ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

MICHAEL B. ELMER

της 24ης Οκτωβρίου 1995 ( *1 )

1. 

Στην παρούσα υπόθεση, το Tribunal de commerce de Liège, Βέλγιο, υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης και της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών ( 1 ) (στο εξής: οδηγία), σε σχέση με εθνικούς κανόνες που ορίζουν τις προϋποθέσεις για την έγκριση συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού.

Οι σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου

2.

Οι βελγικοί κανόνες περί εγκρίσεως από απόψεως τεχνικών προδιαγραφών συστημάτων συναγερμού έχουν θεσπιστεί με τον νόμο της 10ης Απριλίου 1990 περί των επιχειρήσεων φυλάξεως, των επιχειρήσεων ασφαλείας και των εσωτερικών υπηρεσιών ασφαλείας (στο εξής: νόμος) και με το βασιλικό διάταγμα της 14ης Μαΐου 1991 περί καθορισμού της διαδικασίας εγκρίσεως των συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού τα οποία αφορά ο νόμος της 10ης Απριλίου 1990 (στο εξής: διάταγμα του 1991).

3.

Ο νόμος αφορά, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, αυτού, συστήματα και εγκαταστάσεις συναγερμού που σκοπό έχουν να προλαμβάνουν ή να επισημαίνουν αδικήματα κατά προσώπων ή αγαθών.

Κατά το άρθρο 4 του νόμου, κανείς δεν μπορεί να εκμεταλλεύεται επιχείρηση ασφαλείας χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργείου Εσωτερικών. Η άδεια χορηγείται μόνον εάν η επιχείρηση πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου και τις σχετικές με τα χρηματοδοτικά μέσα και τον τεχνικό εξοπλισμό προϋποθέσεις, τις οποίες καθορίζει ο Βασιλιάς.

Το άρθρο 12 έχει ως εξής:

«Δεν επιτρέπεται η εμπορία ή η καθ' οιονδήποτε τρόπο διάθεση προς τους χρήστες των συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού που αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 4, και των εξαρτημάτων τους, παρά μόνον αφού έχουν προηγουμένως εγκριθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζει ο Βασιλιάς.

Ο Βασιλιάς ορίζει ομοίως τις πρϋποθέσεις εγκαταστάσεως, συντηρήσεως και χρήσεως των συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού που αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 4, και των εξαρτημάτων τους.»

4.

Το διάταγμα του 1991 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 12 του νόμου. Κατά το άρθρο 2 του διατάγματος του 1991, κανένας κατασκευαστής, εισαγωγέας, έμπορος χονδρικής πωλήσεως ή άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν μπορεί εντός του Βελγίου να εμπορεύεται ή να διαθέτει καθ' οποιονδήποτε άλλον τρόπο προς τους χρήστες νέο υλικό, εάν αυτό δεν έχει προηγουμένως εγκριθεί από την επιτροπή υλικού. Στο εγκεκριμένο υλικό πρέπει να αναγράφεται ευδιάκριτα ποιος υπέβαλε την αίτηση εγκρίσεως καθώς και η ίδια η έγκριση.

Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του διατάγματος του 1991 ο Υπουργός Εσωτερικών καταρτίζει κατάλογο των οργανισμών που μπορούν να προβαίνουν στις δοκιμές που προηγούνται της ενδεχομένης εγκρίσεως του υλικού. Η αίτηση εγκρίσεως πρέπει να υποβάλλεται απευθείας σε έναν από τους οργανισμούς αυτούς οι οποίοι είναι αποκλειστικώς αρμόδιοι για την πραγματοποίηση των δοκιμών.

Το άρθρο 5 έχει ως εξής:

«Πριν προβούν στις δοκιμές αυτές, τα εργαστήρια εξετάζουν το υλικό.

Η εξέταση αυτή συνίσταται:

1)

στην εξατομίκευση του υλικού·

2)

στον έλεγχο των ηλεκτρονικών κυκλωμάτων σε αντιπαραβολή με τα έγγραφα που υποβάλλει ο κατασκευαστής·

3)

στον έλεγχο των ελαχίστων απαιτουμένων λειτουργιών, όπως περιγράφονται στο παράρτημα 4 του παρόντος διατάγματος.»

Το άρθρο 6 έχει ως εξής:

«Οι δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλεται το υλικό αφορούν:

1)

τη λειτουργική επάρκεια·

2)

τον μηχανισμό·

3)

την αξιοπιστία της μηχανικής και/ή της ηλεκτρονικής λειτουργίας·

4)

τη μη αντίδραση στα παραπλανητικά σήματα κινδύνου·

5)

την προστασία από την εξαπάτηση ή την απόπειρα εξουδετερώσεως του υλικού.

Προς τούτο, το υλικό υποβάλλεται στις δοκιμές που αναφέρονται στα παραρτήματα 3 και 4 του παρόντος διατάγματος. Κατόπιν, αιτήσεως προς τους οργανισμούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, μπορεί να χορηγηθεί λεπτομερής περιγραφή των δοκιμών αυτών. Στις δοκιμές αυτές υποβάλλονται τα διάφορα είδη εξαρτημάτων.»

Στο άρθρο 7 ορίζεται ότι «οι δοκιμές που πραγματοποιούνται επί των μεμονωμένων εξαρτημάτων δεν αποτελούν εγγύηση ότι τα εξαρτήματα αυτά είναι συμβατά μεταξύ τους. Τη σχετική ευθύνη φέρει πλήρως αυτός ο οποίος έχει σχεδιάσει το σύστημα συναγερμού».

Από το άρθρο 8 του διατάγματος του 1991 προκύπτει ότι «αν ο αιτών αποδείξει, μέσω των απαραιτήτων εγγράφων, ότι το υλικό του έχει ήδη υποβληθεί σε δοκιμασίες τουλάχιστον ισοδύναμες προς αυτές που περιγράφονται στο άρθρο 7, σε εγκεκριμένο εργαστήριο εντός άλλου κράτους μέλους της ΕΟΚ, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ΕΟΚ, και ότι το υλικό εγκρίθηκε το πολύ τρία έτη πριν από την ημερομηνία της υποβαλλομένης αιτήσεως, ένας από τους οργανισμούς του άρθρου 4, παράγραφος 1, υποβάλλει το υλικό μόνο στις δοκιμασίες στις οποίες δεν έχει ακόμη υποβληθεί εντός του άλλου κράτους μέλους της ΕΟΚ».

Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως

5.

Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η CIA Security International SA (στο εξής: CIA) είναι μια βελγική επιχείρηση η οποία, το 1993, ανέλαβε την επιχείρηση που ανήκει στην υπό εκκαθάριση CIA Security SPRL. Μεταξύ των αναληφθέντων στοιχείων του ενεργητικού ήταν το σύστημα ασφαλείας κατά διαρρήξεων «Andromède» το οποίο είχε βραβευθεί στο 42ο «Salon Mondial de l'invention, de la recherche et de l'innovation industrielle — Bruxelles-Eureka '93». H CIA συνέχισε μετά την εν λόγω ανάληψη επιχειρήσεως να εμπορεύεται το σύστημα Andromède, το οποίο, όπως διευκρίνισε, συναρμολογείται στο Βέλγιο από προϊόντα που κατασκευάζονται στη Γερμανία, την Ιταλία και το Βέλγιο. Δεν αμφισβητείται στην παρούσα υπόθεση ότι για το εν λόγω σύστημα συναγερμού δεν έχει υποβληθεί εντός του Βελγίου αίτηση για τη χορήγηση της προβλεπομένης εγκρίσεως.

6.

Οι εναγόμενες της κύριας δίκης, η Signalson SA (στο εξής: Signalson) και η Securitel SPRL (στο εξής: Securitel), ανταγωνίζονται την CIA. Οι επιχειρήσεις αυτές ανακοίνωσαν στο πλαίσιο της εμπορίας των προϊόντων τους, μεταξύ άλλων, ότι η εν λόγω βράβευση του συστήματος Andromede έγινε επί εσφαλμένης βάσεως, ότι το σύστημα Andromede δεν λειτουργούσε και ότι η επιχείρηση δεν είχε λάβει άδεια από τις βελγικές αρχές. Οι δηλώσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν τον Ιανουάριο 1994.

7.

Κατόπιν αυτού, η CIA, άσκησε στις 21 Ιανουαρίου 1994, αγωγή ενώπιον του Tribunal de commerce de Liège, υποστηρίζοντας ότι οι ενέργειες αυτές της Signalson και της Securitel συνιστούν αθέμιτη από απόψεως εμπορίας συμπεριφορά και, επομένως, συνιστούν παράβαση των άρθρων 93 και 95 του νόμου της 14ης Ιουλίου 1991 περί εμπορίας (στο εξής: βελγικός νόμος περί εμπορίας). Η CIA ζήτησε επιπλέον να επιβληθεί πρόστιμο στην Signalson και τη Securitel, καθώς και να υποχρεωθούν να προβούν σε δημοσίευση της αποφάσεως. Η CIA τόνισε κατά τη διαδικασία ότι οι βελγικοί κανόνες του νόμου του διατάγματος του 1991 περί εγκρίσεως συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού συνιστούν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών και, κατά συνέπεια, αντιβαίνουν προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, επιπλέον δε ότι οι διατάξεις αυτές είναι ανίσχυρες, επειδή — πράγμα που δεν αμφισβητείται — δεν έχουν ανακοινωθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με τους κανόνες της οδηγίας.

8.

Η Signalson και η Securitel προέβαλαν στο πλαίσιο της κύριας δίκης μία σειρά αυτοτελών ισχυρισμών, μεταξύ των οποίων ότι η CIA ενήργησε κατά τρόπο που συνιστά αθέμιτη από απόψεως εμπορίας συμπεριφορά κατά την εμπορία του συστήματος συναγερμού, για το οποίο δεν έχει δοθεί η προβλεπόμενη άδεια, και κατά την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως της η οποία δεν έχει εγκριθεί, ζήτησαν δε να απαγορευθεί η εμπορία στο μέλλον του συστήματος Andromede και να επιβληθεί στη CIA χρηματική ποινή. Επιπλέον, ζήτησαν να υποχρεωθεί η CIA να παύσει κάθε μορφή διαφημίσεως με την οποία το σύστημα Andromede παρουσιάζεται ως βελγικό προϊόν, επειδή, κατά την άποψη της Signalson και της Securitel, το προϊόν αυτό προέρχεται από τη Γερμανία ή τη Γαλλία.

Οι σχετικοί κανόνες του κοινοτικού δικαίου

9.

Κατά το άρθρο 30 της Συνθήκης, ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορεύονται.

10.

Η οδηγία προβλέπει μια διαδικασία πληροφορήσεως κατά την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να διαβιβάζουν οποιοδήποτε σχέδιο εθνικού κανόνα στην Επιτροπή.

Στο άρθρο 1, παράγραφοι 1, 5 και 6, ορίζονται οι έννοιες «τεχνικές προδιαγραφές», «τεχνικός κανόνας» και «σχέδιο τεχνικού κανόνα». Οι διατάξεις αυτές έχουν ως εξής:

«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:

1)

“τεχνικές προδιαγραφές” οι προδιαγραφές που περιέχονται σε έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως η ποιοτική στάθμη, η απόδοση, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, καθώς και οι προδιαγραφές που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, το μαρκάρισμα και το ετικετάρισμα καθώς και οι μέθοδοι και οι διαδικασίες παραγωγής για τα γεωργικά προϊόντα, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 38, παράγραφος 1, της Συνθήκης για τα προϊόντα που προορίζονται για τη διατροφή ανθρώπων ή ζώων καθώς και για τα φάρμακα όπως ορίζονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 87/21/ΕΟΚ

(...)

5)

“τεχνικός κανόνας”, οι τεχνικές προδιαγραφές, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών διατάξεων που ισχύουν για αυτές, η τήρηση των οποίων είναι υποχρεωτική, de jure ή de facto, για την εμπορία ή χρησιμοποίηση σε κράτος μέλος ή σε μεγάλο τμήμα του κράτους αυτού, με εξαίρεση τις προδιαγραφές που ορίζονται από τις αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης·

6)

“σχέδιο τεχνικού κανόνα” το κείμενο τεχνικών προδιαγραφών, συμπεριλαμβανομένων και των διοικητικών διατάξεων, που καταρτίζεται για να καθιερώσει ή να συμβάλει στην τελική καθιέρωση των προδιαγραφών αυτών ως τεχνικών κανόνων, και το οποίο βρίσκεται σε προπαρασκευαστικό στάδιο, κατά το οποίο μπορούν ακόμα να επέλθουν ουσιαστικές τροποποιήσεις.»

11.

Κατά το άρθρο 5, ιδρύεται μόνιμη επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους των κρατών μελών, οι οποίοι μπορούν να υποβοηθούνται από εμπειρογνώμονες ή συμβούλους. Την προεδρία ασκεί ο εκπρόσωπος της Επιτροπής.

12.

Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη αμέσως ανακοινώνουν στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός αν πρόκειται απλώς για πιστή εισαγωγή διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου, οπότε αρκεί μια απλή ενημέρωση σχετικά με το εν λόγω πρότυπο. Επίσης απευθύνουν στην Επιτροπή σύντομη ανακοίνωση των λόγων που καθιστούν αναγκαία την κατάρτιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα, εκτός αν οι λόγοι αυτοί εμφαίνονται ήδη στο σχέδιο. Κατά περίπτωση, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν ταυτόχρονα το κείμενο των βασικών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, στις οποίες αναφέρεται, κατά κύριο και άμεσο τρόπο, το σχέδιο τεχνητού κανόνα, εάν η γνώση αυτού του κειμένου είναι αναγκαία για την εκτίμηση του πεδίου εφαρμογής του σχεδίου τεχνικού κανόνα.

Η Επιτροπή γνωστοποιεί αμέσως το σχέδιο στα λοιπά κράτη μέλη μπορεί, επίσης, να το υποβάλει προς γνωμοδότηση στην επιτροπή του άρθρου 5 και, ενδεχομένως, στην επιτροπή που είναι αρμόδια στον εν λόγω τομέα.»

13.

Η Επιτροπή και τα πρώτη μέλη μπορούν μετά την ανακοίνωση να διατυπώσουν παρατηρήσεις επί του σχεδίου που το οικείο κράτος μέλος, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, θα λάβει υπόψη στο μέτρο του δυνατού, αργότερα, κατά την τελική διατύπωση του τεχνικού κανόνα.

14.

Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 4, οι πληροφορίες που παρέχονται δυνάμει του άρθρου 8 είναι εμπιστευτικές. Ωστόσο, η επιτροπή και τα κράτη μέλη μπορούν, λαμβάνοντας τις αναγκαίες προφυλάξεις, να ζητούν την αρωγή πραγματογνωμόνων φυσικών ή νομικών προσώπων του ιδιωτικού τομέα ( 2 ).

15.

Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη αναβάλλουν, κατά έξι μήνες από την ημερομηνία της ανακοινώσεως την έγκριση ενός σχεδίου τεχνικού κανόνα, εφόσον η Επιτροπή ή άλλο κράτος μέλος εκφέρουν, πριν από την πάροδο τριών μηνών από την εν λόγω ημερομηνία, λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία κρίνεται αναγκαία η τροποποίηση του σχεδιαζόμενου μέτρου ώστε να εξαλειφθούν ή να περιοριστούν τα εμπόδια που το μέτρο αυτό θα μπορούσε, ενδεχομένως, να δημιουργήσει στην ελεύθερη διακίνηση των αγαθών. Το οικείο κράτος μέλος πληροφορεί την Επιτροπή για τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει σε αιτιολογημένες γνώμες αυτού του είδους. Η Επιτροπή διατυπώνει συναφώς τις παρατηρήσεις. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται από έξι σε δώδεκα μήνες, αν η Επιτροπή πριν από την πάροδο τριών μηνών από την κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, ανακοίνωση γνωστοποιήσει την πρόθεση της να προτείνει ή να εκδώσει οδηγία για το θέμα αυτό.

Αντιθέτως, από το άρθρο 9, παράγραφος 1, προκύπτει ότι κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει το ανακοινωθέν σχέδιο, εφόσον η Επιτροπή ή κράτος μέλος δεν διατυπώσουν παρατηρήσεις πριν παρέλθει η προθεσμία των τριών μηνών.

16.

Σε μια ανακοίνωση της 1ης Οκτωβρίου 1986 σχετική με τη μη τήρηση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, η Επιτροπή διατύπωσε τις απόψεις της ως προς τις έννομες συνέπειες που προκύπτουν όταν δεν τηρείται η προϋπόθεση ανακοινώσεως ( 3 ).

Από την έβδομη και όγδοη παράγραφο της ανακοινώσεως προκύπτουν τα ακόλουθα:

«Είναι σαφές ότι η εκ μέρους των κρατών μελών αθέτηση των υποχρεώσεων τους βάσει αυτής της διαδικασίας πληροφόρησης θα δημιουργούσε σοβαρά χάσματα στην εσωτερική αγορά και ενδεχομένως ζημιογόνα αποτελέσματα στο εμπόριο.

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι, όταν ένα κράτος μέλος πυρώνει τεχνική προδιαγραφή που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ, χωρίς να κοινοποιεί το προσχέδιο της στην Επιτροπή και αθετώντας την υποχρέωση αναστολής της διαδικασίας, το κατ' αυτόν τον τρόπο θεσπιζόμενο κείμενο δεν είναι εκτελεστό έναντι τρίτων στο πλαίσιο της έννομης τάξης του εν λόγω κράτους μέλους. Η Επιτροπή θεωρεί, συνεπώς, ότι οι τυχόν διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τα εθνικά δικαστήρια να αρνηθούν την εφαρμογή των εθνικών τεχνικών προδιαγραφών που δεν έχουν κοινοποιηθεί όπως τούτο επιβάλλεται από την κοινοτική νομοθεσία.»

17.

Από μια ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων των τίτλων των σχεδίων τεχνικών κανονιστικών ρυθμίσεων, που κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την οδηγία 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 88/182/ΕΟΚ ( 4 ), προκύπτει ότι η Επιτροπή, προκειμένου να επιστήσει την προσοχή της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σ' αυτά τα σχέδια αποφάσισε να δημοσιεύει κατάλογο των κοινοποιήσεων που λαμβάνει, επειδή η δημοσίευση αυτή θα ενισχύσει, κατά την άποψη της Επιτροπής, τον μηχανισμό αποτροπής της δημιουργίας νέων εμποδίων ο οποίος έχει θεσπιστεί με την οδηγία.

Προκύπτει επίσης ότι η δημοσίευση, η οποία άρχισε τον Μάρτιο του 1989, πραγματοποιείται εβδομαδιαίως και εκτός από τον τίτλο του σχεδίου περιλαμβάνει την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας status quo των τριών μηνών. Στη δημοσίευση αναφέρονται οι υπηρεσίες πάθε κράτους μέλους από τις οποίες πάθε επιχειρηματίας μπορεί να λάβει συμπληρωματικές πληροφορίες ως προς το περιεχόμενο κάθε κοινοποιούμενου σχεδίου.

Τέλος, η Επιτροπή αναφέρεται, όσον αφορά τις νομικές συνέπειες από την έλλειψη ανακοινώσεως, στην προπαρατεθείσα δημοσίευση της 1ης Οκτωβρίου 1986.

18.

Με τις συγκεκριμένες δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Επιτροπή αναφέρεται στις προπαρατεθείσες ανακοινώσεις και παραθέτει την παράγραφο 8 της ανακοινώσεως του 1986, η οποία, όπως προεκτέθηπε, αφορά τις νομικές συνέπειες οι οποίες, κατά την άποψη της Επιτροπής, συνδέονται με την έλλειψη ανακοινώσεως ( 5 ).

