυπο στην αποτελεσματικότητα του προληπτικού σκέλους, ανάλογα με το πώς θα εφαρμοστούν από την Επιτροπή.

18

Ο κανονισμός εισήγαγε την ιδέα ότι η προσαρμογή του ΔΙ πρέπει να είναι συναρτημένη με τους οικονομικούς κύκλους, μολονότι υπονοείται ότι θα συνεχίσει να απαιτείται κάποιου είδους προσαρμογή σε δύσκολες περιόδους. Ζητεί από την Επιτροπή και το Συμβούλιο να λαμβάνουν υπόψη «κατά πόσο καταβάλλεται μεγαλύτερη προσπάθεια προσαρμογής σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, ενώ η προσπάθεια μπορεί να είναι πιο περιορισμένη σε περιόδους δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας»10.

19

Επιπλέον, ο κανονισμός αφήνει « περιθώρια δημοσιονομικών ελιγμών, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των αναγκών για δημόσιες επενδύσεις»11.

20

Ο κανονισμός προβλέπει ευελιξία απαιτώντας από το Συμβούλιο και την Επιτροπή να «λαμβάνουν υπόψη την εφαρμογή μειζόνων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με άμεσες μακροπρόθεσμες θετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, περιλαμβανομένης της αύξησης της δυνητικής βιώσιμης ανάπτυξης, και κατά συνέπεια έχουν επαληθεύσιμο αντίκτυπο στη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών»12. Για να κάνουν χρήση αυτής της ευελιξίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να υποβάλουν «ανάλυση κόστους-ωφελείας των μειζόνων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που επιφέρουν άμεσες μακροπρόθεσμες θετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις» στα ΠΣΣ τους13. Δυνατότητα υποβολής αιτήματος για ευελιξία παρέχεται αν το κράτος μέλος έχει τηρήσει το περιθώριο ασφαλείας έναντι της τιμής αναφοράς του 3 % και αναμένεται να επανέλθει στον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο «εντός της περιόδου του προγράμματος»14. Η περίοδος του προγράμματος για τα ΠΣΣ διαρκεί κατά κανόνα τέσσερα έτη, με ορισμένες χώρες να συμπεριλαμβάνουν και ένα πέμπτο έτος.

21

Επίσης, ο κανονισμός επιτρέπει ρητά αποκλίσεις λόγω του άμεσου επαυξητικού κόστους των συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων15. Η επιλέξιμη απόκλιση συνδέεται αυστηρά με το δημοσιονομικό κόστος κατά το πρώτο έτος μετά τη θέσπιση της μεταρρύθμισης και τυχόν ετήσια επαυξητικά κόστη κατά τα επόμενα έτη. Με δεδομένες τις θετικές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων στη δημοσιονομική βιωσιμότητα, η εν λόγω ρήτρα δεν είναι επιζήμια για την αποτελεσματικότητα του κανονισμού.

22

Τέλος, ο κανονισμός προβλέπει επίσης αποκλίσεις λόγω ασυνήθων περιστάσεων που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση ή σε περίπτωση σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή την Ένωση συνολικά, με την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο δεν θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα.

23

Ενώ οι βασικές απαιτήσεις του κανονισμού αφορούσαν βελτιώσεις του δημοσιονομικού αποτελέσματος και του διαρθρωτικού ισοζυγίου, με τις μεταρρυθμίσεις του 2011 εισήχθη επιπλέον μια τιμή αναφοράς για τις δαπάνες (EB). Με την εν λόγω τιμή αναφοράς η πορεία εξέλιξης των ετήσιων δαπανών, όπως ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β), του κανονισμού16, δεν πρέπει να υπερβαίνει έναν μεσοπρόθεσμο ρυθμό αύξησης του δυνητικού ΑΕΠ, εκτός εάν η υπέρβαση αντισταθμίζεται με μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων. Επιπλέον, αν ένα κράτος μέλος δεν έχει επιτύχει τον ΜΔΣ του, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των δαπανών θα πρέπει να είναι χαμηλότερος από τον μεσοπρόθεσμο ρυθμό αύξησης του δυνητικού ΑΕΠ, προκειμένου να επιτευχθεί η στοχευόμενη βελτίωση του ΔΙ.

24

Ενώ οι δύο τιμές αναφοράς (για τις δαπάνες και για την προσαρμογή του ΔΙ) θα μπορούσαν, θεωρητικά, να οδηγήσουν στα ίδια αποτελέσματα, μπορούν να προκύψουν διαφορετικά αποτελέσματα ως προς τη συμμόρφωση λόγω ορισμένων διαφορών, π.χ. από τη χρήση διαφορετικού ρυθμού δυνητικής μεγέθυνσης από αυτόν που χρησιμοποιείται για το ΔΙ, ή τη μη συμπερίληψη των δαπανών για τόκους. Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι ο κανόνας περί δαπανών παρέχει ορισμένα πλεονεκτήματα στην εκ των υστέρων αξιολόγηση των επιδόσεων17.

Μέρος II — Η Επιτροπή έχει κάνει εκτενή χρήση της διακριτικής ευχέρειας που της παρασχέθηκε, αλλά δεν επικεντρώθηκε στον κύριο στόχο

Οι κυκλικώς προσαρμοσμένες απαιτήσεις σε συνδυασμό με το περιθώριο απόκλισης και το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας δεν διασφαλίζουν την τιμή αναφοράς για την προσαρμογή

25

Θέλοντας να διαφοροποιήσει την προσαρμογή ανάλογα με το σημείο όπου βρίσκεται η οικονομία στον οικονομικό κύκλο («ευνοϊκή» και «δυσμενής» οικονομική συγκυρία όπως αναφέρεται στον κανονισμό), η Επιτροπή δημοσίευσε το 2015 έναν πίνακα απαιτούμενων προσαρμογών (στο εξής «πίνακας») όπου αναφέρονταν οι απαιτούμενες προσαρμογές (βλέπε γράφημα 3). Το βασικό κριτήριο για να ανακηρυχθεί μια συγκυρία ευνοϊκή ή δυσμενής είναι το παραγωγικό κενό, και βάσει αυτού διακρίνονται πέντε υποπεριπτώσεις: εξαιρετικά δυσμενής οικονομική συγκυρία, πολύ κακή συγκυρία, κακή συγκυρία, κανονική συγκυρία και ευνοϊκή οικονομική συγκυρία. Ο πίνακας δεν προβλέπει καμία προσαρμογή κατά τη διάρκεια «εξαιρετικά δυσμενούς» οικονομικής συγκυρίας, μιας έννοιας που δεν προβλέπεται στον κανονισμό. Τα κράτη μέλη με χρέος κάτω του 60 % του ΑΕΠ δεν είναι υποχρεωμένα να προβούν σε προσαρμογές όταν η οικονομική συγκυρία είναι «πολύ δυσμενής», και εκτός αν η ανάπτυξη είναι άνω της δυνητικής ακόμη και όταν η οικονομική συγκυρία είναι «δυσμενής». Παρά το γεγονός ότι δεν απαιτείται από τον κανονισμό, η Επιτροπή έλαβε τη σύμφωνη γνώμη των κρατών μελών για τον πίνακα (αλλά και άλλες δυνατότητες ευελιξίας, βλέπε παρακάτω) μέσω του Συμβουλίου Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων (ECOFIN)18.

Γράφημα 3

Πίνακας για τον προσδιορισμό της ετήσιας δημοσιονομικής προσαρμογής για την επίτευξη του ΜΔΣ στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους του Συμφώνου

  Απαιτούμενη ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή*
  Κατάσταση Χρέος κάτω του 60 % και κανένας κίνδυνος για τη διατηρησιμότητα Χρέος άνω του 60 % ή κίνδυνος για τη διατηρησιμότητα
Εξαιρετικά δυσμενείς περίοδοι Πραγματική ανάπτυξη <0 ή παραγωγικό κενό <-4 Δεν χρειάζεται προσαρμογή
Πολύ δυσμενείς περίοδοι -4 ≤ παραγωγικό κενό <-3 0 0,25
Δυσμενείς περίοδοι -3 ≤ παραγωγικό κενό <-1,5 0 εάν η ανάπτυξη είναι κάτω της δυνητικής, 0,25 εάν η ανάπτυξη είναι άνω της δυνητικής 0,25 εάν η ανάπτυξη είναι κάτω της δυνητικής, 0,5 εάν η ανάπτυξη είναι άνω της δυνητικής
Κανονικές περίοδοι -1,5 ≤ παραγωγικό κενό <1,5 0,5 > 0,5
Ευνοϊκές περίοδοι παραγωγικό κενό ≥ 1,5 % > 0,5 εάν η ανάπτυξη είναι κάτω της δυνητικής. > 0,75 εάν η ανάπτυξη είναι άνω της δυνητικής ≥ 0,75 εάν η ανάπτυξη είναι κάτω της δυνητικής. ≥ 1 εάν η ανάπτυξη είναι άνω της δυνητικής

* Όλα τα αριθμητικά στοιχεία εκφράζονται ως % του ΑΕΠ

Πηγή: Επιτροπή COM (2015) 12 final. Παράρτημα 2.

26

Για τις περιπτώσεις αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης και παραγωγικού κενού κάτω από - 4 %, ο πίνακας χρησιμοποιεί τη φράση «δεν χρειάζεται προσαρμογή» αντί για «μηδενική προσαρμογή». Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι χρησιμοποιήθηκαν δύο διαφορετικές φράσεις για να καλυφθεί το ενδεχόμενο επιδείνωσης του ΔΙ σε περιόδους απότομης ύφεσης ωστόσο, η Επιτροπή δήλωσε στη διάρκεια του ελέγχου ότι θα απαιτεί μηδενική προσαρμογή σε αμφότερες τις περιπτώσεις19. Η πληθώρα διαφορετικών υποπεριπτώσεων που χαρακτηρίζουν τις δυσμενείς συγκυρίες αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι ο πίνακας καταρτίστηκε σε περίοδο βαθιάς ύφεσης, κάτι το οποίο έχει ενδεχομένως επηρεάσει τις τιμές των παραμέτρων του.

27

Η Επιτροπή προέβη σε μικρή και μη συνεπή διαφοροποίηση των απαιτήσεων προσαρμογής για τα κράτη μέλη με υψηλότερο δείκτη χρέους (δηλαδή άνω του ορίου του 60 %) σε σύγκριση με τα άλλα κράτη μέλη. Η απαίτηση για τα μεν είναι υψηλότερη κατά ένα τέταρτο ποσοστιαίας μονάδας σε δυσμενείς και ευνοϊκές περιόδους, αλλά παραδόξως όχι σε κανονικές περιόδους. Για τις χώρες αυτές, η Επιτροπή έχει απλώς ορίσει ότι η απαίτηση θα πρέπει να είναι υψηλότερη του 0,5 % του ΑΕΠ. Ο οδηγός του 2016 εξηγεί ότι ως άνω του 0,5 % του ΑΕΠ νοείται κατά σύμβαση ένα ποσοστό ίσο με τουλάχιστον 0,6 % του ΑΕΠ20. Ενώ προσαρμογή της τάξης του 0,6 % του ΑΕΠ έχει απαιτηθεί σε μια «κανονική» συγκυρία, δεν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι έχει προταθεί απαίτηση για υψηλότερη προσαρμογή υπό «κανονικές» περιόδους για κράτος μέλος με υψηλότερα επίπεδα χρέους.

28

Ο πίνακας κάνει διάκριση ανάμεσα στις περιπτώσεις στις οποίες η ανάπτυξη υπερβαίνει το δυνητικό επίπεδο, και στις περιπτώσεις όπου αυτό δεν συμβαίνει. Ωστόσο, δεν ακολουθείται κάποια συνεκτική προσέγγιση, δεδομένου ότι οι απαιτήσεις είναι υψηλότερες κατά ένα τέταρτο της ποσοστιαίας μονάδας στις δυσμενείς και τις ευνοϊκές περιόδους, εάν η ανάπτυξη είναι άνω της δυνητικής, αλλά στις κανονικές περιόδους δεν προβλέπεται αντίστοιχη πρόσθετη προσαρμογή για τις χώρες με χαμηλό χρέος, ενώ δεν προσδιορίζεται για τις χώρες με υψηλό χρέος. Αν και θεωρητικά είναι ευκολότερη η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων σε περιόδους ταχείας ανάπτυξης, δηλαδή ανάπτυξης άνω του μέσου ή του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι έλαβε υπόψη την εφικτότητα μεγαλύτερων προσαρμογών, μεταξύ άλλων και ως προς την πολιτική τους βιωσιμότητα (βλέπε επίσης σημείο 50).

29

Πριν από τον καθορισμό των τιμών του πίνακα, η Επιτροπή δεν ανέλυσε πώς οι καθοριζόμενες παράμετροι, σε συνδυασμό με τη «σημαντική απόκλιση» που ορίζεται στον κανονισμό, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν ότι τα κράτη μέλη θα επιτύχουν τους ΜΔΣ τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ο πίνακας δεν βασίστηκε σε προσομοίωση του κατά πόσον, υπό εύλογες μακροοικονομικές παραδοχές, οι τιμές του θα οδηγούσαν σε μέση βελτίωση του ΔΙ κατά 0,5 ΠΜ του ΑΕΠ εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η μόνη ανάλυση που έγινε ήταν σχετικά με την κατανομή των παραγωγικών κενών, χωρίς να εξεταστούν οι επιπτώσεις για την επίτευξη του ΜΔΣ.

30

Το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο προειδοποίησε ότι, ελλείψει περιορισμών στη σωρευτική απόκλιση στον κανονισμό, τα κράτη μέλη είχαν κίνητρο να αποκλίνουν συστηματικά από την απαιτούμενη προσαρμογή για την επίτευξη του ΜΔΣ, και ότι ορισμένες χώρες ενδέχεται να έχουν προγραμματίσει να το πράξουν εντός των επιτρεπόμενων περιθωρίων21.

31

Αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο το πλαίσιο, τον Μάιο του 2017, η Επιτροπή εισήγαγε ένα «περιθώριο εκτίμησης», το οποίο αποκαλείται επίσης περιθώριο διακριτικής ευχέρειας22. Εξήγγειλε την πρόθεσή της να χρησιμοποιήσει αυτό το περιθώριο σε περιπτώσεις όπου ο αντίκτυπος μιας μεγάλης δημοσιονομικής προσαρμογής στην ανάπτυξη θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικός23.

32

Στην πρότασή της όσον αφορά τις συστάσεις για την Ιταλία τον Μάιο του 2017, η Επιτροπή ανέφερε ότι η απαιτούμενη προσαρμογή θα πρέπει να είναι «της τάξης τουλάχιστον του 0,6 % του ΑΕΠ», αλλά στη συνέχεια προσθέτει ότι: «Όπως υπενθυμίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής που συνοδεύει τις εν λόγω συστάσεις ανά χώρα, η αξιολόγηση του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος του 2018 και η επακόλουθη αξιολόγηση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων του 2018 θα πρέπει να λάβουν δεόντως υπόψη τον στόχο να επιτευχθεί δημοσιονομικός προσανατολισμός που να συμβάλλει στην ενίσχυση της εν εξελίξει ανάκαμψης και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών της Ιταλίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή προτίθεται να κάνει χρήση του εφαρμοστέου περιθωρίου εκτίμησης με βάση την κυκλική κατάσταση της Ιταλίας.»24

33

Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή ανακοίνωσε εκ των προτέρων ότι τυχόν σημαντική απόκλιση από την προσαρμογή που προβλέπεται στις ΣΑΧ δεν συνεπάγεται πάντα αξιολόγηση μη συμμόρφωσης. Αυτό έπληξε τη συνάφεια και την αξιοπιστία της τεθείσας απαίτησης.

34

Προβαίνοντας σε περαιτέρω επεξήγηση αυτής της νέας ευελιξίας εντός του ίδιου έτους, η Επιτροπή δήλωσε ότι μπορεί να ασκεί τον βαθμό διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει όταν αξιολογεί τη συμμόρφωση με το ΣΣΑ25. Επομένως, ακόμη και αν ένα κράτος μέλος αποκλίνει σημαντικά από την απαιτούμενη προσαρμογή του, η Επιτροπή «θα μπορούσε ενδεχομένως» να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν δικαιολογείται η κίνηση διαδικασίας σημαντικής απόκλισης. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 1466/97, υποστηρίζοντας ότι η συνολική εκτίμηση συνδέεται μεν με ακριβή ποσοτικά κριτήρια, αλλά δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε αυτά, και άρα η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη και άλλα στοιχεία.

35

Στην έκθεση της Επιτροπής για τη συνολική εκτίμηση των ΣΔΠ του 2018 παρέχονται και άλλες εξηγήσεις για τη χρήση επιπλέον ελαστικότητας. Η ελαστικότητα δικαιολογείται στις περιπτώσεις που η ανάκαμψη φαίνεται ακόμη εύθραυστη ή όπου η υπερβολικά περιοριστική δημοσιονομική πολιτική θα μπορούσε να τη θέσει σε κίνδυνο. Αναφέρεται ότι τα κράτη μέλη με δείκτη χρέους προς ΑΕΠ άνω του 60 % θα πρέπει να διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή «εύλογης δημοσιονομικής προσαρμογής», η οποία ορίζεται από την Επιτροπή ως προσαρμογή που καλύπτει το ήμισυ τουλάχιστον της απαιτούμενης από τον πίνακα. Το ίδιο έγγραφο προβλέπει ότι μια τέτοια εύλογη προσαρμογή αποτελεί το ουσιώδες κριτήριο για την ενεργοποίηση της ΔΥΕ που βασίζεται στον δείκτη χρέους.

36

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πλέον πρόσφατη απίσχνανση των απαιτήσεων αποφασίστηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία της ΕΕ και της ζώνης του ευρώ έχει συμπληρώσει τέσσερα έτη συνεχούς μεγέθυνσης, με ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από αυτούς της δυνητικής παραγωγής. Σε μία περίπτωση, η Επιτροπή δικαιολόγησε τη μείωση της απαιτούμενης προσαρμογής βασιζόμενη στην εκτίμησή της ότι η ανάκαμψη δεν είναι αρκετά εύρωστη, αλλά δεν έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι η ανάπτυξη της τελευταίας τετραετίας (2015-2018), η οποία μοιάζει ενδεχομένως χαμηλή, εκτιμάται ότι ήταν 1 ποσοστιαία μονάδα υψηλότερη από τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης.

Η εφαρμογή της ευελιξίας από την Επιτροπή, επί της οποίας πέτυχε στη συνέχεια συναίνεση με τα κράτη μέλη, έχει ως αποτέλεσμα σημαντικές καθυστερήσεις στην επίτευξη των ΜΔΣ και επιτρέπει την αύξηση μη συναφών δαπανών

37

Το 2015 η Επιτροπή έκανε την κίνηση να περιορίσει τη χρήση της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο 0,5 % του ΑΕΠ και να μην θέσει όριο στη ρήτρα επενδύσεων26. Το Συμβούλιο ECOFIN27 αργότερα ενέκρινε σωρευτικό όριο για τα συνδυασμένα περιθώρια που αφορούν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις ίσο με 0,75 % του ΑΕΠ μέχρις ότου ένα κράτος μέλος έχει πετύχει τον ΜΔΣ του. Δεν επιβλήθηκε ανώτατο όριο στη ρήτρα μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος (η οποία, ωστόσο, περιορίζεται στις πραγματικές δαπάνες), ενώ ούτε στη ρήτρα ασυνήθων περιστάσεων ισχύει τέτοιος περιορισμός.

38

Η ρήτρα επενδύσεων μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σε οικονομικό έτος κατά το οποίο η αύξηση του ΑΕΠ είναι αρνητική ή το αρνητικό παραγωγικό κενό είναι μεγαλύτερο από 1,5 % του ΑΕΠ. Δεν υφίσταται αντίστοιχος περιορισμός για τις ρήτρες διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (συμπεριλαμβανομένης της ρήτρας συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης), ενώ ούτε στη ρήτρα ασυνήθων περιστάσεων ισχύει τέτοιος περιορισμός.

39

Το περιθώριο για επενδύσεις και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μπορεί να χορηγηθεί μόνο εάν το διαρθρωτικό ισοζύγιο ενός κράτους μέλους δεν απέχει από τον ΜΔΣ πάνω από 1,5 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει για τις ρήτρες της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης και των ασυνήθων περιστάσεων.

40

Στον πίνακα 1 παρουσιάζεται μια επισκόπηση όλων των εγκεκριμένων ρητρών ευελιξίας στο διάστημα 2013-2017.

Πίνακας 1

Κατάλογος των ρητρών ευελιξίας που χορηγήθηκαν το 2013-2017, ως ποσοστό του ΑΕΠ

ΚΜ Σύνολο επιτρεπόμενης απόκλισης 2013-2017 2013 2014 2015 2016 2017
Συντάξεις Επενδύσεις Συντάξεις Επενδύσεις Συντάξεις Πρόσφυγες Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις Συντάξεις Επενδύσεις Πρόσφυγες Ασφάλεια Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις Συντάξεις Επενδύσεις Πρόσφυγες Ασφάλεια Σεισμός
LV 1,20                     0,50       0,30     0,30       0,10          
IT 1,20                               0,03 0,50   0,21 0,06 0,06       0,16   0,18
BG 0,70               0,60   0,10                          
FI 0,67                      0,05       0,17   0,50   0,10 -0,15    
SK 0,40              0,40                          
AT 0,39                  0,09       0,25 0,04         0,01  
HU 0,22               0,04         0,04         0,14  
BE 0,17              0,03       0,08 0,05         0,01  
LT 0,10                 0,10       0,4*          
SL 0,08                     0,07         0,01    


Πηγές: 2013 - 2017 Επιτροπή.

Εγκριθέν εκ των υστέρων
Εγκριθέν
Θα εγκριθεί εκ των υστέρων SF 2018


*

0,40 πλήρως εγκριθέν μόνον εφόσον τηρηθεί το ελάχιστο όριο αναφοράς. Άρα η επιτρεπόμενη απόκλιση για τη LT ήταν 0,1 το 2017.

Πηγή: Επιτροπή.

Εφαρμογή της επενδυτικής ρήτρας
41

Τον Ιανουάριο του 2015, η Επιτροπή28 διατύπωσε τη θέση ότι το περιθώριο της ρήτρας επενδύσεων είναι δυνατόν να χορηγείται όταν ένα κράτος μέλος προτίθεται να πραγματοποιήσει εθνικές δαπάνες για την υλοποίηση επιλέξιμων προγραμμάτων της ΕΕ υπέρ της ανάπτυξης29. Οι ονομαστικές δαπάνες υπολογίζονται εν συνεχεία ως ποσοστό του ΑΕΠ, και η υποχρέωση προσαρμογής μειώνεται κατά το ίδιο ποσοστό του ΑΕΠ. Τέθηκε ως όρος ότι η αξία σε ευρώ των δαπανών για ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου κατά το αντίστοιχο έτος δεν θα πρέπει να σημειώσει μείωση. Αυτό επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια από το Συμβούλιο ECOFIN στην «Από κοινού συμφωνηθείσα θέση σχετικά με την ευελιξία στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης»30.

42

Βάσει του σχεδιασμού της ως έχει αυτή τη στιγμή, η ρήτρα επενδύσεων δεν θέτει ούτε ως προϋπόθεση ούτε ως ρητό στόχο την αύξηση του δείκτη επενδύσεων ως ποσοστού του ΑΕΠ. Στην περίπτωση της Ιταλίας, η Επιτροπή ανέφερε ότι, ακόμη και μετά τη χορήγηση του περιθωρίου για επενδύσεις, οι δημοσιονομικές της δαπάνες για τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου θα παρέμεναν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες σε σχέση με το ΑΕΠ31.

43

Δεδομένου ότι οι δαπάνες που σχετίζονται με την εγκεκριμένη ρήτρα επενδύσεων θα μειώνουν το ΔΙ στο έτος για το οποίο έχει εγκριθεί το περιθώριο, αυτό θα επηρεάσει την πορεία των διαρθρωτικών ισοζυγίων κατά τα επόμενα χρόνια, και ως εκ τούτου θα παραταθεί ο χρόνος έως τη σύγκλιση με τον ΜΔΣ, ceteris paribus. Ως εκ τούτου, επενδυτικό περιθώριο που χορηγείται σε ένα δεδομένο έτος συνεπάγεται αύξηση των συνολικών επιτρεπόμενων δαπανών κατά τα επόμενα έτη, ανεξάρτητα από το ύψος των δαπανών για επενδύσεις κατά τα έτη αυτά. Δεν υπάρχει όρος που να απαιτεί τη διατήρηση των αυξημένων επιπέδων επενδύσεων τα επόμενα χρόνια. Αυτό προκύπτει επίσης από την περιγραφή της Επιτροπής για τα αποτελέσματα της ρήτρας επενδύσεων32 (βλέπε γράφημα 4).

Γράφημα 4

Προσομοίωση της ρήτρας επενδύσεων από την Επιτροπή

Πηγή: Οδηγός ΣΣΑ της Επιτροπής («SGP Vade Mecum») (έκδοση 2017), Παράρτημα 14, προσομοίωση 2, σ. 176.

44

Προκειμένου να μην παραταθεί ο χρόνος που θα απαιτηθεί έως την επίτευξη σύγκλισης, η Επιτροπή θα έπρεπε, κατά τα έτη που ακολουθούν, να αυξήσει την προσαρμογή που προβλέπεται στον πίνακα κατά το ύψος του εγκεκριμένου επενδυτικού περιθωρίου ή κατά ένα ποσό κατ’ αναλογία (ομοίως για τα περιθώρια των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και των ασυνήθων περιστάσεων, βλέπε κατωτέρω). Ωστόσο, η Επιτροπή δεν εφαρμόζει την προσέγγιση αυτή. Όπως εξήγησε κατά τη διάρκεια του ελέγχου, τυχόν επιπλέον προσαρμογές σε σχέση με τον πίνακα θα προκαλούσαν έναν διακεκομμένο ρυθμό προσαρμογής και θα ήταν πιθανό να οδηγήσουν σε μεγάλες προσαρμογές οι οποίες πιθανόν να θεωρούνταν τιμωρητικού χαρακτήρα ή να απέτρεπαν τα κράτη μέλη από την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

45

Στην περιγραφή των συνεπειών της ρήτρας επενδύσεων33, η Επιτροπή παρουσιάζει τον χρόνο έως τη σύγκλιση να αυξάνεται, αλλά ισχυρίζεται ότι τα περιθώρια θα έχουν καταργηθεί έως το τελευταίο έτος της περιόδου του προγράμματος. Ο υπολογισμός της βασίζεται στην παραδοχή ότι η μέση προσαρμογή θα ανέλθει σε 0,5 ΠΜ του ΑΕΠ ανά έτος και ότι η αρχική απόσταση του κράτους μέλους από τον ΜΔΣ είναι 1,5 % του ΑΕΠ. Χωρίς το επενδυτικό περιθώριο, θα απαιτούνταν 3 χρόνια για την επίτευξη του ΜΔΣ με αυτόν το ρυθμό. Με περιθώριο επενδύσεων ίσο με 0,5 % του ΑΕΠ το χρονικό αυτό διάστημα αυξάνεται κατά ένα έτος. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, ακόμη και χωρίς τη λήψη αντισταθμιστικών μέτρων κατά τα επόμενα έτη, οι συνέπειες των ρητρών θα έχουν εξαλειφθεί έως τη λήξη της περιόδου του προγράμματος (βλέπε γράφημα 4).

46

Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η μέση προσαρμογή του 0,5 % δεν επιτυγχάνεται και ένας από τους λόγους είναι το περιθώριο σημαντικής απόκλισης. Η παράταση του χρόνου έως τη σύγκλιση θα είναι συνεπώς πολύ μεγαλύτερη. Θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο αν συνυπολογιστούν οι συνέπειες των άλλων περιθωρίων (μεταρρύθμιση και ασυνήθεις περιστάσεις). Στην περίπτωση μίας χώρας, τα σωρευτικά μη συνταξιοδοτικά περιθώρια παντός σκοπού έφτασαν το 1,2 % του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2015-2017 (βλέπε πίνακα 1).

47

Το αποτέλεσμα είναι ότι το εγκεκριμένο επενδυτικό περιθώριο οδηγεί σε αύξηση των συνολικών δαπανών κατά τα επόμενα έτη, ανεξάρτητα από το πώς μεταβάλλεται το επίπεδο των επενδυτικών δαπανών. Η συνολική αύξηση των τρεχουσών δαπανών μπορεί συνεπώς να υπερβεί πολλάκις το εγκεκριμένο περιθώριο, μέχρις ότου επιτευχθεί τελικά ο ΜΔΣ34.

Εφαρμογή της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων
48

Όπως η ρήτρα επενδύσεων, έτσι και η ρήτρα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων συνεπάγεται αύξηση των επιτρεπόμενων δαπανών όχι μόνο στο έτος για το οποίο έχει εγκριθεί αλλά και κατά τα επόμενα έτη (σε σχέση με την αρχική πορεία), με αποτέλεσμα να επιμηκύνεται ο χρόνος σύγκλισης για την επίτευξη του ΜΔΣ.

49

Η Επιτροπή αποφάσισε ότι το περιθώριο για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις δεν είναι απαραίτητο να αντιστοιχεί στο πραγματικό δημοσιονομικό κόστος της υλοποίησης της μεταρρύθμισης35. Ο κανονισμός, από την άλλη, προβλέπει ρητά ότι πρέπει να διενεργείται ανάλυση κόστους-οφέλους προτού εγκριθεί περιθώριο για μεταρρυθμίσεις36. Για μείζονες μεταρρυθμίσεις του συνταξιοδοτικού συστήματος, ορίζει σαφώς ότι το περιθώριο θα πρέπει να περιορίζεται στις πραγματικές δαπάνες.

50

Από την πλευρά της η Επιτροπή ασκεί διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό του περιθωρίου (εντός των ορίων που έχει εγκρίνει το ECOFIN), εφόσον η μεταρρύθμιση αναμένεται να έχει μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στην ανάπτυξη και, ως εκ τούτου, θετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω επιπτώσεις μετρώνται πολύ δυσκολότερα από το πραγματικό δημοσιονομικό κόστος της μεταρρύθμισης. Με τον τρόπο αυτό, το βασικό περιθώριο μεταρρυθμίσεων λειτουργεί μάλλον ως κίνητρο για μεταρρυθμίσεις παρά ως μέσο για την κάλυψη του κόστους τους37.

51

Ωστόσο, η Επιτροπή διαθέτει πολλά ακόμη μέσα πολιτικής διά των οποίων μπορεί να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιονομικών της πόρων.

52

Η Επιτροπή εφαρμόζει τη ρήτρα στην εκ των υστέρων αξιολόγηση εφόσον έχουν υλοποιηθεί πλήρως οι προγραμματισμένες μεταρρυθμίσεις38. Όταν οι ρήτρες έχουν εγκριθεί εκ των προτέρων, η ΣΑΧ αναφέρει ότι αν η προγραμματισμένη μεταρρύθμιση υλοποιηθεί πλήρως, η ρήτρα αφαιρείται από τη δημοσιονομική απαίτηση κατά την εκ των υστέρων αξιολόγηση της συμμόρφωσης39. Στην περίπτωση της Ιταλίας, την άνοιξη του 2017, η Επιτροπή χορήγησε την επιτρεπόμενη απόκλιση, αλλά δεν αξιολόγησε με διαφανή τρόπο κατά πόσον υλοποιήθηκαν πλήρως όλες οι μεταρρυθμίσεις που περιέχονταν στο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ιταλίας για 2015, για τις οποίες είχε ζητηθεί ευελιξία. Στην έκθεση χώρας του 2017, ορισμένες μεταρρυθμίσεις αναφέρονται ως μη εκπληρωθείσες (π.χ. Δεν εγκρίθηκε το νομοσχέδιο για τον ανταγωνισμό του 2015).

53

Διαπιστώσαμε έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης και αξιολόγησης (εκ των προτέρων και εκ των υστέρων) εκ μέρους της Επιτροπής, τόσο για το άμεσο δημοσιονομικό κόστος όσο και για τα μακροπρόθεσμα οφέλη στα οποία βασίστηκαν ορισμένες ρήτρες. Για παράδειγμα, η Ιταλία έλαβε έγκριση για δύο ρήτρες διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, συνολικού ύψους 0,5 % του ΑΕΠ το 2016 ωστόσο, η απόκλιση δεν αντιστοιχούσε στις επαληθεύσιμες άμεσες και έμμεσες δημοσιονομικές δαπάνες για τις μεταρρύθμισες όπως είχαν εκτιμηθεί από την Ιταλία. Το 2016 η απόκλιση ήταν διπλάσια από τις δαπάνες και δεν προεκτιμήθηκαν δαπάνες στην περίοδο προσαρμογής (2017-2019).

54

Ακόμη, διαπιστώσαμε ότι η εκτίμηση της Επιτροπής όσον αφορά τις οικονομικές επιπτώσεις των ρητρών ήταν ανεπαρκής. Υπάρχουν παραδείγματα προσομοιώσεων με χρήση του μοντέλου QUEST40, αλλά, σε ορισμένες περιπτώσεις, η Επιτροπή θα έπρεπε να έχει ζητήσει περαιτέρω ανάλυση και αιτιολόγηση από τα κράτη μέλη στις περιπτώσεις που οι παρασχεθείσες πληροφορίες ήταν ανεπαρκείς. Στην περίπτωση της ρήτρας διαρθρωτικής μεταρρύθμισης της Ιταλίας ύψους 0,4 % του ΑΕΠ από το 2016 και μετά, οι εθνικές αρχές εκτίμησαν τις μακροπρόθεσμες θετικές επιπτώσεις των μεταρρυθμίσεων στο ΑΕΠ και διαβίβασαν τις εκτιμήσεις τους στην Επιτροπή. Την άνοιξη του 2015 η Επιτροπή αξιολόγησε «εύλογες» τις προβλέψεις των αρχών για τις θετικές επιπτώσεις στο ΑΕΠ. Ωστόσο, δεν αποκομίσαμε επαρκή στοιχεία για να θεμελιώσουμε τους ελέγχους της Επιτροπής. Στη συνέχεια, η Επιτροπή εκπόνησε τις δικές της εκτιμήσεις των επιπτώσεων τον Δεκέμβριο του 2015 και τις αναθεώρησε τον Απρίλιο του 2016, εν μέρει λόγω της μακροπρόθεσμης φύσης των προβολών και λόγω των συναφών αβεβαιοτήτων ορισμένων παραδοχών. Κατά την εκ των υστέρων αξιολόγηση της ρήτρας δεν εκπονήθηκαν εκτιμήσεις (ήτοι την άνοιξη του 2017). Οι εκτιμήσεις αυτές είναι στην καλύτερη περίπτωση ενδεικτικές και γενικώς αβέβαιες, γεγονός που τις καθιστά ακατάλληλες προς χρήση ως κριτήριο για την εκ των υστέρων αξιολόγηση της επιλεξιμότητας των ρητρών. Όσον αφορά τη ρήτρα επενδύσεων που εγκρίθηκε για την Ιταλία (0,25 % του ΑΕΠ), ο αντίκτυπος στο ΑΕΠ δεν είχε εκτιμηθεί.

Η εφαρμογή της ρήτρας ασυνήθων περιστάσεων
55

Η ευελιξία επιτρέπεται στις περιπτώσεις που οι αποκλίσεις οφείλονται σε ασυνήθεις περιστάσεις, όπως αθρόα εισροή προσφύγων, φυσικές καταστροφές ή απειλές για την ασφάλεια41. Η Επιτροπή οφείλει να αξιολογεί κατά πόσον τα γεγονότα αυτά δικαιολογούν ή όχι την επίδειξη ευελιξίας. Οι σχετικές ρήτρες δεν έχουν ανώτατο όριο.

56

Όπως συμβαίνει και με τις ρήτρες για επενδύσεις και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η Επιτροπή δεν αυξάνει τις απαιτήσεις προσαρμογής στα έτη που έπονται της έγκρισης της ρήτρας, προκειμένου να αντισταθμίσει την αύξηση στις δαπάνες λόγω των ασυνήθων περιστάσεων. Ο χρόνος για την επίτευξη του ΜΔΣ παρατείνεται συνεπώς ακόμη περισσότερο.

57

Κατά την αξιολόγηση των δαπανών που επιτρέπονται δυνάμει των ρητρών, διαπιστώσαμε ότι ορισμένες προληπτικές δαπάνες είχαν επιτραπεί εκ των προτέρων (για παράδειγμα, προληπτικά μέτρα για τα δημόσια κτίρια στην Ιταλία το 2017), παρόλο που αυτό συνιστά παρέκκλιση από τη βασική αρχή του Οδηγού σύμφωνα με την οποία πρέπει να υφίσταται άμεση σύνδεση με την ασυνήθη περίσταση42. Στις απαντήσεις της, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι αν δεν πραγματοποιούνταν οι εν λόγω δαπάνες, θα αποκλείονταν εκ των υστέρων. Πιστεύουμε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έπρεπε να είχαν κριθεί μη επιλέξιμες διότι δεν συνδέονταν άμεσα με την περίσταση αυτή καθαυτή.

Επιλογή των πλέον ευνοϊκών δεικτών από διαφορετικές εσοδείες
58

Μία άλλη περίπτωση χαλάρωσης του πλαισίου αφορά τη χρήση των πλέον ευνοϊκών δεδομένων από διαφορετικές εσοδείες για τη λήψη αποφάσεων σε διάφορα στάδια της διαδικασίας, αντί των πλέον πρόσφατων διαθέσιμων δεδομένων, που είναι και τα πλέον αξιόπιστα. Ως πλέον ευνοϊκά δεδομένα σε αυτό το πλαίσιο νοούνται οι δείκτες που συνεπάγονται την ελάχιστη δυνατή προσαρμογή. Επιλεκτική χρήση των πλέον ευνοϊκών εσοδειών μπορεί να διαπιστωθεί: κατά τον υπολογισμό της απόστασης του ΔΙ από τον ΜΔΣ και όταν η απαίτηση προσαρμογής καθορίζεται και στη συνέχεια παγώνει.

