ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 18ης Απριλίου 2013 ( 1 )

Υπόθεση C‑115/12 P

Γαλλική Δημοκρατία

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως — Διαρθρωτικά Ταμεία — Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Αναπτύξεως — Διαρθρωτική παρέμβαση της Ένωσης στο γαλλικό υπερπόντιο διαμέρισμα της Μαρτινίκας — Μείωση της συνδρομής — Άρθρο 2 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ — Δημόσιες συμβάσεις — Συντονισμός των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων — Άμεση επιδότηση συναφθείσας από ιδιωτικό φορέα συμβάσεως έργου — Αθλητικές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις αναψυχής και σχόλης — Εργασίες ανακαινίσεως και επεκτάσεως σε ξενοδοχειακό συγκρότημα το οποίο εκμεταλλεύεται ιδιώτης»

I – Eισαγωγή

1.

Υπό ποιες προϋποθέσεις έργα ιδιωτών, τα οποία χρηματοδοτούνται ή ενισχύονται σε μεγάλο βαθμό από δημόσιες αρχές, πρέπει να υπάγονται σε διαδικασία διαγωνισμού κατά το ευρωπαϊκό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων; Στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία αφορά τη χρήση πόρων προερχομένων από ένα εκ των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών ταμείων, το Δικαστήριο καλείται να λάβει θέση επί του εν λόγω νομικού ζητήματος, το οποίο σε μεγάλο βαθμό παραμένει ακόμη αδιευκρίνιστο.

2.

Αντικείμενο της διαφοράς είναι ένα ιδιωτικό έργο από το έτος 2003 στο γαλλικό υπερπόντιο διαμέρισμα της Μαρτινίκας, στο πλαίσιο του οποίου ένα τουριστικό συγκρότημα που εκμεταλλεύεται μια ιδιωτική εταιρεία θα πρέπει να ανακαινισθεί και να επεκταθεί. Το έργο αυτό χρηματοδοτήθηκε κατά ποσοστό ανώτερο του 50 % από δημόσιες αρχές, μεταξύ άλλων και με πόρους του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως (EΤΠΑ).

3.

Όταν διαπιστώθηκε ότι το προαναφερθέν έργο πραγματοποιήθηκε χωρίς την προηγούμενη διεξαγωγή διαδικασίας διαγωνισμού υπό την έννοια του ευρωπαϊκού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβη, στις 28 Ιουλίου 2010, με την απόφαση C(2010) 5229, στην κατάργηση της χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΤΠΑ στο σχέδιο αυτό ( 2 ) (στο εξής: επίδικη απόφαση). Επικαλέσθηκε, συναφώς, την αρχή ότι η χρηματοδότηση από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία μπορεί να χορηγείται μόνο για σχέδια τα οποία συνάδουν προς τις κοινοτικές πολιτικές, μεταξύ άλλων προς τις πολιτικές στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων. Έκτοτε, η Γαλλία και η Επιτροπή ερίζουν ως προς το αν το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων απαιτούσε τη διεξαγωγή διαδικασίας διαγωνισμού σε σχέση με τις οικοδομικές εργασίες για την ανακαίνιση και την επέκταση του τουριστικού συγκροτήματος.

4.

Ουσιαστικά, σημασία στο πλαίσιο αυτό έχει το αν το εν λόγω τουριστικό συγκρότημα μπορεί να καταταγεί, υπό το πρίσμα του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, στην κατηγορία των αθλητικών εγκαταστάσεων και εγκαταστάσεων αναψυχής και σχόλης. Πράγματι, ειδικά σε σχέση με τέτοιες εγκαταστάσεις, οι διατάξεις του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων πρέπει να τηρούνται ακόμη και όταν η ανέγερσή τους ανατέθηκε σε ιδιώτες, υπό την προϋπόθεση ότι το εκάστοτε σχέδιο επιδοτείται άμεσα από το Δημόσιο κατά ποσοστό ανώτερο του 50 %.

5.

Επιπλέον, ανακύπτει το ερώτημα αν και οι φορολογικές ελαφρύνσεις μπορούν να θεωρηθούν ως άμεση επιδότηση υπό την έννοια των διατάξεων αυτών.

II – Το νομικό πλαίσιο

6.

Το νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως καθορίζει η οδηγία 93/37/ΕΟΚ ( 3 ). Το άρθρο 2 αυτής ορίζει τα εξής ( 4 ):

«(1)   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι αναθέτουσες αρχές να τηρούν ή να επιβάλλουν την τήρηση των διατάξεων της παρούσας οδηγίας όταν επιδοτούν άμεσα κατά ποσοστό ανώτερο του 50 % μια σύμβαση έργων που έχει συναφθεί από άλλη αρχή.

(2)   Η παράγραφος 1 αφορά μόνο τις συμβάσεις που περιλαμβάνονται στην ομάδα 502 της κλάσης 50 της γενικής ονοματολογίας των οικονομικών δραστηριοτήτων στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (NACE) και τις συμβάσεις που αφορούν οικοδομικές εργασίες για νοσοκομεία, αθλητικές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις αναψυχής και σχόλης, σχολικά και πανεπιστημιακά κτίρια και κτίρια που χρησιμοποιούνται για διοικητικούς σκοπούς.»

7.

Συμπληρωματικά, πρέπει να επισημανθεί το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 93/37, το οποίο ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς εφαρμογής της παρούσας οδηγίας:

α)

Ως συμβάσεις δημοσίων έργων ορίζονται οι “συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας συναπτόμενες εγγράφως μεταξύ, αφενός, ενός εργολήπτη και, αφετέρου, μιας αναθέτουσας αρχής […] οι οποίες έχουν ως αντικείμενο είτε την εκτέλεση, είτε τόσο την εκτέλεση όσο και μελέτη έργων [...] ή ενός έργου , όπως αυτό ορίζεται στο στοιχείο γ), είτε ακόμη την πραγματοποίηση [...] ενός έργου το οποίο ανταποκρίνεται στις επακριβώς αναφερόμενες από την αναθέτουσα αρχή ανάγκες.»

8.

Οι διατάξεις της οδηγίας 93/37 τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση μέσω της παραπομπής που πραγματοποιεί το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999, ο οποίος περιέχει γενικές διατάξεις για τα διαρθρωτικά ταμεία ( 5 ). Η ως άνω διάταξη, που φέρει τον τίτλο «Συμβατότητα», ορίζει τα εξής:

«Οι πράξεις που χρηματοδοτούνται από τα Ταμεία, από την ΕΤΕπ ή από άλλο χρηματοδοτικό όργανο, πρέπει να είναι σύμφωνες προς τις διατάξεις της [Σ]υνθήκης και των πράξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής, καθώς και προς τις κοινοτικές πολιτικές και δράσεις, περιλαμβανομένων όσων αφορούν τους κανόνες ανταγωνισμού, την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων, την προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος, την εξάλειψη των ανισοτήτων, καθώς και την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών.»

III – Το ιστορικό της διαφοράς

9.

Η Société martiniquaise des villages de vacances (SMVV) εκμεταλλεύεται, στο γαλλικό υπερπόντιο διαμέρισμα της Μαρτινίκας, το τουριστικό συγκρότημα «Les Boucaniers» του Club Méditerranée. Το 2003, η SMVV αποφάσισε να ανακαινίσει και να επεκτείνει την εγκατάσταση αυτή. Η αξία των οικοδομικών εργασιών υπολογίσθηκε σε περίπου 49,98 εκατομμύρια ευρώ.

10.

Για το σχέδιο αυτό εγκρίθηκαν από τη Μαρτινίκα επιδοτήσεις ύψους περίπου 2,5 εκατομμυρίων ευρώ και περαιτέρω φορολογικά πλεονεκτήματα εκ μέρους του γαλλικού Δημοσίου ύψους περίπου 16,69 εκατομμυρίων ευρώ ( 6 ). Με την απόφαση C(2004) 4142 της 18ης Οκτωβρίου 2004, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθόρισε, από την πλευρά της, τη χρηματοδοτική συνδρομή του ΕΤΠΑ σε 12,46 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 24,93 % των συνολικών επιλέξιμων δαπανών του σχεδίου.

11.