Τα υποβληθέντα ερωτήματα

19.

Το Tribunal de commerce de Liège υπέβαλε στο Δικαστήριο, με απόφαση της 20ής Ιουνίου 1994, τα ακόλουθα ερωτήματα:

«1)

Δημιουργεί ο νόμος της 10ης Απριλίου 1990, περί των επιχειρήσεων φυλάξεως, των επιχειρήσεων ασφαλείας και των εσωτερικών υπηρεσιών ασφαλείας, ειδικότερα δε τα άρθρα 4 και 12 αυτού, ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή ή περιλαμβάνει μέτρα αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ;

2)

Συμβιβάζεται το βασιλικό διάταγμα της 14ης Μαΐου 1991, περί καθορισμού της διαδικασίας εγκρίσεως των συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού που αφορά ο νόμος της 10ης Απριλίου 1990, ιδίως δε τα άρθρα 2 και 8 αυτού, προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή καθώς και τα μέτρα αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό;

3)

Περιλαμβάνει ο προαναφερθείς νόμος της 10ης Απριλίου 1990, ιδίως δε τα άρθρα 4 και 12 αυτού, τεχνικούς κανόνες που έπρεπε προηγουμένως να ανακοινωθούν στην Επιτροπή, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 8 της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ;

4)

Περιλαμβάνει το βασιλικό διάταγμα της 14ης Μαΐου 1991, ιδίως τα άρθρα 2 και 8 αυτού, τεχνικούς κανόνες που έπρεπε προηγουμένως να ανακοινωθούν στην Επιτροπή, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 8 της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ;

5)

Είναι ανεπιφύλακτες και αρκούντως σαφείς οι διατάξεις της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, ιδίως δε τα άρθρα 8 και 9 αυτής, ώστε να μπορούν οι ιδιώτες να τις επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων;

6)

Επιβάλλουν το κοινοτικό δίκαιο και η προστασία της οποίας πρέπει να τυγχάνει ο ιδιώτης κατ' εφαρμογήν του δικαίου αυτού την υποχρέωση στα εθνικά δικαστήρια να αρνούνται την εφαρμογή ενός εθνικού τεχνικού κανόνα που δεν ανακοινώθηκε στην Επιτροπή από το κράτος μέλος που τον θέσπισε, σύμφωνα με την υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 8 της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου;»

Το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα

20.

Στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι η απαγόρευση ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος έχουν εφαρμογή σε εθνικούς κανόνες δικαίου όπως του νόμου, ιδίως στα άρθρα 4 και 12, και του διατάγματος 1991, ιδίως στα άρθρα 2 και 8, με τους οποίους τίθεται η προϋπόθεση προηγούμενης εγκρίσεως εταιριών ασφαλείας και προηγούμενης εγκρίσεως από απόψεως τεχνικών προδιαγραφών συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού. Δεδομένου ότι και τα δύο ερωτήματα αφορούν τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης, θεωρώ ότι είναι σκόπιμο να δοθεί ενιαία απάντηση στα ερωτήματα αυτά.

21.

Η CIA υποστήριξε ότι υφίσταται ο απαιτούμενος επηρεασμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου μεταξύ κρατών μελών.

22.

Η Signalson υποστήριξε ότι ο νόμος και το διάταγμα του 1991 δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης, επειδή το άρθρο αυτό αφορά μια κατάσταση, όπως αυτή έχει οριοθετηθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-268/91, Keck και Mithouard ( 6 ).

23.

Η Βελγική Κυβέρνηση εξέθεσε ότι η εφαρμογή του νέου διατάγματος της 31ης Μαρτίου 1994 συνεπάγεται ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι άνευ αντικειμένου.

24.

Η Επιτροπή εξέθεσε ότι το άρθρο 4 του νόμου αφορά την εγκατάσταση επιχειρήσεων και δεν επηρεάζει αισθητώς την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ώστε να μπορεί να έχει εφαρμογή το άρθρο 30. Ούτε επίσης προκύπτει ότι στην υπό κρίση υπόθεση υφίσταται τέτοιου είδους σύνδεσμος με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, οπότε η προϋπόθεση εγκρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 12 του νόμου και στο άρθρο 2 του διατάγματος του 1991 θα αντέβαινε προς το άρθρο 30. Περαιτέρω, οι κανόνες αυτοί αποβλέπουν στην επίτευξη ενός νόμιμου στόχου και δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου. Αντιθέτως, το άρθρο 8 του διατάγματος του 1991 αντιβαίνει προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Η παραπομπή της διατάξεως στο άρθρο 7 του διατάγματος 1991 δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το ποιες δοκιμές καλύπτονται από την αμοιβαία αναγνώριση. Περαιτέρω, η αμοιβαία αναγνώριση καλύπτει μόνο δοκιμές που πραγματοποιούνται σε εργαστήρια τα οποία έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τα πρότυπα της ΕΟΚ. Οι δοκιμές που πραγματοποιούνται σε εργαστήρια τα οποία έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τις εθνικές ρυθμίσεις δεν λαμβάνονται υπόψη. Επιπλέον, απαιτείται το προϊόν να έχει εγκριθεί σε άλλο κράτος μέλος εντός των τελευταίων τριών ετών από την υποβολή της αιτήσεως.

25.

Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 4 του νόμου αφορά την προηγούμενη έγκριση επιχειρήσεων ασφαλείας και κατά συνέπεια τις προϋποθέσεις εγκαταστάσεως επιχειρήσεων στο Βέλγιο. Ένας τέτοιος κανόνας πρέπει καταρχήν να αξιολογηθεί βάσει των άρθρων 52 και 58 της Συνθήκης. Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις της Συνθήκης περί εγκαταστάσεως δεν έχουν εφαρμογή σε δραστηριότητες των οποίων όλα τα ουσιώδη στοιχεία έχουν σχέση με ένα και μόνο κράτος μέλος ( 7 ). Η CIA είναι μια βελγιπή εταιρία που εκμεταλλεύεται μια επιχείρηση στο Βέλγιο και γι' αυτό, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για μια τέτοια εσωτερική κατάσταση η οποία κείται εκτός του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 52 και 58. Αυτός προφανώς είναι ο λόγος για τον οποίο το αιτούν δικαστήριο θεώρησε ότι δεν συντρέχει λόγος να υποβάλει ερώτημα ως προς την ερμηνεία αυτών των διατάξεων της Συνθήκης.

26.