59

Η Επιτροπή μετρά την απόσταση έως τον ΜΔΣ κατά τη διάρκεια ενός δεδομένου έτους συγκρίνοντας τον ΜΔΣ με το ΔΙ του προηγούμενου έτους, αλλά χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτόν την πλέον ευνοϊκή εσοδεία δεδομένων από μια σειρά εσοδειών, αντί η σύγκριση να γίνεται με το ΔΙ του δεδομένου έτους. Για τα κράτη μέλη που έχουν επιτύχει τον ΜΔΣ τους αλλά το ΔΙ τους επιδεινώνεται, μπορεί να σημειωθεί καθυστέρηση ενός έτους κατά την αξιολόγησή τους με αυτή την προσέγγιση.

Χρήση μονομερούς παγώματος
60

Οι απαιτήσεις καθορίζονται την άνοιξη του έτους που προηγείται και στη συνέχεια «παγώνουν», δηλαδή δεν αναθεωρούνται ποτέ προς τα άνω, ακόμη και αν στο μεταξύ οι αναθεωρήσεις των δεδομένων υποδηλώσουν βελτίωση των οικονομικών συνθηκών. Για παράδειγμα, κατά την αξιολόγηση των ΣΔΠ τον Νοέμβριο του 2017, η Επιτροπή θα μπορούσε να είχε λάβει υπόψη της τις βελτιωμένες μακροοικονομικές προοπτικές. Αντιθέτως, αναθεωρούνται προς τα κάτω αν η οικονομική κατάσταση επιδεινωθεί σε βαθμό που να θεωρηθεί ότι υφίσταται «εξαιρετικά δυσμενής» συγκυρία.

61

Επιπλέον, στις αξιολογήσεις της την άνοιξη του 2014, την άνοιξη του 2015 και την άνοιξη του 2016, η Επιτροπή επέλεξε τους πλέον ευνοϊκούς δείκτες από ένα μείγμα εσοδειών που δεν ήταν συγκρίσιμες διότι βασίζονταν στο ευρωπαϊκό σύστημα ολοκληρωμένων οικονομικών λογαριασμών (ΕΣΛ) 95 και 2010. Στη διάρκεια αυτής της μεταβατικής φάσης, η ανάμειξη αυτών των εσοδειών είναι πιθανό να οδήγησε σε διαφορετικές θέσεις από εκείνες που θα είχαν διαμορφωθεί αν είχαν χρησιμοποιηθεί δείκτες που βασίζονταν σε κοινό πρότυπο.

Το σωρευτικό αποτέλεσμα των ρητρών και το περιθώριο σημαντικής απόκλισης δεν επιτρέπει την επίτευξη του ΜΔΣ εντός εύλογου χρονικού διαστήματος

62

Όταν η τιμή αναφοράς για την ετήσια σύγκλιση ορίστηκε σε 0,5 ΠΜ του ΑΕΠ, το μέσο ΔΙ των κρατών μελών με έλλειμμα ήταν 2,9 % του ΑΕΠ43, και ο μέσος ΜΔΣ ήταν -0,5 % του ΑΕΠ. Αυτό σήμαινε ότι ο ΜΔΣ μπορούσε να επιτευχθεί σε πέντε περίπου χρόνια, με την παραδοχή ότι κατά την εν λόγω περίοδο θα επικρατούσαν μέσες μακροοικονομικές συνθήκες. Αυτός θα ήταν επίσης περίπου ο χρόνος σύγκλισης για τα κράτη μέλη που εξέρχονταν από ΔΥΕ, με την παραδοχή ότι το ονομαστικό αποτέλεσμα και το ΔΙ θα συνέπιπταν στο σημείο αυτό (βλέπε πλαίσιο 1).

Πλαίσιο 1

Ποιο θα ήταν το εύλογο χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη του ΜΔΣ στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους;

Ο κανονισμός για το προληπτικό σκέλος δεν ορίζει ρητά το χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη του ΜΔΣ, αν και περιέχει αναφορά σε μια πορεία προσαρμογής που να επαρκεί «για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου σε όλη τη διάρκεια του κύκλου» (άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού αριθ. 1466/97).

Το ίδιο άρθρο, όταν επεξηγεί τις απαιτήσεις της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων αναφέρει ότι: «η δημοσιονομική κατάσταση αναμένεται να επανέλθει στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο εντός της περιόδου του προγράμματος».

Η Επιτροπή χρησιμοποίησε πολύ πιο ακριβή διατύπωση σχετικά με τις προϋποθέσεις της ρήτρας επενδύσεων στην ανακοίνωσή του 2015 σχετικά με την ελαστικότητα: «ο ΜΔΣ θα επιτευχθεί εντός του τετραετούς ορίζοντα του προγράμματος σταθερότητας».

Οι ακόλουθες σκέψεις δείχνουν ότι μια εύλογη προθεσμία για την επίτευξη του ΜΔΣ θα πρέπει να είναι 4-5 έτη κατά μέγιστο:

  • Όταν εκδόθηκε και άρχισε να εφαρμόζεται ο κανονισμός για το προληπτικό σκέλος (1997-1999), το μέσο διαρθρωτικό έλλειμμα για τις χώρες της ζώνης του ευρώ ήταν κάτω από το 2 % του ΑΕΠ. Με δεδομένη τιμή αναφοράς για την ετήσια προσαρμογή ίση με 0,5 % του ΑΕΠ, το διαρθρωτικό έλλειμμα θα έπρεπε να έχει μηδενιστεί (δηλαδή το ΔΙ να είναι «σχεδόν ισοσκελισμένο ή πλεονασματικό») εντός 4 ετών.
  • Ο σκοπός του προληπτικού σκέλους είναι να δοθεί η δυνατότητα στους αυτόματους σταθεροποιητές να λειτουργήσουν ελεύθερα, διατηρώντας παράλληλα το ονομαστικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα κάτω από το ανώτατο όριο του 3 %. Κάθε υπέρβαση του χρονικού ορίου των 4 ετών για την επίτευξη του ΜΔΣ αυξάνει την πιθανότητα εισόδου στην επόμενη ύφεση προτού ακόμη επιτευχθεί ο στόχος. Για παράδειγμα, στη ζώνη του ευρώ, σημειώθηκαν μόνον 4 έτη με ανάπτυξη άνω του 1 % ανάμεσα στην ύφεση του 2001-2002 και στην επόμενη κρίση.
  • Ο κανόνας για το χρέος στο πλαίσιο του ΣΣΑ προβλέπει ότι η μείωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ πρέπει να είναι κατά μέσο όρο σε περίοδο τριών ετών ίση με 1/20 της θετικής διαφοράς μεταξύ του πραγματικού δείκτη χρέους και του 60 % του ΑΕΠ. Για τις υπερχρεωμένες χώρες, η επίτευξη του ΜΔΣ θα επιτρέψει μια τέτοια μείωση του χρέους. Με άλλα λόγια, η ταχεία πορεία προς την επίτευξη του ΜΔΣ εντός περιόδου 3 ετών είναι καίριας σημασίας για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τον κανόνα για το χρέος από τα κράτη μέλη με υψηλό επίπεδο χρέους. Επιπλέον, για τις χώρες που εξέρχονται από τη ΔΥΕ, ο κανονισμός προβλέπει μεταβατική περίοδο 3 ετών έως ότου επιτευχθεί η μείωση του χρέους κατά το προβλεπόμενο 1/20.
63

Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της μέσης σημαντικής απόκλισης ίσης με 0,25 % του ΑΕΠ επί δύο συνεχόμενα έτη, ένα κράτος μέλος θα μπορούσε να διπλασιάσει τον χρόνο της σύγκλισης του και παρόλα αυτά να εξακολουθεί να θεωρείται συμμορφούμενο.

64

Οι ρήτρες ευελιξίας για τις επενδύσεις και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν περιοριστεί σε 0,75 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Με μέση δημοσιονομική προσπάθεια ίση με 0,25 ποσοστιαίες μονάδες ανά έτος44, ο χρόνος σύγκλισης θα επιμηκυνόταν κατά τρία επιπλέον έτη45.

65

Οι ρήτρες ευελιξίας που σχετίζονται με ασυνήθεις περιστάσεις δεν υπόκεινται σε περιορισμούς στην περίπτωση της Ιταλίας έχουν φτάσει 0,5 ΠΜ του ΑΕΠ. Αυτό θα επιμηκύνει τον χρόνο σύγκλισης κατά δύο ακόμη έτη, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν οι ίδιες προϋποθέσεις όπως ανωτέρω.

66

Τέλος, όπως έχει δείξει η έως τώρα εμπειρία, τυχόν ύφεση θα γυρίσει προς τα πίσω τους δείκτες του ρολογιού. Εντός του μακρού χρονικού διαστήματος που επιτρέπει το πλαίσιο για την επίτευξη του ΜΔΣ, μια ύφεση είναι πολύ πιθανή. Η σχετικά ήπια ύφεση της περιόδου 2000-2002 (οι μέσοι ρυθμοί ανάπτυξης στη ζώνη του ευρώ δεν προσέλαβαν αρνητικό πρόσημο), για παράδειγμα, οδήγησε σε υποχώρηση του διαρθρωτικού ισοζυγίου στη ζώνη του ευρώ της τάξης του 1,2 % του ΑΕΠ. Τέτοιες υφέσεις θα είχαν ως συνέπεια νέα επιμήκυνση της περιόδου για την επίτευξη του ΜΔΣ. Καθώς παρατείνεται ο χρόνος για την επίτευξη του ΜΔΣ, ενδέχεται να σημειωθούν περισσότερες από μία υφέσεις.

67

Στο γράφημα 1 απεικονίζεται η σωρευτική επίδραση του πίνακα, του περιθωρίου σημαντικής απόκλισης, όλων των ρητρών (εκτός από τη ρήτρα συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης) και πιθανής ύφεσης όσον αφορά τον χρόνο για την επίτευξη του ΜΔΣ. Με εξαίρεση τις επιπτώσεις της ύφεσης, οι υπόλοιπες επιπτώσεις που φαίνονται στο διάγραμμα 1 αντιστοιχούν γενικά σε επενέργειες που έχουν ήδη διαπιστωθεί στην πράξη.

Διάγραμμα 1

Σωρευτικός αντίκτυπος στον χρόνο επίτευξης του ΜΔΣ λόγω περιθωρίου σημαντικής απόκλισης, μέγιστων επενδύσεων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ρητρών ασυνήθων περιστάσεων και ήπιας ύφεσης

Σημείωση: (1) Υποθέτουμε ότι όλες οι ρήτρες τίθενται σε ισχύ πριν από τον χρόνο της ύφεσης και όταν το ΔΙ είναι άνω του -1,5 %. Αυτό, ωστόσο, δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα. (2) Ο μέσος όρος των τρεχόντων ΜΔΣ των κρατών μελών είναι -0,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. 3. Οι σωρευτικές ρήτρες για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις υπόκεινται σε εκ του νόμου προβλεπόμενο ανώτατο όριο. Το υψηλότερο επίπεδο που έχει εγκριθεί μέχρι στιγμής ήταν 0,71 %. Το ποσό για ασυνήθεις περιστάσεις είναι το μεγαλύτερο σωρευτικό ποσό που έχει εγκριθεί μέχρι στιγμής.
Πηγή: ΕΕΣ.

68

Τέλος, η πρόσφατη θέσπιση του νέου «περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας» έχει δημιουργήσει μια νέα δυνατότητα για μείωση των απαιτήσεων μέσω του υποδιπλασιασμού της απαίτησης βάσει του πίνακα απαιτούμενων προσαρμογών. Ένα κράτος μέλος με χρέος που υπερβαίνει το 60 % του ΑΕΠ σε μια «κανονική» συγκυρία μπορεί να δει την απαίτησή του στον πίνακα να μειώνεται από 0,6 % σε 0,3 %. Επιπλέον, εάν δεν είχε εφαρμοστεί περιθώριο σημαντικής απόκλισης πάνω από 0,25 % του ΑΕΠ το προηγούμενο έτος, το κράτος μέλος θα μπορούσε στη συνέχεια να μειώσει περαιτέρω την απαίτηση αυτή κατά 0,24 % του ΑΕΠ, σχεδόν χωρίς καμία προσαρμογή παρά το γεγονός ότι τελούσε υπό «κανονικές συνθήκες».

69

Κατά την εκπόνηση του πίνακα απαιτούμενων προσαρμογών, τη θέσπιση όλων αυτών των περιθωρίων και την έγκρισή τους για συγκεκριμένα κράτη μέλη, η Επιτροπή δεν ανέλυσε τις επιπτώσεις των περιθωρίων στην προοπτική ενός κράτους μέλους να επιτύχει τον ΜΔΣ εντός εύλογου χρονικού διαστήματος (βλέπε πλαίσιο 1), πράγμα που αποτελεί τον κύριο στόχο του κανονισμού. Η Επιτροπή ανέφερε ότι είχε εκ προθέσεως επικεντρωθεί στις ετήσιες μεταβολές του ΔΙ, λόγω των αβεβαιοτήτων που ενέχει η πρόβλεψη των μακροοικονομικών εξελίξεων. Οι προσομοιώσεις που παρείχε η Επιτροπή και προσάρτησε στον οδηγό δεν είναι ρεαλιστικές καθώς υποθέτουν σύγκλιση στην τιμή αναφοράς του 0,5 % ετησίως, όταν στην πραγματικότητα αυτό αλλάζει σύμφωνα με τον πίνακα και μειώνεται περαιτέρω από το επιτρεπόμενο περιθώριο απόκλισης. Αυτή η κοντόφθαλμη προσέγγιση εμποδίζει την ορθή εκτίμηση επιπτώσεων των περιθωρίων ως προς την επίτευξη του κύριου στόχου του κανονισμού.

70

Συνολικά, ο πίνακας, το περιθώριο σημαντικής απόκλισης, οι διάφορες ρήτρες ευελιξίας και το πρόσφατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας οδήγησαν σε ένα κατά πολύ αποδυναμωμένο πλαίσιο. Συγκεκριμένα, η σύγκλιση προς τους ΜΔΣ για τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν το σύνολο των ρητρών ευελιξίας είναι πιθανό να καθυστερήσει τόσο ώστε η διάρκειά της να είναι υπερβολικά μεγάλη. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τα κράτη μέλη με υψηλό επίπεδο χρέους να βρίσκονται σε εξαιρετικά επισφαλή θέση στην επόμενη περίοδο ύφεσης, και επιπλέον θα ανέβαλλε τη μείωση του δείκτη χρέους τους.

Ενημερωτική αξία των προβολών για το τελευταίο έτος των ΠΣΣ

71

Τα περισσότερα κράτη μέλη που υπάγονται στο προληπτικό σκέλος αναφέρουν στα ΠΣΣ τους ότι θα επιτύχουν τον ΜΔΣ έως το τέταρτο έτος, ή τουλάχιστον θα έχουν πραγματοποιήσει σημαντικά βήματα προόδου προς την κατεύθυνση αυτή46. Αυτό είναι σύμφωνο με τις προσδοκίες που εξέφρασε η Επιτροπή στο έγγραφό της με τίτλο «Αξιοποίηση στο έπακρο της ελαστικότητας …»47. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της προόδου αναμένεται να επιτευχθεί κατά τα τελευταία δύο έτη της περιόδου του προγράμματος (βλέπε διάγραμμα 2)48.

Διάγραμμα 2

Χρονικό προφίλ των δημοσιονομικών εξελίξεων 2017-2020, όπως αναφέρεται στα ΠΣΣ του 2017

Πηγή: Institutional Paper 059, Ιούλιος 2017, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που αναφέρεται στα ΠΣΣ του 2017, σ. 17.

72

Οι προβολές για το ΔΙ αναθεωρούνται ανά έτος. Για παράδειγμα, οι περισσότερες πρώιμες προβολές για το ΔΙ το 2018, οι οποίες έγιναν το 2014 και το 2015, είναι πολύ πιο αισιόδοξες από εκείνες που έγιναν κατά τα επόμενα έτη, δηλαδή, το 2016 και το 2017 (βλέπε πίνακα 2). Οι εν λόγω αναθεωρήσεις προς τα κάτω δεν μπορούν να αποδοθούν στην επιδείνωση των μακροοικονομικών προοπτικών, δεδομένου ότι, στην πραγματικότητα, αυτές έχουν βελτιωθεί.

Πίνακας 2

Στόχος ΔΙ για το 2018 στα ΠΣΣ των ετών 2014-2017 για δείγμα κρατών μελών, ως ποσοστό του ΑΕΠ

  AT BE FI IT HU NL ES FR PT
ΠΣΣ 2014 -0,3 %   0,3 % 0,0 %         -0,2 %
ΠΣΣ 2015 -0,5 % 0,0 % -2,6 % 0,1 % -1,6 % -0,5 % -0,2 % -0,1 % -0,4 %
ΠΣΣ 2016 -0,5 % 0,0 % -1,4 % -0,8 % -1,7 % -0,6 % -1,9 % -0,3 % -0,8 %
ΠΣΣ 2017 -0,8 % -0,4 % -1,1 % -0,7 % -2,4 % 0,3 % -2,0 % -0,5 % -1,1 %

Πηγή: ΠΣΣ 2014-2017 για AT, BE, FI, IT, HU, NL, ES, FR, PT.

73

Στην ανακοίνωσή της του 2015 σχετικά με την ελαστικότητα, η Επιτροπή δήλωσε ότι «το κράτος μέλος πρέπει να αντισταθμίζει τυχόν προσωρινές αποκλίσεις, ο δε ΜΔΣ πρέπει να επιτυγχάνεται εντός του τετραετούς ορίζοντα του οικείου εν εξελίξει προγράμματος σταθερότητας ή σύγκλισης»49. Η φράση αυτή εμφανίζεται στην ενότητα που αφορά τα αποτελέσματα των ρητρών ευελιξίας, φαίνεται εντούτοις να υπονοεί ότι όλα τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτύχουν τον ΜΔΣ μέχρι το τέλος της περιόδου του ΠΣΣ.

74

Μια αντίστοιχη φράση εμφανίζεται στο ίδιο πλαίσιο στο άρθρο 5 παράγραφος 1, στο οποίο διαλαμβάνεται ότι: «η δημοσιονομική κατάσταση αναμένεται να επανέλθει στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο εντός της περιόδου του προγράμματος».

75

Εντούτοις, η Επιτροπή δεν καθιστά τα κράτη μέλη υπεύθυνα για τις αναθεωρήσεις αυτές, ούτε προσπαθεί να επιβάλει την επίτευξη του αρχικού στόχου. Επίσης, η Επιτροπή δεν έχει σχεδιάσει τον πίνακα κατά τρόπο ώστε όλα τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως του σημείου στο οποίο βρίσκονται σε σχέση με τον ΜΔΣ, να επιτύχουν τον στόχο το τέταρτο έτος της περιόδου του προγράμματος. Η επανειλημμένη υπερεκτίμηση του διαρθρωτικού ισοζυγίου με ορίζοντα 2 έως 3 έτη καταδεικνύει ότι προβολές για το τελευταίο έτος των ΠΣΣ έχουν περιορισμένη πληροφοριακή αξία (βλέπε πίνακα 2).

Μέρος III —Η πρόοδος προς την επίτευξη των ΜΔΣ διακόπηκε αμέσως μόλις υποχώρησε η πίεση της αγοράς και αρκετές χρεωμένες χώρες δεν βρίσκονται σε πορεία επίτευξης του ΜΔΣ εντός εύλογου χρόνου

Κατά μέσο δεν σημειώνεται πρόοδος προς την επίτευξη του ΜΔΣ τα τελευταία χρόνια

76

Μεταξύ του 2011 και του 2014, κινητήρια δύναμη της δημοσιονομικής εξυγίανσης στα κράτη μέλη ήταν οι πιέσεις της αγοράς. Μόλις υποχώρησαν οι εν λόγω πιέσεις και επανήλθε η αύξηση του ΑΕΠ το 2014, το πλαίσιο του ΣΣΑ, το οποίο είχε εξασθενίσει μέσω εκτελεστικών πράξεων, δεν ήταν ικανό να διασφαλίσει την περαιτέρω βελτίωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου, ιδίως μεταξύ των κρατών μελών που βρίσκονταν σε αδύναμη δημοσιονομική θέση. Στη ζώνη του ευρώ, το διαρθρωτικό ισοζύγιο παρέμεινε κατά βάση αμετάβλητο μετά το 2014, ενώ το διαρθρωτικό πρωτογενές αποτέλεσμα κατά μέσο όρο επιδεινώθηκε κατά περίπου 1 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ. Τα κράτη μέλη δαπάνησαν όλο το προϊόν της εξοικονόμησης που προέκυψε από τα χαμηλότερα επιτόκια (βλέπε διάγραμμα 3).

Διάγραμμα 3

Διαρθρωτικό ισοζύγιο και πρωτογενές διαρθρωτικό αποτέλεσμα της ΕΕ και της ζώνης του ευρώ (ποσοστό δυνητικού ΑΕΠ για την περίοδο 2011-2018)

Πηγή: Ετήσια βάση μακροοικονομικών δεδομένων (βάση δεδομένων AMECO) της ΓΔ Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων, Μάρτιος 2018.

77

Σε αρκετές μεγάλες χώρες της ζώνης του ευρώ (Ισπανία, Ιταλία και Γαλλία), που βρίσκονται μακριά από τους ΜΔΣ τους, το διαρθρωτικό ισοζύγιο και ακόμη περισσότερο το διαρθρωτικό πρωτογενές αποτέλεσμα επιδεινώθηκαν σημαντικά (βλέπε διάγραμμα 4).

Διάγραμμα 4

Δημοσιονομικές εξελίξεις σε επιλεγμένα κράτη μέλη της ΕΕ (μέσος όρος, ποσοστό του δυνητικού ΑΕΠ για την περίοδο 2011-2018)

Σημείωση: Το διαρθρωτικό ισοζύγιο για την Ισπανία, την Ιταλία και τη Γαλλία βασίζεται σε σταθμισμένο μέσο όρο των αντίστοιχων ονομαστικών ΑΕΠ, και οι ΜΔΣ στα προγράμματα σταθερότητας του 2017.

Πηγή: AMECO, Μάρτιος 2018.

78

Ο αριθμός των κρατών μελών που έχουν επιτύχει τους ΜΔΣ τους αυξήθηκε από 3 το 2011 σε 12 το 2014 υπό τις πιέσεις της αγοράς και παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες κατά την περίοδο εκείνη. Μετά το σημείο αυτό, και στον τομέα αυτό η πρόοδος διακόπηκε, παρά το γεγονός ότι επέστρεψε η ανάπτυξη (βλέπε διάγραμμα 5). Επί του παρόντος, μόνο το ήμισυ, περίπου, των κρατών μελών έχουν επιτύχει τον ΜΔΣ τους.

Διάγραμμα 5

Αριθμός των κρατών μελών που έχουν επιτύχει τον ΜΔΣ τους (2011-2017)

Πηγή: Εαρινή πρόβλεψη της Επιτροπής του 2016 για τα έτη 2013-2015, εαρινή πρόβλεψη της Επιτροπής του 2017 για τα έτη 2016-2017.

79

Στο γράφημα 5 εμφαίνεται ο ρυθμός προόδου του διαρθρωτικού ισοζυγίου για τα κράτη μέλη που δεν έχουν επιτύχει τον ΜΔΣ τους, με βάση τα δεδομένα των φθινοπωρινών προβλέψεων του 2017. Κατά μέσον όρο, οι εν λόγω 13 χώρες δεν έχουν να επιδείξουν πρόοδο κατά την τετραετή περίοδο μεταξύ του 2014 και των τελευταίων προβλέψεών τους για το 2018. Μάλιστα, επτά εξ αυτών ανέφεραν επιδείνωση στο διαρθρωτικό ισοζύγιό τους και μόνο έξι κράτη μέλη κατέγραψαν βελτίωση. Η μέση επιδείνωση ήταν ελαφρά υψηλότερη από τη μέση βελτίωση.

Γράφημα 5

Σύγκλιση ή απόκλιση των κρατών μελών σχετικά με τον ΜΔΣ από το 2014 έως το 2018

Κράτη μέλη που δεν έχουν επιτύχει τον ΜΔΣ ΜΔΣ Απόσταση από τον ΜΔΣ Διαρθρωτικό ισοζύγιο (% δυν. ΑΕΠ) Διαφορά ΔΙ ΔΙ επιδεινώνεται ΔΙ βελτιώνεται
ΠΣΣ 2017 (ΔΙ 2017 - ΜΔΣ) 2014 2018 (2018-2014)
Ρουμανία -1,0 -2,3 -0,4 -4,3 -3,9                                          
Εσθονία -0,5 -0,6 0,0 -1,4 -1,4                 
Ουγγαρία -1,5 -1,7 -2,2 -3,6 -1,4                 
Iταλία 0,0 -2,1 -1,0 -2,0 -1,0             
Λετονία -1,0 -0,8 -1,0 -1,8 -0,8           
Αυστρία -0,5 -0,4 -0,8 -1,0 -0,2    
Πορτογαλία 0,25 -2,1 -1,7 -1,8 -0,1    
Φινλανδία -0,5 -0,5 -1,5 -1,4 0,1    
Πολωνία -1,0 -1,1 -2,8 -2,3 0,5        
Σλοβενία 0,25 -1,9 -2,2 -1,6 0,6         
Σλοβακία -0,5 -1,1 -2,2 -1,2 1,0             
Βέλγιο 0,0 -1,5 -2,9 -1,5 1,4                 
Ιρλανδία -0,5 -0,8 -4,0 -0,5 3,5                                      
Αριθμός ΚΜ 7 6
Ποσοστό συνόλου ΚΜ που δεν έχουν επιτύχει τον ΜΔΣ τους 54 % 46 %

Πηγή: Φθινοπωρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017, ΠΣΣ 2017, αξιολόγηση των ΣΔΠ για το 2018.

80

Επιπλέον, το 2016, τα έγγραφα θέσης της Επιτροπής σχετικά με τον δημοσιονομικό προσανατολισμό της ζώνης του ευρώ άρχισαν να συνιστούν δημοσιονομική επέκταση50, παρά το γεγονός ότι το παραγωγικό κενό άρχισε να μειώνεται με ταχύ ρυθμό μετά το 2013 και θα γίνει θετικό το 2018 (βλέπε διάγραμμα 6)51. Οι εν λόγω συστάσεις κατέστησαν ενδεχομένως πιο αδύναμο το επιχείρημα υπέρ της δημοσιονομικής εξυγίανσης στα κράτη μέλη που δεν έχουν επιτύχει τον ΜΔΣ.

Διάγραμμα 6

Παραγωγικό κενό (ΠΚ) στη ζώνη του ευρώ (2011-2019)

Πηγή: AMECO, Μάρτιος 2018.

81

Οι ανεπαρκείς προσπάθειες προσαρμογής που κατέβαλαν τα κράτη μέλη που υπάγονται στο προληπτικό σκέλος και δεν έχουν ακόμη επιτύχει τον ΜΔΣ μπορούν επίσης να διαπιστωθούν και διά της σύγκρισης των απαιτήσεων για την προσαρμογή στο ΔΙ που εκτίθενται στον πίνακα και της πραγματικής προσαρμογής. Το διάγραμμα 7 αποτυπώνει τον ρυθμό προόδου του διαρθρωτικού ισοζυγίου για τα κράτη μέλη που δεν έχουν επιτύχει τον ΜΔΣ τους. Πολύ λίγες χώρες πληρούν τις απαιτήσεις του πίνακα η πλειονότητα των κρατών δεν τις πληροί. Με βάση τα προκαταρκτικά στοιχεία, φαίνεται ότι το 2017 μόνο δύο κράτη μέλη συμμορφώνονταν με τον πίνακα, ενώ, λαμβανομένων πρώτα υπόψη των πλέον πρόσφατων επικαιροποιήσεων των δεικτών διαρθρωτικού ισοζυγίου από τις εαρινές προβλέψεις του 2018, φαίνεται ότι ενόψει της ανάπτυξης που κατεγράφη σε σειρά κρατών μελών κατά το 2017, πάνω από το ήμισυ των ίδιων κρατών μελών θα συμμορφωθούν με τον ΜΔΣ εκ των υστέρων.

Διάγραμμα 7

Αριθμός των κρατών μελών που υπάγονται στο προληπτικό σκέλος και βρίσκονται κάτω του ΜΔΣ, τα οποία πραγματοποιούν ή όχι προσαρμογές σύμφωνα με τις απαιτήσεις του πίνακα του ΣΣΑ

*Σημείωση: Βάσει των επικαιροποιημένων εαρινών προβλέψεων του 2018 για το διαρθρωτικό ισοζύγιο του ίδιου κράτους μέλους.

Πηγή: Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής για τα έτη 2011-2012 εαρινές προβλέψεις του 2017 για τα έτη 2013-2017 εαρινές προβλέψεις του 2016 για τα έτη 2013-2015 σχετικά με την απόσταση από τον ΜΔΣ.

82

Η αποτελεσματικότητα του προληπτικού σκέλους υπονομεύτηκε επίσης από τις εξελίξεις στο διορθωτικό σκέλος από το 2014 και έπειτα. Στην Ισπανία, στο πλαίσιο του διορθωτικού σκέλους, σημειώθηκε σημαντική επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου κατά την περίοδο μετά το 2014, ενώ η Γαλλία και η Πορτογαλία σημείωσαν πολύ αργή πρόοδο (βλέπε πίνακα 3)52.

Πίνακας 3

Μέτρηση του αριθμού των ετών που απαιτούνται για να επιτευχθεί ο ΜΔΣ για τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ με υψηλά επίπεδα χρέους προς ΑΕΠ, το 2017

Κράτος μέλος Μέση μεταβολή ΔΙ (2014-2018) ΜΔΣ Απόσταση από τον ΜΔΣ Αριθμός ετών που απαιτούνται για να επιτευχθεί ο ΜΔΣ
2017 (ΚΕΕ) (ΔΙ 2017- ΜΔΣ 2017) (βάσει του ΔΙ για το 2017 και της μέσης προσαρμογής για την περίοδο 2014-2018)
Βέλγιο 0,3 0,0 -1,5 5,0
Ιρλανδία 0,8 -0,5 -0,8 0,9
Ισπανία -0,3 0,0 -3,1 Δεν σημειώθηκε σύγκλιση
Γαλλία 0,1 -0,4 -2,0 14,9
Iταλία -0,2 0,0 -2,1 Δεν σημειώθηκε σύγκλιση
Πορτογαλία 0,2 0,25 -2,1 8,7

Σημείωση: Το αποτέλεσμα του διαρθρωτικού ισοζυγίου για την Πορτογαλία και τη Γαλλία το 2017 και η προβολή για το 2018 έχουν αναθεωρηθεί σημαντικά προς τα άνω στις εαρινές προβλέψεις του 2018.

Πηγή: ΔΙ - AMECO 2017 ΜΔΣ που έχει οριστεί από τα κράτη μέλη βάσει των εαρινών προβλέψεων του 2017 όπως αναθεωρήθηκαν το 2016 προς εφαρμογή τα έτη 2017-2019 απόσταση από τον ΜΔΣ και έτη για την επίτευξη του ΜΔΣ βάσει των υπολογισμών του ΕΕΣ.

83

Επιπλέον, η Επιτροπή δεν εφαρμόζει τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους στα κράτη μέλη που υπάγονται στο διορθωτικό σκέλος του Συμφώνου, μολονότι δεν υπάρχει σχετική νομική διάταξη που να το ορίζει αυτό σαφώς. Η ερμηνεία της Επιτροπής είναι ότι το διορθωτικό σκέλος επιτρέπει την υποχώρηση του ονομαστικού ελλείμματος σε επίπεδο κάτω του 3 % μέσω της κυκλικής ανάκαμψης και μόνον, χωρίς καμία υποχρεωτική βελτίωση στο διαρθρωτικό ισοζύγιο. Ταυτόχρονα, για αρκετά κράτη μέλη, η Επιτροπή έχει προτείνει επανειλημμένα πολυετείς παρατάσεις των προθεσμιών για την έξοδο από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ), πολύ μεγαλύτερης διάρκειας από την προβλεπόμενη στις Συνθήκες. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη που υπάγονται στο διορθωτικό σκέλος δεν απαιτείται να πληρούν τις απαιτήσεις που διαφορετικά θα έπρεπε να τηρούν, αν υπάγονταν στο προληπτικό σκέλος. Η Επιτροπή ζήτησε σε κάποιο σημείο τη συγκατάθεση των κρατών μελών για την αντιμετώπιση των εν λόγω ασυνεπειών, αλλά το ζήτημα δεν έχει διευθετηθεί.

Σημειώθηκαν ιδιαίτερα χαμηλά αποτελέσματα στα κράτη μέλη με τα υψηλότερα επίπεδα χρέους

84

Οι διακυμάνσεις του δημοσιονομικού αποτελέσματος και του δείκτη χρέους στα επιμέρους κράτη μέλη μιας νομισματικής ένωσης είναι πολύ πιο σημαντικές από εκείνες που καταγράφονται στους συγκεντρωτικούς ή τους μέσους δείκτες53. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα κίνητρα για δημοσιονομική πειθαρχία είναι ασθενέστερα σε μια νομισματική ένωση, καθώς οι χώρες δεν αναγκάζονται να παρακολουθούν τη θέση του οικείου ισοζυγίου πληρωμών, ενώ όμως οι αρνητικές εξωτερικές επιπτώσεις των δημοσιονομικών πολιτικών τους στις συνδεόμενες χώρες είναι μεγαλύτερη.

85

Για τον λόγο αυτό, οι σημαντικότερες εξελίξεις εντοπίζονται στις χώρες της ΕΕ με υψηλά επίπεδα χρέους (ως τέτοιες θεωρούμε τις χώρες με δείκτη χρέους άνω του 90 %). Επιπλέον, είναι σημαντικό να εξεταστούν και τα κράτη μέλη που υπάγονται στο διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ κατά την περίοδο αυτή (2014-2018). Είναι λογικό να υποτεθεί ότι τα κριτήρια για το προληπτικό σκέλος θα πρέπει να αποτελούν κατώτατο όριο για τις απαιτήσεις προσαρμογής βάσει του διορθωτικού σκέλους. Υπό την έννοια αυτή, τα κριτήρια αυτά έχουν σημασία για τις εν λόγω απαιτήσεις. Η εικόνα που προκύπτει συνιστά αιτία ανησυχίας (βλέπε διάγραμμα 8).

Διάγραμμα 8

Μέση απαίτηση (βάσει του πίνακα54) και μέση προσαρμογή (μεταβολή του ΔΙ) την περίοδο 2014-2017

Πηγή: ΔΙ από AMECO, Μάρτιος 2018, απαιτήσεις από τις εαρινές αξιολογήσεις της Επιτροπής, έτη 2015, 2016, 2017.

86

Παράδειγμα επιτυχίας είναι η Ιρλανδία, η οποία βελτίωσε το ΔΙ της κατά πολύ περισσότερο από ό,τι απαιτείται από τον πίνακα. Αναμένεται επίσης να επιτύχει τον ΜΔΣ της το 2018, ο δε δείκτης χρέους προς ΑΕΠ μειώνεται με ταχείς ρυθμούς55. Η Κύπρος το 2018 βρίσκεται στον ΜΔΣ της. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με την ανάκαμψη, οδήγησε τον δείκτη χρέους σε πτωτική πορεία, αν και με αργό ρυθμό56 (βλέπε διάγραμμα 9).

Διάγραμμα 9

Δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ κατά τα έτη 2014 και 2018

Πηγή: AMECO, Μάρτιος 2018.

87

Το Βέλγιο έχει σημειώσει κάποια πρόοδο προς την επίτευξη του ΜΔΣ, αλλά πολύ μικρότερη από ό,τι απαιτείται από τον πίνακα. Έως το τέλος του 2018, προβλέπεται ότι θα αποκλίνει ακόμη κατά περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα από τον ΜΔΣ, ο οποίος αναθεωρήθηκε πρόσφατα προς τα κάτω. Αν υποτεθεί ότι, κατά τα προσεχή έτη, η προσαρμογή θα συνεχιστεί με τον μέσο συντελεστή της περιόδου 2014-2018, θα χρειαστούν 5 χρόνια για να επιτευχθεί ο ΜΔΣ (βλέπε επίσης πίνακα 3).

88

Το ΔΙ της Πορτογαλίας παρουσίασε, κατά μέσο όρο, ελαφρά μόνο βελτίωση κατά την περίοδο αυτή και παραμένει περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μακριά από τον ΜΔΣ, παρότι οι πλέον πρόσφατες εαρινές προβλέψεις του 2018 επισημαίνουν σημαντική βελτίωση στο διαρθρωτικό ισοζύγιο το 2017. Αν το 2017 ήταν έτος εξαίρεση και τα προηγούμενα έτη είναι ενδεικτικά της μέσης ταχύτητας της προσαρμογής, θα χρειάζονταν περίπου 9 έτη για να επιτευχθεί ο ΜΔΣ. Εφόσον οι πλέον πρόσφατες βελτιώσεις του διαρθρωτικού ισοζυγίου που αναφέρθηκαν με τις εαρινές προβλέψεις του 2018 διατηρηθούν και συνεχίσουν να υπερβαίνουν τις απαιτήσεις του πίνακα, ο ΜΔΣ θα επιτευχθεί εντός ενός πιο εύλογου χρονοδιαγράμματος.

