18.11.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 281/44


Προσφυγή της 21ης Ιουλίου 2006 — Duyster κατά Επιτροπής

(Υπόθεση F-82/06)

(2006/C 281/79)

Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική

Διάδικοι

Προσφεύγουσα: Tineke Duyster (Oetrange, Λουξεμβούργο) [εκπρόσωπος: W.H.A.M. van den Muijsenbergh, δικηγόρος]

Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Αιτήματα της προσφεύγουσας

να κηρυχθεί η προσφυγή παραδεκτή ή, επικουρικώς, εν μέρει παραδεκτή·

να ακυρωθεί η απόφαση της Αρμόδιας για τους Διορισμούς Αρχής (ΑΔΑ), της 11ης Μαΐου 2006, κατά το μέρος που αφορά την υπ' αριθ. R/91/06 ένσταση, ή, επικουρικώς, να ακυρωθεί μερικώς·

να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα·

πέραν των προεκτεθέντων, η προσφεύγουσα επαναλαμβάνει τα αιτήματα που είχε υποβάλει στα πλαίσια της υποθέσεως F-18/06 (1).

Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα

Η προσφεύγουσα αμφισβήτησε ήδη, στο πλαίσιο των υποθέσεων F-51/05 (2) και F-18/06, το γεγονός ότι η Επιτροπή την έθεσε κατ' αρχάς σε κατάσταση γονικής αδείας για το χρονικό διάστημα από 1ης Νοεμβρίου 2004 έως 30 Απριλίου 2005, ακολούθως δε, με έγγραφο της 17ης Νοεμβρίου 2005, όρισε την 8η Νοεμβρίου 2004 ως ημερομηνία ενάρξεως της γονικής αδείας.

Διατηρώντας επιφυλάξεις ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό του τελευταίου αυτού εγγράφου, η προσφεύγουσα έβαλε κατ' αυτού στις 13 Φεβρουαρίου 2006, μέσω διοικητικής ενστάσεως και ένδικης προσφυγής (F-18/06). Η Επιτροπή, αφενός, προέβαλε ένσταση απαραδέκτου στο πλαίσιο της εν λόγω προσφυγής και, αφετέρου, με απόφαση της 11ης Μαΐου 2006, έκρινε απαράδεκτη τη διοικητική ένσταση.

Στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι τα προεκτεθέντα είχαν ως συνέπεια ότι δεν διαθέτει πλέον κανένα ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως που εμπεριέχει το έγγραφο της 17ης Νοεμβρίου 2005, ενώ καθίσταται ανέφικτη οποιαδήποτε καταβολή αποζημιώσεως σε σχέση με τις περιλαμβανόμενες στο εν λόγω έγγραφο δηλώσεις της ΑΔΑ. Τούτο αντίκεται ιδίως προς τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και τις νομικές αρχές που είναι κοινές στα κράτη μέλη και στις Κοινότητες.

Προς στήριξη της στρεφόμενης κατά της αποφάσεως περί απαραδέκτου προσφυγής της, η προσφεύγουσα επικαλείται ιδίως: i) την ύπαρξη πεπλανημένων πραγματικών περιστατικών που αποτελούν τη βάση της αποφάσεως, ii) την παραβίαση του περιεχομένου και της ratio του άρθρου 90 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων; iii) την ύπαρξη αντιφάσεων, iv) την έλλειψη σαφηνείας και την προχειρότητα της αποφάσεως, v) την παραβίαση του περιεχομένου και της ratio των άρθρων 24 και 25 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων; vi) την αντίθεση προς τη νομολογία σε θέματα παραδεκτού, vii) την κατάσταση αβεβαιότητας που δημιούργησε η Επιτροπή επ' αφορμή του νομικού χαρακτηρισμού του εγγράφου της 17ης Νοεμβρίου 2005; viii) την προσβολή των αρχών της αναλογικότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ίσης μεταχειρίσεως και της ασφαλείας δικαίου, καθώς και την προσβολή της αρχής περί σταθμίσεως των συμφερόντων, του καθήκοντος προς ενημέρωση που υπέχει ο εργοδότης, την προσβολή του δικαιώματος προς χρήση ένδικου μέσου, την προσβολή της αρχής της νομιμότητας και της αρχής περί χρηστής διοικήσεως, ix) την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τον ισχυρισμό της ΑΔΑ ότι το περιεχόμενο του αιτήματος που διατυπώνει η προσφεύγουσα απαντά ήδη στην υπόθεση F-51/05.

Επί της ουσίας της υποθέσεως, η προσφεύγουσα επικαλείται λόγους ακυρώσεως σε μεγάλο βαθμό παρεμφερείς προς εκείνους, επίκληση των οποίων έγινε στα πλαίσια της υποθέσεως F-18/06.


(1)  ΕΕ C 154 της 1.7.2006.

(2)  ΕΕ C 217 της 3.9.2005 (υπόθεση πρωτοκολληθείσα αρχικώς ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπό τον αριθμό T-249/05 και διαβιβασθείσα στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοικήσεως της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με διάταξη της 15.12.2005).