Όσον αφορά το άρθρο 30 της Συνθήκης, σημειώνεται ότι στην παρούσα υπόθεση δεν προσκομίστηκαν στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η κατά το άρθρον 4 προϋπόθεση εγκρίσεως συνεπάγεται ότι βελγικές επιχειρήσεις ενθαρρύνονται σε ορισμένο βαθμό να προμηθεύονται και να χρησιμοποιούν εγχώρια προϊόντα. Τα έμμεσα αποτελέσματα, τα οποία μπορεί ενδεχομένως να έχουν εθνικές διατάξεις αυτού του είδους επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, είναι, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικώς αβέβαια και έμμεσα ώστε να μπορούν να θεωρηθούν ως μέτρα τα οποία μπορούν να εμποδίσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ( 8 ). Επομένως, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει μια ρύθμιση όπως του άρθρου 4 του νόμου.

27.

Το άρθρο 12 του νόμου και το διάταγμα του 1991 αφορούν εγκρίσεις από απόψεως τεχνικών προδιαγραφών για συστήματα και εγκαταστάσεις συναγερμού. Η Επιτροπή εξέθεσε γενικώς, όσον αφορά τα δύο πρώτα ερωτήματα και, επομένως, τις διατάξεις αυτές, ότι δεν φαίνεται να υφίσταται ο απαραίτητος σύνδεσμος με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν αυτό πράγματι συμβαίνει.

28.

Με την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, Oosthoek ( 9 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εφαρμογή της ολλανδικής νομοθεσίας στην πώληση εντός των Κάτω Χωρών εγκυκλοπαιδειών που εκτυπώνονται στις Κάτω Χώρες δεν έχει πράγματι καμία σχέση με την εισαγωγή ή εξαγωγή των εμπορευμάτων και επομένως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 30 και 34. Περαιτέρω, μπορεί να αναφερθεί η απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, Smanor ( 10 ), όπου η εκκρεμούσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου υπόθεση αφορούσε την εφαρμογή διατάξεων του γαλλικού δικαίου σε μια γαλλική εταιρία η οποία παρήγε και πωλούσε υπερκατεψυγμένη γιαούρτη στο γαλλικό έδαφος. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει τη λυσιτέλεια των υποβληθέντων ερωτημάτων εν όψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως ( 11 ).

Το Δικαστήριο επιδεικνύει επομένως ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να δεχθεί ότι υφίσταται μια αμιγώς εσωτερική κατάσταση η οποία δεν εμπίπτει στο άρθρο 30 της Συνθήκης. Μια τέτοια προσοχή είναι, κατά τη γνώμη μου, απολύτως δικαιολογημένη. Ένα εμπόρευμα αποτελείται συχνά από πάρα πολλά μέρη. Συνήθως αποτελείται από πολυάριθμα μέρη και συστατικά στοιχεία τα οποία μπορεί να εισάγονται από άλλο κράτος μέλος, πράγμα που καθιστά πολύ δυσκολότερο τον καθορισμό της προελεύσεως ενός εμπορεύματος παρά, π.χ. μιας παρεχόμενης υπηρεσίας. Το γεγονός αυτό συνεπάγεται περαιτέρω ότι η εφαρμογή εκ μέρους κράτους μέλους ενός εθνικού κανόνα επί εμπορεύματος το οποίο συναρμολογείται εντός αυτού του κράτους μέλους μπορεί συχνά, εν πάση περιπτώσει έμμεσα και δυνητικά, να επηρεάσει την εισαγωγή του εμπορεύματος ( 12 ).

29.

Στην παρούσα υπόθεση, πρόκειται, όπως διευκρίνισε η CIA, για ένα προϊόν που αποτελείται από προϊόντα που έχουν κατασκευαστεί στη Γερμανία, την Ιταλία και το Βέλγιο. Περαιτέρω, όπως προέκυψε, η Signalson και η Securitel ζήτησαν στο πλαίσιο της κύριας δίκης να υποχρεωθεί η CIA να παύσει την εμπορία του συστήματος Andromède ως βελγικού προϊόντος, επειδή, κατά τη γνώμη τους, το σύστημα αυτό προέρχεται από τη Γερμανία ή τη Γαλλία. Επομένως, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα στοιχεία, δεν μπορεί βασίμως να αποκλειστεί η εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης με τον ισχυρισμό ότι δεν υφίσταται ο απαιτούμενος επηρεασμός του ενδοκοινοτικού εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών.

30.

Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ως μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, που απαγορεύονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης, νοούνται τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων τα οποία, ελλείψει εναρμονίσεως των νομοθεσιών, απορρέουν από το γεγονός ότι εφαρμόζονται σε εμπορεύματα από άλλα κράτη μέλη, όπου νομίμως παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο, κανόνες ως προς τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα εμπορεύματα αυτά (π.χ. ως προς την ονομασία, τη μορφή, τις διαστάσεις, το βάρος, τη σύνδεση, την εμφάνιση, τη σήμανση και τη συσκευασία), αυτό δε ανεξαρτήτως του αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλα τα εμπορεύματα, όταν η εφαρμογή αυτή δεν μπορεί να έχει ως έρεισμα το γενικό συμφέρον το οποίο προηγείται των συμφερόντων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ( 13 ).

31.

Κατά το άρθρο 12 του νόμου και το άρθρο 2 του διατάγματος του 1991, η προηγούμενη έγκριση συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού αποτελεί προϋπόθεση για να μπορούν να τίθενται νομίμως στο εμπόριο εντός του Βελγίου συστήματα και εγκαταστάσεις συναγερμού. Ο επιδιωκόμενος με ένα τέτοιο σύστημα εγκρίσεων από απόψεως τεχνικών προδιαγραφών σκοπός συνίσταται στην επιβολή υποχρεώσεων όσον αφορά τη σύνθεση του εμπορεύματος, την εξωτερική εμφάνιση κ.λπ. Επομένως, πρόκειται για μέτρο το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης, εκτός αν η προϋπόθεση που αφορά την έγκριση δικαιολογείται για λόγους γενικού δημοσίου συμφέροντος που προηγείται του συμφέροντος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Το συμφέρον αυτό περιλαμβάνει, κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης και τη νομολογία του Δικαστηρίου μεταξύ άλλων το συμφέρον της προστασίας των καταναλωτών και την δημόσια τάξη. Κατά την θέσπιση συγκεκριμένων κανόνων για τη διασφάλιση τέτοιου είδους συμφερόντων τα κράτη μέλη δικαιούνται, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας, να καθορίζουν το επιθυμητό επίπεδο προστασίας και, τηρώντας την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσως, να επιβάλλουν προϋποθέσεις όσον αφορά την προηγούμενη έγκριση από απόψεως τεχνικών προδιαγραφών για εμπορεύματα τα οποία έχουν ήδη εγκριθεί εντός άλλου κράτους μέλους ( 14 ).