89

Ανησυχία προκαλούν όμως οι εξελίξεις σε τρεις μεγάλες χώρες: την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία. Εδώ οι προσαρμογές ήταν σημαντικά χαμηλότερες από τις απαιτήσεις του πίνακα, και, με τον ρυθμό αυτόν, δεν θα διευκολυνθεί η επίτευξη σύγκλισης προς τους ΜΔΣ εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Είμαστε της άποψης ότι, σε σχέση με τα κράτη μέλη που υπάγονται στο προληπτικό σκέλος, οι μεγάλες αποκλίσεις στην προσαρμογή των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων για τα κράτη μέλη που υπάγονται στο διορθωτικό σκέλος διαδραματίζουν σημαντικότατο ρόλο για την αξιοπιστία του συνολικού πλαισίου του ΣΣΑ.

90

Στη Γαλλία, στο πλαίσιο του διορθωτικού σκέλους, η βελτίωση του ΔΙ κατά την περίοδο 2014-2018 ήταν ελάχιστη (πίνακας 3). Με την απόσταση από τον ΜΔΣ να βρίσκεται στις 2,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ στο τέλος του 2018, και με δεδομένη τη μέση ταχύτητα προσαρμογής της περιόδου 2014-2018, θα χρειαστούν 15 χρόνια για να επιτευχθεί ο ΜΔΣ. Το χρέος της Γαλλίας προς το ΑΕΠ εξακολούθησε να αυξάνεται κατά την περίοδο αυτή.

91

Στην Ιταλία (στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους) και στην Ισπανία (στο πλαίσιο του διορθωτικού σκέλους) σημειώθηκε σημαντική επιδείνωση όσον αφορά το διαρθρωτικό ισοζύγιο κατά την ίδια περίοδο και οι δύο χώρες βρίσκονται τώρα μακριά από τον ΜΔΣ: η Ιταλία κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες και η Ισπανία κατά περισσότερες από 3 ποσοστιαίες μονάδες. Οι χώρες αυτές δεν σημείωσαν πρόοδο στη μείωση του χρέους παρά την επέκταση των οικονομιών τους.

92

Στην περίπτωση της Γαλλίας και της Ισπανίας —αμφότερες υπόκεινται στη ΔΥΕ—, η Επιτροπή παρέτεινε αρκετές φορές την προθεσμία για την έξοδο από τη ΔΥΕ57, υιοθετώντας παράλληλα τη θέση ότι: η ΔΥΕ δεν μπορεί να επιταχυνθεί εάν το κράτος μέλος επιτύχει τους ενδιάμεσους στόχους για το ονομαστικό έλλειμμα, ακόμη και αν οι δεσμεύσεις πολιτικής δεν έχουν τηρηθεί58. Κατά συνέπεια, κατά την περίοδο 2014-2017, το διαρθρωτικό ισοζύγιο της Ισπανίας επιδεινώθηκε κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, της δε Γαλλίας βελτιώθηκε ελάχιστα.

93

Κατά την εν λόγω περίοδο, και στις τρεις μεγάλες χώρες, η ανάπτυξη κινείτο πέραν του αναπτυξιακού δυναμικού και το παραγωγικό κενό μειωνόταν. Το τελευταίο αναμένεται να έχει θετικό πρόσημο στην Ιταλία και την Ισπανία το 2018, και μόνο ελαφρώς αρνητικό στη Γαλλία (βλέπε διαγράμματα 10, 11 και 12). Επιπλέον, οι τρεις χώρες έχουν εκδώσει περισσότερο από το ήμισυ του συνολικού δημόσιου χρέους της ζώνης του ευρώ.

Διάγραμμα 10

Εξέλιξη του ΑΕΠ, του δυνητικού ΑΕΠ και του παραγωγικού κενού στη Γαλλία (2014-2018)

Πηγή: AMECO, Μάρτιος 2018.

Διάγραμμα 11

Εξέλιξη του ΑΕΠ, του δυνητικού ΑΕΠ και του παραγωγικού κενού στην Ιταλία (2014-2018)

Πηγή: AMECO, Μάρτιος 2018.

Διάγραμμα 12

Εξέλιξη του ΑΕΠ, του δυνητικού ΑΕΠ και του παραγωγικού κενού στην Ισπανία (2014-2018)

Πηγή: AMECO, Μάρτιος 2018.

94

Πρόσφατα η ΕΚΤ διαπίστωσε την έλλειψη προόδου όσον αφορά τη δημοσιονομική εξυγίανση στις χρεωμένες χώρες της ζώνης του ευρώ. Στην επισκόπηση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας του 2017, η ΕΚΤ παρατηρεί τα εξής: …πίσω από τη βελτίωση των ονομαστικών ισοζυγίων κρύβονται υποκείμενες δημοσιονομικές ευπάθειες και μια συνολική ελαφρά χαλάρωση του δημοσιονομικού προσανατολισμού της ζώνης του ευρώ στον χρονικό ορίζοντα 2017-2019. Οι δημοσιονομικές προσπάθειες εξακολουθούν να υπολείπονται των δεσμεύσεων στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης σε αρκετές χώρες της ζώνης του ευρώ (βλέπε διάγραμμα 8). Η αναμενόμενη επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου κατά την περίοδο 2017-2019 σε ορισμένες χώρες μπορεί να αποτελέσει περαιτέρω πρόκληση όσον αφορά την τήρηση των μεσοπρόθεσμων στόχων59.

Μεικτές επιδόσεις στα κράτη μέλη με επίπεδα χρέους μεταξύ 70-90 % κατά την περίοδο 2014-2018

95

Στη συγκεκριμένη ομάδα, δύο χώρες υπερέβησαν τις απαιτήσεις του πίνακα: η Γερμανία και η Κροατία. Η Αυστρία και, σε μικρότερο βαθμό, το Ηνωμένο Βασίλειο πέτυχαν σχεδόν την τήρηση των σχετικών απαιτήσεων. Η Σλοβενία δεν σημείωσε προσαρμογή κατά μέσο όρο, ενώ η Ουγγαρία εφάρμοσε μια εξαιρετικά επεκτατική δημοσιονομική πολιτική (βλέπε διάγραμμα 13).

Διάγραμμα 13

Μέση απαίτηση (βάσει του πίνακα) και μέση προσαρμογή (μεταβολή του ΔΙ) την περίοδο 2014-2017 στις χώρες με μετρίως υψηλότερο δημόσιο χρέος

Πηγή: AMECO, Μάρτιος 2018. Σημείωση: Μέσες απαιτήσεις για την Κροατία για την τριετία — 2015-2017.

96

Στα κράτη μέλη που προσάρμοσαν τα διαρθρωτικά ισοζύγια παρατηρήθηκε επίσης σημαντική μείωση του οικείου δείκτη χρέους: Το χρέος της Γερμανίας μειώθηκε κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, της Αυστρίας κατά 8 και της Κροατίας κατά 9. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η μείωση του επιπέδου του χρέους ήταν μικρή, γεγονός που αντανακλά το υψηλό αρχικό διαρθρωτικό έλλειμμα, παρότι αυτό βελτιώθηκε σημαντικά κατά την εν λόγω περίοδο. Κατά μέσο όρο, η μείωση του χρέους της ομάδας αυτής ήταν αισθητά υψηλότερη σε σύγκριση με την ομάδα των κρατών μελών με υψηλό επίπεδο χρέους (με εξαίρεση την Ιρλανδία στην εν λόγω ομάδα) (βλέπε διάγραμμα 14).

Διάγραμμα 14

Δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ σε χώρες με μετρίως υψηλότερο χρέος 2014-2018

Πηγή: AMECO, Μάρτιος 2018.

Έντονη επιδείνωση σε δύο κράτη μέλη με χαμηλό χρέος

97

Η Ρουμανία, με χαμηλό επίπεδο χρέους ύψους 39,4 % του ΑΕΠ, βρισκόταν πάνω από τον ΜΔΣ της το 2014, αλλά κινείται τώρα προς εξαιρετική επιδείνωση του ΔΙ κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ από το 2014 έως το 2018. Για πρώτη φορά, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία σημαντικής απόκλισης τον Μάιο του 2017 και την επιτάχυνε τον Νοέμβριο του 2017.

98

Η Εσθονία, με επίπεδο χρέους ύψους μόνο 10,7 % του ΑΕΠ το 2014, βρισκόταν πάνω από τον ΜΔΣ της το 2014. Είδε όμως το ΔΙ να μειώνεται κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ από το 2014 έως το 2018, κυρίως το 2017. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι παράγοντες που συνέβαλαν στη συγκεκριμένη πτώση είναι πολύ διαφορετικοί στη φύση τους από τους αντίστοιχους στην περίπτωση της Ρουμανίας, δεδομένης της συνολικής δημοσιονομικής κατάστασης σε αμφότερα τα κράτη μέλη, περιλαμβανομένου του εξαιρετικά χαμηλού επιπέδου του δημόσιου χρέους (9,1 % του ΑΕΠ το 2018) στην Εσθονία.

Έλλειψη εξισορρόπησης μεταξύ βιωσιμότητας και κυκλικών παραγόντων

99

Στις πρόσφατες ανακοινώσεις της σχετικά με το νεοεισαχθέν περιθώριο εκτίμησης, η Επιτροπή υπογράμμισε τη σημασία της εξισορρόπησης μεταξύ της δημοσιονομικής βιωσιμότητας και των αντικυκλικών παραγόντων κατά τον καθορισμό των δημοσιονομικών στόχων60. Εντούτοις, μια πρόσφατη ανάλυση της ίδιας της Επιτροπής έδειξε ότι η εξισορρόπηση αυτή δεν επιτυγχάνεται σε κράτη μέλη με υψηλό επίπεδο χρέους (τα κράτη με κίνδυνο βιωσιμότητας που βρίσκονται στη δεξιά πλευρά του διαγράμματος 15). Σε αυτές τις χώρες, το παραγωγικό κενό έχει ουσιαστικά κλείσει ή είναι ακόμη και θετικό, αλλά δεν καταβάλλεται δημοσιονομική προσπάθεια βελτίωσης της δημοσιονομικής βιωσιμότητας61.

Διάγραμμα 15

Μεταβολή της πρόβλεψης στα διαρθρωτικά πρωτογενή ισοζύγια μεταξύ 2017 και 2018 για τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ όσον αφορά τον κίνδυνο δημοσιονομικής βιωσιμότητας (δείκτης S1) και το παραγωγικό κενό

Σημείωση: Ο δείκτης S1 είναι το μεσοπρόθεσμο κενό βιωσιμότητας μετρά την αρχική προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής που απαιτείται για να επανέλθει ο δείκτης του χρέους προς το ΑΕΠ στο 60 % εντός του χρονικού στόχου. Τα κρίσιμα όρια για τον δείκτη S1 είναι 0 και 2,5, μεταξύ των οποίων ο S1 δηλώνει μεσαίο κίνδυνο. Εάν ο δείκτης S1 είναι κάτω του 0 ή άνω του 2,5, δηλώνει χαμηλό ή υψηλό κίνδυνο, αντίστοιχα. Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε Έκθεση για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του 2015 και την παρακολούθηση της βιωσιμότητας του χρέους («Debt Sustainability Monitor») του 2016

Πηγή: Πρόκειται για απλουστευμένο διάγραμμα από την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «ΣΔΠ του 2018: συνολική εκτίμηση», Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2017. Παραγωγικό κενό — AMECO Μάρτιος 2018· Μεταβολές στο διαρθρωτικό πρωτογενές αποτέλεσμα - φθινοπωρινή πρόβλεψη της Επιτροπής του 2017 δείκτης S1 από την ανακοίνωση: ΣΔΠ του 2018: συνολική εκτίμηση», Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2017.

Μέρος IV - η Επιτροπή θα μπορούσε να βελτιώσει ορισμένες τεχνικές πτυχές των αξιολογήσεων

Υπέρμετρα αισιόδοξες προβλέψεις της Επιτροπής όσον αφορά την πραγματική αύξηση του ΑΕΠ και τις επενδύσεις για το έτος t και t+1

100

Η Επιτροπή διενεργεί τακτικά στατιστικό έλεγχο της ακρίβειας των δικών της προβλέψεων, κάτι που έχει πράξει το 2007, το 2012 και το 2016. Η ανάλυσή της δείχνει ότι οι προβλέψεις της είναι εν γένει ακριβείς και συγκρίσιμες με τις προβλέψεις άλλων διεθνών οργανισμών, όπως του ΔΝΤ και του ΟΟΣΑ.

101

Εντούτοις, στη μελέτη του 201662 διαπιστώθηκε ότι η Επιτροπή είχε υπερεκτιμήσει την εξέλιξη του πραγματικού ΑΕΠ για το επόμενο έτος κατά την περίοδο 2000-2014, κατά +0,54 ποσοστιαίες μονάδες κατά μέσο όρο. Αυτή η απόκλιση επιβεβαιώνεται και στο μεγαλύτερο δείγμα της περιόδου 1969-2014 (δηλαδή: +0,33 ποσοστιαίες μονάδες).

102

Σε επίπεδο κρατών μελών, η απόκλιση για την Ιταλία είναι στατιστικά σημαντική, ανερχόμενη σε 1 % για τις προβλέψεις του ΑΕΠ τόσο για το τρέχον όσο και για το επόμενο έτος, ενώ η απόκλιση για τη Δανία, τη Γαλλία και την Πορτογαλία είναι σημαντική στο επίπεδο του 5 % στις προβλέψεις για το επόμενο έτος. Αυτή η σχετικά μεγάλη απόκλιση εμφανίζεται και στις εαρινές προβλέψεις για το τρέχον έτος και στις φθινοπωρινές προβλέψεις για το επόμενο έτος. Αυτό επηρεάζει ουσιωδώς, για παράδειγμα, την προβολή για τη δυναμική του χρέους σε μία περίπτωση, η μέση αισιόδοξη απόκλιση ύψους 1,1 % είχε ως αποτέλεσμα την υποεκτίμηση των προβλέψεων του επόμενου έτους, για τη χώρα αυτή, ως προς τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ, κατά 1,4 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ.

103

Παρά τις διαπιστωθείσες αποκλίσεις, δεν μπορέσαμε να διαπιστώσουμε ποια διορθωτικά μέτρα έχει λάβει η Επιτροπή, ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη της απόκλισης αυτής στο μέλλον.

Αξιολόγηση των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στα ΠΣΣ

104

Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα ΠΣΣ των κρατών μελών του δείγματος τήρησαν εν γένει τις απαιτήσεις του κώδικα δεοντολογίας (ΚΔ) και του κανονισμού. Ειδικότερα, περιέχονται πληροφορίες σχετικά με τους δημοσιονομικούς στόχους για το σύνολο της περιόδου του προγράμματος και σχετικά με τα δημοσιονομικά μέτρα για την επίτευξή τους. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι απαιτήσεις δεν τηρήθηκαν. Διαπιστώσαμε ότι οι αξιολογήσεις της Επιτροπής για τα ΠΣΣ του δείγματος δεν παρουσίαζαν συστηματικά τις εν λόγω ελλείψεις πληροφόρησης (βλέπε πλαίσιο 2).

Πλαίσιο 2

Ελλιπής πληροφόρηση

Δύο ΠΣΣ δεν παρουσιάζουν την πλήρη δημοσιονομική πορεία προς την επίτευξη του ΜΔΣ, ενώ τρία ΠΣΣ δεν αποκαλύπτουν τους στόχους ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες για το έτος + 1.

Πέντε ΠΣΣ δεν παρουσιάζουν τις δημόσιες δαπάνες ανά λειτουργία, και τρία παραλείπουν την αναφορά στους κινδύνους του χρηματοπιστωτικού τομέα για το δημόσιο χρέος.

Πέντε ΠΣΣ δεν περιλαμβάνουν αναλύσεις κόστους-οφέλους των μεταρρυθμίσεων και τρία δεν περιλαμβάνουν αξιολόγηση κινδύνων για τις προβλέψεις του ΑΕΠ.

Δύο ΠΣΣ δεν αναφέρουν ποια δημοσιονομικά μέτρα εξετάστηκαν ή έχουν τεθεί σε εφαρμογή.

105

Οι αξιολογήσεις της Επιτροπής επισημαίνουν τις ελλείψεις στην εξειδίκευση των δημοσιονομικών μέτρων στα ΠΣΣ (βλέπε τα αποτελέσματα του δείγματος στο παράρτημα Ι). Πριν από το 2011, η Επιτροπή εκπόνησε ειδική αξιολόγηση της ποιότητας των ΠΣΣ με βάση τις απαιτήσεις του ΚΔ (βλέπε, για παράδειγμα, το παράρτημα των εγγράφων εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής (SWD), το 2009 και το 2010). Από το 2011 και μετά δεν υπάρχει όμως κανένα αντίστοιχο παράρτημα.

Τα στοιχεία που υποβλήθηκαν από την Επιτροπή για το επίπεδο της απόκλισης είναι ακριβή αλλά προκαλούν σύγχυση

106

Διαπιστώσαμε ότι οι υπολογισμοί της απόκλισης είχαν γίνει σωστά στις αξιολογήσεις. Οι αξιολογήσεις των σημαντικών αποκλίσεων ήταν επίσης ακριβείς και τεκμηριώνονται κυρίως στα SWD. Εντούτοις, στα SWD που κατάρτισε, η Επιτροπή παρουσιάζει πίνακα με συμπεράσματα σχετικά με το επίπεδο της απόκλισης με βάση τη σύγκριση των δύο πυλώνων (μέσες εκτιμήσεις για 1 έτος και για δύο έτη). Μολονότι ο πίνακας συγκρίνει τα συμπεράσματα των δύο πυλώνων, προκαλεί σύγχυση όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα αποτελέσματα σχετικά με τη συμμόρφωση για κάθε πυλώνα χωριστά.

Στις τεχνικές δοκιμασίες μας δεν εντοπίστηκαν σημαντικά προβλήματα

107

Εξετάσαμε τις τεχνικές πτυχές των διαδικασιών του προληπτικού σκέλους. Δεν διαπιστώθηκαν μείζονα προβλήματα για τις περισσότερες από αυτές τις πτυχές. Η Επιτροπή εξέδωσε, σε συμφωνία με τα κράτη μέλη, τον ΚΔ το 2012 και το 2016, προκειμένου να καθοριστεί η ακριβής φύση των πληροφοριών για τα ΠΣΣ που απαιτούνται βάσει του κανονισμού (ιδίως τα άρθρα 3.2 και 7.2). Διαπιστώσαμε ότι ευθυγραμμίζεται με τις απαιτήσεις του κανονισμού.

108

Η Επιτροπή δημοσίευσε έναν οδηγό (Vade Mecum) για το ΣΣΑ το 2012, το 2016 και το 2017. Εξετάσαμε κατά πόσον οι προσεγγίσεις που περιγράφονται στις εκδόσεις για το 2016 και το 2017 αντανακλούν τις απαιτήσεις του κανονισμού. Εντοπίσαμε ορισμένες εξαιρέσεις, όπως εξηγείται κατωτέρω.

  • Ο κανονισμός ζητεί τα πλέον πρόσφατα οικονομικά δεδομένα, ενώ η Επιτροπή χρησιμοποιεί τα πλέον ευνοϊκά δεδομένα από διαφορετικές «εσοδείες» για να καθορίσει τη θέση σε σχέση με τον ΜΔΣ. Έτσι καθορίζεται και το κατά πόσον απαιτείται προσαρμογή σε μια δεδομένη χρονιά. Επιπλέον, εφαρμόζεται η τακτική του ασύμμετρου παγώματος κατά τον ορισμό των απαιτήσεων προσαρμογής του πίνακα, όταν η απόσταση του διαρθρωτικού ισοζυγίου από τον ΜΔΣ υπερβαίνει την απαίτηση που πηγάζει από τον πίνακα. Ομοίως, ο συντελεστής αναφοράς στην EB το έτος t βασίζεται στις προβολές των εαρινών προβλέψεων του έτους t-1 και δεν επικαιροποιείται για τις επόμενες προβλέψεις. Οι προσεγγίσεις αυτές οδηγούν σε καθυστερημένες προειδοποιήσεις κατά τις περιόδους επιδείνωσης του ΔΙ (βλέπε σημείο 59) ή σε αλλαγές στους παράγοντες που επηρεάζουν τη σύνθεση του συντελεστή αναφοράς. Επιπλέον, η Επιτροπή μετρά την απόσταση από τον ΜΔΣ σε ένα δεδομένο έτος, μέσω σύγκρισης με το ΔΙ του προηγούμενου και όχι του τρέχοντος έτους (βλέπε σημείο 60).
  • Η Επιτροπή αφαιρεί την εξομάλυνση των επενδύσεων, με συμψηφισμό με τους πόρους της ΕΕ για επενδύσεις κατά τον υπολογισμό των δημόσιων δαπανών στην EB. Ως εκ τούτου, η εκτίμηση για τις δαπάνες ενός συγκεκριμένου έτους δεν αποτυπώνει με ακρίβεια τις επενδύσεις κεφαλαίου της κυβέρνησης σε ένα δεδομένο έτος. Η εξομάλυνση αυτή δεν προβλέπεται στον κανονισμό.
109

Εξετάσαμε αν οι εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές που δίδονται στα γραφεία που είναι αρμόδια ανά χώρα και τα λογιστικά φύλλα που χρησιμοποιούνται για αξιολογήσεις ήταν σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που περιγράφονται στον οδηγό. Διαπιστώσαμε ότι οι μέθοδοι αξιολόγησης της Επιτροπής ευθυγραμμίζονται με τον οδηγό, με εξαίρεση τις δοκιμασίες που διενεργεί ως προς τη θέση σε σχέση με την επίτευξη του ΜΔΣ, όπου χρησιμοποιεί τα πλέον ευνοϊκά ΔΙ από προηγούμενες «εσοδείες».

110

Εξετάσαμε αν υπήρχε έλλειψη πληροφόρησης ως προς τα ΠΣΣ στο δείγμα ελέγχου, σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις του ΚΔ. Διαπιστώσαμε ότι οι αξιολογήσεις της Επιτροπής για τα ΠΣΣ δεν παρουσίαζαν συστηματικά τις εν λόγω ελλείψεις.

111

Τα έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής παρέχουν συναφείς πληροφορίες σχετικά με τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις των κρατών μελών, τα αντίστοιχα μέτρα, και τη συμμόρφωση με τους κανόνες του προληπτικού σκέλους. Εντοπίσαμε περιθώρια βελτίωσης όσον αφορά την περιγραφή των μέτρων που έχουν ληφθεί και τις επιπτώσεις που λαμβάνονται υπόψη στην πρόβλεψη της Επιτροπής (εκτός από αυτές που προβλέπονται από τα κράτη μέλη στα αντίστοιχα ΠΣΣ). Θα ήταν χρήσιμος ένας πίνακας στα έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που θα εξηγεί τις διαφορές με μεγαλύτερη σαφήνεια.

112

Τα κράτη μέλη συμφώνησαν κοινή ενωσιακή μέθοδο για την εκτίμηση του δυνητικού προϊόντος της οικονομίας. Ωστόσο, ορισμένα κράτη μέλη διενεργούν τις δικές τους εκτιμήσεις, βασιζόμενα σε μεθόδους που διαφέρουν από την κοινή μέθοδο της ΕΕ, η οποία χρησιμεύει ως βάση για τις αξιολογήσεις του προληπτικού σκέλους. Η διαφορετική μεθοδολογία οδηγεί ορισμένες φορές σε διαφορετικές εκτιμήσεις, οι οποίες με τη σειρά τους μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε διαφορετική εκτίμηση του διαρθρωτικού ισοζυγίου. Μετά από επισκόπηση διαφόρων μελετών που συγκρίνουν τις εκτιμήσεις δυνητικού προϊόντος της Επιτροπής με εκτιμήσεις άλλων φορέων, διαπιστώσαμε ότι η ενωσιακή προσέγγιση δίνει καλά αποτελέσματα σε σύγκριση με αντίστοιχες εκτιμήσεις (για παράδειγμα, του ΟΟΣΑ ή του ΔΝΤ).

113

Επιπλέον, το 2016 η Επιτροπή εισήγαγε ένα εργαλείο ευλογοφάνειας για την αξιολόγηση καταστάσεων στις οποίες τα εκτιμώμενα παραγωγικά κενά συγκεκριμένων ετών υπόκεινται σε υψηλό βαθμό αβεβαιότητας. Πρόκειται για πρότυπο σχέδιο που θα υλοποιηθεί κατά τα επόμενα δύο έτη, ώστε να λαμβάνονται υπόψη τυχόν στοιχεία που τα κράτη μέλη θεωρούν σημαντικά για τις αντίστοιχες εκτιμήσεις του δυνητικού προϊόντος. Η προσέγγιση αυτή, η οποία συνίσταται στη διατήρηση ανοικτού διαλόγου για την αντιμετώπιση προβλημάτων ευλογοφάνειας στο πλαίσιο κοινής προσέγγισης, είναι κατάλληλη.

114

Ελέγξαμε τα λογιστικά φύλλα και τους τύπους που χρησιμοποιήθηκαν και διενεργήσαμε εκ νέου σειρά αξιολογήσεων, για να ελεγχθεί η ακρίβεια των μεθόδων. Επανεξετάσαμε επίσης δείγμα των στοιχείων που χρησιμοποίησε η Επιτροπή στις αξιολογήσεις της και διαπιστώσαμε ότι ανταποκρινόταν στις αντίστοιχες πηγές, όπως τα δεδομένα από τη βάση δεδομένων AMECO, τη Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUROSTAT) ή τα ΠΣΣ. Δεν προέκυψαν ζητήματα, εκτός από τον τρόπο με τον οποίο είχε αντιμετωπιστεί η μετάβαση από το ΕΣΛ 95 στο ΕΣΛ 2010 και τον τρόπο με τον οποίο είχαν χρησιμοποιηθεί οι «εσοδείες» δεδομένων στην αξιολόγηση (βλέπε σημείο 62).

115

Διαπιστώσαμε ότι οι ελάχιστοι ΜΔΣ υπολογίστηκαν σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στον οδηγό. Διερευνήσαμε επίσης κατά πόσον οι ΜΔΣ όλων των κρατών μελών βρίσκονται σε επίπεδο ίσο ή ανώτερο από τον ελάχιστο ΜΔΣ και διαπιστώσαμε ότι όλοι συμμορφώνονται, με την εξαίρεση της Σλοβενίας κατά την περίοδο 2016-2017 (για τα έτη 2017-2019). Αυτό δεν είχε καμία επίπτωση στο αποτέλεσμα της αξιολόγησης της Επιτροπής.

116

Ελέγξαμε την ευαισθησία των ελάχιστων ΜΔΣ σε υποκείμενες μεταβλητές και διαπιστώσαμε ότι ήταν περισσότερο ευαίσθητοι σε μεγάλες μεταβολές της ημιελαστικότητας, σε κρίσεις χρέους μεγάλης κλίμακας και στο κόστος της γήρανσης του πληθυσμού. Παρατηρήσαμε, ωστόσο, ότι οι ελάχιστοι ΜΔΣ δεν λαμβάνουν υπόψη άλλους παράγοντες που επηρεάζουν το χρέος, όπως τις προσαρμογές των αποθεμάτων-ροών.

117

Εξετάσαμε επίσης τις μεθόδους αξιολόγησης, για να επαληθεύσουμε ότι οι παράμετροι του πίνακα είχαν εφαρμοστεί ορθά. Κατά τη μετάβαση στον νέο πίνακα, οι παράμετροι του παλαιού διατηρήθηκαν για την εαρινή αξιολόγηση του 2015 και εφαρμόστηκαν μόνο για τα κράτη μέλη για τα οποία το ΔΙ είχε επιδεινωθεί, αντί να γίνουν προσαρμογές για όλα τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή δεν διαχειρίστηκε τη μετάβαση μεταξύ των κανόνων με συνεκτικό τρόπο.

Μέρος V — Οι συστάσεις ανά χώρα (ΣΑΧ) αντικατοπτρίζουν τα υποκείμενα συμπεράσματα των αξιολογήσεων, αλλά απαιτείται μεγαλύτερη σαφήνεια

Οι ΣΑΧ αντικατοπτρίζουν τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων που διενεργήθηκαν, αλλά η συνάφειά τους ενδέχεται να αλλάξει, αν μεταβληθούν οι συνθήκες

118

Οι τελικές δημοσιονομικές ΣΑΧ που εγκρίνονται από το Συμβούλιο βασίζονται στις συστάσεις της Επιτροπής. Έχουν λάβει νομική μορφή και καλούν τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν τους εντοπιζόμενους κινδύνους σημαντικής απόκλισης, ορίζουν δε τις προσαρμογές που απαιτούνται για το ΔΙ και την αύξηση των δαπανών.

119

Διαπιστώσαμε ότι οι δημοσιονομικές ΣΑΧ σχετικά με το προληπτικό σκέλος ευθυγραμμίζονται με τα συμπεράσματα της αξιολόγησης που περιέχονται στα έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής.

120

Κατά τη γνώμη μας, οι συστάσεις δημοσιεύονται αρκούντως νωρίς μέσα στο έτος (τον Ιούλιο), ώστε να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να ανταποκριθούν κατά την ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού. Τα περισσότερα κράτη μέλη συζητούν, επιμελούνται και εγκρίνουν τους προϋπολογισμούς για το επόμενο έτος το φθινόπωρο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές συνθήκες μπορεί να μεταβληθούν, ενώ παραμένουν σε ισχύ οι ίδιες ΣΑΧ που διατυπώθηκαν νωρίτερα μέσα στο έτος. Τυχόν σημαντικές μεταβολές των συνθηκών ενδέχεται να επηρεάσουν τη συνάφεια των ΣΑΧ.

Η διατύπωση των ΣΑΧ που δημοσιεύτηκαν το 2017 έγινε λιγότερο σαφής και δυσχεραίνει την εφαρμογή τους

121

Η σημασία των ΣΑΧ εξαρτάται επίσης από τη σαφήνεια και την αξιοπιστία τους όσον αφορά τη δυνατότητα εκ των υστέρων παρακολούθησης και επιβολής τους. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, στις ΣΑΧ για το 2018 που πρότεινε η Επιτροπή, οι ποσοτικές απαιτήσεις περιέχονταν στις αιτιολογικές σκέψεις και όχι στο διατακτικό. Η Επιτροπή θεωρεί ότι τόσο οι αιτιολογικές σκέψεις όσο και το διατακτικό είναι εξίσου δεσμευτικά και εκτελεστά μέρη, κάτι που, γενικώς, δεν συνάδει με την αντίληψη του κοινού.

122

Στο πλαίσιο αυτό η ΕΚΤ επισήμανε πρόσφατα: Οι δημοσιονομικές συστάσεις της Επιτροπής διαφέρουν από εκείνες του παρελθόντος από δύο απόψεις. Πρώτον, μόνο οι αιτιολογικές σκέψεις των συστάσεων, και όχι το διατακτικό, προσδιορίζουν το μέγεθος της διαρθρωτικής προσαρμογής που συνιστά το Συμβούλιο στις κυβερνήσεις, ώστε να εξασφαλίσουν την πλήρη συμμόρφωση με το ΣΣΑ. Κατά γενικό κανόνα, το διατακτικό θα πρέπει να περιλαμβάνει τις εκ των προτέρων οδηγίες προς τις κυβερνήσεις σχετικά με τον τρόπο άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής κατά τους επόμενους 12-18 μήνες. Χρησιμεύουν επίσης ως οδηγός για τα εθνικά κοινοβούλια και το ευρύ κοινό και ως σημείο αναφοράς για τη διαφανή εκ των υστέρων αξιολόγηση της συμμόρφωσης με το ΣΣΑ. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να ενσωματωθούν πλήρως οι δημοσιονομικές κατευθύνσεις, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο των κυβερνητικών σχεδίων δημοσιονομικού προγράμματος για το 2018, προκειμένου να εξασφαλιστεί επαρκής πρόοδος προς την κατεύθυνση της χρηστής διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών63.

123

Η ΕΚΤ τόνισε επίσης ότι:… για όλες τις χώρες με απαιτήσεις διαρθρωτικής προσαρμογής 0,5 % του ΑΕΠ και άνω το 2018, ανεξάρτητα από το αντίστοιχο επίπεδο του δημοσίου χρέους, στις αιτιολογικές σκέψεις διαλαμβάνεται ότι η αξιολόγηση του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος του 2018 και η επακόλουθη αξιολόγηση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων του 2018 θα πρέπει να λάβουν δεόντως υπόψη τον στόχο να επιτευχθεί δημοσιονομικός προσανατολισμός που να συμβάλλει στην ενίσχυση της εν εξελίξει ανάκαμψης και στη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών των αντίστοιχων κρατών μελών. Αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται μείωση των απαιτήσεων διαρθρωτικής προσαρμογής πέραν και πάνω από εκείνες που ορίζονται στο πλαίσιο των ισχυουσών διατάξεων περί ευελιξίας του ΣΣΑ (όπως ανακοινώθηκαν από την Επιτροπή τον Ιανουάριο του 2015). Για να υπάρξει πρόοδος, είναι σημαντικό να διασφαλισθεί η συνεπής εφαρμογή του βασιζόμενου σε κανόνες ΣΣΑ64.

124

Οι εν λόγω κατευθύνσεις που κοινοποιούνται από την Επιτροπή μπορούν να οδηγήσουν σε κατάσταση στην οποία οι δύο στόχοι, δηλαδή, αφενός, η ενδυνάμωση της εν εξελίξει ανάκαμψης και, αφετέρου, η διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών, καταλήγουν σε πολύ ασύμμετρα συμπεράσματα: αφενός προτροπή προς τα κράτη μέλη να αυξήσουν τις δαπάνες για μέτρα υπέρ της ανάπτυξης και αφετέρου προτροπή να περιορίσουν τις εν λόγω αυξήσεις δαπανών. Αυτό θα μπορούσε επίσης να συνεπάγεται χαμηλότερες απαιτήσεις από αυτές που ορίζονται από το πλαίσιο των κανόνων του ΣΣΑ (ο συνδυασμός πίνακα και ρητρών).

125

Προκειμένου να αποδώσει καλύτερα τη λογική των προτεινόμενων συστάσεων, η Επιτροπή οφείλει να παράσχει σύνοψη της υποκείμενης αξιολόγησης και να εξηγήσει τη σημασία που έχει η υλοποίηση των συστάσεων, καθώς και να επισημάνει τους κινδύνους που συντρέχουν, αν αυτές δεν υλοποιηθούν. Στο παρελθόν, κάθε ΣΑΧ περιλάμβανε μία αιτιολογική σκέψη, στην οποία αναλυόταν το σκεπτικό της σύστασης. Εντούτοις, μετά τις τελευταίες αλλαγές, οι αιτιολογικές σκέψεις δεν εξηγούν πλέον το σκεπτικό των ΣΑΧ.

Η Επιτροπή εποπτεύει επαρκώς την υλοποίηση των δημοσιονομικών ΣΑΧ

126

Η Επιτροπή εποπτεύει την εφαρμογή των ΣΑΧ βάσει διαφόρων στοιχείων, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στις σχετικές δραστηριότητες παρακολούθησης κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους. Με δεδομένη την εκτεταμένη ανάλυση, τα διαθέσιμα δεδομένα και τον αριθμό των ενημερωτικών επισκέψεων και ανταλλαγών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, θεωρούμε ότι τούτο συνιστά επαρκή εποπτεία και παρακολούθηση των εξελίξεων στα κράτη μέλη.

Συμπεράσματα και συστάσεις

Ο κύριος στόχος του προληπτικού σκέλους δεν επιτυγχάνεται

127

Το προληπτικό σκέλος έχει ως σκοπό να διασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ διατηρούν τη δημοσιονομική τους θέση στο επίπεδο των αντίστοιχων μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων (ΜΠΣ), ώστε να επιτυγχάνεται βιώσιμη δημοσιονομική θέση και να παρέχεται δημοσιονομικό περιθώριο σε περιπτώσεις ύφεσης. Επιπλέον, με την επίτευξη των ΜΔΣ τους, τα κράτη μέλη με υψηλό χρέος θα διασφαλίσουν ότι οι δείκτες χρέους αρχίζουν να μειώνονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του διορθωτικού σκέλους του ΣΣΑ, το οποίο βασίζεται στο χρέος. Τα ανωτέρω είναι ζωτικής σημασίας για την αποφυγή μιας αποδιοργανωτικής δημοσιονομικής κρίσης στην ΕΕ και, πράγμα ακόμη πιο σημαντικό, στη νομισματική ένωση (σημεία 4 και 5).

128

Ο κανονισμός έχει θέσει ένα λογικό όριο για την ετήσια σύγκλιση προς τον ΜΔΣ ύψους 0,5 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ ανά έτος, εισήγαγε όμως και την έννοια της σημαντικής απόκλισης, η οποία ερμηνεύεται ως επιτρεπόμενο περιθώριο απόκλισης. Περαιτέρω, χορήγησε εξουσίες με ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στην Επιτροπή για την προσαρμογή των απαιτήσεων (σημεία 16, 17 και 32 έως 37).

129

Η Επιτροπή άσκησε ευρύτατα τη διακριτική της ευχέρεια, με σκοπό τη μείωση των απαιτήσεων προσαρμογής, τόσο όσον αφορά τον ορισμό των εκτελεστικών κανόνων όσο και στο πλαίσιο επιμέρους αποφάσεων. Εντούτοις, αυτό είχε ως αποτέλεσμα ότι η Επιτροπή δεν έχει διασφαλίσει την επίτευξη του κύριου σκοπού του κανονισμού: τη σύγκλιση προς τους ΜΔΣ εντός εύλογου χρονικού διαστήματος (σημεία 63 έως 71).