Πάντως, η νομιμότητα της χορηγήσεως των πόρων του ΕΤΠΑ από την Επιτροπή αμφισβητήθηκε από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε το 2007, επειδή, κατά παράβαση του άρθρου 2 της οδηγίας 93/37, δεν διεξήχθη διαδικασία διαγωνισμού σε σχέση με τις οικοδομικές εργασίες για την ανακαίνιση και την επέκταση του τουριστικού συγκροτήματος «Les Boucaniers», μολονότι το σχέδιο χρηματοδοτήθηκε σε ποσοστό 63,33 % συνολικά με ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από τις δημόσιες αρχές.

12.

Οι εν λόγω επικρίσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποτέλεσαν την αφορμή για μια μακρά αλληλογραφία και είχαν τελικά ως συνέπεια ότι η Επιτροπή, με την επίδικη απόφαση της 28ης Ιουλίου 2010, κατήργησε πλήρως τη χρηματοδοτική συνδρομή του ΕΤΠΑ στο σχέδιο ανακαινίσεως και επεκτάσεως του τουριστικού συγκροτήματος «Les Boucaniers». Επειδή το ως άνω οικοδομικό σχέδιο επιδοτήθηκε ως τμήμα ολοκληρωμένου προγράμματος για τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις της Ένωσης στο γαλλικό υπερπόντιο διαμέρισμα της Μαρτινίκας ( 7 ), η εν λόγω απόφαση της Επιτροπής είχε ως αποτέλεσμα, από τεχνικής απόψεως, την αντίστοιχη μείωση του συνολικού μεγέθους των διαρθρωτικών παρεμβάσεων της Ένωσης σε εκείνο το υπερπόντιο διαμέρισμα.

13.

Η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η Γαλλία κατά της επίδικης αποφάσεως, στις 11 Οκτωβρίου 2010, δεν ευδοκίμησε πρωτοδίκως. Με την απόφασή του της 16ης Δεκεμβρίου 2011 ( 8 ) (στο εξής και: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Γαλλίας ως αβάσιμη και καταδίκασε τη Γαλλία στα δικαστικά έξοδα.

IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία

14.

Με δικόγραφο της 1ης Μαρτίου 2012, η Γαλλική Δημοκρατία άσκησε κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει, στο σύνολό της, την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Δεκεμβρίου 2011, στην υπόθεση T-488/10, Γαλλία κατά Επιτροπής, και

να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, ακυρώνοντας την απόφαση C(2010) 5229 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2010, ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο.

15.

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

να κρίνει το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως απαράδεκτα και, επικουρικώς, αβάσιμα, καθώς και να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, και

να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.

16.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη διαδικασία, ενώ στις 11 Μαρτίου 2013 έλαβε χώρα και η επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

V – Εκτίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως

17.

Με την αίτηση αναιρέσεως, η Γαλλία προβάλλει κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου τρεις συνολικά λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν, αφενός, την έννοια της άμεσης επιδοτήσεως καθώς και την έννοια των αθλητικών εγκαταστάσεων και των εγκαταστάσεων αναψυχής και σχόλης κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 93/37 (πρώτος και τρίτος λόγος αναιρέσεως) και, αφετέρου, εγείρουν την αιτίαση περί παραμορφώσεως του περιεχομένου των πραγματικών περιστατικών καθώς και περί ανεπίτρεπτης εκ των υστέρων βελτιώσεως της αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως (δεύτερος λόγος αναιρέσεως). Θα εξετάσω πρώτα τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, πριν ασχοληθώ με τον πρώτο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως.

Α – Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: Αιτίαση περί παραμορφώσεως του περιεχομένου της επίδικης αποφάσεως και εκ των υστέρων βελτιώσεως της αιτιολογίας της

18.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Γαλλία βάλλει κατά της δεύτερης προτάσεως της σκέψεως 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στο εν λόγω χωρίο της αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στη συνολική λειτουργία του τουριστικού συγκροτήματος όταν εξέτασε, στην επίδικη απόφαση, το σχέδιο της πλήρους ανακαινίσεως του τουριστικού συγκροτήματος «Les Boucaniers» ( 9 ).

19.

Η Γαλλία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε στο σημείο αυτό το περιεχόμενο της επίδικης αποφάσεως και βελτίωσε την αιτιολογία της. Η Γαλλία είναι της γνώμης ότι, στην επίδικη απόφαση, η Επιτροπή δεν στηρίχθηκε πράγματι στη συνολική λειτουργία του τουριστικού συγκροτήματος, αλλά αποκλειστικά και μόνο στη φύση των πραγματοποιηθέντων έργων. Η Γαλλία παραπέμπει συναφώς στις αιτιολογικές σκέψεις 31 και 32 της επίδικης αποφάσεως.

20.

Κατά πάγια νομολογία, ο δικαστής της Ένωσης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσει με τη δική του αιτιολογία αυτήν του εκδόντος την προσβαλλόμενη πράξη ( 10 ). Ομοίως, δεν μπορεί να παραμορφώσει το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξεως ( 11 ).

21.

Από απόψεως περιεχομένου, η αιτίαση περί της παραμορφώσεως του περιεχομένου της επίδικης αποφάσεως και η αιτίαση περί βελτιώσεως της αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής κινούνται εν προκειμένω, σε τελική ανάλυση, στην ίδια κατεύθυνση. Στο Γενικό Δικαστήριο προσάπτεται και στις δύο περιπτώσεις ότι με την ερμηνεία του προσέδωσε στην επίδικη απόφαση νόημα το οποίο δεν έχει. Επομένως, αμφότερες οι αιτιάσεις μπορούν να υποβληθούν σε ενιαία εκτίμηση.

22.

Νομίζω ότι η Επιτροπή, με την επίδικη απόφαση, δεν εξέφρασε με ιδιαίτερη σαφήνεια την πραγματική της άποψη. Στις αιτιολογικές σκέψεις 31 και 32 της αποφάσεως εκείνης ασφαλώς βρίσκονται στο προσκήνιο οι μεμονωμένες οικοδομικές εργασίες στο πλαίσιο της ανακαινίσεως και της επεκτάσεως του τουριστικού συγκροτήματος «Les Boucaniers». Ορθώς το επισήμανε η Γαλλία. Ταυτόχρονα, όμως, στην επίδικη απόφαση αναφέρεται ότι το σχέδιο αποτελεί «ενιαίο σχέδιο» ή «συνολικό σχέδιο» (αιτιολογικές σκέψεις 28 και 31 της επίδικης αποφάσεως).

23.

Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι η Επιτροπή, κατά την έκδοση της αποφάσεώς της, εκτός από τη φύση των εργασιών αξιολόγησε και τη συνολική λειτουργία του τουριστικού συγκροτήματος «Les Boucaniers». Τουλάχιστον υπό το πρίσμα αυτό, η επίδικη απόφαση επιδέχεται περισσότερες ερμηνείες, οπότε δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι με την ερμηνεία του παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής ( 12 ) ούτε ότι βελτίωσε την αιτιολογία της αποφάσεως.

24.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.

Β – Πρώτος λόγος αναιρέσεως: η έννοια της άμεσης επιδοτήσεως κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37

25.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Γαλλία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε εσφαλμένα την έννοια της άμεσης επιδοτήσεως κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37.

26.

Η εν λόγω αιτίαση ανάγεται στο γεγονός ότι η παρασχεθείσα από το γαλλικό Δημόσιο ενίσχυση για την ανακαίνιση και την επέκταση του τουριστικού συγκροτήματος «Les Boucaniers» δεν έγκειται σε χρηματικές επιχορηγήσεις, αλλά σε φορολογικές ελαφρύνσεις, οι οποίες, επιπλέον –όπως εξήγησε η Γαλλία– δεν χορηγήθηκαν στην εταιρία Club Méditerranée ως κυρία του τουριστικού συγκροτήματος ή στην SMVV ως κυρία του έργου, αλλά στα φυσικά πρόσωπα, τα οποία ως εταίροι ιδιωτικής société en nom collectif ( 13 ) είχαν επενδύσει στο έργο αυτό ( 14 ).

27.

Η Γαλλία αμφισβητεί ότι οι εν λόγω φορολογικές ελαφρύνσεις μπορούν να θεωρηθούν «άμεση επιδότηση» υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37, και μάλιστα, αφενός, επειδή ουδόλως έχουν χαρακτήρα επιδοτήσεως και, αφετέρου, επειδή δεν συνεπάγονται άμεση επιδότηση. Ενδείκνυται να αρχίσω την εξέταση με το τελευταίο αυτό ζήτημα.

1. Επί της έννοιας της άμεσης επιδοτήσεως (δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)

28.

Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αφορά την έννοια της «άμεσης» επιδοτήσεως κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37 και βάλλει ειδικά κατά των σκέψεων 36 και 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η Γαλλία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον θεώρησε τις φορολογικές ελαφρύνσεις για τη σύμβαση έργου ως άμεση επιδότηση, μολονότι οι ελαφρύνσεις αυτές δεν χορηγήθηκαν ούτε στον κύριο του έργου ούτε στον κύριο του τουριστικού συγκροτήματος «Les Boucaniers», αλλά στους εταίρους ιδιωτικής société en nom collectif.

α) Το παραδεκτό

29.

H Επιτροπή θεωρεί ότι το εν λόγω σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, επειδή με αυτό τίθεται εν αμφιβόλω, κατά τη γνώμη της, η ορθότητα της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδείξεων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου και προβάλλεται νέα επιχειρηματολογία την οποία η Γαλλία δεν προέβαλε πρωτοδίκως.

30.

Η αντίρρηση αυτή δεν με πείθει.

31.

Η αιτίαση της Γαλλίας δεν αποσκοπεί στη λεπτομερέστερη εξέταση των πραγματικών διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου των φορολογικών ελαφρύνσεων, ιδίως διότι τέτοιες διαπιστώσεις ούτως ή άλλως δεν περιέχονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Αντιθέτως, η Γαλλία επικρίνει, αφενός, την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37 στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο, και, αφετέρου, τον χαρακτηρισμό των φορολογικών ελαφρύνσεων που χορηγήθηκαν συγκεκριμένα ως «άμεσης» επιδοτήσεως. Επομένως, τίθεται σε τελική ανάλυση υπό έλεγχο ο νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, για τη διεξαγωγή του οποίου αρμόδιο, κατά πάγια νομολογία, είναι το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας ( 15 ).

32.

Αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής, στερείται επίσης σημασίας το αν η Γαλλία προέβαλε ήδη πρωτοδίκως κάποιο επιχείρημα ειδικά για το ζήτημα της «άμεσης» επιδοτήσεως. Είναι πράγματι βέβαιον ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 36 και 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εξέτασε το ζήτημα αυτό. Οι εν λόγω αναλύσεις του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να υπόκεινται σε νομικό έλεγχο στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας. Η νομολογία αναγνωρίζει ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, έχει την εξουσία ελέγχου της νομικής λύσεως που δόθηκε σε σχέση με τους λόγους που προβλήθηκαν και εξετάσθηκαν πρωτοδίκως ( 16 ).

33.

Μπορεί η Γαλλία να μην υποστήριξε πρωτοδίκως ότι δεν υφίστατο άμεση επιδότηση του κυρίου του έργου ή του κυρίου του τουριστικού συγκροτήματος, επειδή οι φορολογικές ελαφρύνσεις παρασχέθηκαν σε ιδιώτες εταίρους μιας société en nom collectif. Ωστόσο, αρκεί απλώς να σημειωθεί συναφώς ότι επιτρέπεται στους διαδίκους να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, στο μέτρο που δεν μεταβάλλουν το αντικείμενο της διαφοράς την οποία εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο ( 17 ). Πάντως, στην παρούσα περίπτωση, ουδόλως υφίσταται κίνδυνος μιας τέτοιας μεταβολής του αντικειμένου της διαφοράς, δεδομένου ότι το ζήτημα της άμεσης επιδοτήσεως αποτέλεσε καθεαυτό αντικείμενο κατ’ αντιμωλία συζητήσεως μεταξύ των διαδίκων ήδη πρωτοδίκως.

34.

Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι παραδεκτό.

β) Το βάσιμο

35.

Επί της ουσίας, πάντως, οι ισχυρισμοί της Γαλλίας δεν ευσταθούν.

36.

Ήδη το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37 καταδεικνύει ότι η ύπαρξη «άμεσης επιδοτήσεως» δεν εξαρτάται από τα πρόσωπα στα οποία χορηγείται η ενίσχυση από τον δημόσιο φορέα. Αντιθέτως, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37, αρκεί ότι η σύμβαση έργου, η οποία συνάπτεται από άλλον οργανισμό που δεν είναι αναθέτουσα αρχή, επιδοτείται άμεσα κατά ποσοστό ανώτερο του 50 % από μια ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές. Με άλλα λόγια, η έννοια της άμεσης επιδοτήσεως δεν έχει προσωπικό άλλα αντικειμενικό χαρακτήρα.

37.

Η υποστηριζόμενη από τη Γαλλία ιδιαιτέρως στενή αντίληψη της «άμεσης επιδοτήσεως» θα διευκόλυνε υπερβολικά την καταστρατήγηση του άρθρου 2 της οδηγίας 93/37. Έτσι, μια αναθέτουσα αρχή θα μπορούσε να αποφεύγει τις απορρέουσες από την οδηγία υποχρεώσεις της, καθιστώντας δυνατή τη χορήγηση επιδοτήσεων για την εκάστοτε σύμβαση έργου όχι στον κύριο του έργου ή στον κύριο γηπέδου προς οικοδόμηση, αλλά σε πρόσωπα με τα οποία αυτοί συνδέονται οικονομικώς.

38.

Επομένως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 36 και 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εστίασε στο κατά πόσον το σχέδιο έλαβε άμεση επιδότηση υπό την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 93/37 και όχι στο αν η επιδότηση αυτή χορηγήθηκε ειδικά στον κύριο του έργου ή στον κύριο του τουριστικού συγκροτήματος «Les Boucaniers».

γ) Προσωρινό συμπέρασμα

39.

Επομένως, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι παραδεκτό, αλλά αβάσιμο.

2. Επί της έννοιας της «επιδοτήσεως» (πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως)

40.

Το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αφορά την έννοια της επιδοτήσεως κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/37 και βάλλει ειδικά κατά των σκέψεων 24 έως 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η Γαλλία είναι της γνώμης ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επιδότηση σύμφωνα με τη διάταξη αυτή.

41.

Η έννοια της επιδοτήσεως δεν διευκρινίζεται διεξοδικότερα στην οδηγία 93/37. Όπως ακριβώς πολλές άλλες αόριστες νομικές έννοιες, και η έννοια αυτή μπορεί να έχει διαφορετικό περιεχόμενο, ανάλογα με τον τομέα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον οποίον αφορά. Έτσι, οι διατάξεις για την προστασία της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς από εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους τρίτων χωρών περιλαμβάνουν ρητώς, στην έννοια της επιδοτήσεως, και φορολογικές ελαφρύνσεις ( 18 ). Αντιθέτως, οι φορολογικές ελαφρύνσεις στο δίκαιο του ανταγωνισμού καλύπτονται μεν από την ευρεία έννοια της κρατικής ενισχύσεως ( 19 ), όχι όμως από τη στενότερη έννοια της επιδοτήσεως ( 20 ). Ο δεύτερος αυτός όρος χαρακτηρίζει στο δίκαιο του ανταγωνισμού μόνο τις άμεσες επιδοτήσεις.

42.

Επομένως, για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 2 της οδηγίας 93/37, πρέπει να οριστεί αυτοτελώς μέσω ερμηνείας η σημασία που έχει ο όρος της επιδοτήσεως ο οποίος χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή.

43.

Αναμφιβόλως τόσο οι σκοποί του άρθρου 2 της οδηγίας 93/37 όσο και το κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου η διάταξη αυτή εντάσσεται μπορούν, αφεαυτών, να στηρίξουν ευρεία ερμηνεία της έννοιας της επιδοτήσεως, η οποία δεν χρειάζεται να περιοριστεί οπωσδήποτε στις άμεσες επιδοτήσεις από τις δημόσιες αρχές, αλλά μπορεί να καλύψει και άλλα μέτρα ενισχύσεως, όπως για παράδειγμα τις εξεταζόμενες εν προκειμένω φορολογικές ελαφρύνσεις. Ορθώς το Γενικό Δικαστήριο τόνισε τα ανωτέρω στην απόφασή του ( 21 ).

44.

Πάντως, η ερμηνεία του άρθρου 2 της οδηγίας 93/37 δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στους σκοπούς και στο κανονιστικό πλαίσιο της διατάξεως αυτής, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το ιστορικό θεσπίσεώς της. Ειδικά από το εν λόγω ιστορικό θεσπίσεως νομίζω ότι Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε, στην υπό κρίση υπόθεση, εσφαλμένα συμπεράσματα.

45.