32.

Τα συστήματα συναγερμού είναι περίπλοκα από τεχνικής απόψεως προϊόντα των οποίων η αποτελεσματική ενέργεια εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αξιοπιστία τους, πράγμα που μπορεί να είναι δύσκολο να διαπιστωθεί από τον καταναλωτή, εφόσον πράγματι σημαίνουν συναγερμό όταν αυτός έχει εγκαταλείψει τον φυλασσόμενο χώρο. Είναι ουσιώδες να διασφαλίζεται ότι το σύστημα δραστηριοποιείται πράγματι με την παραβίαση του χώρου και δεν μπορεί να εξουδετερωθεί από ξένα πρόσωπα, ίσως δε μάλιστα να διασφαλίζεται ότι το σύστημα δεν θα σημαίνει συναγερμό χωρίς να υπάρχει λόγος. Το τελευταίο αυτό στοιχείο είναι σημαντικό όχι μόνο για να αποτρέπεται ενόχληση των γειτόνων ή οποιαδήποτε άλλη ενόχληση, αλλά και για να μην επιβαρύνεται αναιτίως από άνευ λόγου συναγερμό το κεντρικό σύστημα συναγερμού της αστυνομίας κ.λπ. Περαιτέρω, η άνευ λόγου σήμανση συναγερμού συνεπάγεται τον κίνδυνο να παύσει το κοινό να αντιδρά καταλλήλως σε περίπτωση συναγερμού. Τέλος, μπορεί να υφίσταται ανάγκη προστασίας του χρήστη σε σχέση με ζημίες που μπορούν να προκληθούν από την χρήση. Για τους λόγους αυτούς, μπορεί να θεωρηθεί ότι το συμφέρον της διασφαλίσεως της δημόσιας τάξεως και το συμφέρον της προστασίας των καταναλωτών μπορεί να δικαιολογεί την επιβολή υποχρεώσεων ως προς την από τεχνικής απόψεως τοποθέτηση των συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού.

33.

Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστεί αν μια ρύθμιση περί προηγουμένης εγκρίσεως από απόψεως τεχνικών προδιαγραφών συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας ή αν υφίστανται αποτελεσματικές εναλλακτικές λύσεις λιγότερο επαχθείς. Ως εναλλακτική λύση θα μπορούσε να θεωρηθεί μια ρύθμιση η οποία επιβάλλει την υποχρέωση τηρήσεως των καθοριζομένων προϋποθέσεων κατασκευής και προβλέπει τη δυνατότητα εκ των υστέρων δειγματοληπτικών ελέγχων. Ανεξαρτήτως του αν μια τέτοια ρύθμιση είναι δυνατή, δύσκολα εν τούτοις θα εξασφαλίζει στον ίδιο βαθμό όπως ο εκ των προτέρων έλεγχος το ότι το σύστημα ανταποκρίνεται στις καθορισμένες προϋποθέσεις. Μπορεί να θεωρηθεί ότι μια ρύθμιση περί εγκρίσεως από απόψεως τεχνικών προδιαγραφών θα εμποδίζει αποτελεσματικότερα το ενδεχόμενο σημάνσεως συναγερμού χωρίς λόγο και άλλες λειτουργικές ελλείψεις και, επομένως, θα εγγυάται μεγαλύτερη προστασία του συμφέροντος της διαφυλάξεως της δημόσιας τάξεως και της προστασίας των καταναλωτών. Ο κοινοτικός νομοθέτης προέβη σε ορισμένους τομείς σε ρυθμίσεις περί εγκρίσεως από απόψεως τεχνικών προδιαγραφών. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η οδηγία 93/33/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, για το προστατευτικό σύστημα έναντι μη επιτρεπόμενης χρήσεως των δικύκλων ή τρίκυκλων οχημάτων με κινητήρα ( 15 ). Βάσει αυτών των δεδομένων, οι διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης δεν εμποδίζουν, κατά τη γνώμη μου, μια ρύθμιση περί εγκρίσεως από απόψεως τεχνικών προδιαγραφών συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού όπως του άρθρου 12 του νόμου και του άρθρου 2 του διατάγματος του 1991.

34.

Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επιπλέον αν ένας εθνικός κανόνας όπως του άρθρου 8 του διατάγματος του 1991 συνάδει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.

35.

Τα κράτη μέλη υποχρεούνται σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως να εγκρίνουν εισαγόμενα εμπορεύματα, εφόσον αυτά αντιστοιχούν στις προϋποθέσεις που υφίστανται εντός άλλου κράτους μέλους και οι οποίες, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι πανομοιότυπες, διασφαλίζουν αντίστοιχο (ισοδύναμο) επίπεδο προστασίας. Περαιτέρω, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να συμβάλλουν στην χαλάρωση των ελέγχων, λαμβάνοντας υπόψη τις ισοδύναμες εξετάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί εντός άλλου κράτους μέλους ( 16 ).

36.

Πρέπει να τονίσω γενικότερα ότι η προϋπόθεση της ισοδυναμίας συνεπάγεται ότι από απόψεως κοινοτικού δικαίου τίθενται ουσιώδεις προϋποθέσεις τόσο ως προς την ποιότητα των εξετάσεων όσο και ως προς το επιφορτισμένο με τις εξετάσεις εργαστήριο. Μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαπιστωθεί για ποιο λόγο θα πρέπει να απορριφθούν τα αποτελέσματα μιας εξετάσεως απλώς και μόνο λόγω του χρόνου που παρήλθε από τη διενέργεια της, όταν δεν έχουν στο μεταξύ επέλθει μεταβολές που επηρεάζουν την αξιολόγηση της ισοδυναμίας. Ο σκοπός που επιδιώκεται με μια εθνική ρύθμιση για την αποδοχή εργαστηριακών εξετάσεων είναι επιπλέον η εξακρίβωση και ο έλεγχος ποιότητας του εργαστηρίου και της καταλληλότητας του για την διενέργεια συγκεκριμένων εξετάσεων σε ορισμένους σαφώς καθορισμένους τομείς. Η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως πρέπει να έχει ως συνέπεια ότι μια εξέταση που διενεργήθηκε σε ένα τέτοιο εργαστήριο που κρίθηκε κατάλληλο δεν μπορεί να απορριφθεί χωρίς προηγουμένως να πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη αξιολόγηση της ισοδυναμίας. Μια εξέταση δεν πρέπει να απορρίπτεται απλώς και μόνο επειδή πραγματοποιήθηκε σε εργαστήριο το οποίο δεν έχει εγκριθεί βάσει ενδεχομένως υφισταμένων κοινοτικών κανόνων. Τέλος, η παραπομπή του άρθρου 8 του διατάγματος του 1991 στο άρθρο 7 αυτού, που δεν αφορά τις απαιτούμενες εξετάσεις, δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς το ποιες εξετάσεις αφορά η διάταξη αυτή. Επομένως, είναι εύλογο το ότι η Επιτροπή έχει αμφιβολίες ως προς το αν συνάδει το άρθρο 8 του διατάγματος 1991 με το άρθρο 30 της Συνθήκης.