130

Οι απαιτήσεις και οι παράμετροι προσαρμογής, όπως ορίζονται στον λεγόμενο πίνακα, και οι πολυάριθμες ρήτρες ευελιξίας καθορίστηκαν όταν κύρια ανησυχία ήταν η δεύτερη ύφεση της ΕΕ το 2012. Η ευελιξία στην περίπτωση αυτή ήταν ενδεδειγμένη, κατ’ αρχήν, αλλά προχώρησε πέραν του δέοντος στην πράξη (σημεία 26 έως 71). Ειδικότερα, δεν ήταν επαρκής η διάκριση μεταξύ των κρατών μελών που είχαν προβλήματα χρέους και των λοιπών (σημεία 85 έως 97, 100). Επιπλέον, οι εγκεκριμένες παράμετροι του πίνακα και οι διάφορες ρήτρες ευελιξίας δεν συνδέονταν χρονικά με τις συγκεκριμένες περιστάσεις (σημεία 77 έως 82).

131

Αντί να καταστήσει το πλαίσιο πιο αυστηρό, η Επιτροπή πρόσφατα το αποδυνάμωσε περαιτέρω, για παράδειγμα μέσω της πρόβλεψης του νέου περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας το 2017 (σημεία 32 έως 37, 69 και 79).

132

Ως εκ τούτου, το ισχύον πλαίσιο δεν εξασφαλίζει σύγκλιση προς τους ΜΔΣ με ικανοποιητικό ρυθμό υπό κανονικές συνθήκες. Κατά μέσο όρο, δεν έχει διευκολύνει την πρόοδο προς την επίτευξη των ΜΔΣ κατά την πρόσφατη περίοδο ανάκαμψης, παρά το γεγονός ότι η ανάπτυξη έχει υπερβεί τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης και ότι το παραγωγικό κενό περιορίστηκε (σημεία 79 έως 82).

133

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η αδυναμία του αποδυναμωμένου πλαισίου του ΣΣΑ, όπως αυτό έχει οριστεί στους εκτελεστικούς κανόνες της Επιτροπής, να οδηγήσει σε πρόοδο προς την επίτευξη του ΜΔΣ ορισμένα κράτη μέλη με υψηλό επίπεδο χρέους. Τα διαρθρωτικά ισοζύγια των κρατών αυτών κατά την περίοδο 2014-2018 είτε έχουν αποκλίνει από τους αντίστοιχους ΜΔΣ είτε συγκλίνουν προς αυτούς με ρυθμό τόσο αργό, ώστε να μην είναι καθόλου εξασφαλισμένη η ουσιαστική βελτίωση πριν από την εκδήλωση της επόμενης ύφεσης (σημεία 85 έως 97, 100).

134

Η αξιοπιστία των ΣΣΑ υπονομεύεται από ανακολουθίες μεταξύ του προληπτικού και του διορθωτικού σκέλους. Η Επιτροπή δεν εφαρμόζει τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους στα κράτη μέλη που υπάγονται στο διορθωτικό σκέλος, έχει δε επανειλημμένα προτείνει πολυετείς παρατάσεις των προθεσμιών για την έξοδο από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ) αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη που υπάγονται σε ΔΥΕ δεν υποχρεούνται να πληρούν τις απαιτήσεις τις οποίες θα έπρεπε διαφορετικά να τηρούν, αν υπάγονταν στο προληπτικό σκέλος (σημείο 84).

135

Παρά το γεγονός ότι δεν απαιτείται από τον κανονισμό, η Επιτροπή ζήτησε και έλαβε τη σύμφωνη γνώμη των κρατών μελών στο Συμβούλιο Υπουργών (ECOFIN) επί πολλών εκτελεστικών κανόνων. Τα εν λόγω προηγούμενα ενδέχεται να καταστήσουν τώρα πιο δύσκολες τις αναγκαίες διορθώσεις του πλαισίου (σημεία 26, 38, 42 και 51).

136

Παρά ταύτα, το ισχύον πλαίσιο, όπως αυτό ορίζεται στους εκτελεστικούς κανόνες της Επιτροπής, πρέπει να τροποποιηθεί. Συνιστούμε τα ακόλουθα μέτρα στο πλαίσιο της επανεξέτασης του πλαισίου του προληπτικού σκέλους, η οποία προβλέπεται για το 2018.

Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα των σωρευτικών αποκλίσεων και των παραμέτρων στον πίνακα των απαιτούμενων προσαρμογών

137

Ο σημερινός συνδυασμός του πίνακα που ορίζει τις απαιτήσεις προσαρμογής ανάλογα με τον οικονομικό κύκλο, των ρητρών ευελιξίας και των επιτρεπόμενων αποκλίσεων δεν εξασφαλίζει την επίτευξη των ΜΔΣ εντός εύλογου χρονικού διαστήματος βάσει λογικών μακροοικονομικών σεναρίων. Θεωρούμε ότι το ζήτημα των σωρευτικών αποκλίσεων μπορεί να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο του ισχύοντος κανονισμού, δεδομένου ότι κύριος στόχος του θα πρέπει να υπερισχύει έναντι των επιλογών ευελιξίας που έχουν χορηγηθεί. Δεδομένης της διασύνδεσης των ζητημάτων αυτών, η κλίμακα της αναγκαίας αναθεώρησης του πίνακα θα εξαρτηθεί από το αν και με ποιον τρόπο θα αντιμετωπιστούν και θα επιλυθούν τα ζητήματα των σωρευτικών αποκλίσεων και των ρητρών ευελιξίας. Ανεξάρτητα από αυτό, υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της αυστηροποίησης των απαιτήσεων για τα κράτη μέλη με δείκτη χρέους άνω του 90 % του ΑΕΠ και, σε μικρότερο βαθμό, των κρατών μελών με χρέος άνω του 60 % αλλά κάτω του 90 % του ΑΕΠ (σημεία 26 έως 71, 85 έως 97 και 100).

Σύσταση 1

  1. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι σωρευτικές επιπτώσεις των επιτρεπόμενων αποκλίσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να συμπεριλάβει στον αναθεωρημένο πίνακα διάταξη που να προβλέπει την αύξηση της απαίτησης προσαρμογής για το επόμενο έτος, ώστε να αντισταθμιστεί η μέση απόκλιση των κρατών μελών κατά τα δύο προηγούμενα έτη και η αναμενόμενη απόκλιση κατά το τρέχον έτος65.
  2. Η Επιτροπή πρέπει να ενισχύσει τις απαιτήσεις προσαρμογής για τα κράτη μέλη με δείκτη χρέους άνω του 60 % του ΑΕΠ, με σκοπό την ευθυγράμμιση των απαιτήσεων με τις διατάξεις του κανόνα για το χρέος. Η κλίμακα της αύξησης θα πρέπει να εξαρτάται από την απόσταση από το όριο του 60 %, είτε σε κλιμάκια (για παράδειγμα, υψηλότερες απαιτήσεις για τα κράτη με δείκτη χρέους άνω του 90 %) είτε σταδιακά.
  3. Η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει τις λοιπές διατάξεις στον πίνακα των απαιτούμενων προσαρμογών και να εξετάσει το ενδεχόμενο να τις τροποποιήσει, με στόχο να επιτευχθεί σύγκλιση προς τον ΜΔΣ σε όλα τα κράτη μέλη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες της αναθεώρησης όλων των άλλων διατάξεων, περιλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με επιτρεπόμενες αποκλίσεις και επιτρεπόμενα περιθώρια.

Η παρούσα σύσταση πρέπει να εφαρμοστεί κατά την αναθεώρηση του πίνακα και των ρητρών ευελιξίας, η οποία προβλέπεται στην από κοινού συμφωνηθείσα θέση για το 2018, ή, το αργότερο, για εφαρμογή την άνοιξη του 2019.

Οι ρήτρες ευελιξίας πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να αντικατοπτρίζουν τον ρόλο που προβλεπόταν αρχικά στον κανονισμό

138

Η Επιτροπή χρησιμοποιεί τη ρήτρα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων κατά πολύ πέραν του σκοπού της στον κανονισμό, σκοπός ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση ότι οι δημοσιονομικοί περιορισμοί δεν εμποδίζουν την υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων. Ο κανονισμός δεν αναφέρει πουθενά ότι οι ρήτρες ευελιξίας λειτουργούν ως κίνητρα για μεταρρυθμίσεις. Τα περιθώρια βάσει του ΣΣΑ θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται, ενώ για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων μπορούν να χρησιμοποιηθούν άλλα μέσα (σημεία 50 έως 52).

139

Η Επιτροπή επιτρέπει να συνεχιστούν οι αυξημένες δαπάνες, στο πλαίσιο διαφόρων ρητρών, και πέραν της περιόδου για την οποία είχαν εγκριθεί. Η συνολική δαπάνη παραμένει μονίμως αυξημένη έως ότου επιτευχθεί τελικά ο ΜΔΣ. Αυτό οδηγεί σε παρατάσεις της περιόδου σύγκλισης, οι οποίες επηρεάζουν δυσμενώς την επίτευξη του βασικού σκοπού του κανονισμού (σημεία 44 έως 48, 54).

140

Η ρήτρα επενδύσεων δεν διασφαλίζει την αύξηση του δείκτη των δημόσιων επενδύσεων προς το ΑΕΠ, επιτρέπει δε να συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια η αυξημένη δαπάνη εκτός επενδύσεων (σημείο 43).

141

Η ρήτρα ασυνήθων περιστάσεων οδηγεί επίσης σε αύξηση των μη συναφών δαπανών κατά τα έτη που ακολουθούν την εφαρμογή της ρήτρας, ενώ γίνεται ευρεία ερμηνεία των επιλέξιμων δαπανών (σημείο 57).

Σύσταση 2

  1. Η Επιτροπή πρέπει να τροποποιήσει τους εκτελεστικούς κανόνες για τη ρήτρα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και να περιορίσει τη ρήτρα σε άμεσα προσδιορισμένες δαπάνες του προϋπολογισμού κατά τα πρώτα έτη της υλοποίησης. Η εγκεκριμένη αύξηση των δαπανών θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο γεγονός, και να μην οδηγεί σε αύξηση των μη συνδεδεμένων δαπανών κατά τα επόμενα έτη.
  2. Η Επιτροπή πρέπει να πάψει να χρησιμοποιεί τη ρήτρα επενδύσεων υπό τη σημερινή της μορφή. Κάθε πιθανή διάδοχη ρήτρα πρέπει να εξασφαλίζει αύξηση των δημόσιων επενδύσεων σε σχέση με το ΑΕΠ.
  3. Η Επιτροπή πρέπει να εγκρίνει τη ρήτρα ασυνήθων περιστάσεων μόνο για δαπάνες που συνδέονται άμεσα με συμβάντα που σημειώθηκαν.

Η παρούσα σύσταση πρέπει να υλοποιηθεί εγκαίρως προς εφαρμογή την άνοιξη του 2019.

Οι απαιτήσεις προσαρμογής βάσει του διορθωτικού και του προληπτικού σκέλους θα πρέπει να συγχρονίζονται και οι διαδικασίες επιτάχυνσης να χρησιμοποιούνται πιο αποτελεσματικά

142

Υπάρχουν ασυνέπειες μεταξύ του διορθωτικού σκέλους που βασίζεται στο έλλειμμα και του προληπτικού σκέλους. Η παύση της πρακτικής των υπερβολικών και πολυετών παρατάσεων των προθεσμιών για την έξοδο από τη ΔΥΕ θα αποτελούσε σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Επιπλέον, οι απαιτήσεις στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους θα πρέπει να αποτελούν το ελάχιστο όριο στο πλαίσιο του διορθωτικού σκέλους. Θεωρούμε ότι δεν συντρέχουν νομικοί λόγοι απαλλαγής των κρατών μελών που υπάγονται στο διορθωτικό σκέλος από τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους και τις διαδικασίες επιτάχυνσης του ίδιου αυτού σκέλους (σημεία 84 έως 94).

Σύσταση 3

Η Επιτροπή πρέπει να διερευνήσει τρόπους, εντός του ισχύοντος νομικού πλαισίου, ώστε να διασφαλίζεται ότι το επίπεδο της διαρθρωτικής προσαρμογής που απαιτείται στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους τηρείται και από τα κράτη μέλη που υπάγονται στο διορθωτικό σκέλος. Πρέπει να καταθέσει υπόμνημα στην ΟΔΕ όπου θα εξηγεί τους τρόπους επίτευξης των ανωτέρω.

Η σύσταση αυτή θα πρέπει να υλοποιηθεί εγκαίρως προς εφαρμογή την άνοιξη του 2019 και η Επιτροπή θα πρέπει έως τότε να έχει καταθέσει στην ΟΔΕ το σχετικό υπόμνημα.

Βελτίωση της ποιότητας των πληροφοριών που απαιτούνται στο πλαίσιο των Προγραμμάτων Σταθερότητας και Σύγκλισης και στις εκθέσεις αξιολόγησης της Επιτροπής

143

Συντρέχει ανάγκη να βελτιωθεί η ποιότητα των πληροφοριών που περιέχονται στα Προγράμματα Σταθερότητας και Σύγκλισης (ΠΣΣ). Περαιτέρω, δεδομένου ότι η αξιολόγηση της Επιτροπής στηρίζεται στη σύγκριση των δικών της προβλέψεων με εκείνες των κρατών μελών, απαιτείται περισσότερη διαφάνεια όσον αφορά τα διάφορα μέτρα που περιλαμβάνονται στις προβλέψεις της Επιτροπής, ώστε να εξακριβώνεται η αξιοπιστία των σχεδίων και της αντίστοιχης αξιολόγησης. Είναι επίσης αναγκαίο να υπάρχουν στα έγγραφα εργασίας της Επιτροπής σαφέστερη παρουσίαση των αποτελεσμάτων ως προς τη συμμόρφωση, βάσει κριτηρίων που ορίζονται στις συστάσεις, καθώς και εξήγηση των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στη συνολική εκτίμηση (σημεία 104 έως 106, 111 έως 112).

Σύσταση 4

  1. Η Επιτροπή πρέπει να προτείνει στα κράτη μέλη, ζητώντας τη σύμφωνη γνώμη τους, τροποποιήσεις στον Κώδικα Δεοντολογίας (ΚΔ), προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι στα ΠΣΣ των κρατών μελών περιλαμβάνεται συνοπτικός πίνακας που περιλαμβάνει τις εκτιμήσεις εσόδων και δαπανών, καθώς και τα κυριότερα σχετικά με τα έσοδα και με τις δαπάνες μέτρα και το χρονοδιάγραμμά τους.
  2. Στα έγγραφα εργασίας της πρέπει να εξηγεί καλύτερα τις διαφορές μεταξύ των δικών της εκτιμήσεων των δημοσιονομικών μέτρων και των εκτιμήσεων που υπάρχουν στις προβλέψεις των κρατών μελών. Πρέπει επίσης να γίνεται πιο ρητή αναφορά σε όλες τις περιπτώσεις στο επίπεδο συμμόρφωσης ενός ΠΣΣ προς τις απαιτήσεις του ΚΔ.
  3. Η Επιτροπή πρέπει να καταρτίσει πίνακα στον οποίο θα εκτίθενται, χωριστά για κάθε πυλώνα, τα συμπεράσματα της αξιολόγησης που περιλαμβάνονται στα έγγραφα εργασίας της σχετικά με το επίπεδο των αποκλίσεων. Πρέπει επίσης να εξηγείται λεπτομερώς το συμπέρασμα της γενικής εκτίμησης και να επισημαίνονται όλα τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη, αν το συμπέρασμα της γενικής εκτίμησης δεν είναι σύμφωνο με τα κριτήρια που ορίζονται στον κανονισμό.
  4. Η Επιτροπή πρέπει επίσης να υποβάλλει στοιχεία σχετικά με τις σωρευτικές αποκλίσεις των προηγούμενων πέντε ετών τουλάχιστον.

Η παρούσα σύσταση πρέπει να υλοποιηθεί εγκαίρως προς εφαρμογή την άνοιξη του 2019.

Πρέπει να αναθεωρηθούν η χρήση διαφορετικών «εσοδειών» και το πάγωμα

144

Ορισμένες τεχνικές προσεγγίσεις, όπως η χρήση του παγώματος ή των πλέον ευνοϊκών δεικτών από ένα μείγμα «εσοδειών», ή η χρήση της εξομάλυνσης των επενδύσεων στην τιμή αναφοράς για τις δαπάνες, δεν προκύπτουν από τον κανονισμό και ενδέχεται να οδηγήσουν σε καθυστερήσεις στον εντοπισμό των σημαντικών αποκλίσεων (σημεία 59, 60, 108 και 109).

145

Η πρακτική του ξεπαγώματος των απαιτήσεων προσαρμογής είναι ασύμμετρη. Αποτρέπει την επιδίωξη μεγαλύτερης προσαρμογής κατά την αξιολόγηση των σχεδίων δημοσιονομικών προγραμμάτων (ΣΔΠ), όταν αυτή ενδεχομένως δικαιολογείται λόγω των επικαιροποιημένων πληροφοριών (σημείο 61).

Σύσταση 5

  1. Η Επιτροπή πρέπει να θεμελιώνει τις απαιτήσεις της στα πλέον επικαιροποιημένα στοιχεία αντί των πλέον ευνοϊκών στοιχείων από επιλογή παρελθουσών «εσοδειών».
  2. Στην τιμή αναφοράς για τις δαπάνες, πρέπει να εφαρμόζεται η έννοια του γενικού συνόλου των δαπανών, όπως απαιτείται από τον κανονισμό, χωρίς «εξομάλυνση των επενδύσεων».
  3. Όταν οι προοπτικές βελτιώνονται σημαντικά μεταξύ της αξιολόγησης των ΠΣΣ και των ΣΔΠ, η Επιτροπή πρέπει να είναι έτοιμη να ζητήσει μεγαλύτερη προσπάθεια προσαρμογής.

Η παρούσα σύσταση πρέπει να υλοποιηθεί εγκαίρως προς εφαρμογή την άνοιξη του 2019.

Οι εξηγήσεις στις ανά χώρα συστάσεις πρέπει να είναι σαφέστερες

146

Επί του παρόντος, οι αιτιολογικές σκέψεις χαρακτηρίζονται από νομικισμό και δεν παρέχουν λεπτομερή αιτιολόγηση των συστάσεων. Μπορούν να γίνουν περισσότερα για να εξηγηθούν το σκεπτικό στο οποίο στηρίζονται οι προτεινόμενες προσαρμογές και οι κίνδυνοι που θα προκύψουν, αν δεν τηρηθούν οι εν λόγω απαιτήσεις (σημεία 122 έως 126).

Σύσταση 6

  1. Οι αιτιολογικές σκέψεις πρέπει να αιτιολογούν λεπτομερώς το σκεπτικό για την προτεινόμενη προσαρμογή και τους συναφείς κινδύνους.
  2. Η απαιτούμενη προσαρμογή πρέπει να ορίζεται στο διατακτικό των ΣΑΧ, ώστε να δηλώνεται ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της, και όχι στις αιτιολογικές σκέψεις.

Η παρούσα σύσταση πρέπει να υλοποιηθεί εγκαίρως προς εφαρμογή την άνοιξη του 2019.

Η παρούσα έκθεση εγκρίθηκε από το Τμήμα IV, του οποίου προεδρεύει ο Neven MATES, Μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο Λουξεμβούργο, κατά τη συνεδρίασή του της 13ης Ιουνίου 2018.

Για το Ελεγκτικό Συνέδριο

Klaus-Heiner LEHNE
Πρόεδρος

Παραρτήματα

Παραρτημα Ι

Επιλογή κρατών μελών για το δείγμα ελέγχου

01

Ο έλεγχος των διαδικασιών του προληπτικού σκέλους επικεντρώθηκε σε έξι κράτη μέλη (5 από τη ζώνη του ευρώ και 1 εκτός αυτής).

02

Τα κράτη μέλη που υπάγονταν σε ΔΥΕ ή σε πρόγραμμα προσαρμογής καθ’ όλη τη διάρκεια, ή καλύπτονταν ήδη στο πλαίσιο ελέγχων λόγω ΔΥΕ, ελέγχων της Ελλάδας ή ελέγχων λόγω διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΔΜΑ) αποκλείστηκαν (με εξαίρεση την Ιταλία66). Από τα υπόλοιπα κράτη μέλη, επιλέξαμε εκείνα που βρίσκονται υπό το διορθωτικό σκέλος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, γνώρισαν πρόσφατα επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου, ή είχαν τη μεγαλύτερη απόσταση από τον ΜΔΣ (βλέπε πίνακα 1).

Πίνακας 1

Επιλογή κρατών μελών για το δείγμα ελέγχου

Ανάλυση κριτηρίων και επιλογή δείγματος ΚΜ για τον έλεγχο του προληπτικού σκέλους
ΟΝΕ ΚΜ Διαρθρωτικό ισοζύγιο (ΔΙ) Σχόλιο Απόσταση από τον ΜΔΣ (ΔΙt-1-ΜΔΣt)*
2011 2012 2013 2014 2015 2016 2011 2012 2013 2014 2015 2016**
Ζώνη του ευρώ Βέλγιο -4,03 -3,42 -2,73 -2,85 -2,48 -2,10 Έλεγχος ES -4,61 -4,78 -4,17 -3,48 -3,60 -3,23
Eσθονία 0,27 -0,10 -0,40 0,31 0,31 0,18 Στο επίπεδο του ΜΔΣ διαρκώς 0,17 0,27 -0,10 -0,40 0,31 0,31
Ιρλανδία -7,52 -6,45 -4,32 -3,22 -2,99 -2,15 Στο π.σ. μόνο το 2016 -8,83 -7,52 -6,45 -4,32 -3,22 -2,99
Λετονία -1,26 -0,03 -0,94 -1,76 -2,09 -1,85 Στο επίπεδο του ΜΔΣ το 2013-14 -1,19 -0,26 0,97 0,06 -0,76 -1,09
Λιθουανία -3,59 -2,60 -2,27 -1,42 -1,20 -1,43 Στο επίπεδο του ΜΔΣ το 2015-16 -2,29 -2,59 -1,60 -1,27 -0,42 -0,20
Λουξεμβούργο 1,38 2,47 2,06 2,15 0,71 0,90 Στο επίπεδο του ΜΔΣ διαρκώς 0,00 0,88 1,97 1,56 1,65 0,21
Κάτω Χώρες -3,58 -2,26 -0,94 -0,53 -1,07 -1,40 Έλεγχος ES (1 έτος παραπάνω σε ΔΥΕ σε σχέση με LT,LV) -3,03 -3,08 -1,76 -0,44 -0,03 -0,57
Αυστρία -2,53 -1,82 -1,24 -0,67 -0,59 -1,01 Έλεγχος ES (1 έτος παραπάνω σε ΔΥΕ σε σχέση με LT,LV) -2,76 -2,08 -1,37 -0,79 -0,22 -0,14
Πορτογαλία -6,22 -3,09 -2,50 -1,37 -1,82 -2,33 Σε ΔΥΕ διαρκώς -7,60 -5,72 -2,59 -2,00 -0,87 -1,32
Σλοβακία -4,11 -3,56 -1,69 -2,05 -2,06 -2,04 Χρέος < 60 % διαρκώς -6,65 -3,61 -3,06 -1,19 -1,55 -1,56
Φινλανδία -0,85 -1,14 -0,98 -1,75 -1,75 -1,52 Έλεγχος ES -0,61 -0,35 -0,64 -0,48 -1,25 -1,25
Εκτός ζώνης του ευρώ Δανία -0,50 0,04 -0,18 0,56 -2,26 -1,36 Έλλειμμα/χρέος λιγότερο επίμονο και χαμηλότερο σε σχέση με HU -0,22 0,00 0,54 0,32 1,06 -1,76
Κροατία μ.δ. μ.δ. -3,57 -3,85 -3,49 -3,84 Σε ΔΥΕ το 2013-2016 μ.δ. μ.δ. -4,08 -3,57 -3,85 -3,49
Ουγγαρία -4,52 -1,44 -1,47 -2,50 -2,35 -2,63 Έλεγχος ES -1,88 -2,82 0,26 0,23 -0,80 -0,65
Πολωνία -6,07 -4,04 -3,44 -2,65 -3,01 -2,65 Έλλειμμα/χρέος λιγότερο επίμονο και χαμηλότερο σε σχέση με HU -7,26 -5,07 -3,04 -2,44 -1,65 -2,01
Ρουμανία -2,98 -2,01 -1,07 -0,63 -0,78 -2,74 Έλλειμμα/χρέος λιγότερο επίμονο και χαμηλότερο σε σχέση με HU -4,59 -1,98 -1,01 -0,07 0,37 0,22
Σουηδία 0,00 0,10 -0,19 -0,82 -1,04 -0,96 Στο επίπεδο του ΜΔΣ διαρκώς 1,77 1,00 1,10 0,81 0,18 -0,04
Ηνωμένο Βασίλειο -5,84 -6,56 -4,55 -5,15 -4,48 -3,30 Σε ΔΥΕ διαρκώς -6,00 -4,59 -5,31 -3,30 -3,90 -3,23
  Άλλοι έλεγχοι ΕΕΣ
Ήδη ελεγχθέν Γερμανία -1,34 -0,12 0,27 0,82 0,92 0,71 ΔΥΕ -1,68 -0,84 0,38 0,77 1,32 1,42
Ελλάδα -6,40 -0,43 1,98 0,57 -1,13 -0,27 Έλεγχος Ελλάδας -9,65 -5,90 0,07 2,48 1,07 -0,63
Ισπανία -6,17 -3,35 -1,90 -1,80 -2,53 -2,61 ΔΜΑ -7,04 -6,17 -3,35 -1,90 -1,80 -2,53
Γαλλία -5,09 -4,26 -3,53 -2,79 -2,74 -2,39 ΔΥΕ/ΔΜΑ -5,50 -4,69 -3,86 -3,13 -2,39 -2,34
Iταλία -3,27 -1,28 -0,87 -1,06 -0,98 -1,50 ΔΥΕ / Έλεγχος ES -3,27 -3,27 -1,28 -0,87 -1,06 -0,98
Κύπρος -5,50 -5,14 -1,69 2,02 0,35 0,22 ΔΥΕ -5,06 -5,50 -5,14 -1,69 2,02 0,35
Μάλτα -2,78 -3,65 -2,47 -2,39 -2,09 -1,65 ΔΥΕ -4,02 -2,78 -3,65 -2,47 -2,39 -2,09
Σλοβενία -4,79 -2,13 -2,16 -2,75 -2,69 -2,48 ΔΜΑ -4,55 -4,79 -2,13 -2,16 -2,75 -2,69
Βουλγαρία -1,87 -0,48 -0,76 -2,48 -2,56 -2,43 ΔΜΑ -1,51 -0,87 0,52 0,24 -1,48 -1,56
Τσεχική Δημοκρατία -2,63 -1,48 0,08 -0,78 -1,96 -1,42 ΔΥΕ -3,06 -1,63 -0,48 1,08 0,22 -0,96

Πηγή: Δεδομένα Επιτροπής (Προληπτικό σκέλος - φθινοπωρινή πρόβλεψη 2015)

* Απόσταση από ΜΔΣ (αρνητική = ΔΙ κάτω από ΜΔΣ, θετική = ΔΙ άνω του ΜΔΣ)

** Βάσει δεδομένων πρόβλεψης

            Στο προληπτικό σκέλος

            Δεν έχει επιτύχει τον ΜΔΣ σύμφωνα με τις αξιολογήσεις της Επιτροπής Δεκ. 2015

Παραρτημα ΙΙ

Αποτελέσματα για τα κράτη μέλη του δείγματος ελέγχου

01

Ελέγξαμε δείγμα έξι κρατών μελών, εξετάζοντας την αξιολόγηση της Επιτροπής για τα ΠΣΣ, τα έγγραφα των υπηρεσιών της Επιτροπής, τις ΣΑΧ, καθώς και διάφορα συναφή έγγραφα εργασίας. Πραγματοποιήσαμε επίσης επισκέψεις ενημέρωσης στα κράτη μέλη του δείγματος, προκειμένου να συγκεντρώσουμε πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία, το πλαίσιο των κανόνων και τη συντονισμένη ενωσιακή εποπτεία των δημοσιονομικών πολιτικών.

Προγράμματα που έχουν υποβληθεί από τα κράτη μέλη (ΠΣΣ)

02

Διαπιστώσαμε ότι, γενικώς, τα Προγράμματα Σταθερότητας και Σύγκλισης (ΠΣΣ) καλύπτουν τις περισσότερες απαιτήσεις του κανονισμού και του κώδικα δεοντολογίας όσον αφορά τις παρεχόμενες πληροφορίες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται πληροφορίες για τους δημοσιονομικούς στόχους και τα μέτρα για την επίτευξή τους, καθώς και πληροφορίες σχετικά με μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας των δημοσίων οικονομικών και την επίτευξη μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας. Ωστόσο, τα δημοσιονομικά μέτρα δεν παρουσιάζονται πάντοτε κατά τρόπο καλά διαρθρωμένο, ώστε να καθίσταται δυνατή η σαφής κατανόηση των λεπτομερειών τους (π.χ. ο εκτιμώμενος δημοσιονομικός αντίκτυπος, η τυπολογία, το καθεστώς κ.λπ.). Αυτό έχει επισημανθεί επανειλημμένα στις αιτιολογικές σκέψεις των συστάσεων του Συμβουλίου (βλέπε πίνακα 1).

Πίνακας 1

Αιτιολογικές σκέψεις στις συστάσεις του Συμβουλίου σχετικά με την ποιότητα και το επίπεδο των πληροφοριών για τα μέτρα που περιλαμβάνονται στα ΠΣΣ που υποβάλλουν τα κράτη μέλη του δείγματος

  Αιτιολογικές σκέψεις στις συστάσεις του Συμβουλίου
2015 2016 2017
AT (8) … μέτρα για τη στήριξη των προγραμματισμένων στόχων για το έλλειμμα από το 2016 και μετά δεν έχουν προσδιοριστεί επαρκώς… (6) … δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί επαρκώς τα μέτρα που χρειάζονται για τη στήριξη των προβλεπόμενων στόχων για το έλλειμμα από το 2017 και μετά  
BE (8) …δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί επαρκώς τα μέτρα που χρειάζονται για τη στήριξη των προβλεπόμενων στόχων για το έλλειμμα από το 2016 και μετά. (6) …δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί επαρκώς τα μέτρα που χρειάζονται για τη στήριξη των προβλεπόμενων στόχων για το έλλειμμα από το 2017 και μετά. (6) …δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί επαρκώς τα μέτρα που χρειάζονται για τη στήριξη των προβλεπόμενων στόχων για το έλλειμμα από το 2018 και μετά.
HU (8) … Δεν έχουν προσδιοριστεί επαρκώς τα μέτρα στήριξης των προγραμματισμένων στόχων για το έλλειμμα από το 2016 και ιδίως για το επόμενο διάστημα… (6) … Δεν έχουν προσδιοριστεί επαρκώς τα αναγκαία μέτρα στήριξης των προγραμματισμένων στόχων για το έλλειμμα από το 2017 και έπειτα, ιδίως για το διάστημα μετά το 2017.  
FI   (6) … Τα μέτρα που απαιτούνται για να επιτευχθεί ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος μέχρι το 2019 δεν έχουν προσδιοριστεί επαρκώς.  
IT (12) … Η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη διευκρινίσει τις πρόσθετες περικοπές δαπανών, οι οποίες θα της επιτρέψουν να αποφύγει την εφαρμογή της νομοθετημένης αύξησης του ΦΠΑ το 2016.    

Πηγή: Συστάσεις του Συμβουλίου για την περίοδο 2015-2017.

Αξιολογήσεις της Επιτροπής σχετικά με τα προγράμματα που έχουν υποβάλει τα κράτη μέλη

03

Διαπιστώσαμε ότι, σε γενικές γραμμές, τα κράτη μέλη υποβάλλουν τα αντίστοιχα ΠΣΣ εντός των καθορισμένων χρονικών πλαισίων, και ότι οι αρμόδιες ανά χώρα υπηρεσίες της ΓΔ Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων διαθέτουν ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα για να εξετάσουν σε βάθος τα ΠΣΣ που έχουν λάβει (βλέπε πίνακα 2).

Πίνακας 2

Παρατηρήσεις σχετικά με τα ΠΣΣ και ημερομηνίες δημοσίευσης των εγγράφων εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής (SWD) (2015-2017) για τα κράτη μέλη του δείγματος

  2015 2016 2017
  Ημερομηνία υποβολής του ΠΣΣ Ημερομηνία αξιολόγησης του εγγράφου από την Επιτροπή Χρόνος που διέρρευσε (ημερολογιακές ημέρες) Ημερομηνία υποβολής του ΠΣΣ Ημερομηνία αξιολόγησης του εγγράφου από την Επιτροπή Χρόνος που διέρρευσε (ημερολογιακές ημέρες) Ημερομηνία υποβολής του ΠΣΣ Ημερομηνία αξιολόγησης του εγγράφου από την Επιτροπή Χρόνος που διέρρευσε (ημερολογιακές ημέρες)
AT 21/04 27/05 36 27/04 26/05 29 02/05 23/05 21
BE 30/04 27 29/04 27 28/04 25
FI 02/04 55 14/04 42 28/04 25
HU 30/04 27 29/04 27 02/05 21
IT 28/04 29 28/04 28 27/04 26
NL 30/04 27 28/04 28 26/04 27

Πηγή: Επισκόπηση των ΠΣΣ και των SWD από το ΕΕΣ.

04

Η προετοιμασία της αξιολόγησης της Επιτροπής εξαρτάται, εντούτοις, από μια διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών, η οποία ξεκινά νωρίτερα στον ετήσιο κύκλο, συμπεριλαμβανομένων των ανταλλαγών πληροφοριών σε διμερείς συναντήσεις που πραγματοποιούνται πολύ πριν από την υποβολή των ΠΣΣ. Το έργο των αρμόδιων ανά χώρα υπηρεσιών συμπληρώνεται από υπαλλήλους του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου που εργάζονται στις αντιπροσωπείες της ΕΕ στα κράτη μέλη. Οι εν λόγω υπάλληλοι έρχονται σε επαφή με τους εκπροσώπους των αρμόδιων εθνικών αρχών και παρακολουθούν προσεκτικά τις κύριες εξελίξεις όσον αφορά την κατάρτιση του προϋπολογισμού και τα δημοσιονομικά θέματα σε κάθε κράτος μέλος.

Συνάφεια των ανά χώρα συστάσεων

05

Αξιολογήσαμε κατά πόσον οι ΣΑΧ είναι σύμφωνες με τα συμπεράσματα τα οποία συνάγει η Επιτροπή στις εκτιμήσεις της. Συνολικά, οι δημοσιονομικές ΣΑΧ συνάδουν με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης της Επιτροπής (βλέπε πίνακα 3).

Πίνακας 3

Έλεγχος συνέπειας μεταξύ των ΣΑΧ και των υποκείμενων αξιολογήσεων της Επιτροπής για το δείγμα κρατών μελών (2015-2017)

Κράτος μέλος Έτος t   Αξιολόγηση της Επιτροπής
Διορθωμένη απαιτούμενη προσαρμογή (έτος t/t + 1)
Αιτιολογική σκέψη /
Σύσταση
AT 2015   0,3 % Αιτιολογική σκέψη (8) … τη διαρθρωτική προσαρμογή ύψους 0,3 % του ΑΕΠ που απαιτείται για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου.
2016   0,3 % Σύσταση (1) … επίτευξη δημοσιονομικής προσαρμογής 0,3 % του ΑΕΠ το 2017.
2017   0,3 % Αιτιολογική σκέψη (8) … επίτευξη δημοσιονομικής προσαρμογής 0,3 % του ΑΕΠ το 2017.
BE 2015   2015: 0,6 %
2016: 0,6 %
Σύσταση (1) Να επιτύχει δημοσιονομική προσαρμογή ύψους τουλάχιστον 0,6 % του ΑΕΠ για την υλοποίηση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου κατά το 2015 και το 2016.
2016   0,6 % Σύσταση (1) … να επιτύχει ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή τουλάχιστον 0,6 % του ΑΕΠ.
2017   0,6 % Αιτιολογική σκέψη (10) … η προσαρμογή αυτή θα αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή της τάξης τουλάχιστον του 0,6 % του ΑΕΠ.
FI 2015   2015: 0,1 %
2016: 0,5 %
Σύσταση (1) Να επιτύχει δημοσιονομική προσαρμογή κατά τουλάχιστον 0,1 % του ΑΕΠ για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2015 και κατά 0,5 % του ΑΕΠ το 2016.
2016   2016: 0,5 %
2017: 0,6 %
Σύσταση (1) Να επιτύχει ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή κατά τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2016 και κατά 0,6 % του ΑΕΠ το 2017.
2017   0,1 % Αιτιολογική σκέψη (12) … αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή 0,1 % του ΑΕΠ.
HU 2015   2015: 0,5 %
2016: 0,6 %
Σύσταση (1) Να επιτύχει δημοσιονομική προσαρμογή κατά 0,5 % του ΑΕΠ για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2015 και κατά 0,6 % του ΑΕΠ το 2016.
2016   2016: 0,3 %
2017: 0,6 %
Σύσταση (1) …να επιτύχει ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή κατά 0,3 % του ΑΕΠ για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2016 και κατά 0,6 % του ΑΕΠ το 2017.
2017   1,0 % Αιτιολογική σκέψη (8) … η προσαρμογή αυτή θα αντιστοιχεί σε διαρθρωτική προσαρμογή της τάξης τουλάχιστον του 1,0 % του ΑΕΠ.
IT 2015   2015: 0,3 %
2016: 0,1 %
Σύσταση (1) Να επιτύχει δημοσιονομική προσαρμογή κατά τουλάχιστον 0,25 % του ΑΕΠ για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου το 2015 και κατά 0,1 % του ΑΕΠ το 2016.
2016   2016: 0,25 %
2017: 0,6 %
Σύσταση (1) … να επιτύχει ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή 0,6 % ή περισσότερο του ΑΕΠ.
2017   0,6 % Αιτιολογική σκέψη (10) … η προσαρμογή αυτή θα αντιστοιχεί σε ετήσια διαρθρωτική προσαρμογή της τάξης τουλάχιστον του 0,6 % του ΑΕΠ.
NL 2015   2015: -0,3 %
2016: -0,2 %
Μηδέν
2016   0,6 % Σύσταση (1) … επίτευξη δημοσιονομικής προσαρμογής 0,6 % του ΑΕΠ το 2017.
2017   Συμμόρφωση Μηδέν

Πηγή: SWD και ΣΑΧ για τα κράτη μέλη του δείγματος (2015-2017).