H ρύθμιση, την οποία περιέχει το άρθρο 2 της οδηγίας 93/37, περιελήφθη για πρώτη φορά στο ευρωπαϊκό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων με το άρθρο 1α της οδηγίας 71/305 ( 22 ), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 89/440/ΕΟΚ ( 23 ) ( 24 ).

46.

Αξιοσημείωτο, σε σχέση με το άρθρο 1α της οδηγίας 71/305, είναι ότι τόσο η Επιτροπή όσο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ευνόησαν αρχικώς μια πολύ ευρεία διατύπωση, η οποία δεν περιοριζόταν μόνο στην άμεση επιδότηση. Πράγματι, η Επιτροπή πρότεινε να καλύψει το άρθρο 1α όλες τις μορφές της άμεσης ή έμμεσης χρηματοδοτήσεως συμβάσεων έργων ( 25 ). Ομοίως, η θέση του Κοινοβουλίου για το άρθρο 1α που ψηφίσθηκε κατά την πρώτη ανάγνωση, είχε ως αφετηρία την εν λόγω πολύ ευρεία έννοια της χρηματοδοτήσεως. Η θέση του Κοινοβουλίου για το άρθρο 1α που ψηφίσθηκε κατά την πρώτη ανάγνωση περιελάμβανε μάλιστα ορισμό της έννοιας της χρηματοδοτήσεως, ο οποίος, παράλληλα προς τις δημόσιες επιδοτήσεις, περιέκλειε ρητώς και την παροχή φορολογικών πλεονεκτημάτων ( 26 ).

47.

Απεναντίας, η διατύπωση του άρθρου 1α της οδηγίας 71/305 την οποία υιοθέτησε τελικώς το Συμβούλιο δεν αναφέρεται πλέον γενικώς στη χρηματοδότηση των συμβάσεων έργων, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά στην αναφορά της άμεσης επιδοτήσεως των συμβάσεων για έργα υποδομής από τις αναθέτουσες αρχές.

48.

Με το κείμενο αυτό το Συμβούλιο, ως ο τότε κοινοτικός νομοθέτης, κατέληξε, όσον αφορά το άρθρο 1α της οδηγίας 71/305 –αντίθετα προς την πρόταση της Επιτροπής και προς την ψηφισθείσα κατά την πρώτη ανάγνωση θέση του Κοινοβουλίου– σε στενή διατύπωση, η οποία αποφεύγει την ευρεία έννοια της «χρηματοδοτήσεως» και περιορίζεται στον κανόνα της άμεσης επιδοτήσεως κατά ποσοστό ανώτερο του 50 % των συμβάσεων για έργα υποδομής από τις αναθέτουσες αρχές.

49.

Από την κοινή δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η οποία συμπεριελήφθη στα πρακτικά του Συμβουλίου με αφορμή τη θέσπιση του άρθρου 1α της οδηγίας 71/305, δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό. Βεβαίως, στη δήλωση εκείνη επιβεβαιώνεται ότι το άρθρο 1α θα πρέπει να καλύπτει «όλες τις διαφορετικές μορφές άμεσης επιδοτήσεως» ( 27 ). Αντιθέτως, στη δήλωση δεν υπάρχει καμία ένδειξη περί του ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1α θα πρέπει να περιλαμβάνει, εκτός των αμέσων επιδοτήσεων, και άλλα πλεονεκτήματα, όπως για παράδειγμα φορολογικές ελαφρύνσεις, ή ότι οι εν λόγω φορολογικές ελαφρύνσεις θα πρέπει να θεωρούνται ως άμεσες επιδοτήσεις, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία.

50.

Λιγότερο πειστική υπό τις συνθήκες αυτές είναι η νομική αντίληψη του Γενικού Δικαστηρίου ( 28 ) και της Επιτροπής ότι η αναφορά, στο άρθρο 1α της οδηγίας 71/305, σε άμεση επιδότηση αποσκοπεί «σαφώς και αποκλειστικώς» στον αποκλεισμό έμμεσων επιδοτήσεων, όχι όμως και στον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της διατάξεως εκείνης. Πράγματι, με τον τρόπο αυτόν δεν εξηγείται γιατί το Συμβούλιο περιόρισε το γράμμα της εν λόγω διατάξεως ειδικά στην επιδότηση και δεν θέλησε να διατηρήσει τον αρχικώς χρησιμοποιηθέντα, πολύ γενικότερο, όρο της χρηματοδοτήσεως.

51.

Ενόψει του εν λόγω ιστορικού θεσπίσεως, η έννοια της άμεσης επιδοτήσεως στο άρθρο 2 της οδηγίας 93/37, που αποτελεί ομοίου περιεχομένου μεταγενέστερη ρύθμιση εκείνης του άρθρου 1α της οδηγίας 71/305, δυσχερώς μπορεί να ερμηνευθεί τόσο ευρέως ώστε να καταλαμβάνει ακόμη και τις φορολογικές ελαφρύνσεις. Δεν υφίστανται ενδείξεις περί του ότι ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να περιλάβει, στη διάταξη αυτή, μια τόσον ευρεία έννοια του όρου επιδότηση.

52.

Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όταν, παρά το ανωτέρω εκτεθέν ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 2 της οδηγίας 93/37, συμπεριέλαβε στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής και απλές φορολογικές ελαφρύνσεις.

53.

Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι βάσιμο. Για τον λόγο αυτόν και μόνον δικαιολογείται η αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, εάν δεν συνυπολογισθούν οι χορηγηθείσες από το γαλλικό Δημόσιο φορολογικές ελαφρύνσεις για την ανακαίνιση και την επέκταση του τουριστικού συγκροτήματος «Les Boucaniers», τότε το ποσοστό της άμεσης επιδοτήσεως από τις δημόσιες αρχές για το έργο αυτό μειώνεται κάτω του ορίου του 50 %, όπως το καθορίζει το άρθρο 2 της οδηγίας 93/37 ( 29 ).

Γ – Τρίτος λόγος αναιρέσεως: «αθλητικές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις αναψυχής και σχόλης » κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37

54.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που προέβαλε η Γαλλία αφορά τους όρους «αθλητικές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις αναψυχής και σχόλης» κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37. Η Γαλλία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι ερμήνευσε την έννοια αυτή κατά τρόπο υπέρμετρα διασταλτικό και δεν έλαβε συναφώς υπόψη ότι η διάταξη αφορά μόνον συμβάσεις έργων οι οποίες, αφενός, εξυπηρετούν τις συλλογικές ανάγκες των χρηστών αθλητικών εγκαταστάσεων, εγκαταστάσεων αναψυχής και σχόλης (βλ. επ’ αυτού κατωτέρω το τμήμα 1) και, αφετέρου, εκτελούνται προς άμεσο οικονομικό όφελος των αναθετουσών αρχών (βλ. επ’ αυτού κατωτέρω το τμήμα 2).

1. Επί της σημασίας των συλλογικών αναγκών των χρηστών των αθλητικών εγκαταστάσεων και των εγκαταστάσεων αναψυχής και σχόλης (πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως)

55.

Το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως βάλλει κατά των σκέψεων 56 έως 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η Γαλλία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη ότι ως αθλητικές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις αναψυχής και σχόλης κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 μπορούν να θεωρηθούν μόνον οι εγκαταστάσεις οι οποίες προορίζονται για την εξυπηρέτηση των συλλογικών αναγκών των χρηστών τους.

α) Το παραδεκτό

56.

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, επειδή η Γαλλία δεν επικαλέστηκε πρωτοδίκως «τις συλλογικές ανάγκες των χρηστών» των αθλητικών εγκαταστάσεων και των εγκαταστάσεων αναψυχής και σχόλης, αλλά στηρίχθηκε στο κριτήριο των «παραδοσιακών αναγκών των αναθετουσών αρχών».

57.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Είναι βεβαίως αληθές ότι η Γαλλία δεν χρησιμοποίησε πρωτοδίκως –εν πάση περιπτώσει κατά την έγγραφη διαδικασία– το κριτήριο των «συλλογικών αναγκών των χρηστών», αλλά είχε αρχικώς ταχθεί υπέρ της εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 σε συμβάσεις οι οποίες, λόγω της φύσεώς τους, εμπίπτουν στο πεδίο των παραδοσιακών αναγκών των αναθετουσών αρχών. Πάντως, η αναφορά που γίνεται στο εξής στις συλλογικές ανάγκες των χρηστών είναι απλώς η περαιτέρω ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας της Γαλλίας, η οποία δεν μεταβάλλει το αντικείμενο της διαφοράς και, επομένως, είναι παραδεκτή στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας ( 30 ).