37.

Εν τούτοις, προϋπόθεση σε μία συγκεκριμένη υπόθεση για τη δυνατότητα επικλήσεως της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των ισοδυνάμων εξετάσεων είναι το ότι από απόψεως αμιγώς πραγματικών περιστατικών υφίστανται εξετάσεις ως προς το προϊόν που πραγματοποιήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος. Στην παρούσα υπόθεση δεν προσκομίστηκαν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι το σύστημα Andromède αποτέλεσε αντικείμενο τέτοιου είδους εξετάσεων. Επομένως, δύσκολα μπορεί να διαπιστωθεί πώς αυτό το σκέλος των υποβληθέντων ερωτημάτων έχει σημασία για το ζήτημα που πρέπει να κριθεί στην κύρια δίκη, δηλαδή αν η CIA μπορούσε νομίμως να μην υποβάλει αίτηση περί εγκρίσεως του συστήματος Andromède. Επομένως, η απάντηση θα έχει τελείως γενικό και υποθετικό χαρακτήρα, οπότε, κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο θα πρέπει να μην απαντήσει σε αυτό το σκέλος των ερωτημάτων.

38.

Συνοψίζοντας, έχω τη γνώμη ότι στα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 30 έως 36 της Συνθήκης έχουν την έννοια ότι δεν εμποδίζουν μια ρύθμιση περί εγκρίσεως από απόψεως τεχνικών προδιαγραφών συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού όπως του άρθρου 4 και του άρθρου 12 του νόμου ή του άρθρου 2 του διατάγματος του 1991.

Το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα

39.

Με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν το άρθρο 8 της οδηγίας 83/189 έχει την έννοια ότι η υποχρέωση ανακοινώσεως αφορά και εθνικούς κανόνες όπως του νόμου, ιδίως των άρθρων 4 και 12, και του διατάγματος του 1991, ιδίως των άρθρων 2 και 8. Θεωρώ ότι και ως προς τα ερωτήματα αυτά είναι σκόπιμο να δώσω μια απάντηση.

40.

Η CIA εξέθεσε ότι ένα σύστημα συναγερμού δεν μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο εντός του Βελγίου χωρίς να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που καθορίζονται στον νόμο και το διάταγμα του 1991. Επομένως, πρόκειται για τεχνικές προδιαγραφές κατά την έννοια της οδηγίας. Εν προκειμένω δεν έχει σημασία ότι η προϋπόθεση εγκρίσεως προβλέπεται με νόμο πλαίσιο.

41.

Η Signalson, η Βελγική Κυβέρνηση και το Ηνωμένο Βασίλειο εξέθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι ο νόμος έχει χαρακτήρα νόμουπλαίσιο παι ότι τα άρθρα 4 και 12 δεν περιέχουν τεχνικούς κανόνες, όπως ορίζεται στην οδηγία, επειδή με τις διατάξεις αυτές δεν έχουν καθορισθεί προϋποθέσεις ως προς τη μορφή, τη σύνθεση κ.λπ. του προϊόντος.

42.

Η Επιτροπή εξέθεσε ότι το άρθρο 4 του νόμου δεν περιέχει τεχνικούς κανόνες, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή περιέχει κανόνες περί της εγκαταστάσεως επιχειρήσεων. Αντιθέτως, η Επιτροπή συμφωνεί με τη CIA ότι το άρθρο 12 του νόμου και το διάταγμα του 1991, που όρισαν μια υποχρεωτική διαδικασία εγκρίσεως από απόψεως τεχνικών προδιαγραφών συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού, έχουν χαρακτήρα τεχνικών κανόνων που πρέπει να ανακοινώνονται.

43.

Κατά το άρθρο 4 του νόμου, κανείς δεν μπορεί να εκμεταλλεύεται επιχείρηση ασφαλείας χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργείου Εσωτερικών. Στη διάταξη αυτή ορίζονται κανόνες περί εγκαταστάσεως επιχειρήσεων, ενώ η οδηγία περιέχει τεχνικούς κανόνες για προϊόντα. Εθνικοί κανόνες που αφορούν την εγκατάσταση επιχειρήσεων πρέπει να θεωρούνται ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας μόνο καθόσον καθορίζουν προϋποθέσεις που αφορούν προϊόντα. Το άρθρο 4 του νόμου δεν φαίνεται να προβλέπει τέτοιου είδους προϋποθέσεις. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν εμπίπτει, κατά τη γνώμη μου, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

44.

Η κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, υποχρέωση ανακοινώσεως ισχύει για κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα. Η έννοια αυτή καλύπτει, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 5, τεχνικές προδιαγραφές, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών διατάξεων, που πρέπει να τηρούνται τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής απόψεως προκειμένου ένα προϊόν να μπορεί να διατίθεται στην αγορά ή να χρησιμοποιείται εντός κράτους μέλους. Με το άρθρο 1, παράγραφος 1, οι τεχνικές προδιαγραφές περιλαμβάνουν προδιαγραφές προϊόντων όπως την ποιοτική στάθμη, την απόδοση, την ασφάλεια, δοκιμές και μεθόδους δοκιμής καθώς και το μαρκάρισμα. Επιπλέον, η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται ως προς το κείμενο των βασικών και άμεσα συναφών νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων. Κατ' αυτόν τον τρόπο η οδηγία διασφαλίζει ότι η Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη μπορούν να αξιολογούν τους κανόνες εντός του πλαισίου στο οποίο θεσπίζονται και επομένως την πραγματική έκταση εφαρμογής του σχεδίου.

45.