Απαντήσεις της Επιτροπής1

Συνοψη

I

Ο ρόλος του προληπτικού σκέλους είναι η επίτευξη δημοσιονομικής βιωσιμότητας και παράλληλα η πρόβλεψη της δυνατότητας προσαρμογής των δημοσιονομικών πολιτικών σύμφωνα με τις οικονομικές συνθήκες. Στον πυρήνα του προληπτικού σκέλους, ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος (ΜΔΣ) εκπληρώνει αυτή την ανάγκη εξισορρόπησης ανάμεσα στη συνετή δημοσιονομική πολιτική σε μεσοπρόθεσμο έως μακροπρόθεσμο επίπεδο και τη διευκόλυνση της λειτουργίας των αυτόματων σταθεροποιητών. Καθώς ο ΜΔΣ προσδιορίζεται σε διαρθρωτικούς όρους, επιτρέπει τις τακτικές κινήσεις στο δημοσιονομικό ισοζύγιο που προκαλούνται από τον οικονομικό κύκλο. Ως εκ τούτου, η εξασφάλιση ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να σημειώνουν σταθερή πρόοδο προς την κατεύθυνση του ΜΔΣ συνιστά λειτουργία κομβικής σημασίας της Επιτροπής και του Συμβουλίου για την επίτευξη των αναγκαίων βελτιώσεων στη βιωσιμότητα του χρέους και τη μακροοικονομική σταθεροποίηση.

Το άρθρο 6 παράγραφος 3 του κανονισμού ορθώς αναγνωρίζει ότι η διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών καθορίζεται από ευρύτερη κλίμακα παραμέτρων μεσοπρόθεσμα, συμπεριλαμβανομένων, για παράδειγμα, της ανάγκης να αποφευχθεί η αντιπαραγωγική δημοσιονομική προσαρμογή όταν η κυκλική θέση της οικονομίας είναι αδύναμη, του ρόλου των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων στην αύξηση της δυνητικής ανάπτυξης, καθώς και της ανάγκης να υπάρχει περιθώριο για περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου της κυβέρνησης. Για όλους αυτούς τους παράγοντες υπάρχει συγκεκριμένη πρόβλεψη στον κανονισμό.

Ο κανονισμός προβλέπει επίσης ένα επιτρεπόμενο επίπεδο απόκλισης από τις ετήσιες απαιτήσεις, σύμφωνα με το οποίο αναγνωρίζεται ότι η εγγενής αβεβαιότητα κατά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής ενδεχομένως να οδηγήσει ένα κράτος στη μη επίτευξη του στόχου του, λόγω περιστάσεων που εκφεύγουν του ελέγχου της κυβέρνησης. Παρότι το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) διατυπώνει ανησυχίες ότι το εν λόγω περιθώριο γίνεται αντικείμενο συστηματικής εκμετάλλευσης από ορισμένα κράτη μέλη, βλέπε την παράγραφο XII και τη σύσταση 1 α), εντούτοις το γεγονός ότι προβλέπεται στον κανονισμό υποχρεώνει την Επιτροπή να επιτρέπει αυτή την απόκλιση.

Παρότι το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης (ΣΣΑ) εντάσσει την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η δημοσιονομική πολιτική εμπίπτει τελικά στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Σαφώς, η Επιτροπή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην επιβολή του ΣΣΑ, ιδίως όταν αξιολογεί κατά πόσο οι πολιτικές των κρατών μελών ασκούνται σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο του κανονισμού. Η νομοθεσία αδυνατεί στην πράξη να κωδικοποιήσει κάθε πιθανή πτυχή της χάραξης μακροοικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής που ενδεχομένως σχετίζεται με την εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων και συνεπώς αφήνει περιθώριο στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο όσον αφορά την αντιμετώπιση ειδικών καταστάσεων.

Για τη διευκόλυνση των αξιολογήσεών της, η Επιτροπή έχει αναπτύξει ευρύ φάσμα διαδικασιών και μεθοδολογιών. Αμφότερες είναι απαραίτητες για να παρέχεται προβλεψιμότητα στα κράτη μέλη όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή αξιολογεί τη συμμόρφωση και προκειμένου να διασφαλιστεί οριζόντια συνοχή των εν λόγω αξιολογήσεων. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή κάνει χρήση της διακριτικής της ευχέρειας κατά τη διενέργεια των αξιολογήσεων, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να το πράττει με διαφανή και ορθό τρόπο, σε πλήρη συνεννόηση με τα κράτη μέλη (μέσω των σχετικών επιτροπών, όπως, π.χ. ECOFIN, ΟΔΕ).

Ουσιαστικά, ενώ η Επιτροπή είναι υπεύθυνη να αξιολογεί τα κράτη μέλη όσον αφορά τη συμμόρφωσή τους προς το προληπτικό σκέλος, η επιβολή των κανόνων είναι συντρέχουσα αρμοδιότητα της Επιτροπής και του Συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία για τον καθορισμό των δημοσιονομικών απαιτήσεων και κάθε επακόλουθης διαδικαστικής συνέπειας απαιτείται η έγκριση από το Συμβούλιο σύστασης της Επιτροπής. Από την έναρξη ισχύος του «εξάπτυχου» και κατόπιν, το Συμβούλιο ενέκρινε τις συστάσεις τις Επιτροπής στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους χωρίς ουσιαστικές τροποποιήσεις.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η χρήση της ευελιξίας που προβλέπεται στο προληπτικό σκέλος ήταν αναλογική, ενδεδειγμένη και οικονομικά δικαιολογημένη λόγω του μοναδικού χαρακτήρα της κρίσης, που οδήγησε σε έντονη επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών συνολικά. Πράγματι, παρότι πλέον αναγνωρίζεται ευρέως ότι η ευρωπαϊκή οικονομία ανακάμπτει σημαντικά, μόλις σχετικά πρόσφατα τα ασυνήθη χαρακτηριστικά της ανάκαμψης υπαγόρευσαν σύνεση στην εφαρμογή της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Πιο συγκεκριμένα, τόσο η Επιτροπή όσο και άλλοι, μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος της ΕΚΤ, επεσήμαναν την έλλειψη πληθωριστικών πιέσεων, το υψηλό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στην ευρωζώνη και τα σταθερά υψηλά ποσοστά ανεργίας σε ορισμένα κράτη μέλη, ως απόδειξη μιας επίμονης υποτονικότητας της οικονομίας. Οι προβληματισμοί αυτοί, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα, οδήγησαν την Επιτροπή στην άποψη ότι η συνετή εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων θα έπρεπε να έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι η ανάκαμψη, που εξακολουθεί να είναι εύθραυστη σε πολλά κράτη μέλη, δεν τίθεται σε κίνδυνο από μια υπερβολικά μεγάλη δημοσιονομική προσαρμογή.

Για τον σκοπό αυτό, στην ανακοίνωσή της του 2015 με τίτλο «Αξιοποίηση στο έπακρο της ελαστικότητας στο πλαίσιο των υφιστάμενων κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης», η Επιτροπή παρείχε περαιτέρω λεπτομέρειες για τον τρόπο διενέργειας των αξιολογήσεών σε τρεις κύριους τομείς· την προσαρμογή των δημοσιονομικών απαιτήσεων υπό το πρίσμα των κυκλικών συνθηκών, την ύπαρξη περιθωρίου για εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που βελτιώνουν τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα και την ύπαρξη περιθωρίου για δημόσιες επενδύσεις υπέρ της ανάπτυξης. Οι διατάξεις του κανονισμού στο πλαίσιο του οποίου η Επιτροπή ασκεί αυτή την ευελιξία υφίστανται εδώ και πολλά χρόνια, και ανάγονται χρονικά κυρίως στην μεταρρύθμιση της νομοθεσίας το 2005. Η προσέγγιση που υιοθέτησε η Επιτροπή υπήρξε και πάλι αντικείμενο εκτενών συνομιλιών με τα κράτη μέλη, που κατέληξαν στη δημοσίευση της «Από κοινού συμφωνηθείσας θέσης σχετικά με την ευελιξία στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης», στις αρχές του 2016. Οι πρόσφατες προσομοιώσεις της Επιτροπής επιβεβαιώνουν ότι προκύπτει μέση απαίτηση κοντά στην τιμή αναφοράς 0,5 % του ΑΕΠ από την εφαρμογή του λεγόμενου πίνακα απαιτήσεων. Για να εκτιμηθούν οι βελτιώσεις στη διατηρησιμότητα που συνδέονται με την εφαρμογή των ρητρών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων θα απαιτηθεί περισσότερος χρόνος, καθώς, με βάση τον ίδιο τον χαρακτήρα αυτών των ρητρών, αναγνωρίζεται ότι ενδεχομένως να υπάρχει βραχυπρόθεσμο κόστος για την εφαρμογή των πολιτικών, το οποίο θα αντισταθμιστεί μακροπρόθεσμα. Υπό την έννοια αυτή, εκ σχεδιασμού η εφαρμογή μιας προσωρινής απόκλισης από την πορεία προσαρμογής για κράτη μέλη τα οποία υλοποιούν μείζονες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ή επενδύσεις υπέρ της ανάπτυξης, μπορεί να οδηγήσει σε καθυστέρηση όσον αφορά τη σύγκλιση προς τον ΜΔΣ. Εντούτοις, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι αυτή η συνέπεια είναι προσωρινή και ότι εν τέλει οδηγεί σε μακροπρόθεσμη βελτίωση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, έχουν τεθεί σε ισχύ ορισμένα σημαντικά μέτρα διασφάλισης. Συγκεκριμένα, υπάρχουν αυστηρά κριτήρια επιλεξιμότητας που πρέπει να πληροί ένα κράτος μέλος προκειμένου να μπορεί να κάνει χρήση της ρήτρας, μεταξύ των οποίων να παραμένει στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους, να τηρεί περιθώριο ασφαλείας στο όριο του 3 % του ΑΕΠ, να απέχει από τον ΜΔΣ έως 1,5 % του ΑΕΠ όταν υποβάλλει αίτηση για χρήση της ρήτρας, καθώς και σειρά απαιτήσεων εφαρμογής ειδικών για κάθε ρήτρα.

Συνεπώς, η Επιτροπή απορρίπτει το συμπέρασμα του ΕΕΣ σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή δεν διασφάλισε την εκπλήρωση του βασικού στόχου του κανονισμού. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή εφαρμόζει τις διατάξεις του κανονισμού από κοινού με το Συμβούλιο. Η Επιτροπή διαθέτει έναν βαθμό διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του προληπτικού σκέλους κατά τη διενέργεια των αξιολογήσεών της. Σε τέτοιου είδους περιστάσεις, η Επιτροπή έκρινε ότι, σε πολύ μικρό αριθμό εξαιρετικών περιπτώσεων, είναι πιο συνετό να επιδεικνύει επιφυλακτικότητα όταν εξετάζει τον αντίκτυπο μιας μεγάλης οικονομικής εξυγίανσης στην οικονομική ανάπτυξη. Η Επιτροπή φρονεί ότι μια πιο μηχανιστική εφαρμογή των κανόνων, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τους επικρατούντες κινδύνους για την οικονομική ανάκαμψη, ενδεχομένως να αποδειχθεί τελικά αντιπαραγωγική. Υπό αυτή την έννοια, πρέπει να σημειωθεί ότι η προσέγγιση της Επιτροπής έτυχε ευρείας έγκρισης από το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής του το 2017, το οποίο έκρινε ότι η αυστηρή εφαρμογή των κανόνων θα μπορούσε να έχει υπονομεύσει τη συνέχιση μιας ανάκαμψης που παρέμενε εύθραυστη.

Σε γενικές γραμμές, η δημοσιονομική κατάσταση έχει σημειώσει σταθερή βελτίωση κατά τα τελευταία έτη, καθώς ο αριθμός των χωρών που υπάγονται στο διορθωτικό σκέλος έχει μειωθεί σημαντικά και το χρέος βρίσκεται πλέον σε καθοδική πορεία, τόσο στην ΕΕ όσο και στην ευρωζώνη. Φυσικά, οι δημοσιονομικοί κανόνες δεν είναι τέλειοι και η αυξανόμενη πολυπλοκότητα του προληπτικού σκέλους προκαλεί εύλογη ανησυχία. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεσμεύεται να συνεχίσει την προσπάθεια βελτίωσης της λειτουργίας του προληπτικού σκέλους και παραμένει ανοικτή στην εξέταση προτάσεων που είναι αιτιολογημένες και λαμβάνουν υπόψη τόσο το οικονομικό πλαίσιο όσο και την ενδεδειγμένη μεσοπρόθεσμη προοπτική.

III

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ διέπεται από ξεχωριστό κανονισμό σε σχέση με το προληπτικό σκέλος. Υπό αυτή την έννοια, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το ΕΕΣ πρόσφατα διενήργησε πλήρη ξεχωριστό έλεγχο του διορθωτικού σκέλους και δημοσίευσε την έκθεση σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ) τον Απρίλιο του 2016.

IV

Η Επιτροπή εφαρμόζει το νομοθετικό πλαίσιο που εγκρίθηκε από τους συννομοθέτες. Ο κανονισμός δεν μπορεί και δεν παρέχει το εύρος των λεπτομερειών που απαιτούνται για την εφαρμογή κάθε πτυχής του πλαισίου και η Επιτροπή πρέπει να αποφασίζει τον τρόπο με το οποίο θα υλοποιεί τις νομοθετικές διατάξεις. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή κάνει χρήση της διακριτικής της ευχέρειας, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να το πράττει με διαφανή και ορθό τρόπο, σε πλήρη συνεννόηση με τα κράτη μέλη μέσω των σχετικών επιτροπών, όπως, π.χ. ECOFIN, ΟΔΕ. Πράγματι, η επιβολή του προληπτικού σκέλους συνιστά συντρέχουσα αρμοδιότητα της Επιτροπής και του Συμβουλίου, το οποίο έχει εγκρίνει όλες τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις (ΣΑΧ) της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων αυτών που περιέχουν τη χορήγηση περιθωρίων στο πλαίσιο των αποκαλούμενων ρητρών ευελιξίας.

Η Επιτροπή απορρίπτει το συμπέρασμα του ΕΕΣ ότι «η Επιτροπή και οι επιχειρησιακές της αποφάσεις δεν διασφαλίζουν ότι επιτυγχάνεται ο βασικός στόχος του κανονισμού». Αφενός, η επιβολή του ΣΣΑ αποτελεί συντρέχουσα αρμοδιότητα της Επιτροπής και του Συμβουλίου, το οποίο έχει εγκρίνει όλες τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις της Επιτροπής. Αφετέρου, βασικός στόχος του κανονισμού είναι τα κράτη μέλη να επιδιώκουν συνετές δημοσιονομικές πολιτικές σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, στόχος που υλοποιείται μέσω της επίτευξης του ΜΔΣ ή της προσαρμογής προς αυτόν. Εντούτοις, ο κανονισμός αναγνωρίζει το ευρύτερο πλαίσιο της διατηρησιμότητας σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, συμπεριλαμβάνοντας, για παράδειγμα, την ανάγκη να αποφευχθεί η αντιπαραγωγική δημοσιονομική προσαρμογή όταν η κυκλική θέση της οικονομίας είναι αδύναμη, τον ρόλο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων στην αύξηση της δυνητικής ανάπτυξης, καθώς και την ανάγκη να υπάρχει περιθώριο για περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου της κυβέρνησης. Για όλους αυτούς τους παράγοντες υπάρχει συγκεκριμένη πρόβλεψη στον κανονισμό. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης του ΕΕΣ θα πρέπει να αξιολογηθούν σε σχέση με τις συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες κατά τα πρόσφατα έτη, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών προβλημάτων που κληροδότησε η κρίση.

VI

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η χρήση της ευελιξίας που προβλέπεται στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους υπήρξε αναλογική, ενδεδειγμένη και αιτιολογημένη από οικονομική άποψη. Παρότι πλέον αναγνωρίζεται ευρέως ότι η ευρωπαϊκή οικονομία ανακάμπτει σημαντικά, μόλις σχετικά πρόσφατα, τα ασυνήθη χαρακτηριστικά της ανάκαμψης υπαγόρευσαν σύνεση στην εφαρμογή της δημοσιονομικής εξυγίανσης, λόγω ύπαρξης στοιχείων για συνέχιση της υποτονικότητας της οικονομίας. Οι προβληματισμοί αυτοί οδήγησαν την Επιτροπή στην άποψη ότι η συνετή εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων θα έπρεπε να έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι η ανάκαμψη, που εξακολουθούσε να είναι εύθραυστη σε πολλά κράτη μέλη, δεν τέθηκε σε κίνδυνο από μια υπερβολικά μεγάλη δημοσιονομική προσαρμογή. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή έχει τονίσει ανελλιπώς την ανάγκη τα κράτη μέλη με υψηλό επίπεδο χρέους να λάβουν μέτρα βελτίωσης της βιωσιμότητάς του, εξού και σειρά διατάξεων ευελιξίας που έθεσε σε εφαρμογή η Επιτροπή με την ανακοίνωσή της τον Ιανουάριο του 2015 σχεδιάστηκαν γι’ αυτόν τον λόγο.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή απορρίπτει το συμπέρασμα του ΕΕΣ ότι αποδυνάμωσε περαιτέρω το πλαίσιο μέσω της άσκησης της διακριτικής της ευχέρειας. Σε πολύ μικρό αριθμό εξαιρετικών περιπτώσεων, η Επιτροπή έκρινε ότι είναι πιο συνετό να επιδεικνύει επιφυλακτικότητα όταν εξετάζει τον αντίκτυπο μιας μεγάλης οικονομικής εξυγίανσης στην οικονομική ανάπτυξη. Η Επιτροπή φρονεί ότι μια πιο μηχανιστική εφαρμογή των κανόνων, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τους επικρατούντες κινδύνους για την οικονομική ανάκαμψη, θα μπορούσε να έχει αποδειχθεί αντιπαραγωγική.

VII

Η προσωρινή απόκλιση στο πλαίσιο της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων δεν συνδέθηκε σε καμία περίπτωση με το πραγματικό δημοσιονομικό κόστος της μεταρρύθμισης και ο κανονισμός δεν προβλέπει ανάλογη σύνδεση, ιδίως επειδή ο υπολογισμός αυτού του κόστους είναι δύσκολος και/ή έχει περιορισμένο άμεσο δημοσιονομικό αντίκτυπο. Πράγματι, μπορεί να υπάρχουν πολύ επωφελείς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που δεν προκαλούν σημαντικό άμεσο δημοσιονομικό κόστος, αλλά εντούτοις συνεπάγονται ουσιαστικό οικονομικό ή πολιτικό κόστος, όπως οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας ή οι δικαστικές μεταρρυθμίσεις.

Ο τεχνικός σχεδιασμός της προσωρινής απόκλισης από τον ΜΔΣ ή την πορεία προσαρμογής συνεπάγεται αύξηση των δαπανών σε σχέση με το σενάριο αναφοράς (δηλ. σε σχέση την πορεία δαπανών απουσία της προσωρινής απόκλισης) κάθε έτος έως την επίτευξη του ΜΔΣ. Ο εν λόγω σχεδιασμός της απόκλισης εγκρίθηκε από το Συμβούλιο, προκειμένου να αποφευχθεί ένας διακεκομμένος ρυθμός δημοσιονομικής προσαρμογής και να διασφαλιστεί ισότητα στην αντιμετώπιση των κρατών μελών, αναλόγως της απόστασής τους από τον ΜΔΣ. Αν το σχετικό κόστος δεν έχει έκτακτο χαρακτήρα, το απαραίτητο αντιστάθμισμα για να επιστρέψουν οι δαπάνες στην αρχική πορεία κατά το έτος μετά την εφαρμογή της ρήτρας θα συνεπαγόταν πρόσθετη δημοσιονομική προσαρμογή για το κράτος μέλος, επιπλέον της τυπικής απαίτησης για το εν λόγω έτος, γεγονός που θα περιόριζε σημαντικά τα κίνητρα για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, τα οποία αποσκοπεί να παρέχει η ρήτρα.

Το συμπέρασμα του ΕΕΣ, ότι η σωρευτική επίδραση όλων των πιθανών περιθωρίων είναι μεγάλες καθυστερήσεις στην επίτευξη του ΜΔΣ αντιπροσωπεύει μια γενίκευση, η οποία σχετίζεται μόνο με μεμονωμένο παράδειγμα συγκεκριμένου κράτους μέλους. Στην περίπτωση της τιμής αναφοράς, όπου ένα κράτος μέλος βρίσκεται στην πορεία προσαρμογής προς τον ΜΔΣ, η τελική επίδραση είναι απλώς καθυστέρηση επίτευξης του ΜΔΣ κατά ένα έτος.

VIII

Η Επιτροπή θεωρεί ότι, σε γενικές γραμμές, το διορθωτικό σκέλος λειτούργησε ικανοποιητικά κατά τα πρόσφατα έτη, όπως καταδεικνύεται από το γεγονός ότι ο αριθμός των κρατών μελών που υπάγονται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος μειώθηκε από 24 το 2011 σε μόλις τρία το 2017. Παρ’ όλα αυτά, είναι αλήθεια ότι τα κράτη που εκπληρώνουν τους στόχους για το ονομαστικό έλλειμμα στο πλαίσιο του διορθωτικού σκέλους δεν θα αντιμετωπίσουν διαδικαστικές συνέπειες εάν δεν επιτύχουν τους διαρθρωτικούς τους στόχους. Αυτό αντικατοπτρίζει τον εγγενώς ονομαστικό χαρακτήρα του διορθωτικού σκέλους, στο πλαίσιο του οποίου η ΔΥΕ παύει όταν το ονομαστικό έλλειμμα περιορίζεται κάτω του 3 % του ΑΕΠ, ανεξαρτήτως της διαρθρωτικής θέσης.

Η Επιτροπή πρότεινε επιλογές για την αποκατάσταση αυτής της ανωμαλίας, μέσω της παροχής δυνατότητας για σύντμηση των προθεσμιών της ΔΥΕ όταν οι κυκλικές συνθήκες βελτιώνονται, πρόταση η οποία δεν υποστηρίχθηκε από τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να επανεξετάσει το εν λόγω ζήτημα και να διαμορφώσει συνθήκες στήριξης προτάσεων μεταξύ των κρατών μελών.

IX

Η Επιτροπή δεν συμμερίζεται την ανησυχία του ΕΕΣ «ότι το αποδυναμωμένο πλαίσιο του ΣΣΑ δεν μπορεί να οδηγήσει σε πρόοδο προς την επίτευξη των ΜΔΣ σε ορισμένα κράτη μέλη με υψηλό επίπεδο χρέους», καθώς ορισμένα κράτη μέλη στα οποία αναφέρεται το ΕΕΣ υπάγονταν στο διορθωτικό σκέλος κατά την εν λόγω περίοδο. Η έμφαση του ΕΕΣ δίνεται στην επίτευξη ονομαστικού ελλείμματος εντός του ορίου του 3 % που ορίζεται στη Συνθήκη. Συνεπώς, η επιβολή του διορθωτικού σκέλους από πλευράς της Επιτροπής και του Συμβουλίου ήταν σύμφωνη με τη Συνθήκη και, επιπλέον, οδήγησε σε σταθερή μείωση, από το 2014, του αριθμού των κρατών μελών που υπάγονταν σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.

Τέλος, η εστίαση του ΕΕΣ σε ορισμένα κράτη μέλη είναι επίσης επιλεκτική και αγνοεί τόσο τον μεγάλο αριθμό των κρατών μελών που έχουν επιτύχει ή προσεγγίζουν το ΜΔΣ στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους όσο και τα κράτη μέλη με υψηλό επίπεδο χρέους, όπως η Κύπρος και η Ιρλανδία, που έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο.

X

Η Επιτροπή διενεργεί ολοκληρωμένη ανάλυση των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης (ΠΣΣ) όλων των κρατών μελών και δημοσιεύει τα πορίσματά της στις αξιολογήσεις των ΠΣΣ.

Όσον αφορά τα δημοσιονομικά μέτρα, η Επιτροπή διεξάγει ανεξάρτητη και ολοκληρωμένη αξιολόγηση των αποδόσεων όλων των δημοσιονομικών μέτρων. Παρέχεται επιπλέον διαφάνεια και συνεπώς εν δυνάμει ενδελεχής έλεγχος , καθώς η Επιτροπή καθιστά διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τον αντίκτυπο των μέτρων διακριτικής ευχέρειας (τρέχοντα έσοδα/έσοδα κεφαλαίου καθώς και τρέχουσες δαπάνες/δαπάνες κεφαλαίου) και των έκτακτων μέτρων στη βάση δεδομένων AMECO από την άνοιξη του 2014. Παρότι σε μια δεδομένη στιγμή αναπόφευκτα υπεισέρχεται το στοιχείο της κρίσης, η Επιτροπή θεωρεί ότι μέσω της ευρείας συλλογής στοιχείων παρέχεται έλεγχος απέναντι σε συστηματικές αποκλίσεις ή ανακρίβειες.

Εντούτοις, η Επιτροπή αποδέχεται ότι υπάρχει περιθώριο βελτιώσεων όσον αφορά τη διαφάνεια στην αξιολόγηση των δημοσιονομικών μέτρων και, γι’ αυτόν τον σκοπό, συμμετείχε σε εντατικές συνομιλίες με τα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια του 2017, με στόχο τη βελτίωση της ακρίβειας και της διαφάνειας στην αξιολόγηση των εν λόγω μέτρων.

XI

Η Επιτροπή επιδιώκει σταθερά τη βελτίωση της ενημέρωσης όσον αφορά το σκεπτικό στο οποίο βασίζονται οι συστάσεις της και θα λάβει υπόψη τις συγκεκριμένες προτάσεις του ΕΕΣ. Η Επιτροπή θα τις λάβει επίσης υπόψη σε συνδυασμό με κάθε σχετική σύσταση του ΕΕΣ στα συμπεράσματα στο πλαίσιο του ελέγχου για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο.

XII

Η Επιτροπή διαφωνεί με την άποψη ότι ο σχεδιασμός του πλαισίου πρέπει να αυστηροποιηθεί. Ειδικότερα, η Επιτροπή δεν αποδέχεται την πρώτη σύσταση, καθώς ο κανονισμός 1466/97 προβλέπει ρητά επιτρεπόμενο περιθώριο απόκλισης 0,25 % του ΑΕΠ και η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς, ήτοι στη σώρευση μη σημαντικών αποκλίσεων, που αντιβαίνουν στον κανονισμό. Επιπλέον, η απόκλιση της τάξης του 0,25 % υπαγορεύεται από τον κανονισμό προκειμένου να ληφθεί υπόψη η δυσκολία στους υπολογισμούς του διαρθρωτικού ισοζυγίου και η αβεβαιότητα που ενυπάρχει στη χάραξη και την εκτέλεση της δημοσιονομικής πολιτικής. Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να οδηγήσουν ένα κράτος μέλος σε απόκλιση από τους στόχους του λόγω περιστάσεων που εκφεύγουν από τον έλεγχο της κυβέρνησης.

Όσον αφορά τον πίνακα, η κατηγοριοποίηση των παραμέτρων θέτει ήδη υψηλότερες απαιτήσεις για κράτη μέλη με υψηλότερο επίπεδο χρέους. Εντούτοις, στο πλαίσιο ευρύτερης επανεξέτασης όσον αφορά τη χρήση της ευελιξίας που προβλέπεται βάσει της από κοινού συμφωνηθείσας θέσης με τα κράτη μέλη, η Επιτροπή εξετάζει επί του παρόντος την αποτελεσματικότητα του πίνακα, συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων απαιτήσεων.

Παρότι η Επιτροπή συμφωνεί ότι οι διατάξεις σχετικά με τη ρήτρα ασυνήθων περιστάσεων θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο όσον αφορά τις δαπάνες που συνδέονται άμεσα με τις εν λόγω περιστάσεις, δεν αποδέχεται τη σύσταση ότι η προσωρινή απόκλιση βάσει της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων θα πρέπει να συνδέεται άμεσα με τις δαπάνες, καθώς θεωρεί ότι η απαιτούμενη προσαρμογή θα αποδυνάμωνε την αποτελεσματικότητα της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η προσωρινή απόκλιση βάσει της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων δεν συνδέεται άμεσα με το πραγματικό δημοσιονομικό κόστος της μεταρρύθμισης, διότι ορισμένες ιδιαίτερα επωφελείς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις δεν δημιουργούν πάντοτε άμεσο δημοσιονομικό κόστος, παρότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές συνεπάγονται ουσιαστικό οικονομικό ή πολιτικό κόστος.

XIII

Η Επιτροπή δεν συμφωνεί ότι η συσσώρευση του επιτρεπόμενου περιθωρίου απόκλισης του 0,25 % του ΑΕΠ από τα κράτη μέλη μπορεί να αντιμετωπιστεί εντός του υπάρχοντος νομικού πλαισίου, καθώς η εν λόγω διάταξη προβλέπεται ειδικά στο άρθρο 6 παράγραφος 3 του κανονισμού 1466/97. Συνεπώς, η Επιτροπή ανησυχεί ότι οποιοσδήποτε συστηματικός επανασχεδιασμός του πίνακα κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να εκληφθεί ως καταστρατήγηση του περιθωρίου που προβλέπεται στον κανονισμό.

XIV

Ο εγγενώς ονομαστικός χαρακτήρας της ΔΥΕ, που εστιάζεται στο όριο ονομαστικού ελλείμματος 3 %, περιορίζει τη δυνατότητα της Επιτροπής να επιβάλλει διαρθρωτικούς στόχους στο πλαίσιο του διορθωτικού σκέλους. Η Επιτροπή έχει προτείνει στο παρελθόν επιλογές με στόχο να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις διαρθρωτικής προσαρμογής εκπληρώνονται στο πλαίσιο του διορθωτικού σκέλους, ιδίως μέσω της πρόβλεψης για αναθεώρηση της σύστασης ΔΥΕ σε περιπτώσεις θετικών οικονομικών εκπλήξεων σε σχέση το σενάριο στο οποίο βασίζεται η αρχική σύσταση, αλλά τα κράτη μέλη δεν υποστήριξαν αυτή την πρόταση.

Ωστόσο, η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να επανεξετάσει το εν λόγω ζήτημα και να διαμορφώσει συνθήκες στήριξης ανάλογων προτάσεων μεταξύ των κρατών μελών.

Βλ. επίσης την απάντηση στην παράγραφο VIII.

XV

Από το 2017, η Επιτροπή συμμετέχει μαζί με τα κράτη μέλη στη διαμόρφωση μιας διαδικασίας με στόχο τη βελτίωση της ακρίβειας και της διαφάνειας στην αξιολόγηση των δημοσιονομικών μέτρων. Η Επιτροπή είναι ανοικτή στην τροποποίηση του κώδικα δεοντολογίας προκειμένου να αντικατοπτρίζει κάθε αναγκαία αλλαγή που προκύπτει από την εν λόγω διαδικασία, εφόσον συμφωνούν τα κράτη μέλη. Εντούτοις, είναι σημαντικό σε κάθε ανάλογη αλλαγή να γίνεται διάκριση μεταξύ της διαφορετικής φύσης των μέτρων που αφορούν τα έσοδα και αυτών που αφορούν τις δαπάνες. Οι δείκτες που χρησιμοποιεί η Επιτροπή για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης βασίζονται στις πιο πρόσφατες προβλέψεις της Επιτροπής και στα πιο πρόσφατα επικυρωμένα στοιχεία της Eurostat.

Οι δημοσιονομικές απαιτήσεις τίθενται έναν χρόνο νωρίτερα, προκειμένου να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να διαμορφώνουν τη δημοσιονομική τους πολιτική. Οι απαιτήσεις βασίζονται στην πλέον ευνοϊκή εσοδεία δεδομένων μόνο όσον αφορά τον υπολογισμό της απόστασης από τον ΜΔΣ, ενώ οι απαιτήσεις του πίνακα επικαιροποιούνται μόνο όσον αφορά έναν περιορισμένο αριθμό επαρκώς αιτιολογημένων περιστάσεων, βάσει των αρχών αποδέσμευσης.

XVI

Η Επιτροπή αποδέχεται τη συγκεκριμένη σύσταση.

Παρατηρησεισ

25

Η έννοια της εξαιρετικά δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας δεν εμφανίζεται στον κανονισμό, αλλά το ίδιο ισχύει και για αρκετές από τις άλλες κατηγορίες. Στην πραγματικότητα, στον κανονισμό γίνεται αναφορά μόνο σε κακή συγκυρία και ευνοϊκή συγκυρία, χωρίς να αναφέρεται η πιθανότητα κανονικής συγκυρίας. Αυτό αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν μπορεί και δεν παρέχει το εύρος των λεπτομερειών που απαιτούνται για την εφαρμογή κάθε πτυχής του πλαισίου και η Επιτροπή πρέπει να αποφασίζει τον τρόπο με τον οποίο υλοποιεί τις νομοθετικές διατάξεις. Ο λόγος που δεν επιδιώκεται καμία προσαρμογή σε ανάλογες περιστάσεις είναι ότι η επιβολή μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης όταν οι κυκλικές συνθήκες είναι τόσο αδύναμες θα μπορούσε έχει αντιπαραγωγικά αποτελέσματα, δηλ. ο αρνητικός αντίκτυπος στη δραστηριότητα θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμα δυσμενέστερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα.

26

Ο πίνακας δεν σχεδιάστηκε για να επιτρέπει επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου σε περιόδους απότομης ύφεσης. Όσον αφορά τις περιπτώσεις αρνητικών ρυθμών ανάπτυξης, ο πίνακας χρησιμοποιεί τη φράση «δεν χρειάζεται προσαρμογή», το οποίο στην πράξη σημαίνει ότι η απαίτηση για το διαρθρωτικό ισοζύγιο ορίζεται στο 0.

27

Το ΕΕΣ δεν υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί μια πιο συνεπής διαφοροποίηση των υποπεριπτώσεων του πίνακα. Εντούτοις, η απαίτηση για προσαρμογή άνω του 0,5 % του ΑΕΠ εκφράστηκε πάντοτε με την εφαρμογή ποσοστού 0,6 % του ΑΕΠ, χωρίς να προταθεί προσαρμογή υψηλότερη από αυτή σε κανονικές περιόδους. Θα πρέπει και πάλι να επισημανθεί ότι η ένταξη των κυκλικών συνθηκών στις υποπεριπτώσεις που περιλαμβάνονται στον πίνακα προτάθηκε από την Επιτροπή αλλά είχε την πλήρη έγκριση των κρατών μελών μέσω της από κοινού συμφωνηθείσας θέσης σχετικά με την ευελιξία.

28

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαφοροποίηση στον πίνακα που επισημαίνει το ΕΕΣ δεν είναι ασυνεπής.

Με εξαίρεση τις υποπεριπτώσεις «πολύ κακή συγκυρία» και «εξαιρετικά δυσμενής συγκυρία», οι προσαρμογές ομαδοποιούνται γύρω από την τιμή αναφοράς 0,5 %, προκειμένου ο πίνακας να μην απέχει υπερβολικά από τον κανονισμό. Ο σχεδιασμός του επιπέδου προσαρμογής στο πλαίσιο των υποπεριπτώσεων ανταποκρίνεται σε άλλους δύο πρόσθετους πρακτικούς παράγοντες. Πρώτον, σύμφωνα με την παραδοχή ότι το ελάχιστο επίπεδο ανάλυσης είναι το 0,1 % του ΑΕΠ, ο βαθμός διαφοροποίησης που μπορεί να επιτευχθεί, παραμένοντας ταυτόχρονα εντός των λογικών παραμέτρων της τιμής αναφοράς, είναι περιορισμένος. Δεύτερον, στόχος της Επιτροπής ήταν να αποφύγει τη δημιουργία υπερβολικά μεγάλων επιπτώσεων όσον αφορά τα όρια, προκειμένου να αποτρέψει μια κατάσταση κατά την οποία μικρές αναπροσαρμογές σε μια ουσιαστικά μη παρατηρήσιμη μεταβλητή, δηλ. το παραγωγικό κενό, οδηγούν σε μεγάλες αλλαγές στην υπαγόρευση της δημοσιονομικής στρατηγικής του κράτους μέλους. Τρίτον, η παρατήρηση φαίνεται ότι συγχέει τις απαντήσεις της Επιτροπής όσον αφορά το δυνητικό πολιτικό κόστος που σχετίζεται με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με τη λογική βάσει της οποίας διαμορφώθηκε ο πίνακας, που περιγράφεται ανωτέρω.

Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι όταν η ανάπτυξη είναι ταχύτερη σε σχέση με τη δυνητική είναι η ιδανική περίοδος για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στο πλαίσιο της υποπερίπτωσης «κακή συγκυρία» το επίπεδο του παραγωγικού κενού θα μπορούσε να παραμείνει σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο της τάξης του -3 %, ένδειξη ότι παρότι το παραγωγικό κενό γεφυρώνεται (δηλ. ο ρυθμός ανάπτυξης είναι άνω του δυνητικού), η οικονομία παραμένει σε προβληματική κυκλική θέση.