58.

Επομένως, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως είναι παραδεκτό.

β) Το βάσιμο

59.

Κατ’ ουσίαν, στο πλαίσιο του υπό εξέταση πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, οι διάδικοι ερίζουν ως προς το αν η έννοια των αθλητικών εγκαταστάσεων, των εγκαταστάσεων αναψυχής και σχόλης κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 πρέπει να ερμηνευθεί συσταλτικά ή διασταλτικά.

60.

Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο τάχθηκε υπέρ της διασταλτικής ερμηνείας, την οποία χαρακτήρισε και «λειτουργική ερμηνεία» ( 31 ). Κατά την ερμηνεία αυτή, ακόμη και συμβάσεις έργων σε σχέση με ιδιωτικά τουριστικά συγκροτήματα όπως το Club Méditerranée «Les Boucaniers» εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, υπό την προϋπόθεση ότι επιδοτούνται κατά ποσοστό ανώτερο του 50 % από αναθέτουσες αρχές.

61.

Η ως άνω ερμηνεία της έννοιας των αθλητικών εγκαταστάσεων και των εγκαταστάσεων αναψυχής και σχόλης δεν είναι πειστική.

i) Η ανάγκη συσταλτικής ερμηνείας της έννοιας των αθλητικών εγκαταστάσεων και των εγκαταστάσεων αναψυχής και σχόλης

62.

Βεβαίως το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 μπορεί εκ πρώτης όψεως να προσιδιάζει και σε ιδιωτικά τουριστικά συγκροτήματα, όπως το επίδικο εν προκειμένω. Πάντως, τόσο οι στόχοι του άρθρου 2 της οδηγίας 93/37 όσο και οι συνθήκες υπό τις οποίες η διάταξη αυτή εντάσσει τις προαναφερθείσες αθλητικές εγκαταστάσεις και τις εγκαταστάσεις αναψυχής και σχόλης στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας συνηγορούν υπέρ της αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής.

63.

Με το άρθρο 2 της οδηγίας 93/37 δεν διευρύνεται γενικώς το πεδίο εφαρμογής του δικαίου των συμβάσεων δημοσίων έργων ώστε να καταλαμβάνει και όλα τα ιδιωτικά έργα, στο μέτρο που αυτά απλώς επιδοτούνται από δημόσιους πόρους κατά ποσοστό ανώτερο του 50 %.

64.

Αντιθέτως, το άρθρο 2 της οδηγίας 93/37 σκοπεί να συμβάλει απλώς στο να εμποδίσει την καταστρατήγηση των διατάξεων περί συμβάσεων δημοσίων έργων και τους επιδιωκόμενους με τις διατάξεις αυτές σκοπούς σε συγκεκριμένους τομείς ( 32 ). Για τον λόγο αυτόν, ειδικά στους τομείς αυτούς, το άρθρο 2 εντάσσει ιδιωτικά έργα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, στο μέτρο που τα έργα αυτά επιδοτούνται άμεσα από αναθέτουσες αρχές κατά ποσοστό ανώτερο του 50 %. Το γεγονός ότι δεν πρόκειται συναφώς για ρύθμιση δυνάμενη να γενικευθεί αλλά για αποκλειστική απαρίθμηση προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τη χρησιμοποίηση της διατυπώσεως «αφορά μόνο» στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37.

65.

Εξάλλου, η σύγκριση με τους άλλους τομείς των οποίων γίνεται μνεία στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 καταδεικνύει ότι πρόκειται αποκλειστικά για συμβάσεις σε σχέση με τον τομέα των συγκοινωνιακών υποδομών ( 33 ) ή με έργα τα οποία είτε τίθενται στη διάθεση του κοινωνικού συνόλου (σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία) ή πρόκειται να χρησιμοποιηθούν από την ίδια την αναθέτουσα αρχή (κτίρια που χρησιμοποιούνται για διοικητικούς σκοπούς).

66.

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει και η έννοια των αθλητικών εγκαταστάσεων και των εγκαταστάσεων αναψυχής και σχόλης στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 να ερμηνευθεί συσταλτικά, όπως άλλωστε έχει πράξει το Δικαστήριο και με άλλες διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων ( 34 ). Διαφορετικά απ’ ό,τι εκτιμά η Επιτροπή, η μέθοδος αυτή ουδόλως καταλήγει στο να «προσθέτει διά της ερμηνευτικής οδού» στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 ένα συμπληρωτικό κριτήριο, το οποίο δεν προέβλεψε ο νομοθέτης της Ένωσης. Αντιθέτως, μόνον η συσταλτική ερμηνεία της έννοιας των αθλητικών εγκαταστάσεων και των εγκαταστάσεων αναψυχής και σχόλης συνάδει προς τον σκοπό και το κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου ο νομοθέτης χρησιμοποιεί την έννοια αυτή στην οδηγία 93/37. Ορθώς η Γαλλία επισήμανε το γεγονός αυτό.

ii) Κριτήρια για τη συσταλτική ερμηνεία της έννοια των αθλητικών εγκαταστάσεων και εγκαταστάσεων αναψυχής και σχόλης

67.

Πάντως, μολονότι πρέπει να συμφωνήσω με τη Γαλλία ότι η έννοια των αθλητικών εγκαταστάσεων και των εγκαταστάσεων αναψυχής και σχόλης στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 χρήζει συσταλτικής ερμηνείας, δεν έχω πειστεί ότι τα κριτήρια που προτείνει το εν λόγω κράτος μέλος αποτελούν την ενδεδειγμένη βάση για μια τέτοια ερμηνεία.

68.

Το κριτήριο της «εξυπηρετήσεως των συλλογικών αναγκών των χρηστών» των αθλητικών εγκαταστάσεων και των εγκαταστάσεων αναψυχής και σχόλης, στο οποίο στηρίζεται η Γαλλία στο πλαίσιο της υπό κρίση αναιρετικής διαδικασίας, φαίνεται υπερβολικά αόριστο ώστε να μπορέσει να αποτελέσει πρόσφορο κανόνα για την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37. Θα ήθελα να προσθέσω ότι οι περισσότερες από τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή εγκαταστάσεις (σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, αλλά και αθλητικές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις αναψυχής και σχόλης) προορίζονται κατά κανόνα για την εξυπηρέτηση (τουλάχιστον και) ατομικών αναγκών των χρηστών τους ( 35 ). Πάντως, σε τελική ανάλυση, έχει λιγότερη σημασία το αν εξυπηρετούνται «ατομικά» ή «συλλογικά» συμφέροντα των χρηστών όσο μάλλον το αν η κατασκευή του οικείου έργου εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.

69.

Ούτε το πρωτοδίκως προταθέν από τη Γαλλία κριτήριο των «παραδοσιακών αναγκών των αναθετουσών αρχών» φαίνεται να είναι καταλληλότερο. Το κριτήριο εκείνο εστιάζει εντελώς μονόπλευρα στα καθήκοντα που κατά παράδοση επιτελούν οι δημόσιες αρχές και δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα καθήκοντα αυτά, με την πάροδο του χρόνου, μπορούν να μεταβληθούν και να διευρυνθούν. Μια πρόσφορη ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 πρέπει να λαμβάνει υπόψη και το στοιχείο αυτό.

70.

Κατά συνέπεια, η πρότασή μου είναι ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 έχει την έννοια ότι καταλαμβάνει μόνον ιδιωτικές συμβάσεις έργων που επιδοτούνται από αναθέτουσες αρχές προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Η κοινή ωφέλεια είναι μια συνηθισμένη έννοια ( 36 ) στο ενωσιακό δίκαιο, η οποία επιπλέον είναι αρκούντως ανοικτή ώστε, αφενός, να λαμβάνει υπόψη διαφορετικές ανάγκες στα κατ’ ιδίαν κράτη μέλη και στους πολυάριθμους φορείς τους και, αφετέρου, να καλύπτει και νέες εξελίξεις στον κύκλο των καθηκόντων των δημοσίων φορέων. Περαιτέρω, θα μπορούσε με τον τρόπο αυτόν να επιτευχθεί συνοχή μεταξύ του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων και του ευρωπαϊκού δικαίου του ανταγωνισμού.

71.

Μολονότι ούτε η Γαλλία ούτε η Επιτροπή αναφέρθηκαν, στην υπό κρίση υπόθεση, ρητώς στο κριτήριο της κοινής ωφελείας, τούτο δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να στηριχθεί και στο κριτήριο αυτό κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37. Ο δικαστής δεν είναι απλώς «το στόμα των διαδίκων» ( 37 ). Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να λαμβάνει υπόψη μόνο τα επιχειρήματα στα οποία οι διάδικοι στηρίζουν τους ισχυρισμούς τους, καθόσον έτσι ενδέχεται να στηρίξει την απόφασή του σε εσφαλμένες νομικές εκτιμήσεις ( 38 ).

72.

Επομένως, εάν το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37 ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή δεν καταλαμβάνει όλες τις αθλητικές εγκαταστάσεις και τις εγκαταστάσεις αναψυχής και σχόλης, αλλά μόνον αυτές που εξυπηρετούν την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας –για παράδειγμα ζώνες πρασίνου προσβάσιμες από το κοινό, αθλητικές εγκαταστάσεις, βιβλιοθήκες και μουσεία με ελεύθερη πρόσβαση του κοινού– τότε το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε, στην υπό κρίση περίπτωση, σε πλάνη περί το δίκαιο.

73.

Επομένως, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως είναι βάσιμο.

2. Επί του άμεσου οικονομικού οφέλους της αναθέτουσας αρχής (δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως)

74.

Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Γαλλία βάλλει ειδικά κατά της σκέψεως 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η Γαλλία είναι της γνώμης ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η έννοια των «συμβάσεων έργων» κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ έπρεπε να ερμηνευθεί ανεξαρτήτως της έννοιας των «συμβάσεων δημοσίων έργων» κατά το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της οικείας οδηγίας. Κατά τη Γαλλία, τόσο το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, όσο και το άρθρο 2 της οδηγίας 93/37 αφορούν μόνο συμβάσεις έργων οι οποίες παρουσιάζουν άμεσο οικονομικό ενδιαφέρον για την αναθέτουσα αρχή.

75.

Τα προβληθέντα από τη Γαλλία επιχειρήματα είναι πειστικά.

76.

Οι συμβάσεις έργων υπό την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 93/37 διαφέρουν από τις συμβάσεις του άρθρου 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής αποκλειστικά και μόνο κατά το ότι δεν συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές, αλλά από άλλους φορείς –π.χ. ιδιωτικές επιχειρήσεις– και μάλιστα με άμεση επιδότηση από αναθέτουσες αρχές κατά ποσοστό ανώτερο του 50 %.

77.

Κατά το γράμμα του, το άρθρο 2 της οδηγίας 93/37 συνδέεται άλλωστε, μέσω της χρησιμοποιήσεως του όρου «συμβάσεις έργων», με τον ορισμό που καθιερώνει το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, για όλη την οδηγία και από τον οποίον εξαρτάται βασικά το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.

78.

Και οι σκοποί του άρθρου 2 της οδηγίας 93/37 συνηγορούν υπέρ μιας ερμηνείας της έννοιας της συμβάσεως έργου η οποία προσανατολίζεται προς τον γενικό ορισμό που απαντά στο άρθρο 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας. Με το άρθρο 2 της οδηγίας θα πρέπει, δηλαδή, να αποτραπεί το ενδεχόμενο καταστρατηγήσεως των διατάξεων του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων δημοσίων έργων μέσω της παρεμβάσεως ιδιωτών ( 39 ). Κατά συνέπεια, το άρθρο 2 δεν μπορεί να συμπεριλάβει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας άλλες συμβάσεις έργων πλην εκείνων οι οποίες θα έπρεπε επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο διαδικασίας διαγωνισμού εάν επρόκειτο να συναφθούν από μια αναθέτουσα αρχή αντί από ιδιώτη.

79.

Επομένως, εάν στη συνήθη περίπτωση του άρθρου 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 93/37 υφίσταται σύμβαση έργου μόνον όταν η εκτέλεση του έργου προσπορίζει άμεσο οικονομικό όφελος στην αναθέτουσα αρχή ( 40 ), τούτο ισχύει και στην ειδική περίπτωση του άρθρου 2 της οδηγίας 93/37. Και η εν προκειμένω εκτέλεση του έργου μπορεί να ενταχθεί στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/37 μόνον εάν οι αναθέτουσες αρχές, οι οποίες επιδοτούν άμεσα το έργο αυτό κατά ποσοστό ανώτερο του 50 %, αντλούν άμεσο οικονομικό όφελος από αυτό.

80.

Όπως εξέθεσε το Δικαστήριο, άμεσο οικονομικό όφελος μπορεί να υφίσταται ιδίως όταν προβλέπεται ότι η αναθέτουσα αρχή πρόκειται να αποκτήσει την κυριότητα ή το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του έργου που θα κατασκευαστεί ή όταν πρόκειται να αποκομίσει οικονομικά πλεονεκτήματα ή να φέρει τους οικονομικούς κινδύνους που συνδέονται με τη μελλοντική χρήση του έργου ( 41 ). Τα ανωτέρω δεν μπορούν να γίνουν δεκτά σε μια περίπτωση όπως η υπό κρίση, στην οποία ένα ιδιωτικό έργο έλαβε χρηματοοικονομική στήριξη και μόνο –στο πλαίσιο της διαρθρωτικής ενισχύσεως– από αναθέτουσες αρχές.

81.

Αντιθέτως, το γεγονός και μόνον ότι ένα ιδιωτικό έργο μπορεί να επηρεάσει θετικά τη γενική οικονομική ανάπτυξη μιας περιοχής, όπως ενδέχεται να συμβεί στην περίπτωση της ανακαινίσεως και επεκτάσεως ενός ιδιωτικού τουριστικού συγκροτήματος, δεν αρκεί για να θεμελιώσει άμεσο οικονομικό όφελος των δημοσίων φορέων οι οποίοι επιδότησαν άμεσα το έργο αυτό. Πράγματι, οι εν λόγω δημόσιοι φορείς χρηματοδοτήσεως έχουν έμμεσο οικονομικό όφελος από την εκτέλεση του έργου καθεαυτή.

82.

Επομένως, και υπό το πρίσμα αυτό, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37. Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως είναι επίσης βάσιμο.

3. Τελική παρατήρηση επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως

83.

Σε σχέση με τα δύο σκέλη του τρίτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ακόμη ότι μια ευρεία ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37, όπως αυτή στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο, εξυπηρετεί τον σκοπό διασφαλίσεως αμερόληπτης χορηγήσεως δημοσίων κονδυλίων ( 42 ).

84.

Και το στοιχείο αυτό αποτελεί, ομολογουμένως, μέρος των σκοπών που επιδιώκονται με τους κανόνες του ευρωπαϊκού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων. Πάντως, ούτε η συνεκτίμηση του σκοπού αυτού οδηγεί σε αντίθετη προς την οικονομία του συστήματος ευρεία ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37. Ο νομοθέτης αποφάσισε να πραγματοποιήσει τον σκοπό αυτό κατά τρόπον ώστε να μην υπάγονται στις διατάξεις της οδηγίας 93/37 όλα, αλλά συγκεκριμένα μόνον ιδιωτικά έργα.

85.

Συμπληρωματικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι θεμελιώδεις ελευθερίες της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς –δηλαδή η ελευθερία εγκαταστάσεως και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών– εμπεριέχουν την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων, η οποία συνοδεύεται από την υποχρέωση διαφάνειας ( 43 ). Οι αρχές αυτές εμποδίζουν τις αναθέτουσες αρχές, ακόμη και εκτός του πεδίου εφαρμογής των οδηγιών περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, να επιδοτούν ή να χρηματοδοτούν με δημόσιους πόρους ιδιωτικά έργα κατά τρόπο αδιαφανή ή ενέχοντα δυσμενή διάκριση. Δεν απαιτείται προς τούτο διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37.

Δ – Σύνοψη

86.

Επειδή το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως καθώς και τα δύο σκέλη του τρίτου λόγου αναιρέσεως ευσταθούν, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.

VI – Απόφαση επί της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής

87.

Από το άρθρο 61, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, όταν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου για να την κρίνει.

88.

Στην υπό κρίση περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε με την απόφασή του το σύνολο των πρωτοδίκως προβληθέντων λόγων ακυρώσεως της Γαλλίας. Εξάλλου, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και κατά την αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, δόθηκε στους διαδίκους η δυνατότητα να αναπτύξουν τις θέσεις τους ως προς όλα τα σημεία που είναι κρίσιμα για την εκτίμηση της υπό κρίση υποθέσεως. Επίσης ούτε τα πραγματικά περιστατικά χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων. Κατά συνέπεια, η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση.