29

Πριν από τον καθορισμό των παραμέτρων του πίνακα, η Επιτροπή προέβη σε διενέργεια ανάλυσης. Ο πίνακας βασίστηκε στην ομαδοποιημένη κατανομή των παραγωγικών κενών για 28 κράτη μέλη της ΕΕ, μεταξύ 1986 και 2014, σύμφωνα με τις φθινοπωρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2014. Εξαιρεί το υψηλότερο (αρνητικό) παραγωγικό κενό του 2009 ή του 2010, διότι τα εν λόγω έτη αντιπροσωπεύουν τις πιο ασυνήθεις περιστάσεις στο μεσοπρόθεσμο παρελθόν και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστούν μέρος ενός τυπικού οικονομικού κύκλου. Η χρονική κατανομή καταδεικνύει τη συχνότητα, στο πλαίσιο κάθε υποπερίπτωσης, στην οποία θα απαιτηθεί προσαρμογή του πίνακα, στοιχείο με άμεσες επιπτώσεις στην επίτευξη του ΜΔΣ. Σύμφωνα με πρόσφατες εσωτερικές προσομοιώσεις που διενήργησε η Επιτροπή στο πλαίσιο της επίσημης επανεξέτασης της ευελιξίας, όπως απαιτείται βάσει της από κοινού συμφωνηθείσας θέσης, επιβεβαιώνεται ότι η μέση προσαρμογή του πίνακα βάσει των κυκλικών συνθηκών ήταν κάτω από 0,5 % του ΑΕΠ από το 2000.

30

Το περιθώριο του 0,25 % περιλαμβάνεται στον κανονισμό και η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς, ήτοι στη συσσώρευση μη σημαντικών αποκλίσεων, που αντιβαίνουν στον κανονισμό.

Πράγματι, η γλώσσα της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου είναι ιδιαίτερα αμφίσημη όσον αφορά την ανάγκη τροποποίησης της νομοθεσίας για την ενσωμάτωση προτάσεων προκειμένου να περιοριστεί το φαινόμενο των πολλαπλών αποκλίσεων.

31

Η Επιτροπή διαφωνεί ότι η άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας κατά τη διενέργεια των αξιολογήσεών της, ιδίως για να προβεί σε οικονομικές εκτιμήσεις, αποδυναμώνει κατά οποιονδήποτε τρόπο το πλαίσιο.

Πρώτον, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 του κανονισμού 1466/97, η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο διακριτικής ευχέρειας κατά την εξέταση παρεκκλίσεων από τις δημοσιονομικές προσαρμογές που προβλέπονται στον πίνακα. Υπό αυτή την έννοια, ο κανονισμός δεν υπαγορεύει αυτόματα τον τρόπο με τον οποίο συνάγεται ύπαρξη σημαντικής απόκλισης.

Δεύτερον, το ΣΣΑ, συμπεριλαμβανομένου του προληπτικού σκέλους, δεν θα πρέπει να νοείται απλώς ως μια στατική δέσμη μεμονωμένων κανόνων που θα πρέπει να εφαρμόζονται μηχανιστικά σε κάθε δεδομένη περίσταση. Αντιπροσωπεύει, μάλλον, ένα σύστημα οικονομικής και δημοσιονομικής διακυβέρνησης, που σχεδιάστηκε για να συμβάλει στη διασφάλιση συνετής χάραξης μακροοικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής σε μεσοπρόθεσμο έως μακροπρόθεσμο επίπεδο. Η φύση της χάραξης της μακροοικονομικής πολιτικής καθιστά βέβαιο ότι θα προκύψουν απρόβλεπτα γεγονότα και το πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης πρέπει να είναι επαρκώς ευέλικτο, ώστε να μπορεί να αντεπεξέρχεται και να προσαρμόζεται σε ανάλογες εξελίξεις. Στην πραγματικότητα, εάν το πλαίσιο αδυνατούσε να το πράξει, θα υπονομευόταν η αξιοπιστία του ΣΣΑ ως βιώσιμου εργαλείου οικονομικής διακυβέρνησης και χάραξης πολιτικής.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό η Επιτροπή να προβαίνει σε οικονομικές εκτιμήσεις για να διασφαλίζει συνετή εφαρμογή των κανόνων, παρά να επιδίδεται σε μια αμιγώς μηχανιστική προσέγγιση, που αποστασιοποιείται από τις επικρατούσες μακροοικονομικές περιστάσεις.

Κοινή απάντηση στα σημεία 32 και 33.

Το 2017, οι ΣΑΧ αποσκοπούσαν στην επίτευξη δύο στόχων: της ενίσχυσης της εν εξελίξει ανάκαμψης και της διασφάλισης δημοσιονομικής βιωσιμότητας, παραμένοντας ταυτόχρονα σύντομες και απλές. Αυτό οδήγησε σε δημοσιονομικές ΣΑΧ που δεν περιλάμβαναν συστάσεις όσον αφορά την απαιτούμενη προσαρμογή για το 2018, σε αντίθεση με την πρακτική του παρελθόντος. Επρόκειτο κυρίως για πολιτική απόφαση, στο πλαίσιο της οποίας λήφθηκαν υπόψη διάφορες σκέψεις.

Πρώτον, παρότι η προσέγγιση βάσει του λεγόμενου «πίνακα» εξακολουθεί να αποτελεί τη βάση για τις ΣΑΧ του 2018, οι προτάσεις του 2017 της Επιτροπής για συστάσεις εισήγαγαν μια προϋπόθεση όσον αφορά κράτη για τα οποία ο πίνακας υπαγορεύει δημοσιονομική προσαρμογή της τάξης, ή άνω, του 0,5 % του ΑΕΠ (περιθώριο διακριτικής ευχέρειας). Η ΣΑΧ δεν θεωρήθηκε το κατάλληλο πλαίσιο για την παροχή λεπτομερειών όσον αφορά την εξισορρόπηση των απαιτήσεων του πίνακα και την ανάγκη να ληφθεί υπόψη ο αντίκτυπος της εξυγίανσης στην ανάπτυξη και την απασχόληση μέσω του περιθωρίου εκτίμησης.

Δεύτερον, οι συνοδευτικές αιτιολογικές σκέψεις είναι ιδιαίτερα σαφείς όσον αφορά αυτό που πρέπει να γίνει το 2018· ειδικότερα, αναφέρουν i) την ποσοτικοποιημένη απαίτηση, ii) την αξιολόγηση της συμμόρφωσης και iii) ένα συμπέρασμα όσον αφορά το κατά πόσο απαιτούνται πρόσθετα μέτρα.

Τρίτον, οι αιτιολογικές σκέψεις και η ίδια η ΣΑΧ είναι ισοδύναμες όσον αφορά τη νομική τους ισχύ.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν διαβλέπει, σε αυτό το στάδιο, ενδείξεις ότι η χρήση του περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας έπληξε τη συνάφεια ή την αξιοπιστία της δημοσιονομικής απαίτησης της ΣΑΧ.

34

Κατά το στάδιο της αξιολόγησης της συμμόρφωσης, η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο διακριτικής ευχέρειας κατά την εξέταση του ενδεχομένου παρεκκλίσεων από τις δημοσιονομικές προσαρμογές που προβλέπονται στον πίνακα. Τα εν λόγω περιθώρια διακριτικής ευχέρειας απορρέουν βάσει των ειδικών όρων του άρθρου 6 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3, ο καθορισμός ύπαρξης σημαντικής απόκλισης από τον ΜΔΣ ή την πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του συνδέεται, αφενός, με ακριβή ποσοτικά κριτήρια, χωρίς να περιορίζεται σε αυτά τα κριτήρια, και, αφετέρου, επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία. Συνεπώς, ο κανονισμός δεν υπαγορεύει αυτόματα τον τρόπο με τον οποίο συνάγεται ύπαρξη σημαντικής απόκλισης.

35

Στις αξιολογήσεις της, η Επιτροπή αναγνωρίζει το ενδεχόμενο ύπαρξης σύγκρουσης μεταξύ των αναγκών διατηρησιμότητας και σταθεροποίησης σε μεμονωμένα κράτη μέλη, παρότι αληθεύει επίσης ότι κάτι τέτοιο μπορεί να μην ισχύει κατ’ ανάγκη, όπως καταδεικνύεται από την ανάλυση που δημοσίευσε η Επιτροπή στο μέρος IV της έκθεσης για τα δημόσια οικονομικά του 2016. Όταν υπάρχει σύγκρουση, είναι αρμοδιότητα της Επιτροπής να αναλύσει τις ανταγωνιστικές απαιτήσεις και να καταλήξει σε ισορροπημένη αξιολόγηση, συμπεριλαμβάνοντας όλους τους συναφείς παράγοντες. Η διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής συνίσταται σε οξυδερκή ερμηνεία της δέσμης των διαθέσιμων δεικτών, ιδίως υπό το πρίσμα της αβεβαιότητας που περιβάλλει τον οικονομικό κύκλο και των κινδύνων της έντονης δημοσιονομικής λιτότητας για την εν εξελίξει ανάκαμψη σε συγκεκριμένα κράτη μέλη.

36

Πρώτον, οι συνολικοί ρυθμοί ανάπτυξης δεν αποτυπώνουν κατ’ ανάγκη την εν δυνάμει εύθραυστη φύση της ανάκαμψης σε μεμονωμένα κράτη μέλη, ούτε λαμβάνουν υπόψη τον ενδεχόμενο αντιπαραγωγικό αντίκτυπο μιας υπερβολικά μεγάλης δημοσιονομικής εξυγίανσης στις εν λόγω οικονομίες. Πρόκειται, προφανώς, για σημαντικούς παράγοντες, τους οποίους επεδίωξε να λάβει υπόψη η Επιτροπή κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας για τον καθορισμό της κατάλληλης δημοσιονομικής πολιτικής για επιμέρους οικονομίες.

Δεύτερον, το γεγονός ότι η πραγματική ανάπτυξη είναι υψηλότερη από τη δυνητική ανάπτυξη δεν σημαίνει κάτι όσον αφορά την ευρωστία της ανάκαμψης. Για παράδειγμα, η δυνητική ανάπτυξη της Ιταλίας υπολογιζόταν περίπου στο 0 κατά τα εν λόγω έτη.

37

Οι περιορισμοί στις ρήτρες διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο συνομιλιών μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών.

41

Για μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα, η Επιτροπή επιθυμεί να προσθέσει μια εξήγηση όσον αφορά το σκεπτικό στο οποίο βασίζονται οι όροι της ρήτρας επενδύσεων. Η ρήτρα επενδύσεων έχει ως στόχο να καλύπτει δημόσιες επενδύσεις που μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμες με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις όσον αφορά τον θετικό αντίκτυπο στη δυνητική ανάπτυξη και τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών και συνεπώς συνδέεται με συγκεκριμένα έργα, συγχρηματοδοτούμενα από την ΕΕ. Ο όρος επιλεξιμότητας, σύμφωνα με τον οποίο οι δημόσιες επενδύσεις δεν θα πρέπει να σημειώσουν μείωση, αποσκοπεί να διασφαλίσει ότι οι χρηματοδοτούμενες από την ΕΕ επενδύσεις δεν χρησιμοποιούνται για να υποκαταστήσουν τις εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις.

42

Ένα βασικό κριτήριο επιλεξιμότητας προκειμένου να μπορεί να γίνει χρήση της ρήτρας επενδύσεων είναι το παραγωγικό κενό του κράτους μέλους να είναι κάτω του -1,5 % του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, το κράτος μέλος πρέπει να βρίσκεται σε δυσμενή οικονομική συγκυρία. Η έρευνα δείχνει ότι όταν οι χώρες αντιμετωπίζουν προβλήματα διατηρησιμότητας στο πλαίσιο τέτοιων περιστάσεων, συχνά περικόπτονται οι δημόσιες επενδύσεις, με επιζήμιο αντίκτυπο για τη δυνητική ανάπτυξη. Με τη ρήτρα επενδύσεων επιδιώκεται να διασφαλιστεί ότι δεν θα συμβεί κάτι τέτοιο, μέσω της απαίτησης να μην μειωθούν οι δημόσιες επενδύσεις κατά το έτος αναφοράς στο οποίο εφαρμόζεται η ρήτρα. Μια μείωση στο ονομαστικό ύψος των επενδύσεων θα μπορούσε εντούτοις να οδηγήσει σε αύξηση του δείκτη των επενδύσεων προς το ΑΕΠ, εάν η μείωση της αύξησης του ΑΕΠ (εκτός του ελέγχου της κυβέρνησης) είναι μεγαλύτερη από τη μείωση των επενδύσεων.

43

Σκοπός της ρήτρας επενδύσεων είναι να οδηγήσει σε σταθερά επίπεδα αυξημένων επενδύσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, το να απαιτείται από ένα κράτος μέλος να επιστρέψει στην αρχική του πορεία ένα έτος μετά την παραχώρηση της ρήτρας δεν δικαιολογείται.

44

Βλ. απάντηση στα σημεία VII και 43.

45

Αφότου εισήχθη ο πίνακας, δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί εκ των προτέρων κατά πόσο ένα κράτος μέλος θα επιτύχει τον ΜΔΣ εντός του τετραετούς χρονοδιαγράμματος (καθώς αυτό θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από τις απαιτήσεις του πίνακα για τα επιμέρους έτη). Συνεπώς, η Επιτροπή , αντί να αξιολογεί κατά πόσο ένα κράτος που υποβάλλει αίτηση για χρήση της ρήτρας βρίσκεται εντός της μέγιστης αρχικής απόστασης του 1,5 % του ΑΕΠ από τον ΜΔΣ, πρότεινε στα κράτη μέλη μια απλουστευμένη παραδοχή για την εκπλήρωση του κριτηρίου σύγκλισης προς τον ΜΔΣ. Βάσει της τιμής αναφοράς για ετήσια προσαρμογή ίση με 0,5 % του ΑΕΠ και μιας μέγιστης προσωρινής απόκλισης από αυτό το ποσό, η εν λόγω απόσταση θα σήμαινε επιστροφή στον ΜΔΣ εντός τεσσάρων ετών.

46

Το περιθώριο μη σημαντικής απόκλισης περιέχεται στον κανονισμό και η Επιτροπή δεν έχει επιλογή όσον αφορά την εφαρμογή του. Ωστόσο, δεν ισχύει κατ’ ανάγκη ότι το περιθώριο σημαντικής απόκλισης θα εξαντλείται αναπόφευκτα σε όλα τα έτη, δηλ. ότι «η παράταση του χρόνου έως τη σύγκλιση θα είναι συνεπώς πολύ μεγαλύτερη». Για παράδειγμα, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2018, τούτο δεν προβλέπεται να συμβεί για τη Φινλανδία.

47

Η εφαρμογή της ρήτρας επενδύσεων θα οδηγήσει, εφόσον δεν μεταβάλλονται άλλες παράμετροι, σε αύξηση στις συνολικές δαπάνες σε σύγκριση με την περίπτωση που δεν θα εφαρμοζόταν η ρήτρα.

Ωστόσο, η αύξηση των δαπανών δεν είναι ανεξάρτητη από ό,τι συμβαίνει στο επίπεδο των επενδυτικών δαπανών, καθώς απαιτούμενος όρος για την εφαρμογή της ρήτρας είναι να μη μειωθεί το επίπεδο των δημόσιων επενδύσεων κατά το έτος αναφοράς.

48

Βλ. τις απαντήσεις στις παρατηρήσεις 43, 45 και 47.

49

Παρότι σύμφωνα με το άρθρο 3 του προγράμματος σύγκλισης και σταθερότητας απαιτείται ανάλυση κόστους-ωφέλειας των μειζόνων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αυτό δεν σημαίνει ότι η προσωρινή απόκλιση πρέπει να βασίζεται στο κόστος. Πράγματι, στις σχετικές διατάξεις για την αποκαλούμενη ρήτρα διαρθρωτικής μεταρρύθμισης στο άρθρο 5 δεν γίνεται αναφορά στο κόστος. Επιπλέον, το γεγονός ότι η προσωρινή απόκλιση δεν βασίζεται άμεσα στο κόστος, δεν σημαίνει ότι το κόστος δεν υπολογίζεται.

50

Όταν η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσο οι μεταρρυθμίσεις έχουν θετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, όπως απαιτείται βάσει του κανονισμού, λαμβάνει υπόψη το άμεσο δημοσιονομικό κόστος, καθώς και τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στην ανάπτυξη. Ο μακροπρόθεσμος αντίκτυπος στην ανάπτυξη θα πρέπει, σε τελική ανάλυση, να βελτιώνει τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

52

Η Επιτροπή έχει προβεί σε επανειλημμένη αξιολόγηση του αντίκτυπου όλων των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην Ιταλία, συμπεριλαμβανομένων αυτών για τις οποίες ζητήθηκε ευελιξία στο πλαίσιο της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως καταδεικνύεται στην αξιολόγηση της επιλεξιμότητας της Ιταλίας όσον αφορά τη ρήτρα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής για το πρόγραμμα σταθερότητας του 2016 της Ιταλίας – σελ. 18). Ειδικότερα, στις εκθέσεις χώρας της Ιταλίας του 2017 και του 2018 παρέχεται αναλυτική αξιολόγηση της κατάστασης όσον αφορά την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Επιπρόσθετα, τα έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με το σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος της Ιταλίας του 2016 (σελ. 22-23), το πρόγραμμα σταθερότητας του 2016 (σελ. 4 και εξής) και το σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος του 2017 (σελ. 19), όπως και η έκθεση του Φεβρουαρίου του 2017 βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 3 (σελ. 13-14), περιλαμβάνουν συνεχή αναφορά στην κατάσταση όσον αφορά την υλοποίηση, τόσο εκ των προτέρων όσο και εκ των υστέρων.

53

Όπως αναφέρεται στην απάντηση στην παρατήρηση 49, η προσωρινή απόκλιση δεν βασίζεται στο άμεσο δημοσιονομικό κόστος των μεταρρυθμίσεων. Αναλυτικές λεπτομέρειες για την αξιολόγηση, εκ μέρους της Επιτροπής, του μακροπρόθεσμου αντίκτυπου των μεταρρυθμίσεων στην ανάπτυξη παρέχονται στην απάντηση στην παρατήρηση 54.

54

Η Επιτροπή θεωρεί ότι εκτίμησε επαρκώς τις οικονομικές επιπτώσεις της ρήτρας. Κατά τον χρόνο που η Ιταλία υπέβαλε αίτηση για υπαγωγή στη ρήτρα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για το 2016 (στο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος του 2016 και στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2016), η Επιτροπή ανάλυσε τις επιπτώσεις των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της Ιταλίας με χρήση του μοντέλου QUEST, σε σημείωμα που παρουσίασε στην Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής τον Δεκέμβριο του 2015 (δημοσιεύτηκε αργότερα με τίτλο «Οι οικονομικές επιπτώσεις επιλεγμένων μέτρων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία» τον Απρίλιο του 2016). Συνεπώς, κατά την περίοδο του προγράμματος σταθερότητας του 2016, οι εκτιμήσεις της Επιτροπής είχαν συζητηθεί εκτενώς με τις ιταλικές αρχές. Επιπλέον, η Επιτροπή αμφισβήτησε ευθέως την αρχική εκτίμηση για τις επιπτώσεις των μεταρρυθμίσεων που παρουσίασαν οι ιταλικές αρχές στην έκθεση βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 3 του Φεβρουαρίου του 2015. Ως αποτέλεσμα αυτών των συζητήσεων, στο πρόγραμμα σταθερότητας του 2016 οι εκτιμώμενες επιπτώσεις των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τις οποίες ζητήθηκε ευελιξία αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω (σε σύγκριση με το σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος του 2016), όπως αναγνωρίζεται στην υποσημείωση 26. Αυτό δείχνει τη σημασία του έργου της Επιτροπής όσον αφορά την ανάλυση του αντίκτυπου των μεταρρυθμίσεων και τον έλεγχο των εκτιμήσεων που παρουσίασαν οι αρχές.

Όσον αφορά τον αναφερόμενο ενδεικτικό χαρακτήρα των εκτιμήσεων για τις επιπτώσεις των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην ανάπτυξη, αυτός αντικατοπτρίζει τους εγγενείς περιορισμούς στη δημιουργία μακροοικονομικών μοντέλων. Σύμφωνα με τον κανονισμό, η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη τη βελτίωση της διατηρησιμότητας λόγω των επιπτώσεων των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην ανάπτυξη, αλλά αυτή είναι μια διαδικασία μοντελοποίησης που χαρακτηρίζεται από εγγενή αβεβαιότητα.

56

Βλ. τις απαντήσεις στα σημεία 45, 47 και 48.

57

Οι προληπτικές δαπάνες που σχετίζονται με σεισμούς κρίθηκαν επιλέξιμες στην Ιταλία λόγω των επανειλημμένων ισχυρών σεισμών, καθώς και του ολοκληρωμένου χαρακτήρα της διαχείρισης έκτακτων καταστάσεων και προληπτικών δαπανών. Ως αποτέλεσμα, περίπου 3 δισ. EUR ή 0,18 % του ΑΕΠ που διατέθηκαν από την ιταλική κυβέρνηση για αυτόν τον σκοπό το 2017 κρίθηκαν επιλέξιμα στο πλαίσιο της «ρήτρας ασυνήθων περιστάσεων». Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις του επενδυτικού προγράμματος πρέπει να επιβεβαιώνονται εκ των υστέρων, βάσει των εκ των προτέρων και εκ των υστέρων στοιχείων που παρέχουν στην Επιτροπή οι ιταλικές αρχές.

58

Η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι πρόκειται για χαλάρωση του πλαισίου, αλλά για πρακτική αναγνώριση της πραγματικότητας όσον αφορά τη χάραξη και τη διαμόρφωση της δημοσιονομικής πολιτικής σε επίπεδο κράτους μέλους.

Τα κράτη μέλη πρέπει να ενημερώνονται εκ των προτέρων σχετικά με το μέγεθος της απαιτούμενης δημοσιονομικής προσαρμογής, προκειμένου να είναι σε θέση να τη συμπεριλάβουν στον δημοσιονομικό τους προγραμματισμό. Αυτός ο εκ των προτέρων μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός σχεδιασμός και συντονισμός είναι στην πραγματικότητα ο λόγος ύπαρξης της διαδικασίας του προγράμματος σταθερότητας και σύγκλισης στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.

Εάν το διαρθρωτικό ισοζύγιο αναθεωρείται προκειμένου να μειωθεί η απόσταση από τον ΜΔΣ σε τέτοιο βαθμό που η αρχική απαίτηση συνεπάγεται υπερκάλυψη του ΜΔΣ, τότε η απαίτηση αίρεται και αναθεωρείται. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει ασυμμετρία σε αυτή την προσέγγιση, καθώς εάν το διαρθρωτικό ισοζύγιο αναθεωρείται προς τα κάτω, δηλ. αυξάνεται η απόσταση από τον ΜΔΣ σε σχέση με την αρχική πρόβλεψη, η απαίτηση για το κράτος μέλος δεν αυξάνεται. Αυτό συμβαίνει διότι κάτι τέτοιο θα έπληττε τη δικαιολογημένη προσδοκία του κράτους μέλους όσον αφορά το απαιτούμενο επίπεδο δημοσιονομικής προσαρμογής που ζήτησε η Επιτροπή όταν το κράτος μέλος προγραμμάτιζε και ενέκρινε τη δημοσιονομική του στρατηγική.

59

Ο υπολογισμός της απαίτησης βάσει της εντός του έτους απόστασης έως τον ΜΔΣ όχι μόνο δεν είναι ρεαλιστικός σε πολιτικό επίπεδο, αλλά και ανέφικτος σε πρακτικό επίπεδο.

Εάν την άνοιξη του έτους t-1 ένα κράτος μέλος εκτιμάται ότι βρίσκεται εντός του ΜΔΣ στο έτος t-1, τότε δεν απαιτείται περαιτέρω προσαρμογή για το έτος t και η απαίτηση για το έτος t παγώνει στο μηδέν. Αυτό παρέχει στα κράτη μέλη τον απαραίτητο βαθμό βεβαιότητας όσον αφορά το απαιτούμενο επίπεδο προσαρμογής, προκειμένου να ξεκινήσουν τις ιδιαίτερα εκτενείς εθνικές διαδικασίες που συνεπάγεται κατά κανόνα η κατάρτιση ενός προϋπολογισμού. Εάν την άνοιξη του έτους t, με βάση τις αναθεωρήσεις του διαρθρωτικού ισοζυγίου το κράτος μέλος εκτιμάται ότι βρίσκεται σε απόσταση 0,5 % του ΑΕΠ κάτω του ΜΔΣ κατά το έτος t-1, κατά την άποψη της Επιτροπής είναι πολύ αργά για αναθεώρηση της απαίτησης. Το κράτος μέλος θα έχει ήδη καταρτίσει τον προϋπολογισμό για το έτος t, βάσει της ενημέρωσης εκ μέρους της Επιτροπής ότι δεν υφίσταται ανάγκη προσαρμογής. Συνεπώς, στην περίπτωση που η Επιτροπή επέβαλλε υψηλότερη απαίτηση, αυτό θα έπληττε τη δικαιολογημένη προσδοκία του κράτους μέλους ως προς το απαιτούμενο επίπεδο δημοσιονομικής προσαρμογής επί του οποίου θα αξιολογούνταν. Στην πραγματικότητα, αυτός ο βαθμός αβεβαιότητας θα υπονόμευε σοβαρά την αξιοπιστία του πλαισίου του ΣΣΑ στην αντίληψη των πολιτικών των κρατών μελών.

Επίσης, είναι προβληματικό η απαίτηση να διαμορφώνεται βάσει της προβαλλόμενης απόστασης από τον ΜΔΣ κατά το έτος για το οποίο ισχύει η απαίτηση, καθώς η εν λόγω προβολή είναι η ίδια συνάρτηση της απαίτησης. Σε κάθε περίπτωση, οι αναθεωρήσεις στη διάρκεια του έτους βάσει επικαιροποιημένων προβολών δεν παρέχουν εγκαίρως προειδοποίηση στα κράτη όταν διαμορφώνουν την δημοσιονομική τους πολιτική.

60

Για να υπάρχει μια συνολική εικόνα, οι απαιτήσεις για τα κράτη μέλη δεν αναθεωρούνται προς τα άνω λόγω βελτιωμένης εκτίμησης των κυκλικών συνθηκών από πλευράς της Επιτροπής. Σύμφωνα και με τις απαντήσεις στα σημεία 58 και 59, αυτό δεν γίνεται επειδή θα έπληττε τη δικαιολογημένη προσδοκία του κράτους μέλους όσον αφορά την απαιτούμενη προσαρμογή κατά τον σχεδιασμό και τη θέσπιση της εθνικής δημοσιονομικής του πολιτικής.

61

Η μετάβαση από τον ολοκληρωμένο οικονομικό λογαριασμό (ΕΣΛ) 95 στον ΕΣΛ 2010 σήμαινε ότι η απαίτηση για ένα δεδομένο έτος μπορεί να είχε υπολογιστεί με χρήση του ΕΣΛ 95, ενώ η εκτίμηση της δημοσιονομικής προσπάθειας να έγινε με χρήση του ΕΣΛ 2010. Αυτό είναι αναπόφευκτο, εκτός και αν οι απαιτήσεις για τα κράτη μέλη μπορούσαν δυνητικά να ανασκευαστούν στο σύνολό τους βάσει επανυπολογισμών υπό τον ΕΣΛ 2010. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου του τρόπου που καταρτίζεται ο πίνακας στον οποίο βασίζεται η απαίτηση, δεν κρίνεται πιθανό ότι ο υπολογισμός βάσει του ΕΣΛ 2010 θα επέφερε αλλαγές.

Δεν υπάρχει ανακολουθία στους δείκτες ή στις μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τα διάφορα έτη. Για παράδειγμα, εφόσον η δημοσιονομική προσπάθεια για το 2014 αξιολογήθηκε με χρήση του ΕΣΛ 2010, τα στοιχεία τόσο για το 2014 όσο και για το 2015 υπολογίζονται βάσει του ΕΣΛ 2010.

66

Η Επιτροπή θεωρεί ότι το σενάριο που παρουσιάζει το ΕΕΣ είναι καθαρά ενδεικτικό, καθώς είναι προφανώς δύσκολο να συναχθούν μελλοντικά συμπεράσματα για τα επιμέρους κράτη μέλη βάσει του συνολικού αντίκτυπου μιας παρελθούσας ύφεσης στην ευρωζώνη.

67

Σύμφωνα και με την απάντηση στο σημείο 66, οι προσομοιώσεις έχουν κατά κάποιο τρόπο χαρακτήρα εικοτολογικό, καθώς αφορούν μια υποθετική περίπτωση που δεν έχει συμβεί στην πράξη και επίσης δεν λαμβάνουν υπόψη τις ενδεχόμενες επιπτώσεις των ελάχιστων τιμών αναφοράς ανά χώρα, πράγμα που δεν θα επέτρεπε την εφαρμογή των ρητρών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων σε πολλά κράτη μέλη.

68

Βλ. τις απαντήσεις στα σημεία 33-35 σχετικά με την άσκηση του περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας από την Επιτροπή.

69

Σύμφωνα με την άποψη της Επιτροπής, η παρατήρηση του ΕΕΣ δεν παρουσιάζει την εικόνα με ολοκληρωμένο τρόπο.

Πρώτον, σε γενικό επίπεδο, κατά την κατάρτιση τόσο του πίνακα όσο και των περιθωρίων στο πλαίσιο των ρητρών ευελιξίας, η Επιτροπή διεξήγαγε εκτενή ανάλυση. Στην πρώτη περίπτωση, αυτό περιλάμβανε τη διαχρονική κατανομή των παραγωγικών κενών. Στην τελευταία περίπτωση, η Επιτροπή παρείχε στα κράτη μέλη σειρά ενδεικτικών σεναρίων προσομοίωσης για τον καθορισμό των περιθωρίων ευελιξίας, βάσει εφαρμοστέας τιμής αναφοράς προσαρμογής της τάξης του 0,5 % του ΑΕΠ (συνεπώς τεκμαίρεται ότι δεν χρησιμοποιήθηκε το περιθώριο απόκλισης του 0,25 % του ΑΕΠ). Ορισμένες από τις εν λόγω ενδεικτικές προσομοιώσεις δημοσιεύονται στο παράρτημα του οδηγού.

Δεύτερον, κατά την αξιολόγηση των επιμέρους αιτήσεων των κρατών μελών για έγκριση των ρητρών ευελιξίας, η Επιτροπή προέβη σε εκτίμηση της απόστασής τους από τον ΜΔΣ προκειμένου να διασφαλίσει ότι αυτός είναι εφικτός έως το τέλος της περιόδου του προγράμματος, θεωρώντας δεδομένη την τιμή αναφοράς της ετήσιας προσαρμογής.

70

Βλ. τις απαντήσεις στα σημεία 66, 67 και 69.

72

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή έχει επισημάνει επανειλημμένα το ζήτημα των αναθεωρήσεων των προβολών για το ΔΙ, μέσω ειδικών γραφημάτων στην αξιολόγησή της για τα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης.

75

Παρότι η Επιτροπή δεν διαθέτει εξουσία επιβολής των εν λόγω στόχων σύγκλισης προς το ΜΔΣ, αναλύει και υποβάλλει παρατηρήσεις στις αναθεωρήσεις των κρατών μελών όσον αφορά την προβλεπόμενη ημερομηνία επίτευξης του ΜΔΣ, όπως φαίνεται στα έγγραφα εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής και στις αξιολογήσεις του σχεδίου δημοσιονομικού προγράμματος σε κάθε γύρο εποπτείας. Συνεπώς, η Επιτροπή καθιστά τα κράτη μέλη υπεύθυνα, αλλά αδυνατεί να προβεί σε διαδικαστικά μέτρα στο πλαίσιο του υφιστάμενου νομικού πλαισίου.

Είναι ασαφές κατά ποιον τρόπο θα μπορούσε να σχεδιαστεί ο πίνακας προκειμένου να διασφαλιστεί εκ των προτέρων ότι όλα τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως του σημείου στο οποίο βρίσκονται σε σχέση με τον ΜΔΣ, θα επιτύχουν τον στόχο το τέταρτο έτος της περιόδου του προγράμματος, δεδομένου ότι οι προβολές σε ό,τι αφορά το σημείο στο οποίο θα βρίσκεται το διαρθρωτικό ισοζύγιο έπειτα από τρία χρόνια θα είναι κατά πάσα πιθανότητα λανθασμένες (αυτή είναι η αναπόφευκτη φύση των μακροοικονομικών προβλέψεων). Επιπλέον, εάν ένα κράτος μέλος βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από τον ΜΔΣ κατά την περίοδο του προγράμματος, αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται πολύ μεγάλες δημοσιονομικές προσαρμογές για να προσπαθήσει και να καλύψει το κενό εντός της τετραετούς περιόδου. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποδειχθεί αντιπαραγωγικό.

76

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο εκτενών συνομιλιών, έχουν καταλήξει σε κοινή συμφωνία για τον καθορισμό του επιπέδου των λεπτομερειών που απαιτούνται για την υλοποίηση κάθε παραμέτρου του πλαισίου ΣΣΑ, όπως ο καθορισμός της από κοινού συμφωνηθείσας θέσης σχετικά με την ευελιξία. Σκοπός αυτής της εργασίας δεν είναι να εξασθενίσει το πλαίσιο του ΣΣΑ, αλλά μάλλον να υλοποιήσει τους ευρύτερους στόχους του κανονισμού.

77

Η εν λόγω παρατήρηση δεν αφορά την αξιολόγηση της απόδοσης του προληπτικού σκέλους του ΣΣΑ. Το εξετασθέν δείγμα περιλαμβάνει τη δυναμική του διαρθρωτικού και πρωτογενούς ισοζυγίου των κρατών μελών που υπάγονταν σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος κατά τη διάρκεια της εξατασθείσας περιόδου (δηλ. η Ισπανία και η Γαλλία από το 2009 και εξής), αλλά το διορθωτικό σκέλος διέπεται από ξεχωριστή δέσμη κανόνων. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το ΕΕΣ δημοσίευσε ξεχωριστή ειδική έκθεση το 2016 σχετικά με την «Ανάγκη περαιτέρω βελτιώσεων για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος», στην οποία η Επιτροπή παρείχε τις επίσημες απαντήσεις της. https://www.eca.europa.eu/Lists/ECADocuments/SR16_10/SR_EDP_El.pdf

78

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η πρόοδος προς την επίτευξη του ΜΔΣ συνεχίστηκε κατά τα πρόσφατα έτη, αν και σε λιγότερο έντονο βαθμό σε σχέση με το αρχικό στάδιο ανάκαμψης, κατά το οποίο δώδεκα κράτη μέλη τέθηκαν εκτός ΔΥΕ.

79

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εκτιμήσεις για τα διαρθρωτικά ισοζύγια του 2014 και του 2018 δεν είναι απολύτως συγκρίσιμες, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα σχετικά με τον ρυθμό προόδου του διαρθρωτικού ισοζυγίου για τα κράτη μέλη που δεν έχουν επιτύχει τον ΜΔΣ τους μεταξύ 2014 και 2018. Οι εκτιμήσεις του 2014 για τα διαρθρωτικά ισοζύγια βασίζονται σε στοιχεία του παρελθόντος και ενσωματώνουν πραγματικά δημοσιονομικά μέτρα που λήφθηκαν το 2014. Αντιθέτως, οι εκτιμήσεις του 2018 βασίζονται σε πρόβλεψη της Επιτροπής. Τα εν λόγω κράτη μέλη αναμένεται ότι θα λάβουν δημοσιονομικά μέτρα στο πλαίσιο της εθνικής δημοσιονομικής διαδικασίας για να διασφαλίσουν ότι ο προϋπολογισμός του 2018 είναι σύμφωνος με το ΣΣΑ, συνεπώς τα στοιχεία της εκ των υστέρων αξιολόγησης για το 2018 αναμένεται ότι θα καταδείξουν διαφορετικά διαρθρωτικά ισοζύγια σε σχέση με τα προβλεπόμενα το φθινόπωρο του 2017.

80

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι θέσεις της σχετικά με τον δημοσιονομικό προσανατολισμό της ευρωζώνης είναι ισόρροπες, για να αντικατοπτρίζουν τη δημοσιονομική θέση κάθε κράτους μέλους. Τα κράτη μέλη που δεν έχουν επιτύχει τον ΜΔΣ αναμένεται να λάβουν δημοσιονομικά μέτρα για συμμόρφωση με το ΣΣΑ, ενώ σε ορισμένα κράτη μέλη που έχουν υπερβεί τον ΜΔΣ προτείνεται να χρησιμοποιήσουν το δημοσιονομικό περιθώριο που διαθέτουν για στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης. Αυτό καταδεικνύεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής του 2016 με τίτλο «Προς έναν θετικό δημοσιονομικό προσανατολισμό της ζώνης του ευρώ», στην οποία αναφέρεται συγκεκριμένα ότι «τα κράτη μέλη υπαγόμενα στη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος και άλλα που πρέπει να σημειώσουν πρόοδο προς τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο τους θα πρέπει να συνεχίσουν τις προσπάθειες τους, σύμφωνα με τις σχετικές συστάσεις».

81

Η Επιτροπή τονίζει ότι τα απολογιστικά στοιχεία για το 2017, στα οποία βασίζεται η τελική αξιολόγηση της συμμόρφωσης, μαρτυρούν σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις των κρατών μελών, με τετραπλασιασμό του αριθμού των χωρών που συμμορφώθηκαν σε σύγκριση με τις αρχικές προβολές βάσει της εαρινής πρόβλεψης του 2017. Επιπλέον, τα συνολικά στοιχεία δεν αποτυπώνουν σημαντικές διαφορές στις δημοσιονομικές θέσεις μεταξύ των επιμέρους κρατών μελών σε σχέση με τον ΜΔΣ.

Τέλος, από το δείγμα των κρατών μελών εξαιρούνται τα κράτη μέλη με υψηλές επιδόσεις, δηλ. αυτά που έχουν επιτύχει τον ΜΔΣ. Καθώς τα κράτη μέλη που έχουν επιτύχει τον ΜΔΣ τους συμμορφώνονται επίσης με τις διατάξεις του προληπτικού σκέλους, αυτό παρέχει μια πιο ακριβή εικόνα της συνολικής συμμόρφωσης σε όλα τα κράτη μέλη.

82

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις των κρατών μελών που υπάγονται στο διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ δεν παρέχουν ακριβή εκτίμηση της απόδοσης του προληπτικού σκέλους του ΣΣΑ, εφόσον τα εν λόγω δύο σκέλη του ΣΣΑ διέπονται από διαφορετική δέσμη κανόνων.

Βλέπε την απάντηση στο σημείο 77 όσον αφορά την έκθεση του ΕΕΣ για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.

83

Το διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ διέπεται από ξεχωριστό κανονισμό σε σχέση με το προληπτικό σκέλος. Ο εγγενώς ονομαστικός χαρακτήρας του διορθωτικού σκέλους του ΣΣΑ και η εστίασή του στο όριο του 3 % του ΑΕΠ που περιλαμβάνεται στη Συνθήκη συνεπάγεται ότι, παρότι η Επιτροπή επιζητεί διαρθρωτική προσαρμογή από τα κράτη μέλη στα οποία εφαρμόζονται συστάσεις ΔΥΕ, δεν είναι σε θέση να επιταχύνει τη διαδικασία από τη στιγμή που το κράτος μέλος πληροί τους πρωταρχικούς στόχους.

Η Επιτροπή αιτιολόγησε τις παρατάσεις των προθεσμιών για έξοδο από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στο πλαίσιο της απάντησής της στην ειδική έκθεση του ΕΕΣ του 2016 «Ανάγκη περαιτέρω βελτιώσεων για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος». https://www.eca.europa.eu/Lists/ECADocuments/SR16_10/SR_EDP_El.pdf

85

Το διορθωτικό σκέλος επιτρέπει στα κράτη μέλη να ακολουθήσουν στρατηγική επίτευξης των πρωταρχικών στόχων αποκλειστικά λόγω των μακροοικονομικών συνθηκών, χωρίς να καταβάλλουν την απαιτούμενη δημοσιονομική προσπάθεια. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο, στο πλαίσιο των συστάσεων ΔΥΕ, υπαγορεύουν τις δημοσιονομικές προσπάθειες που συνάδουν με αυτές του προληπτικού σκέλους σε διαρθρωτικούς όρους. Εντούτοις, δεν είναι δυνατόν να λαμβάνονται διαδικαστικά μέτρα εάν τα κράτη μέλη πληρούν τους πρωταρχικούς τους στόχους. Ο κύριος χαρακτήρας του διορθωτικού σκέλους είναι ονομαστικός, καθώς βασίζεται στο όριο ονομαστικού ελλείμματος της τάξης του 3 % του ΑΕΠ που περιλαμβάνεται στη Συνθήκη. Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο υπολογισμός των μέσων προσπαθειών στο πλαίσιο του διορθωτικού και του προληπτικού σκέλους δεν αντιπροσωπεύει επακριβώς την απαίτηση που δεσμεύει ουσιαστικά τα κράτη μέλη.

88

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία καταδεικνύουν σημαντική βελτίωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου της Πορτογαλίας κατά τα πρόσφατα έτη, καθώς καταγράφηκε βελτίωση 2 % του ΑΕΠ μεταξύ 2013 και 2017 και απομένουν 1,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ για την επίτευξη του ΜΔΣ.

89

Η Γαλλία και η Ισπανία υπάγονταν στο διορθωτικό σκέλος σχεδόν καθ’ όλη την εν λόγω περίοδο, γεγονός που σημαίνει ότι οι απαιτήσεις του πίνακα δεν συνεπάγονταν δικονομικές συνέπειες.

90

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ταχύτητα προσαρμογής στο πλαίσιο του διορθωτικού σκέλους δεν παρέχει στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητα του προληπτικού σκέλους του ΣΣΑ, καθώς διέπεται από διαφορετική δέσμη εργαλείων.

92

Βλέπε την απάντηση στο σημείο 83 όσον αφορά την παράταση των προθεσμιών για τη ΔΥΕ.

98

Η μείωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου της Εσθονίας το 2017 δεν αντιβαίνει στις απαιτήσεις του διορθωτικού σκέλους.

99

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η χρήση της ευελιξίας εκ μέρους της, συμπεριλαμβανομένου του περιθωρίου εκτίμησης, υπήρξε αναλογική, ενδεδειγμένη και αιτιολογημένη από οικονομική άποψη. Μόνο σχετικά πρόσφατα τα ασυνήθη χαρακτηριστικά της ανάκαμψης υπαγόρευσαν σύνεση στην εφαρμογή της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Πιο συγκεκριμένα, η έλλειψη πληθωριστικών πιέσεων, το υψηλό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στην ευρωζώνη και τα σταθερά υψηλά ποσοστά ανεργίας σε ορισμένα κράτη μέλη κατέδειξαν τον συνεχή βαθμό υποτονικότητας της οικονομίας. Δεδομένων αυτών των προβληματισμών, σε συνδυασμό με την αύξηση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η Επιτροπή θεώρησε ότι η συνετή εφαρμογή των δημοσιονομικών κανόνων θα έπρεπε να έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι η ανάκαμψη, που εξακολουθεί να είναι εύθραυστη σε πολλά κράτη μέλη, δεν τίθεται σε κίνδυνο από μια υπερβολικά μεγάλη δημοσιονομική προσαρμογή. Συνεπώς, η Επιτροπή, σε συμφωνία με τα κράτη μέλη, έκανε χρήση της ευελιξίας για να προσαρμόσει τις δημοσιονομικές απαιτήσεις υπό το πρίσμα των κυκλικών συνθηκών.

102

Η Επιτροπή συμφωνεί ότι στην τελευταία αξιολόγησή της όσον αφορά την ακρίβεια των προβλέψεων εντοπίζονται στοιχεία απόκλισης σε ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες χρησιμοποιείται μια συγκεκριμένη μεθοδολογία. Εντούτοις, υπογραμμίζει ότι στην αξιολόγηση συνάγεται επίσης ότι οι οικονομικές προβλέψεις της Επιτροπής είναι πιο ακριβείς από αυτές της αγοράς και σε σχέση με εκείνες άλλων διεθνών οργανισμών. Επιπρόσθετα, η ακρίβεια των προβολών της Επιτροπής για το χρέος εξαρτάται επίσης από σειρά άλλων παραγόντων, όπως η προβολή για το πρωτογενές ισοζύγιο και οι προσαρμογές αποθεμάτων-ροών.

103

Οι τακτικές αξιολογήσεις της ακρίβειας των προβλέψεων στοχεύουν στην άντληση διδαγμάτων σε θεσμικό επίπεδο και η Επιτροπή καταβάλλει διαρκώς κάθε προσπάθεια για βελτίωση της ακρίβειας των προβλέψεών της. Σημαντική προσπάθεια έχει καταβληθεί κατά τα πρόσφατα έτη για την ανάπτυξη πρόσθετων εργαλείων ποσοτικών προβλέψεων. Η πρόσφατη εξωτερική αξιολόγηση των αρμόδιων υπηρεσιών για τις προβλέψεις (το έγγραφο αναμένεται προσεχώς) συνάγει ότι οι προβλέψεις είναι υψηλής ποιότητας και οι διαδικασίες πρόβλεψης είναι αποδοτικές.

108

Πρώτο σημείο: Οι σκέψεις της Επιτροπής για το εν λόγω σημείο παρατίθενται στις απαντήσεις στις παρατηρήσεις 58 και 59 όσον αφορά την ανάγκη σεβασμού της δικαιολογημένης προσδοκίας των κρατών μελών.

Στην πρώτη περίπτωση, όπου η απαίτηση προσαρμογής απορρέει από τον πίνακα, αυτό βασίζεται στην εαρινή προβολή του έτους t-1 όσον αφορά το παραγωγικό κενό του έτους t και αίρεται μόνο όταν η οικονομία μετακινείται προς πολύ κακή ή εξαιρετικά δυσμενή συγκυρία. Στην τελευταία περίπτωση, ο συντελεστής αναφοράς της τιμής αναφοράς για τις δαπάνες στο έτος t βασίζεται στην εαρινή προβολή του έτους t-1 και δεν επικαιροποιείται βάσει επακόλουθων προβλέψεων.

Βλέπε την απάντηση στο σημείο 60 όσον αφορά τα πρακτικά προβλήματα καθορισμού της απόστασης από τον ΜΔΣ βάσει των προβλέψεων του τρέχοντος έτους.

Δεύτερο σημείο: Η εξομάλυνση των επενδύσεων στο πλαίσιο της τετραετίας δεν ορίζεται στον κανονισμό. Ωστόσο, η εξομάλυνση αυτή υπήρξε αντικείμενο αναλυτικών συνομιλιών και συμφωνίας με τα κράτη μέλη στο πλαίσιο των επιτροπών του ECOFIN. Έτσι, αποτυπώνεται στον κώδικα δεοντολογίας, όπου αναφέρεται ότι «Λόγω της δυνητικά εξαιρετικά υψηλής μεταβλητότητας των δαπανών για επενδύσεις, ιδίως στην περίπτωση μικρών κρατών μελών, οι συνολικές δημόσιες δαπάνες θα πρέπει να προσαρμοστούν, μέσω μεσοσταθμικής κατανομής των δαπανών για επενδύσεις στα 4 έτη». Ως εκ τούτου, η εξομάλυνση εισήχθη ώστε να αποτραπεί η επιβολή κυρώσεων σε μικρότερες χώρες με χαμηλότερο κατά κεφαλή ΑΕΠ για απότομες αυξήσεις των δημόσιων επενδύσεων. Αυτό αποτελεί ζήτημα ιδίως για ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη μέλη για τα οποία τα διαρθρωτικά ταμεία συνιστούν σημαντική συνιστώσα των συνολικών επενδύσεων, καθώς η ανάληψη αυτών των πόρων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα απότομες αυξήσεις και πτώσεις στα επιμέρους έτη.

117

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η μετάβαση μεταξύ του 2014 και του 2015 έγινε με συνεκτικό τρόπο. Η Επιτροπή, σε πλήρη συμφωνία με τα κράτη μέλη, έλαβε μια πρακτική απόφαση πολιτικής για τη διασφάλιση συνοχής κατά τη διάρκεια της μετάβασης στους δημοσιονομικούς στόχους έναντι των οποίων αξιολογούνταν τα κράτη μέλη. Η ρύθμιση αυτή διασφάλισε ότι η εισαγωγή του πίνακα που δημοσιεύτηκε στην ανακοίνωση του Ιανουαρίου 2015 σχετικά με την ελαστικότητα δεν θα ήταν εις βάρος συγκεκριμένων κρατών μελών, λόγω αλλαγής της θεσπισθείσας δημοσιονομικής απαίτησης για το 2015 κατά τη διάρκεια της μετάβασης.

121

Το 2018, οι ΣΑΧ αποσκοπούσαν στην επίτευξη δύο στόχων: της ενίσχυσης της εν εξελίξει ανάκαμψης και της διασφάλισης δημοσιονομικής βιωσιμότητας, παραμένοντας ταυτόχρονα σύντομες και απλές και συνεπώς καλύτερα κατανοητές από το κοινό. Αυτό οδήγησε σε δημοσιονομικές ΣΑΧ που δεν περιλάμβαναν συστάσεις όσον αφορά την απαιτούμενη προσαρμογή για το 2018, σε αντίθεση με την πρακτική του παρελθόντος. Βλέπε την απάντηση στο σημείο 33 για λεπτομερή εξήγηση. Τέλος, οι αιτιολογικές σκέψεις και η ίδια η ΣΑΧ είναι ισοδύναμες όσον αφορά τη νομική τους ισχύ.

124

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι κατευθύνσεις είναι σαφείς και ορθά διαμορφωμένες για κάθε μεμονωμένο κράτος μέλος, αναλόγως της δημοσιονομικής του θέσης.

Συμπερασματα και συστασεισ

127

Ρόλος του προληπτικού σκέλους είναι η επίτευξη δημοσιονομικής βιωσιμότητας και παράλληλα η πρόβλεψη της δυνατότητας για προσαρμογή των δημοσιονομικών πολιτικών σύμφωνα με τις οικονομικές συνθήκες. Ο ΜΔΣ εκπληρώνει αυτή την ανάγκη εξισορρόπησης ανάμεσα στη συνετή δημοσιονομική πολιτική σε μεσοπρόθεσμο έως μακροπρόθεσμο επίπεδο και τη διευκόλυνση της λειτουργίας των αυτόματων σταθεροποιητών. Ως εκ τούτου, η εξασφάλιση ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να σημειώνουν σταθερή πρόοδο προς την κατεύθυνση του ΜΔΣ συνιστά λειτουργία κομβικής σημασίας της Επιτροπής και του Συμβουλίου για την επίτευξη των αναγκαίων βελτιώσεων στη βιωσιμότητα του χρέους και τη μακροοικονομική σταθεροποίηση.

129

Η Επιτροπή ασκεί τη διακριτική της ευχέρεια σε απόλυτη συμφωνία με το νομικό πλαίσιο που εγκρίθηκε από τους συννομοθέτες και με διαφανή τρόπο, σε πλήρη συνεννόηση με τα κράτη μέλη μέσω των αρμόδιων επιτροπών. Η Επιτροπή εκφράζει την έντονη διαφωνία της με το συμπέρασμα του ΕΕΣ, ότι άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια με σκοπό τη μείωση των απαιτήσεων προσαρμογής. Η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε σύμφωνα με τον κανονισμό, ο οποίος αναγνωρίζει το ευρύτερο πλαίσιο της διατηρησιμότητας μεσοπρόθεσμα, όπως την ανάγκη να αποφευχθεί η εφαρμογή αντιπαραγωγικής δημοσιονομικής προσαρμογής, τον ρόλο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων στην αύξηση της δυνητικής ανάπτυξης και την ανάγκη να υπάρχει περιθώριο για περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου της κυβέρνησης.

130

Ο πίνακας και η υλοποίηση των ρητρών ευελιξίας καθορίστηκαν στην ανακοίνωση της Επιτροπής του 2015. Ωστόσο, οι ειδικές διατάξεις του κανονισμού απορρέουν από τη μεταρρύθμιση του 2005.

Ανεξάρτητα από αυτό, οι παράμετροι προσαρμογής στον πίνακα και οι ρήτρες ευελιξίας καθορίστηκαν και υλοποιήθηκαν σε απόλυτη συμφωνία με το νομικό πλαίσιο και με διαφανή τρόπο, καθώς και σε πλήρη συνεννόηση με τα κράτη μέλη μέσω των αρμόδιων επιτροπών.

131

Το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας εισήχθη προκειμένου να καθοριστεί η κατάλληλη χάραξη δημοσιονομικής πολιτικής σε περιπτώσεις στις οποίες οι συνολικοί ρυθμοί ανάπτυξης δεν αποτυπώνουν κατ’ ανάγκη τον δυνητικά εύθραυστο χαρακτήρα της ανάκαμψης στα επιμέρους κράτη μέλη, καθώς και για να ληφθεί υπόψη ο ενδεχόμενος αντιπαραγωγικός αντίκτυπος μιας υπερβολικά μεγάλης δημοσιονομικής εξυγίανσης σε αυτές τις οικονομίες.

132

Η πρόοδος προς την επίτευξη των ΜΔΣ υπήρξε συνεχής κατά την πρόσφατη περίοδο, αν και σε λιγότερο έντονο βαθμό σε σχέση με την αρχική περίοδο ανάκαμψης.

133

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι κανόνες υλοποίησης του ισχύοντος πλαισίου ΣΣΑ, οι οποίοι ορίστηκαν σε κοινή συμφωνία με τα κράτη μέλη κατόπιν εκτενών συνομιλιών, δεν αποδυναμώνουν το πλαίσιο ΣΣΑ, αλλά υλοποιούν τους ευρύτερους στόχους του κανονισμού.

134

Πρώτον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ διέπεται από ξεχωριστό κανονισμό σε σχέση με το προληπτικό σκέλος. Δεύτερον, η Επιτροπή θεωρεί ότι, σε γενικές γραμμές, το διορθωτικό σκέλος λειτούργησε ικανοποιητικά κατά τα πρόσφατα έτη, όπως καταδεικνύεται από το γεγονός ότι ο αριθμός των κρατών μελών που υπάγονταν σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος μειώθηκε από 24 το 2011 σε μόλις τρεις το 2017.

Δεδομένου τούτου, ο εγγενώς ονομαστικός χαρακτήρας του διορθωτικού σκέλους του ΣΣΑ και η εστίασή του στο όριο του 3 % του ΑΕΠ που περιλαμβάνεται στη Συνθήκη συνεπάγεται ότι, παρότι η Επιτροπή επιζητεί διαρθρωτική προσαρμογή από τα κράτη μέλη στα οποία εφαρμόζονται συστάσεις ΔΥΕ, δεν είναι σε θέση να επιταχύνει τη διαδικασία από τη στιγμή που το κράτος μέλος πληροί τους πρωταρχικούς στόχους. Οι προσπάθειες της Επιτροπής για αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης δεν είχαν τη στήριξη των κρατών μελών.

Βλέπε την απάντηση στο σημείο 83 όσον αφορά την παράταση των προθεσμιών για τη ΔΥΕ.

135

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη συμμετείχαν σε εκτενείς συνομιλίες για τη διαμόρφωση της απαραίτητης κοινής συμφωνίας όσον αφορά τον καθορισμό του επιπέδου των λεπτομερειών που απαιτούνται για την υλοποίηση κάθε παραμέτρου του πλαισίου ΣΣΑ. Οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην υλοποίηση των ευρύτερων στόχων του κανονισμού και δεν εμποδίζουν την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να συμφωνήσουν για οποιαδήποτε απαραίτητη περαιτέρω προσαρμογή του πλαισίου ΣΣΑ.

Παρότι η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των κρατών μελών ως προς το προληπτικό σκέλος, η επιβολή των κανόνων συνιστά συντρέχουσα αρμοδιότητα της Επιτροπής και του Συμβουλίου. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το να ενεργεί χωρίς να διαβουλεύεται με τα κράτη μέλη δεν θα ήταν παραγωγικό ή επωφελές για την μακροπρόθεσμη αξιοπιστία του πλαισίου. Ο σχεδιασμός του δημοσιονομικού πλαισίου έχει εγγενώς πολύπλευρο χαρακτήρα και οι διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να διασφαλιστεί η αποδοχή των κανόνων, η οποία τελικά συμβάλλει τόσο στη συμμόρφωση όσο και στην επιβολή.

Σύσταση αριθ. 1
  1. Η Επιτροπή δεν αποδέχεται την πρώτη σύσταση, καθώς ο κανονισμός 1466/97 προβλέπει συγκεκριμένα επιτρεπόμενο περιθώριο απόκλισης 0,25 % του ΑΕΠ και η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς, ήτοι στη σώρευση μη σημαντικών αποκλίσεων, που αντιβαίνουν στον κανονισμό. Η Επιτροπή ανησυχεί ότι ένας συστηματικός επανασχεδιασμός του πίνακα κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να εκληφθεί ως καταστρατήγηση του περιθωρίου που προβλέπεται στον κανονισμό. Επιπλέον, η απόκλιση της τάξης του 0,25 % υπαγορεύεται από τον κανονισμό προκειμένου να ληφθεί υπόψη η δυσκολία στους υπολογισμούς του διαρθρωτικού ισοζυγίου και η αβεβαιότητα που ενυπάρχει στη χάραξη και την εκτέλεση της δημοσιονομικής πολιτικής. Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να οδηγήσουν ένα κράτος μέλος σε μικρή απόκλιση από τους στόχους του λόγω περιστάσεων που εκφεύγουν από τον έλεγχο της κυβέρνησης.
  2. Η Επιτροπή δεν αποδέχεται τη σύσταση. Η κατηγοριοποίηση των παραμέτρων στον πίνακα θέτει ήδη υψηλότερες απαιτήσεις σε κράτη μέλη με υψηλότερο επίπεδο χρέους. Ωστόσο, η νομοθεσία δεν προβλέπει οι απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους να ευθυγραμμίζονται με την τιμή αναφοράς για τη μείωση του χρέους. Επιπρόσθετα, η νομοθεσία απαιτεί ρητά από την Επιτροπή να συνεκτιμά τους συναφείς παράγοντες κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ως προς την τιμή αναφοράς για τη μείωση του χρέους, η οποία, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτος κανόνας.
  3. Η Επιτροπή αποδέχεται εν μέρει τη σύσταση, ιδίως όσον αφορά το σημείο που ζητείται επανεξέταση της αποτελεσματικότητας του πίνακα, καθώς η Επιτροπή διενεργεί επί του παρόντος εκτενή επανεξέταση των ρυθμίσεων ευελιξίας η οποία απαιτείται βάση της από κοινού συμφωνηθείσας θέσης με τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή δεν μπορεί να προδικάσει το αποτέλεσμα της εν λόγω διαδικασίας.
138

Η Επιτροπή απορρίπτει σθεναρά το συμπέρασμα του ΕΕΣ ότι χρησιμοποιεί τη ρήτρα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων κατά πολύ πέραν του σκοπού της στον κανονισμό.

Πρώτον, οι διατάξεις του κανονισμού στο πλαίσιο του οποίου η Επιτροπή ασκεί αυτή την ευελιξία υφίστανται εδώ και πολλά χρόνια, και ανάγονται χρονικά κυρίως στην μεταρρύθμιση της νομοθεσίας το 2005.

Δεύτερον, παρότι η προσωρινή απόκλιση στο πλαίσιο της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων δεν συνδέεται άμεσα με το πραγματικό δημοσιονομικό κόστος της μεταρρύθμισης, ο κανονισμός δεν προβλέπει ανάλογη σύνδεση, ιδίως επειδή αυτό το κόστος ενδέχεται να είναι δύσκολο να υπολογιστεί και/ή έχει περιορισμένο άμεσο δημοσιονομικό αντίκτυπο. Πράγματι, μπορεί να υπάρχουν πολύ επωφελείς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που δεν προκαλούν σημαντικό άμεσο δημοσιονομικό κόστος, αλλά εντούτοις συνεπάγονται ουσιαστικό οικονομικό ή πολιτικό κόστος, όπως οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας ή οι δικαστικές μεταρρυθμίσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, η άμεση σύνδεση της προσωρινής απόκλισης με το δημοσιονομικό κόστος θα ακύρωνε ουσιαστικά τον στόχο της ρήτρας για παροχή κινήτρων.

Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η προσέγγιση που υιοθέτησε η Επιτροπή υπήρξε αντικείμενο εκτενούς συζήτησης με τα κράτη μέλη, οδηγώντας στη δημοσίευση της «Από κοινού συμφωνηθείσας θέσης σχετικά με την ευελιξία στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης», στις αρχές του 2016.

139

Ο τεχνικός σχεδιασμός της προσωρινής απόκλισης από τον ΜΔΣ ή την πορεία προσαρμογής συνεπάγεται αύξηση των δαπανών σε σχέση με το σενάριο αναφοράς (δηλ. σε σχέση την πορεία δαπανών απουσία της προσωρινής απόκλισης) κάθε έτος έως την επίτευξη του ΜΔΣ. Ο εν λόγω σχεδιασμός της απόκλισης εγκρίθηκε από το Συμβούλιο, προκειμένου να αποφευχθεί ένας διακεκομμένος ρυθμός δημοσιονομικής προσαρμογής και να διασφαλιστεί ισότητα στην αντιμετώπιση των κρατών μελών, αναλόγως της απόστασής τους από τον ΜΔΣ. Αν η ρήτρα δεν συνδέεται με το άμεσο κόστος της μεταρρύθμισης, το απαραίτητο αντιστάθμισμα για επιστροφή των δαπανών στην αρχική πορεία κατά το έτος μετά την εφαρμογή της ρήτρας θα συνεπαγόταν πρόσθετη δημοσιονομική προσαρμογή, επιπλέον της ορισθείσας απαίτησης για το εν λόγω έτος για το κράτος μέλος. Κάτι τέτοιο θα μείωνε σημαντικά το κίνητρο για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που δεν συνεπάγονται σημαντικό δημοσιονομικό κόστος αλλά απαιτούν, ωστόσο, την ύπαρξη κινήτρου, το οποίο μπορεί να προσφέρει η εφαρμογή της ρήτρας.

140

Η προσέγγιση που εγκρίθηκε από την Επιτροπή και το Συμβούλιο και ορίστηκε στην από κοινού συμφωνηθείσα θέση σχετικά με την ευελιξία βασίζεται σε ισχυρή αιτιολόγηση. Η ρήτρα επενδύσεων έχει ως στόχο να καλύπτει δημόσιες επενδύσεις που μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμες με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις όσον αφορά τον θετικό αντίκτυπο στη δυνητική ανάπτυξη και τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών και συνεπώς συνδέεται με συγκεκριμένα έργα, συγχρηματοδοτούμενα από την ΕΕ. Ο όρος επιλεξιμότητας, σύμφωνα με τον οποίο οι ονομαστικές επενδύσεις δεν θα πρέπει να σημειώσουν μείωση, αποσκοπεί να διασφαλίσει ότι οι χρηματοδοτούμενες από την ΕΕ επενδύσεις δεν χρησιμοποιούνται για να υποκαταστήσουν τις εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις.

141

Η Επιτροπή θεωρεί ότι όντως διασφαλίζει πως μόνο δαπάνες με άμεση συνάφεια με τη ρήτρα ασυνήθων περιστάσεων είναι επιλέξιμες. Αναλυτικό παράδειγμα συγκεκριμένης περίπτωσης παρατίθεται στην απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 57.

Σύσταση αριθ. 2
  1. Η Επιτροπή δεν αποδέχεται τη σύσταση, καθώς θεωρεί ότι η ζητούμενη προσαρμογή θα αποδυνάμωνε την αποτελεσματικότητα της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η προσωρινή απόκλιση βάσει της ρήτρας διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων δεν συνδέεται άμεσα με το πραγματικό δημοσιονομικό κόστος της μεταρρύθμισης, διότι ορισμένες ιδιαίτερα επωφελείς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις δεν δημιουργούν πάντοτε άμεσο δημοσιονομικό κόστος, παρότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές συνεπάγονται ουσιαστικό οικονομικό ή πολιτικό κόστος. Στις περιπτώσεις αυτές, η άμεση σύνδεση της προσωρινής απόκλισης με το δημοσιονομικό κόστος θα ακύρωνε ουσιαστικά τον στόχο της ρήτρας για παροχή κινήτρων.
    Επιπλέον, εφόσον το περιθώριο δεν συνδέεται με έκτακτες δαπάνες, η προτεινόμενη απαίτηση για επιστροφή των δαπανών στην αρχική πορεία κατά το έτος μετά την εφαρμογή της ρήτρας θα συνεπαγόταν πρόσθετη δημοσιονομική προσαρμογή, επιπλέον της ορισθείσας απαίτησης για το εν λόγω έτος για το κράτος μέλος. Ο σχεδιασμός της απόκλισης εγκρίθηκε από το Συμβούλιο, προκειμένου να αποφευχθεί ένας διακεκομμένος ρυθμός δημοσιονομικής προσαρμογής.
  2. Η Επιτροπή δεν αποδέχεται τη σύσταση ότι θα πρέπει να πάψει να χρησιμοποιεί τη ρήτρα επενδύσεων υπό τη σημερινή της μορφή, καθώς θεωρεί ότι η ρήτρα επενδύσεων συνιστά σημαντικό στοιχείο του πακέτου ευελιξίας που εισήχθη το 2015, για στήριξη της ανάπτυξης στην ΕΕ με δημοσιονομικά διατηρήσιμο τρόπο, ιδίως μέσω της προώθησης δημοσίων επενδύσεων υπέρ της ανάπτυξης. Τούτου λεχθέντος, η ρήτρα επανεξετάζεται επί του παρόντος στο πλαίσιο ευρύτερης επανεξέτασης των ρυθμίσεων ευελιξίας η οποία απαιτείται σύμφωνα με την από κοινού συμφωνηθείσα θέση. Η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα της επανεξέτασής της στην Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή τον Ιούνιο του 2018, αλλά δεν μπορεί να προδικάσει το αποτέλεσμα αυτής της εργασίας.
  3. Η Επιτροπή αποδέχεται τη σύσταση.
142

Η Επιτροπή παρείχε επίσημες απαντήσεις σχετικά με τις παρατάσεις των προθεσμιών για τη ΔΥΕ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, στο πλαίσιο της ειδικής έκθεσης του ΕΕΣ του 2016 με τίτλο «Ανάγκη περαιτέρω βελτιώσεων για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος».

Η Επιτροπή και το Συμβούλιο συνιστούν στα κράτη μέλη που υπάγονται σε ΔΥΕ να επιτυγχάνουν τις διαρθρωτικές προσαρμογές σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προληπτικού σκέλους. Εντούτοις, ο κανονισμός δεν παρέχει στην Επιτροπή και το Συμβούλιο τα μέσα για την επιβολή των απαιτήσεων διαρθρωτικής προσαρμογής όσον αφορά κράτη μέλη που υπάγονται στο διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι προτεινόμενοι στόχοι για το ονομαστικό έλλειμμα επιτυγχάνονται λόγω της οικονομικής ανάπτυξης και χωρίς επίτευξη των εν λόγω προτεινόμενων στόχων διαρθρωτικής προσαρμογής.

Σύσταση αριθ. 3

Η Επιτροπή αποδέχεται εν μέρει τη σύσταση.

Η Επιτροπή έχει προτείνει στο παρελθόν επιλογές με στόχο να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις διαρθρωτικής προσαρμογής εκπληρώνονται στο πλαίσιο του διορθωτικού σκέλους, ιδίως μέσω της πρόβλεψης για αναθεώρηση της σύστασης ΔΥΕ σε περιπτώσεις θετικών οικονομικών εκπλήξεων σε σχέση το σενάριο στο οποίο βασίζεται η αρχική σύσταση, αλλά τα κράτη μέλη δεν υποστήριξαν αυτή την πρόταση. Η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να επανεξετάσει το εν λόγω ζήτημα και να διαμορφώσει συνθήκες στήριξης προτάσεων μεταξύ των κρατών μελών. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν δύναται σε αυτό το στάδιο να δεσμευτεί για την υποβολή σημειώματος στην ΟΔΕ.

143

Η Επιτροπή επιδιώκει διαρκώς να βελτιώσει την κατανοησιμότητα και τη διαφάνεια του συνόλου του υλικού που σχετίζεται με το ΣΣΑ και είναι ανοικτή να εξετάσει ενδεχόμενες βελτιώσεις των υποδειγμάτων των ΠΣΣ από κοινού με τα κράτη μέλη.

Η Επιτροπή συμφωνεί ότι υπάρχει περιθώριο βελτιώσεων όσον αφορά τη διαφάνεια στην αξιολόγηση των δημοσιονομικών μέτρων και, γι’ αυτόν τον σκοπό, συμμετείχε σε εντατικές συνομιλίες με τα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια του 2017, με στόχο την αύξηση της ακρίβειας και της διαφάνειας στην αξιολόγηση των εν λόγω μέτρων.

Όσον αφορά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων των αξιολογήσεών της, η Επιτροπή επιδιώκει σταθερά τη βελτίωση της ενημέρωσης όσον αφορά το σκεπτικό στο οποίο βασίζονται οι συστάσεις της και θα λάβει υπόψη τις συγκεκριμένες προτάσεις του ΕΕΣ.

Σύσταση αριθ. 4
  1. Η Επιτροπή αποδέχεται τη σύσταση. Από το 2017 η Επιτροπή συμμετέχει μαζί με τα κράτη μέλη στην ανάπτυξη της διαδικασίας βελτίωσης της ακρίβειας και της διαφάνειας όσον αφορά την αξιολόγηση των δημοσιονομικών μέτρων και είναι ανοικτή στην τροποποίηση του κώδικα δεοντολογίας, προκειμένου αυτός να αντικατοπτρίζει καλύτερα κάθε απαραίτητη αλλαγή λόγω αυτής της διαδικασίας, εφόσον τα κράτη μέλη συμφωνούν. Εντούτοις, είναι σημαντικό σε κάθε ανάλογη αλλαγή να γίνεται διάκριση μεταξύ της διαφορετικής φύσης των μέτρων που αφορούν τα έσοδα και αυτών που αφορούν τις δαπάνες.
  2. Η Επιτροπή αποδέχεται τη σύσταση.
  3. Η Επιτροπή αποδέχεται τη σύσταση.
  4. Η Επιτροπή αποδέχεται τη σύσταση.
144

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η χρήση του παγώματος ανταποκρίνεται στην ανάγκη εκ των προτέρων σταθεροποίησης του απαιτούμενου επιπέδου δημοσιονομικής προσαρμογής, προκειμένου να διευκολυνθεί ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός σχεδιασμός από τα κράτη μέλη και να υπάρχει σεβασμός στη δικαιολογημένη προσδοκία τους υπό αυτή την έννοια.

Παρότι δεν ορίζεται στον κανονισμό, η εξομάλυνση των επενδύσεων στο πλαίσιο της τετραετίας υπήρξε αντικείμενο εκτενών συνομιλιών και συμφωνίας με τα κράτη μέλη στο πλαίσιο των επιτροπών του ECOFIN. Συνεπώς, αποτυπώνεται σαφώς στον κώδικα δεοντολογίας, όπου αναφέρεται ότι «Λόγω της δυνητικής εξαιρετικά υψηλής μεταβλητότητας των δαπανών για επενδύσεις, ιδίως στην περίπτωση μικρών κρατών μελών, οι συνολικές δημόσιες δαπάνες θα πρέπει να προσαρμοστούν, μέσω μεσοσταθμικής κατανομής των δαπανών για επενδύσεις στα 4 έτη».

145

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η συμμετρική άρση της απαίτησης προσαρμογής θα οδηγούσε σε μη σεβασμό της δικαιολογημένης προσδοκίας των κρατών μελών να αξιολογούνται βάσει του απαιτούμενου επιπέδου δημοσιονομικής προσαρμογής που υπαγορεύθηκε από την Επιτροπή κατά τον χρόνο που το κράτος μέλος κατάρτιζε και ενέκρινε τη δημοσιονομική του στρατηγική.

Σύσταση αριθ. 5
  1. Η Επιτροπή δεν αποδέχεται τη σύσταση, καθώς η εφαρμογή της θα έπληττε τη δικαιολογημένη προσδοκία των κρατών μελών να αξιολογούνται έναντι του στόχου δημοσιονομικής προσαρμογής που τέθηκε κατά τον χρόνο της διαδικασίας δημοσιονομικού σχεδιασμού. Σε κάθε περίπτωση, οι απαιτήσεις βασίζονται στην πλέον ευνοϊκή εσοδεία δεδομένων μόνο όσον αφορά τον υπολογισμό της απόστασης από τον ΜΔΣ, ενώ οι απαιτήσεις του πίνακα επικαιροποιούνται μόνο όσον αφορά έναν περιορισμένο αριθμό επαρκώς αιτιολογημένων περιστάσεων, βάσει των αρχών αποδέσμευσης.
  2. Η Επιτροπή δεν αποδέχεται τη σύσταση, καθώς η εξομάλυνση των επενδύσεων θεσπίστηκε για να αντιμετωπιστεί το πιεστικό πρόβλημα των διακυμάνσεων των δημόσιων επενδύσεων σε ορισμένα κράτη μέλη λόγω εξωγενών παραγόντων. Η ιδέα αυτή συζητήθηκε και συμφωνήθηκε με τα κράτη μέλη μέσω των επιτροπών του ECOFIN και συνεπώς αποτυπώνεται σαφώς στον κώδικα δεοντολογίας.
  3. Η Επιτροπή δεν αποδέχεται τη σύσταση, καθώς η εφαρμογή της θα έπληττε τη δικαιολογημένη προσδοκία των κρατών μελών να αξιολογούνται έναντι του στόχου δημοσιονομικής προσαρμογής που τέθηκε κατά τον χρόνο του δημοσιονομικού σχεδιασμού.
Σύσταση αριθ. 6
  1. Η Επιτροπή αποδέχεται τη σύσταση.
  2. Η Επιτροπή αποδέχεται τη σύσταση.

Συντομογραφίες και ακρωνύμια

ΑΕΠ: Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν

ΓΔ: Γενική Διεύθυνση

ΔΙ: Διαρθρωτικό ισοζύγιο

ΔΝΤ: Διεθνές Νομισματικό Ταμείο

ΔΠΙ: Διαρθρωτικό πρωτογενές αποτέλεσμα

ΔΥΕ: Διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος

ΕΕ: Ευρωπαϊκή Ένωση

ΕΕΣ: Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο

ΕΚΤ: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

ΕΣΛ: Ευρωπαϊκό Σύστημα Ολοκληρωμένων Οικονομικών Λογαριασμών

ΚΔ: Κώδικας δεοντολογίας

ΚΜ: Κράτος/-η μέλος/-η

ΜΔΣ: Μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος

ΟΔΕ: Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή

ΟΟΣΑ: Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης

ΠΚ: Παραγωγικό κενό

ΠΜ: Ποσοστιαίες μονάδες

ΠΣΣ: Προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης

ΣΑΧ: Σύσταση ανά χώρα

ΣΔΠ: Σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος

ΣΣΑ: Σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης

ΣΣΣΔ: Συνθήκη για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση

AMECO: Ετήσια βάση μακροοικονομικών δεδομένων της ΓΔ ECFIΝ

EB: Τιμή αναφοράς για τις δαπάνες (Expenditure benchmark)

ECOFIN: Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων

SWD: Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής

Γλωσσάριο

Αποτέλεσμα (έλλειμμα) κρατικού προϋπολογισμού: Η διαφορά μεταξύ εσόδων και δαπανών του τομέα της γενικής κυβέρνησης. Όταν είναι αρνητικό, αποκαλείται συνήθως έλλειμμα. Είναι επίσης γνωστό ως ονομαστικό ισοζύγιο/έλλειμμα.