89.

Εάν το άρθρο 2 της οδηγίας 93/37 ερμηνευθεί και εφαρμοστεί όπως προτείνω ανωτέρω στο πλαίσιο του πρώτου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως ( 44 ), τότε η ασκηθείσα από τη Γαλλία προσφυγή ακυρώσεως είναι βάσιμη. Πράγματι, αφενός, το ιδιωτικό τουριστικό συγκρότημα «Les Boucaniers» δεν επιδοτείται άμεσα κατά ποσοστό ανώτερο του 50 %, εάν δεν ληφθούν υπόψη οι παρασχεθείσες από το γαλλικό Δημόσιο φορολογικές ελαφρύνσεις. Αφετέρου, το εν λόγω τουριστικό συγκρότημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αθλητική εγκατάσταση ή εγκατάσταση αναψυχής και σχόλης υπό την έννοια της διατάξεως εκείνης. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι κάτοικοι της Μαρτινίκας χρησιμοποιούν σποραδικά –ως ημερήσιοι επισκέπτες έναντι αντιτίμου– την προσφορά ψυχαγωγίας του τουριστικού συγκροτήματος, τούτο δεν αφαιρεί από το τουριστικό συγκρότημα τον χαρακτήρα του ως ξενοδοχειακής εγκαταστάσεως, η οποία αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση αμιγώς ιδιωτικών συμφερόντων και δεν παρέχει υπηρεσίες κοινής ωφελείας.

90.

Κατά συνέπεια, η επίδικη απόφαση της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί (άρθρο 264, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ).

VII – Δικαστικά έξοδα

91.

Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των δικαστικών εξόδων ( 45 ).

92.

Δυνάμει του άρθρου 138, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

93.

Με την πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή ακυρώσεως, η Γαλλία ζήτησε να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας στον πρώτο βαθμό.

94.

Αντιθέτως, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, η Γαλλία δεν υπέβαλε αίτημα περί των δικαστικών εξόδων. Επομένως, είναι δίκαιο να καταδικασθούν αμφότεροι οι διάδικοι στα δικαστικά τους έξοδα.

VIII – Πρόταση

95.

Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:

1)

Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 16ης Δεκεμβρίου 2011, Τ-488/10, Γαλλία κατά Επιτροπής.

2)

Ακυρώνει την απόφαση C(2010) 5229 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2010.

3)

Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας στον πρώτο βαθμό. Κατά τα λοιπά, ο κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.

( 2 ) Απόφαση C(2010) 5229 της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 2010, περί μειώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) δυνάμει του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού του στόχου 1 σχετικά με κοινοτική διαρθρωτική παρέμβαση στο υπερπόντιο διαμέρισμα της Μαρτινίκας στη Γαλλία.

( 3 ) Οδηγία 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 199, σ. 54). Η οδηγία αυτή καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε, εν τω μεταξύ, από την οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, για τον συντονισμό των διαδικασιών για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114), η οποία έπρεπε να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2006. Πάντως, στην υπό κρίση υπόθεση εφαρμόζεται ακόμη η οδηγία 93/37, στο χρονικό πεδίο εφαρμογής της οποίας εμπίπτει η χορήγηση της συμμετοχής του ΕΤΠΑ στο έργο της ανακαινίσεως και της επεκτάσεως του τουριστικού συγκροτήματος «Les Boucaniers».

( 4 ) Μία ουσιαστικώς ομοίου περιεχομένου διάταξη περιέχει σήμερα το άρθρο 8 της οδηγίας 2004/18, το οποίο προβλέπει την εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής, εκτός από τις συμβάσεις έργων, και στις συμβάσεις υπηρεσιών, και στις δύο πάντως περιπτώσεις μόνον εφόσον συντρέχει υπέρβαση ορισμένων χρηματοπιστωτικών ορίων.

( 5 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί των γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία (ΕΕ L 161, σ 1).

( 6 ) Τα εν λόγω φορολογικά πλεονεκτήματα στηρίζονται στο άρθρο 199 undecies B I του γαλλικού Code général des impôts (γενικού φορολογικού κώδικα).

( 7 ) Με την απόφαση C(2000) 3493 της 21ης Δεκεμβρίου 2000, η Επιτροπή ενέκρινε για τα έτη 2000-2006 συμμετοχή του ΕΤΠΑ δυνάμει του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού του στόχου 1 σχετικά με κοινοτική διαρθρωτική παρέμβαση γαλλικό υπερπόντιο διαμέρισμα της Μαρτινίκας, ύψους 17,15 εκατομμυρίων ευρώ.

( 8 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 2011, Τ-488/10, Γαλλία κατά Επιτροπής.

( 9 ) Στη γλώσσα διαδικασίας, η σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχει ως εξής: «Il convient de rappeler que, afin d’examiner si les marchés de travaux en cause portaient sur des travaux de bâtiment relatifs aux équipements sportifs, récréatifs et de loisirs au sens de l’article 2, paragraphe 2, de la directive 93/37, il y a lieu de se baser sur la vocation d’ensemble du club Les Boucaniers et non sur les travaux entrepris. À cet égard, il convient de relever que, en examinant, dans la décision attaquée, le projet consistant en une rénovation complète du club Les Boucaniers, la Commission a analysé l’applicabilité de l’article 2, paragraphe 2, de la directive 93/37 en ce sens».

( 10 ) Αποφάσεις της 27ης Ιανουαρίου 2000, C-164/98 P, DIR International Film κ.λπ. κατά Επιτροπής (DIR) (Συλλογή 2000, σ. I-447, σκέψεις 38 και 49), της 1ης Ιουνίου 2006, C-442/03 P και C-471/03 P, P&O European Ferries (Vizcaya) και Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I-4845, σκέψεις 60 και 67), της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C-487/06 P, British Aggregates κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I-10515, σκέψη 141), και της 24ης Ιανουαρίου 2013, C‑73/11 P, Frucona Košice κατά Επιτροπής (σκέψη 89.

( 11 ) Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας το Δικαστήριο εξετάζει αν το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά ή το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων (βλ. τις αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 2007, C-229/05 P, PKK και KNK κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. I-439, σκέψεις 35 και 37, της 18ης Ιουλίου 2007, C-326/05 P, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I-6557, σκέψη 57, και της 9ης Ιουνίου 2011, C-71/09 P, C-73/09 P και C-76/09 P, Comitato «Venezia vuole vivere» κατά Επιτροπής, Συλλογή 2011, σ.4727, σκέψεις 152 και 153).

( 12 ) Βλ. υπό την έννοια αυτή –όσον αφορά ένα έγγραφο το οποίο μπορούσε να ερμηνευθεί κατά πλείονες τρόπους– απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, C-260/09 P, Activision Blizzard Germany κατά Επιτροπής (Συλλογή 2011, σ. I-419, σκέψη 54).

( 13 ) Η société en nom collectif (SNC) κατά το γαλλικό δίκαιο είναι μια εμπορική εταιρία, στο πλαίσιο της οποίας οι εταίροι ευθύνονται προσωπικά με το σύνολο της περιουσίας τους.

( 14 ) Η Επιτροπή τονίζει, αντιθέτως, ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις χορηγήθηκαν στην ίδια τη société en nom collectif για το επίδικο έργο.

( 15 ) Αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψη 49), της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑167/04 P, JCB Service κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, I‑8935, σκέψη 106), της 16ης Ιουλίου 2009, C-440/07 P, Επιτροπή κατά Schneider Electric (Συλλογή 2009, σ. I-6413, σκέψη 191), και της 19ης Ιουλίου 2012, C‑337/09 P, Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group (σκέψη 55).

( 16 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (παρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψη 59), της 11ης Δεκεμβρίου 2008, C-295/07 P, Επιτροπή κατά Département du Loiret (Συλλογή 2008, σ. Ι-9363, σκέψη 95), και της 16ης Νοεμβρίου 2011, C-548/09 P, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 2011, σ. Ι-11381, σκέψη 122).

( 17 ) Αποφάσεις της 20ής Οκτωβρίου 1994, C-76/93 P, Scaramuzza κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-5173, σκέψη 18), PKK και KNK κατά Συμβουλίου (παρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 64), της 15ης Απριλίου 2010, C-485/08 P, Gualtieri κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. Ι-3009, σκέψη 37), και της 18ης Νοεμβρίου 2010, C-322/09 P, NDSHT κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. Ι-11911, σκέψη 41).