Δημόσιο χρέος: Βλέπε Χρέος γενικής κυβέρνησης.

Δημοσιονομικό Σύμφωνο: Το δημοσιονομικό κεφάλαιο της Συνθήκης για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΣΣΣΔ).

Διαδικασία σημαντικής απόκλισης: Η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να κινήσει διαδικασία σημαντικής απόκλισης όποτε διαπιστώνεται σημαντική απόκλιση του διαρθρωτικού ισοζυγίου και των δαπανών ως προς την πορεία προσαρμογής. Μετά την κίνηση διαδικασίας σημαντικής απόκλισης εναντίον του, το κράτος μέλος καλείται να εφαρμόσει μέτρα για τη διόρθωση της απόκλισης.

Διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος: Διαδικασία που κινείται από το Συμβούλιο κατόπιν σύστασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά οποιουδήποτε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υπερβαίνει το ανώτατο όριο του δημοσιονομικού ελλείμματος που επιβάλλει η σχετική νομοθεσία του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ΕΕ. Η διαδικασία περιλαμβάνει διάφορα στάδια που μπορεί δυνητικά να καταλήξουν στην επιβολή κυρώσεων, και αποσκοπεί να ωθήσει το κράτος μέλος να θέσει υπό έλεγχο το δημοσιονομικό του έλλειμμα αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την ομαλή λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.

Διαρθρωτικό (δημοσιονομικό) ισοζύγιο: Το πραγματικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα αφαιρουμένης της κυκλικής συνιστώσας και των εφάπαξ και λοιπών προσωρινών μέτρων. Το διαρθρωτικό ισοζύγιο αποτελεί μέτρο της βασικής τάσης του δημοσιονομικού αποτελέσματος (βλέπε επίσης αποτέλεσμα/έλλειμμα κρατικού προϋπολογισμού).

Διορθωτικό σκέλος του Συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης: Γνωστό επισήμως ως «Διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος» – μηχανισμός που ενεργοποιείται έναντι κράτους μέλους στο οποίο παρατηρείται υπέρβαση των τιμών αναφοράς για το έλλειμμα και το χρέος.

Δυνητικό ΑΕΠ: Το επίπεδο του ΑΕΠ που μπορεί να παραγάγει μια οικονομία σε ένα δεδομένο έτος, με σταθερό πληθωρισμό. Αν το πραγματικό προϊόν υπερβεί το δυνητικό, οι περιορισμοί της παραγωγικής ικανότητας θα αρχίσουν να γίνονται αισθητοί και οι πληθωριστικές πιέσεις θα αυξηθούν αν το επίπεδο του πραγματικού προϊόντος υπολείπεται του δυνητικού, αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν πόροι που μένουν αδρανείς και οι πληθωριστικές πιέσεις θα υποχωρήσουν. Το επίπεδο και η αύξηση του δυνητικού προϊόντος επανεκτιμώνται διαρκώς, γεγονός που μπορεί ενδεχομένως να οδηγήσει σε εκ των υστέρων αναθεωρήσεις των εκτιμώμενων τιμών τους. Για τους σκοπούς του προληπτικού σκέλους, οι εκτιμήσεις του δυνητικού προϊόντος μιας οικονομίας διενεργούνται από την Επιτροπή με βάση από κοινού συμφωνηθείσα μεθοδολογία της ΕΕ (για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη μεθοδολογία, βλέπε: «The production function methodology for calculating potential growth rates and output gaps», European Economy, Economic Papers No. 535, Νοέμβριος 2014).

ΕΣΛ (ΕΣΛ 95 και ΕΣΛ 2010): Το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών είναι το διεθνώς συμβατό λογιστικό πλαίσιο της ΕΕ για συστηματική και αναλυτική περιγραφή των οικονομιών των κρατών μελών και των περιφερειών της ΕΕ. Για το μεγαλύτερο μέρος της ελεγχθείσας περιόδου, το εφαρμοζόμενο σύστημα ήταν το ΕΣΛ 95, το οποίο αναβαθμίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2014 σε ΕΣΛ 2010 λαμβανομένων υπόψη των αλλαγών στη μέτρηση των σύγχρονων οικονομιών, της προόδου της μεθοδολογικής έρευνας και των αναγκών των χρηστών.

«Εσοδεία» δεδομένων: Ένα σύνολο δεδομένων βάσει εκτιμήσεων και προβλέψεων για μία σειρά ετών σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Καθώς ο χρόνος περνά, οι προβλέψεις για ένα δεδομένο έτος (π.χ. 2018) αλλάζουν, δηλαδή θα είναι διαφορετικές σε διαφορετικές «εσοδείες» δεδομένων (π.χ. στις προβολές από το έτος 2014, από το έτος 2016 κ.λπ.).

Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο: Ανεξάρτητο συμβουλευτικό σώμα της Επιτροπής που συστάθηκε το 2015. Κύριο καθήκον του εν λόγω συμβουλίου είναι η αξιολόγηση της εφαρμογής των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ.

Ευρωπαϊκό Εξάμηνο: Ο ετήσιος κύκλος συντονισμού των οικονομικών πολιτικών της ΕΕ. Το Εξάμηνο καλύπτει τις δημοσιονομικές πολιτικές, όπως καθορίζονται από το Σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης, την πρόληψη των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (στο πλαίσιο της Διαδικασίας μακροοικονομικών ανισορροπιών) και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Οδηγεί στη διατύπωση συστάσεων ανά χώρα απευθυνόμενων προς τα κράτη μέλη.

Ευρωπαϊκός μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών 2 (ΜΣΙ ΙΙ): Ο Ευρωπαϊκός μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών (ΜΣΙ) δημιουργήθηκε με σκοπό να σταθεροποιήσει τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και να συμβάλει ώστε η Ευρώπη να γίνει ένας χώρος νομισματικής σταθερότητας πριν από την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος, του ευρώ. Μετά την εισαγωγή του ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999, τον αρχικό ΜΣΙ διαδέχθηκε ο ΜΣΙ II με την έναρξη του τρίτου σταδίου της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Το στάδιο αυτό ξεκίνησε με τον αμετάκλητο και οριστικό καθορισμό των συντελεστών μετατροπής, τη μεταβίβαση της νομισματικής αρμοδιότητας στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την εισαγωγή του ευρώ ως ενιαίου νομίσματος. Ο ΜΣΙ ΙΙ παρέχει ένα πλαίσιο για συνεργασία στον τομέα της συναλλαγματικής πολιτικής μεταξύ του Ευρωσυστήματος (το σύστημα των κεντρικών τραπεζών της ζώνης του ευρώ) και των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προετοιμάζονται να υιοθετήσουν το ευρώ.

Εφάπαξ (ή «έκτακτα») και προσωρινά μέτρα: Συναλλαγές της γενικής κυβέρνησης με παροδική δημοσιονομική επίδραση που δεν προκαλεί μόνιμη μεταβολή της δημοσιονομικής θέσης. Βλέπε επίσης διαρθρωτικό (δημοσιονομικό) ισοζύγιο.

Κώδικας δεοντολογίας: Έγγραφο πολιτικής που περιέχει κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του Συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης, καθώς και για τη μορφή και το περιεχόμενο των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης.

Μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος: Το επίπεδο διαρθρωτικού ισοζυγίου προς το οποίο κάθε κράτος καλείται να συγκλίνει. Για τα περισσότερα κράτη μέλη είναι -1 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), και για τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ κάπως αυστηρότερο, ήτοι -0,5 % του ΑΕΠ, εκτός αν έχουν χαμηλό δείκτη χρέους. Το επίπεδο για κάθε κράτος μέλος καθορίζεται βάσει μιας σειράς δημοσιονομικών κινδύνων, ειδικών ανά κράτος μέλος.

Μοντέλο QUEST: Το παγκόσμιο μακροοικονομικό μοντέλο που χρησιμοποιεί η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων για ανάλυση και έρευνα στον τομέα της μακροοικονομικής πολιτικής.

Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή: Πρώην Νομισματική Επιτροπή, η ΟΔΕ είναι μια επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία συστάθηκε δυνάμει του άρθρου 134 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βασικό της καθήκον είναι να προετοιμάζει και να συζητά τις αποφάσεις του Συμβουλίου Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων (ECOFIN) σχετικά με οικονομικά και δημοσιονομικά θέματα.

Παραγωγικό κενό: Η διαφορά μεταξύ του πραγματικού προϊόντος της οικονομίας (π.χ. ΑΕΠ) και του εκτιμώμενου δυνητικού προϊόντος σε μια δεδομένη χρονική στιγμή.

Πίνακας απαιτούμενων προσαρμογών: Πίνακας ο οποίος παρουσιάζει την ετήσια δημοσιονομική προσπάθεια που απαιτείται από τα κράτη μέλη σε σχέση με τον οικονομικό κύκλο, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες δημοσιονομικής εξυγίανσής τους συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου δημόσιου χρέους. Η Επιτροπή χρησιμοποίησε για πρώτη φορά μία εκδοχή αυτού του πίνακα εσωτερικά, και στη συνέχεια δημοσίευσε μια αναθεωρημένη έκδοση τον Ιανουάριο του 2015. Έλαβε την έγκριση του Συμβουλίου ECOFIN στις 12 Φεβρουαρίου 2016 στην κοινώς αποδεκτή θέση για την ευελιξία εντός του ΣΣΑ.

Πρόγραμμα σταθερότητας και σύγκλισης: Έγγραφο που συντάσσεται ετησίως από τα κράτη μέλη και το οποίο παρουσιάζει τις πολιτικές και τα μέτρα των κρατών μελών που αποσκοπούν στη διασφάλιση βιώσιμων δημοσιονομικών πολιτικών, στη διατήρηση των δημοσιονομικών τους θέσεων σε επίπεδο ίσο ή ανώτερο των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών τους στόχων ή την πορεία προς τον ΜΔΣ, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα επαρκείς προσπάθειες μείωσης του χρέους με στόχο τη συμμόρφωση με τον κανόνα για το χρέος και την τιμή αναφοράς των συνθηκών (60 %).

Πρωτογενές αποτέλεσμα/έλλειμμα: Το αποτέλεσμα/έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης μείον τις πληρωμές τόκων.

Σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης: Συμφωνία που δεσμεύει όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ από το 1997 (μεταρρυθμίστηκε το 2005 και το 2011) ως προς την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης του Μάαστριχτ που αφορούν τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών μελών, ιδίως μέσω της διατήρησης του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους σε αποδεκτά επίπεδα.

Συνθήκη για τη σταθερότητα, τον συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΣΣΣΔ): Διακυβερνητική συνθήκη που συμφωνήθηκε κατά τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ της 30ής Ιανουαρίου 2012 και υπεγράφη στις 2 Μαρτίου από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων όλων των χωρών της ΕΕ, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο και την Τσεχική Δημοκρατία. Περιλαμβάνει διατάξεις για την ενίσχυση του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών και της σύγκλισης και ένα ειδικό κεφάλαιο —το Δημοσιονομικό Σύμφωνο— για την ενίσχυση του πλαισίου δημοσιονομικής διακυβέρνησης της ζώνης του ευρώ.

Συστάσεις ανά χώρα: Συστάσεις πολιτικής που απευθύνει ετησίως η Επιτροπή στα κράτη μέλη σχετικά με το πώς θα διασφαλιστεί η υγιής δημοσιονομική τους κατάσταση. Στη συνέχεια, η Επιτροπή υποβάλλει τις εν λόγω συστάσεις στο Συμβούλιο προς έγκριση τον Ιούλιο, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.

Σχέδια δημοσιονομικών προγραμμάτων: Έγγραφα που υποβάλλονται υποχρεωτικά βάσει των ευρωπαϊκών κανόνων οικονομικής διακυβέρνησης από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ στην Επιτροπή έως τις 15 Οκτωβρίου κάθε έτους, προκειμένου να διασφαλιστεί ο συντονισμός των δημοσιονομικών πολιτικών τους.

Τιμή αναφοράς για τις δαπάνες: Κανόνας που περιέχει τον καθαρό ρυθμό αύξησης των κρατικών δαπανών είτε στο επίπεδο είτε κάτω από το επίπεδο του μεσοπρόθεσμου δυνητικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης μιας χώρας, ανάλογα με τη θέση της χώρας ως προς τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς της στόχους (ΜΔΣ). Βάσει της τιμής αναφοράς για τις δαπάνες, τυχόν αυξήσεις των δαπανών πέραν του μεσοπρόθεσμου δυνητικού ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης μιας χώρας πρέπει να αντισταθμίζονται από επιπρόσθετα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων. Η τιμή αναφοράς για τις δαπάνες λειτουργεί συμπληρωματικά προς τον ΜΔΣ δίνοντας βιώσιμη κατεύθυνση στην αύξηση των καθαρών δαπανών και, ως εκ τούτου, συμβάλλοντας στην επίτευξη ή τη διατήρηση του ΜΔΣ.

Το ΕΣΛ ακολουθεί σε γενικές γραμμές τους ορισμούς, τους λογιστικούς κανόνες και τις ταξινομήσεις του αντίστοιχου συστήματος των Ηνωμένων Εθνών, αλλά ταυτόχρονα έχει ορισμένα ειδικά χαρακτηριστικά που αντικατοπτρίζουν ακριβέστερα τις ενωσιακές πρακτικές.

Χρέος γενικής κυβέρνησης: Το συνολικό ακαθάριστο χρέος του τομέα της γενικής κυβέρνησης, στην ονομαστική του αξία, που εκκρεμεί στο τέλος του έτους, όπως ορίζεται στο ΕΣΛ 95 και το ΕΣΛ 2010.

Παραπομπές

1 Το ΣΣΑ βασίζεται στα άρθρα 121 και 126 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Συνθήκη») και του πρωτοκόλλου αριθ. 12 που επισυνάπτεται σε αυτή, ενώ το άρθρο 136 αποτελεί τη βάση για μέτρα που αφορούν ειδικά τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ. Το προληπτικό σκέλος θεσπίστηκε με τον κανονισμό αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 (τροποποιήθηκε το 2005 και το 2011).

2 Παραβίαση του ορίου αυτού συνεπάγεται κίνηση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ).

3 Το δημοσιονομικό αποτέλεσμα και το έλλειμμα είναι ίσα σε απόλυτες τιμές, αλλά έχουν αντίθετα πρόσημα. Έλλειμμα 3 % αντιστοιχεί σε δημοσιονομικό αποτέλεσμα - 3 %.

4 Είκοσι δύο από τα 25 συμβαλλόμενα μέρη της ΣΣΣΔ δεσμεύονται τυπικά από το δημοσιονομικό σύμφωνο (τα 19 κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, συν τη Βουλγαρία, τη Δανία και τη Ρουμανία).

5 Η δημοσιονομική πολιτική λειτουργεί ως αυτόματος σταθεροποιητής όταν επιτρέπει την αύξηση του ονομαστικού ελλείμματος σε περιόδους ύφεσης, αλλά δεν εφαρμόζει πρόσθετα μέτρα που θα επιδείνωναν το διαρθρωτικό έλλειμμα. Αντίστοιχα, σε περίοδο οικονομικής άνθησης, αφήνει το ονομαστικό έλλειμμα να μειωθεί.
Ως διακριτική αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική νοείται η πολιτική που λαμβάνει πρόσθετα μέτρα για να τονωθεί η οικονομία κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης. Αυτό οδηγεί σε αύξηση του διαρθρωτικού ελλείμματος (δηλαδή επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου). Σε περιόδους οικονομικής άνθησης, οι αντικυκλικές δημοσιονομικές πολιτικές επιδιώκουν να «αποθερμάνουν» την οικονομία, και μειώνουν το διαρθρωτικό έλλειμμα (δηλαδή βελτιώνουν το διαρθρωτικό ισοζύγιο). Η προκυκλική πολιτική είναι το αντίθετο.

6 Βλέπε, για παράδειγμα, την έκθεση που συντάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 126, παράγραφος 3, της Συνθήκης σχετικά με την Ιταλία, 22.2.2017, Βρυξέλλες, 2016 COM(2017) 106 final.

7 Η Ιταλία τέθηκε εκτός της ΔΥΕ τον Ιούνιο του 2013, η δε περίοδος πριν από αυτό το χρονικό σημείο καλυπτόταν εν μέρει από τον έλεγχο της ΔΥΕ από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Συμπεριλήφθηκε στο δείγμα λόγω της εκτεταμένης εφαρμογής των ρητρών ευελιξίας στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους και της γενικότερης σημασίας της για τις μακροοικονομικές εξελίξεις στην ΕΕ.

8 Άρθρο 5, παράγραφος 1, σημείο 2, και άρθρο 9, παράγραφος 1, σημείο 2, του κανονισμού αριθ. 1466/97.

9 Βλέπε παρόμοιες παρατηρήσεις από το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, Βρυξέλλες, σ. 55 της Ετήσιας Έκθεσης του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου για το 2017, Τμήμα 5.1.3.

10 Κανονισμός αριθ. 1466/97 άρθρο 5, παράγραφος 1, σημείο 2, και άρθρο 9, παράγραφος 1, σημείο 2.

11 Ό.π., άρθρο 2α, σημείο 1.

12 Ό.π., άρθρο 5, παράγραφος 1, και άρθρο 9, παράγραφος 1.

13 Ό.π., άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ), και άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο γ).

14 Ό.π., άρθρο 5, παράγραφος 1, και άρθρο 9, παράγραφος 1, εδάφιο 10.

15 Ό.π., άρθρο 5, παράγραφος 1, και άρθρο 9, παράγραφος 1.

16 «Στο γενικό σύνολο των δαπανών δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες για τους τόκους, οι δαπάνες για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και αλλαγές μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας.»

17 Η επικέντρωση στην τιμή αναφοράς για τις δαπάνες δίδει μεγαλύτερη έμφαση στους μοχλούς άσκησης πολιτικής που τελούν υπό τον άμεσο έλεγχο της κυβέρνησης και παρέχει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα από τον δείκτη ΔΙ.

18 Από κοινού συμφωνηθείσα θέση σχετικά με την ευελιξία στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, Συμβούλιο ECOFIN της ΕΕ έγγραφο 14345/15 Βρυξέλλες, 30 Νοεμβρίου 2015, σ. 8. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, 3445η Σύνοδος του Συμβουλίου (Οικονομικά και Δημοσιονομικά Θέματα) Βρυξέλλες, 12 Φεβρουαρίου 2016.

19 Ανεξαρτήτως των κανόνων και της ερμηνείας τους, είναι πολύ δύσκολο να αποφευχθεί η επιδείνωση του διαρθρωτικού ισοζυγίου κατά τη διάρκεια περιόδων ύφεσης. Για παράδειγμα, κατά τη σχετικά ήπια ύφεση το 2000, τα διαρθρωτικά ισοζύγια των χωρών της ζώνης του ευρώ σημείωσαν μέση πτώση 1,2 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ μεταξύ 2000 και 2002. Κατά τη διάρκεια της μεγάλης ύφεσης, τα διαρθρωτικά ισοζύγια σημείωσαν πτώση 2,5 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ μεταξύ 2007 και 2010 (με βάση τα στοιχεία του ΔΝΤ, World Economic Outlook, Οκτώβριος 2017).

20 Οδηγός (Vade Mecum) για το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης 2016, παράγραφος 5, πλαίσιο 1.6, σ. 38.

21 Βλέπε σ. 55 της Ετήσιας Έκθεσης του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου για το 2017.

22 COM(2017) 500 τελικό «Ευρωπαϊκό Εξάμηνο 2017: ειδικές ανά χώρα συστάσεις».

23 Στην ετήσια έκθεσή του για το 2017, το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο δήλωσε σχετικά ότι, αν και η ευελιξία είναι επιθυμητή, ο αυξανόμενος αριθμός διατάξεων ευελιξίας στο πλαίσιο του ΣΣΑ εκλαμβάνεται όλο και περισσότερο ως προβληματικός από άποψη διαφάνειας και, ορισμένες φορές, φαίνεται να επιλέγεται μια προσέγγιση ad hoc, μεταξύ άλλων σε μια προσπάθεια ικανοποίησης πολιτικών συμφερόντων.

24 COM(2017) 511 τελικό.

25 COM(2017) 800 τελικό, με τίτλο «Σχέδια δημοσιονομικών προγραμμάτων για το 2018: Συνολική εκτίμηση».

26 Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, την Επιτροπή των Περιφερειών και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων: Αξιοποίηση στο έπακρο της ελαστικότητας στο πλαίσιο των υφιστάμενων κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, Στρασβούργο, 13.1.2015, COM(2015) 12 τελικό.

27 Από κοινού συμφωνηθείσα θέση σχετικά με την ευελιξία στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, Συμβούλιο ECOFIN της ΕΕ, έγγρ. 14345/15, Βρυξέλλες 30 Νοεμβρίου 2015, σ. 8.

28 Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, την Επιτροπή των Περιφερειών και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων: Αξιοποίηση στο έπακρο της ελαστικότητας στο πλαίσιο των υφιστάμενων κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, Στρασβούργο, 13.1.2015, COM(2015) 12 τελικό.

29 Η Επιτροπή ενίοτε αναφέρεται στο περιθώριο για επενδύσεις ως υποκατηγορία της ρήτρας μεταρρυθμίσεων.

30 ECOFIN 888, UEM 422, έγγρ. 14345/15.

31 Αξιολόγηση του προγράμματος σταθερότητας της Ιταλίας για το 2016 (Μάιος 2016): Η Επιτροπή προβλέπει ότι ο ακαθάριστος σχηματισμός δημόσιου παγίου κεφαλαίου στην Ιταλία θα αυξηθεί περαιτέρω σε ονομαστικούς όρους το 2016 και το 2017 (κατά 0,9 % και 0,6 % αντίστοιχα). Ως εκ τούτου, οι δημόσιες επενδύσεις αναμένεται να παραμείνουν σε γενικές γραμμές σταθερές ως ποσοστό του ΑΕΠ (περίπου 2,3 %).

32 Οδηγός ΣΣΑ της Επιτροπής («SGP Vade Mecum») (έκδοση 2017), Παράρτημα 14, προσομοίωση 2, σ. 176.

33 Βλέπε σχετικά τις διάφορες προσομοιώσεις των ρητρών στο Vade Mecum 2017 της Επιτροπής για το ΣΣΑ, παράρτημα 14.

34 Βλέπε Οδηγό ΣΣΑ της Επιτροπής («SGP Vade Mecum»), έκδοση 2017, Παράρτημα 14, προσομοίωση 2, σ. 176.

35 Εξηγεί ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους αυτό δεν είναι εφικτό είναι επειδή οι άμεσες δαπάνες είναι θεωρητικά δύσκολο να μετρηθούν. Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι ενδέχεται να προκύψουν και άλλα κόστη κατά την εισαγωγή μιας τέτοιας μεταρρύθμισης, πέραν του άμεσου δημοσιονομικού κόστους, για παράδειγμα, κόστος για την οικονομία και πολιτικό κόστος.

36 Ο κανονισμός 1466/97, στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο γ), προβλέπει ότι τα ΠΣΣ θα περιέχουν ανάλυση κόστους-ωφελείας των μειζόνων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που επιφέρουν άμεσες μακροπρόθεσμες θετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, μεταξύ άλλων με την αύξηση της δυνητικής βιώσιμης ανάπτυξης.

37 Όπως εξήγησε η Επιτροπή, δεδομένης της παραδεδεγμένης δυσκολίας της ακριβούς ποσοτικοποίησης του αντικτύπου που έχουν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ελήφθη η πολιτική απόφαση να εφαρμοστεί μια πιο γενική προσέγγιση, η οποία έχει ως πλεονεκτήματα την αυξημένη αποτελεσματικότητα, επικοινωνιακότητα και ταχύτητα από την άποψη της υλοποίησης. Η προσέγγιση αυτή συνίσταται στην παροχή ενός βασικού περιθωρίου υπό τον όρο ότι μια μεταρρύθμιση ή δέσμη μεταρρυθμίσεων έχουν κριθεί αρκούντως σημαντικές κατόπιν αξιολόγησης (ή επαλήθευσης). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, κατά την αξιολόγηση μιας αίτησης για υπαγωγή στη ρήτρα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ενδιαφέρεται κυρίως για το κατά πόσο η μεταρρυθμιστική δέσμη προάγει τη δημοσιονομικής βιωσιμότητας.

38 Από κοινού συμφωνηθείσα θέση σχετικά με την ευελιξία στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, Συμβούλιο ECOFIN της ΕΕ, έγγρ. 14345/15, Βρυξέλλες 30 Νοεμβρίου 2015, παράγραφος 3.1, σ. 6.

39 Από κοινού συμφωνηθείσα θέση σχετικά με την ευελιξία στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, παράγραφος 3.3.(iv.).

40 Το παγκόσμιο μακροοικονομικό μοντέλο που χρησιμοποιεί η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων (ΓΔ ECFIN) για ανάλυση και έρευνα στον τομέα της μακροοικονομικής πολιτικής.

41 Άρθρο 5, παράγραφος 1, σημείο 13, και άρθρο 9, παράγραφος 1, σημείο 13, του κανονισμού αριθ. 1466/97.

42 Οδηγός ΣΣΑ της Επιτροπής («SGP Vade Mecum») (έκδοση 2017), παράγραφος 4, σ. 46.

43 Εαρινές οικονομικές προβλέψεις 2006 (Economic Forecast Spring 2006), Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πίνακας 2.9, σ. 43.

44 Τιμή αναφοράς 0,5 ΠΜ του ΑΕΠ μείον περιθώριο σημαντικής απόκλισης 0,25 ΠΜ του ΑΕΠ.

45 Η Ιταλία έλαβε περιθώρια για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις κοντά στο εν λόγω όριο.

46 Βλέπε, για παράδειγμα, το πλαίσιο 2.1 στο έγγραφο με τίτλο «Επισκόπηση των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης του 2017 και αξιολόγηση του δημοσιονομικού προσανατολισμού της ευρωζώνης για το 2018», Institutional paper 059, Ιούλιος 2017.

47 COM(2015) 12 final, Στρασβούργο 13.1. 2015.

48 Διάγραμμα 2.1 του ίδιου εγγράφου.

49 COM(2015) 12 final, ενότητα 2.2, Στρασβούργο, 13.1.2015. Η ανακοίνωση εγκρίθηκε αργότερα από το Συμβούλιο ECOFIN, υπό τον τίτλο «Από κοινού συμφωνηθείσα θέση σχετικά με την ευελιξία στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης», έγγρ. ECOFIN, 14345/15.

50 Ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Προς έναν θετικό δημοσιονομικό προσανατολισμό της ζώνης του ευρώ» σ. 7, COM(2016) 727 final της 16.11.2016, Βρυξέλλες.

51 Μια κλασική κριτική κατά της διακριτικής δημοσιονομικής πολιτικής είναι ότι τα αποτελέσματά της επέρχονται πάντοτε πολύ αργά και, στη συνέχεια, επιτείνουν τις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου.

52 Η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος για την Πορτογαλία έπαυσε τον Ιούνιο του 2017.

53 Στο πλαίσιο αυτό, η σύγκριση των συγκεντρωτικών στοιχείων της ΕΕ με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιαπωνία έχει πολύ περιορισμένη αξία. Η ΕΕ ούτε έχει εκτεταμένο δημόσιο χρέος ούτε διαθέτει φορολογικές εξουσίες.

54 Η μέση απαίτηση για τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της ΔΥΕ, με την παραδοχή ότι εφαρμόζεται ο πίνακας του προληπτικού σκέλους.

55 Η παρατήρηση επιβεβαιώνεται και όταν συγκρίνεται το χρέος προς το διαθέσιμο εθνικό εισόδημα, αν και η μείωση είναι ελαφρώς μικρότερη.

56 Το διαρθρωτικό ισοζύγιο της Κύπρου ήταν ιδιαίτερα θετικό το 2014, πολύ πάνω από τον ΜΔΣ της, πράγμα που σημαίνει ότι το 2017 η χώρα προσέγγισε τον ΜΔΣ της με καθοδική πορεία.

57 Στην περίπτωση της Γαλλίας, η ΔΥΕ κινήθηκε το 2009 και η αρχική προθεσμία για την έξοδο από τη διαδικασία αυτή έληγε το 2012. Ήδη από τα τέλη του 2009 παρατάθηκε έως το 2013. Το 2013 παρατάθηκε κατά δύο έτη, έως το 2015. Το 2015 παρατάθηκε κατά δύο επιπλέον έτη, έως το 2017. Η Γαλλία παρουσίασε αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης μόνο το 2009.
Στην περίπτωση της Ισπανίας, η προθεσμία αυτή παρατάθηκε τέσσερις φορές, δύο φορές κατά ένα έτος και δύο φορές κατά δύο έτη, η δε τελευταία ορισθείσα προθεσμία λήγει το 2018.

58 Βλέπε οδηγό ΣΣΑ της Επιτροπής («SGP Vade Mecum») (έκδοση 2017), ενότητα 2.3.2.1.

59 ΕΚΤ, Έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, Νοέμβριος 2017, σελίδα 29.

60 Το 2016 η Επιτροπή αναφέρθηκε σε μια τέτοια αντιστάθμιση: Για τον γενικό ορισμό της κατάλληλης δημοσιονομικής πολιτικής πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες της σταθεροποίησης και της βιωσιμότητας. Όπως αναλύεται κατωτέρω, ορισμένες φορές, η ύπαρξη αντισταθμισμάτων μεταξύ των δύο αυτών διαστάσεων μπορεί να απαιτεί την εξισορρόπηση μεταξύ της ανάγκης για παροχή άμεσης στήριξης στην οικονομία και της ταυτόχρονης ανάγκης να μην παραβλέπεται η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα. (σ. 116, Έκθεση για τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ 2016 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής).

61 COM(2017) 800 τελικό, με τίτλο «Σχέδια δημοσιονομικών προγραμμάτων για το 2018: Συνολική εκτίμηση».

62 https://ec.europa.eu/info/publications/economy-finance/european-commissions-forecasts-accuracy-revisited-statistical-properties-and-possible-causes-forecast-errors_en.

63 ΕΚΤ Οικονομικό Δελτίο 4/2017.

64 Όπ.π.

65 Βλέπε ανάλογη σύσταση στην έκθεση του 2017 του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου.

66 Η Ιταλία τέθηκε εκτός της ΔΥΕ τον Ιούνιο του 2013, η δε περίοδος πριν από αυτό το χρονικό σημείο καλυπτόταν εν μέρει από τον έλεγχο της ΔΥΕ από το Συνέδριο. Συμπεριλήφθηκε στο δείγμα λόγω της εκτεταμένης εφαρμογής των ρητρών ευελιξίας στο πλαίσιο του προληπτικού σκέλους και της γενικότερης σημασίας της για τις μακροοικονομικές εξελίξεις στην ΕΕ.

 

1 Οι απαντήσεις της Επιτροπής αντικατοπτρίζουν τις συζητήσεις με το Ελεγκτικό Συνέδριο έως τις 22 Μαΐου 2018

Στάδιο Ημερομηνία
Έγκριση του υπομνήματος σχεδιασμού του ελέγχου / Έναρξη του ελέγχου 20.9.2016
Επίσημη διαβίβαση του σχεδίου έκθεσης στην Επιτροπή (και σε κάθε άλλο ελεγχόμενο) 11.4.2018
Έγκριση της οριστικής έκθεσης μετά τη διαδικασία εκατέρωθεν ακρόασης 13.6.2018
Παραλαβή των επίσημων απαντήσεων της Επιτροπής (και κάθε άλλου ελεγχόμενου) σε όλες τις γλώσσες στα αγγλικά: 28.6.2018
στις άλλες γλώσσες: 19.7.2018

Κλιμάκιο ελέγχου

Οι ειδικές εκθέσεις του ΕΕΣ παρουσιάζουν τα αποτελέσματα των ελέγχων που αυτό διενεργεί επί των πολιτικών και προγραμμάτων της ΕΕ ή επί διαχειριστικών θεμάτων που αφορούν συγκεκριμένους τομείς του προϋπολογισμού. Το ΕΕΣ επιλέγει και σχεδιάζει τα εν λόγω ελεγκτικά έργα κατά τρόπον ώστε αυτά να αποφέρουν τον μέγιστο αντίκτυπο, λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων για τις επιδόσεις ή για τη συμμόρφωση, του επιπέδου των σχετικών εσόδων ή δαπανών, των επικείμενων εξελίξεων και του πολιτικού και δημόσιου συμφέροντος.

O εν προκειμένω έλεγχος επιδόσεων διενεργήθηκε από το Τμήμα Ελέγχου IV του ΕΕΣ, το οποίο εστιάζει στους τομείς της ρύθμισης των αγορών και της ανταγωνιστικής οικονομίας. Ο Neven Mates, Πρόεδρος του Τμήματος IV, έχει την αρμοδιότητα της έκθεσης, και συνεπικουρήθηκε στην κατάρτισή της από τον Γεώργιο Καρακατσάνη, προϊστάμενο του ιδιαίτερου γραφείου του, και τον Marko Mrkalj, προϊστάμενο του ιδιαίτερου γραφείου του, τον Ζαχαρία Κόλια, διευθυντή, τον Jacques Sciberras, υπεύθυνο έργου, τους Albano Martins Dias da Silva, Isabel Quintela, Adrian Savin και Marion Schiefele, ελεγκτές, και τον Aykut Efe, ασκούμενο.

Από αριστερά: Marion Schiefele, Albano Martins Dias da Silva, Jacques Sciberras, Γεώργιος Καρακατσάνης, Neven Mates, Marko Mrkalj, Isabel Quintela, Adrian Savin, Ζαχαρίας Κόλιας.

Επικοινωνία

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
12, rue Alcide De Gasperi
1615 Luxembourg
ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Τηλ:. +352 4398-1
Πληροφορίες: eca.europa.eu/el/Pages/ContactForm.aspx
Ιστότοπος: eca.europa.eu
Twitter: @EUAuditors

Περισσότερες πληροφορίες για την Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχονται από το διαδίκτυο (https://europa.eu/european-union/index_el).

Λουξεμβούργο: Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2018

PDF ISBN 978-92-847-0310-4 ISSN 1977-5660 doi:10.2865/918555 QJ-AB-18-015-EL-N
HTML ISBN 978-92-847-0255-8 ISSN 1977-5660 doi:10.2865/3258 QJ-AB-18-015-EL-Q

© Ευρωπαϊκή Ένωση, 2018

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή με αναφορά της πηγής. Για οποιαδήποτε χρήση ή αναπαραγωγή φωτογραφιών ή άλλου υλικού που δεν αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να ζητηθεί άδεια απευθείας από τους δικαιούχους των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΕ

Αυτοπροσώπως
Σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχουν εκατοντάδες κέντρα πληροφόρησης Europe Direct. Μπορείτε να βρείτε τη διεύθυνση του πλησιέστερου σε σας κέντρου στον δικτυακό τόπο https://europa.eu/european-union/index_el

Τηλεφωνικά ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Η Europe Direct είναι μια υπηρεσία που απαντά στις ερωτήσεις σας για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορείτε να επικοινωνήσετε με αυτήν την υπηρεσία:

  • καλώντας ατελώς τον αριθμό 00 800 6 7 8 9 10 11 (ορισμένα δίκτυα τηλεφωνίας ενδέχεται να χρεώνουν τις κλήσεις αυτές),
  • καλώντας ατελώς τον αριθμό +32 22999696 ή
  • μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον δικτυακό τόπο https://europa.eu/european-union/contact_el

ΒΡΕΙΤΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΕ

Στο διαδίκτυο
Πληροφορίες για την Ευρωπαϊκή Ένωση σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο Europa: https://europa.eu/european-union/contact_el

Στις εκδόσεις της ΕΕ
Μπορείτε να τηλεφορτώσετε ή να παραγγείλετε δωρεάν και επί πληρωμή εκδόσεις της ΕΕ στην ακόλουθη διεύθυνση: https://op.europa.eu/el/publications. Μπορείτε να ζητήσετε πολλαπλά αντίγραφα δωρεάν εκδόσεων επικοινωνώντας με την υπηρεσία Europe Direct ή με το τοπικό σας κέντρο πληροφόρησης (βλ. https://europa.eu/european-union/contact_el).

Στη νομοθεσία της ΕΕ και σε σχετικά έγγραφα
Για πρόσβαση σε νομικές πληροφορίες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του συνόλου της ενωσιακής νομοθεσίας από το 1951 σε όλες τις επίσημες γλώσσες, μεταβείτε στον δικτυακό τόπο EUR-Lex, στην ακόλουθη διεύθυνση: http://eur-lex.europa.eu/homepage.html?locale=el

Στα δημόσια δεδομένα από την ΕΕ
Η Πύλη Δημόσιων Δεδομένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (http://data.europa.eu/euodp/el/data) παρέχει πρόσβαση σε σύνολα δεδομένων από την ΕΕ. Τα δεδομένα μπορούν να τηλεφορτωθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν δωρεάν, τόσο για εμπορικούς όσο και για μη εμπορικούς σκοπούς.