( 18 ) Άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 597/2009 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουνίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 188, σ. 93).

( 19 ) Πράγματι, ήδη στην απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 351, σκέψη 27), διευκρινίζεται ότι ο πιθανός φορολογικός χαρακτήρας ενός μέτρου δεν αρκεί για να το αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ)· βλ., επιπλέον, την απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2009, C-169/08, Presidente del Consiglio dei Ministri (Συλλογή 2009, σ. I-10821, σκέψεις 58 και 66).

( 20 ) Το γεγονός ότι η έννοια της επιδοτήσεως είναι στενότερη από την έννοια της ενισχύσεως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τις αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 549), της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, C-276/02, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I-8091, σκέψη 24), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, C-279/08 P, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2011, σ. Ι-7671, σκέψη 86).

( 21 ) Βλ., ιδίως, τις σκέψεις 32 και 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

( 22 ) Οδηγία 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7).

( 23 ) Οδηγία 89/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουλίου 1989, για την τροποποίηση της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 210, σ. 1).

( 24 ) Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται εσφαλμένως στο άρθρο 1α της οδηγίας 89/440, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για το άρθρο 1α της οδηγίας 71/305, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 89/440.

( 25 ) Στη συνταχθείσα από την Επιτροπή πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου που τροποποιεί την οδηγία 71/305/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης των δημοσίων συμβάσεων έργων [COM(86) 679 τελικό], η διάταξη αναφερόταν ακόμη ως άρθρο 2α και η παράγραφος 1 αυτής όριζε τα εξής: «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την τήρηση των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επενδύσεις για τις συμβάσεις έργων που συνάπτονται με φορείς άλλους πλην των οριζομένων στο άρθρο 1, παράγραφος βʹ, χρηματοδοτούνται εν όλω ή εν μέρει, άμεσα ή έμμεσα, από δημόσιους πόρους».

( 26 ) Κατά την πρώτη ανάγνωση, το Κοινοβούλιο τάχθηκε υπέρ της ακόλουθης διατυπώσεως, η οποία, κατά τον χρόνο εκείνο, εντάχθηκε στο κείμενο ως άρθρο 2α της οδηγίας 71/305 (ΕΕ 1988, C 167, σ. 65): «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την τήρηση των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αναθέτουσες αρχές […] χρηματοδοτούν κατά το μεγαλύτερο μέρος τις επενδύσεις για τις συμβάσεις έργων που συνάπτονται από άλλους οργανισμούς πλην των οριζομένων στο άρθρο 1, παράγραφος βʹ. Ως χρηματοδότηση νοείται: η χορήγηση δημοσίων επιδοτήσεων, οι επιδοτήσεις επιτοκίων για χορηγηθέντα δάνεια, η χορήγηση φορολογικών πλεονεκτημάτων, η χορήγηση πλεονεκτημάτων στον οικοδομικό τομέα».

( 27 ) Η εν λόγω δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά ορίζει τα εξής: «Το Συμβούλιο και η Επιτροπή επιβεβαιώνουν ότι, κατά την εφαρμογή του άρθρου 1α, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες οι μορφές άμεσων επιδοτήσεων, περιλαμβανομένων και των επιδοτήσεων κοινοτικής προελεύσεως, για τις εν λόγω συμβάσεις έργων».

( 28 ) Βλ. αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 35 στο τέλος.

( 29 ) Βλ. συναφώς ανωτέρω, σημεία 9 έως 11 των παρουσών προτάσεων.

( 30 ) Βλ. συναφώς την παρατεθείσα ανωτέρω, στην υποσημείωση 17, νομολογία.

( 31 ) Aναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ιδίως σκέψη 30 στο τέλος και σκέψη 59.

( 32 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ph. Léger της 7ης Δεκεμβρίου 2000, στην υπόθεση C-399/98, Ordine degli Architetti delle Province di Milano e Lodi κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-5409, σημείο 106)· βλ. και σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

( 33 ) Πρόκειται για τις συμβάσεις της ομάδας 502 της κλάσης 50 της γενικής ονοματολογίας των οικονομικών δραστηριοτήτων στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (NACE), οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/37.

( 34 ) Βλ., για παράδειγμα, την κατά πάγια νομολογία συσταλτική ερμηνεία της έννοιας της δημόσιας συμβάσεως με τον αποκλεισμό των οιονεί in house συμβάσεων, η οποία ανάγεται στην απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-107/98, Teckal (Συλλογή 1999, σ. I-8121, σκέψη 50, δεύτερη περίοδος).

( 35 ) H επίσκεψη ενός νοσοκομείου εξαρτάται από την κατάσταση της υγείας του εκάστοτε χρήστη και, επομένως, έχει απολύτως ατομικό χαρακτήρα. Αντιστοίχως, η επίσκεψη εκπαιδευτηρίων εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από τις ατομικές ικανότητες και προτιμήσεις εκάστου.

( 36 ) Βλ., για παράδειγμα, την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις «υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην Ευρώπη» (ΕΕ 2001, C 17, σ. 4) καθώς και την έκθεση «Υπηρεσίες κοινής ωφέλειας», την οποία η Επιτροπή υπέβαλε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Λάκεν [COM(2001) 598 τελικό].

( 37 ) Ομοίως εκτιμά και ο γενικός εισαγγελέας Ph. Léger στις προτάσεις του της 2ας Απριλίου 1998 στην υπόθεση C-252/96 P, Κοινοβούλιο κατά Gutiérrez de Quijano y Lloréns (Συλλογή 1998, σ. I-7421, σημείο 36).

( 38 ) Υπό την έννοια αυτή, βλ. διάταξη της 27ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑470/02 P, UER/M6 κ.λπ. (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 69), και απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, C-514/07 P, C-528/07 P και C-532/07 P, Σουηδία κατά API και Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. I-8533, σκέψη 65).

( 39 ) Βλ. ανωτέρω, σημείο 64 των παρουσών προτάσεων.

( 40 ) Βλ. αποφάσεις της 25ης Μαρτίου 2010, C-451/08, Helmut Müller (Συλλογή 2010, σ. Ι-2673, σκέψεις 49, 54, 57 και 58), και της 15ης Ιουλίου 2010, C-271/08, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2010, σ. Ι-7091, σκέψη 75), που εκδόθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 2004/18, η οποία ακολούθησε την οδηγία 93/37.

( 41 ) Βλ., συναφώς, απόφαση Helmut Müller (παρατεθείσα στην υποσημείωση 40, σκέψεις 50 έως 52). Προσφάτως, ο γενικός εισαγγελέας M. Whatelet ασχολήθηκε διεξοδικά με το κριτήριο του άμεσου οικονομικού οφέλους στις προτάσεις του της 11ης Απριλίου 2013, στην υπόθεση C‑576/10, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (σημεία 108 έως 113)· βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi της 17ης Νοεμβρίου 2009 στην υπόθεση Helmut Müller (παρατεθείσα στην υποσημείωση 40, σημεία 46 έως 62).

( 42 ) Η Επιτροπή αναφέρεται στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

( 43 ) Αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-324/98, Telaustria και Telefonadress (Συλλογή 2000, σ. I-10745, σκέψεις 60 έως 62), της 21ης Ιουλίου 2005, C-231/03, Coname (Συλλογή 2005, σ. I-7287, σκέψεις 16 και 17), και της 13ης Απριλίου 2010, C-91/08, Wall (Συλλογή 2010, σ. I-2815, σκέψη 68).

( 44 ) Βλ., ανωτέρω, σημεία 54 έως 82 των παρουσών προτάσεων.

( 45 ) Βάσει της γενικής αρχής ότι οι νέοι δικονομικοί κανόνες εφαρμόζονται επί του συνόλου των δικών που εκκρεμούν κατά τον χρόνο θέσεώς τους σε ισχύ (πάγια νομολογία, βλ. απλώς απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Meridionale Industria Salumi κ.λπ., Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 9), η απόφαση περί δικαστικών εξόδων στην υπό κρίση υπόθεση διέπεται από τον Κανονισμό Διαδικασίας του Δικαστηρίου της 25ης Σεπτεμβρίου 2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 2012 (στο ίδιο πνεύμα και η απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012, C-417/11 P, Συμβούλιο κατά Bamba, σκέψεις 91 και 92). Ωστόσο, από απόψεως περιεχομένου, δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ του άρθρου 69, παράγραφος 2, σε συνδυασμό προς το άρθρο 118 και το άρθρο 122, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου της 19ης Ιουνίου 1991.