Με τον νόμο και το διάταγμα του 1991 ορίστηκε μια διαδικασία εγκρίσεως για συστήματα και εγκαταστάσεις συναγερμού. Στο άρθρο 12 του νόμου ορίζεται, όπως εκτέθηκε, η προϋπόθεση περί προηγούμενης εγκρίσεως συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού. Η Βελγική Κυβέρνηση διευκρίνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι το άρθρο 12 του νόμου, ακόμη και χωρίς το διάταγμα του 1991, δεν θα παρέμενε χωρίς έννομες συνέπειες. Η διάταξη αυτή δεν έχει επομένως χαρακτήρα αμιγώς εξουσιοδοτικής διατάξεως ( 17 ) αλλά αντιθέτως μιας σημαντικής ουσιαστικής διατάξεως. Κατά τη γνώμη μου, δύσκολα μπορεί το άρθρο 8 της οδηγίας να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι μια τόσο γενική προϋπόθεση περί προηγούμενης εγκρίσεως, καθόσον μπορεί να υφίσταται αυτοτελώς, θα έπρεπε να εξαιρεθεί από την υποχρέωση ανακοινώσεως. Ανεξάρτητα από τον γενικό της χαρακτήρα, μια τέτοια προϋπόθεση αφορά τις ιδιότητες του προϊόντος. Επιπλέον, η εφαρμογή της διατάξεως αυτή καθ' εαυτή θα δημιουργούσε μεγάλη αβεβαιότητα στους επιχειρηματίες και επομένως θα αποτελούσε την αιτία όχι ασήμαντων εμποδίων στο εμπόριο. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, ένας κανόνας όπως του άρθρου 12 του νόμου πρέπει πράγματι να θεωρηθεί ως τεχνικός κανόνας που πρέπει να ανακοινώνεται.

46.

Το διάταγμα του 1991 συνεπάγεται ότι πρέπει να διενεργούνται διάφοροι έλεγχοι με τους οποίους αποσκοπείται να διαπιστωθεί αν το σύστημα πληροί τις προβλεπόμενες τεχνικές προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές ως προς το προϊόν αφορούν, μεταξύ άλλων, τον μηχανισμό, την αξιοπιστία της μηχανικής λειτουργίας, δοκιμές και προστασία από εξαπατήσεις. Τέτοιου είδους προϋποθέσεις που καθορίζουν ορισμένα χαρακτηριστικά για την κατηγορία των προϊόντων που συνίστανται σε συστήματα και εγκαταστάσεις συναγερμού έχουν, κατά τη γνώμη μου, χαρακτήρα τεχνικών προδιαγραφών κατά την έννοια της οδηγίας η οποία ακριβώς θέτει προϋποθέσεις ως προς την ποιοτική στάθμη, την απόδοση και την ασφάλεια. Επιπλέον, η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σύμφωνα με το διάταγμα είναι απαραίτητη για να μπορεί το σύστημα να διατίθεται νομίμως στο εμπόριο εντός του Βελγίου. Μια ρύθμιση όπως του διατάγματος του 1991 περιέχει επομένως έναν τεχνικό κανόνα, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 5, της οδηγίας.

47.

Βάσει των ανωτέρω, έχω τη γνώμη ότι στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση óτι η διάταξη του άρθρου 8 της οδηγίας έχει την έννοια ότι διατάξεις και προδιαγραφές που αφορούν προηγούμενη έγκριση συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού, όπως του άρθρου 12 του νόμου και του διατάγματος του 1991, περιλαμβάνονται στην υποχρέωση ανακοινώσεως βάσει αυτής της διατάξεως.

Το πέμπτο και το έκτο ερώτημα

48.

Με το πέμπτο και το έκτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι διατάξεις της οδηγίας, ιδίως τα άρθρα 8 και 9, είναι ανεπιφύλακτα και επαρκώς σαφή ώστε οι ιδιώτες να μπορούν να τα επικαλούνται ενώπιον εθνικών δικαστηρίων και αν το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόσει έναν εθνικό τεχνικό κανόνα ο οποίος δεν ανακοινώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας.

49.

Η CIA και η Επιτροπή εξέθεσαν ότι η οδηγία, και ιδίως τα άρθρα 8 και 9, επιβάλλουν στα κράτη μέλη σαφείς και ανεπιφύλακτες υποχρεώσεις και ότι οι τεχνικοί κανόνες που δεν ανακοινώθηκαν δεν μπορούν να εφαρμοστούν (πρβλ. την ανακοίνωση της Επιτροπής του 1986).

Η Επιτροπή υπογράμμισε επιπλέον ότι, κατά την άποψη της, μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται αναλογία προς το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων. Η διάταξη αυτή προβλέπει μια διαδικασία κατά την οποία η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται περί ενός μελετώμενου σχεδίου ενισχύσεως ώστε να μπορεί να το εξετάσει και να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Το οικείο κράτος μέλος δεν μπορεί να εφαρμόσει το σχεδιαζόμενο μέτρο πριν η διαδικασία εξετάσεως καταλήξει σε λήψη αποφάσεως. Το άρθρο 8 της οδηγίας, κατά το οποίο πρέπει να ανακοινώνεται ένα σχέδιο τεχνικών κανόνων και το άρθρο 9, το οποίο υποχρεώνει το οικείο κράτος μέλος να αναβάλει την εφαρμογή μέχρις ότου λήξουν ορισμένες προθεσμίες, περιέχουν μια αντίστοιχη ρύθμιση.

Η CIA εξέθεσε ότι στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για επιβολή υποχρεώσεων από την οδηγία σε ιδιώτες. Η Επιτροπή, ερωτηθείσα ως προς την προβληματική αυτή, τόνισε ότι στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για τη νομική κατάσταση του επιχειρηματία σε σχέση προς τις δημόσιες αρχές βάσει εθνικών κανόνων που εφαρμόστηκαν χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία ανακοινώσεως που προβλέπεται από την οδηγία.

50.

Η Signalson δεν αναφέρθηκε με τις παρατηρήσεις της στο ζήτημα αυτό.

51.

Η Γερμανική και η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο εξέθεσαν ότι η οδηγία περιέχει απλώς διαδικαστικούς κανόνες που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών. Οι διατάξεις της οδηγίας ουδόλως είναι ανεπιφύλακτες και επαρκώς σαφείς ώστε να μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα. Αντιθέτως, η Επιτροπή πρέπει, σε περίπτωση ενδεχόμενης παραβάσεως της υποχρεώσεως ανακοινώσεως, να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης, οι δε ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 30 της Συνθήκης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ολλανδική Κυβέρνηση τόνισαν εν προκειμένω ότι η Επιτροπή πρότεινε στη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της προτάσεώς της περί δεύτερης τροποποιήσεως της οδηγίας ( 18 ) την προσθήκη ότι η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη σαφείς και ανεπιφύλακτες υποχρεώσεις και ότι οι ιδιώτες μπορούν να ζητήσουν ενώπιον των δικαστηρίων την τήρηση των υποχρεώσεων αυτών. Το μέρος αυτό των αιτιολογικών σκέψεων δεν περιελήφθη εντούτοις στην τελικώς υιοθετηθείσα οδηγία 94/10 ( 19 ). Στην οδηγία δεν ορίζεται τίποτα ως προς τις συνέπειες από την έλλειψη ανακοινώσεως και δεν παρέχονται δικαιώματα στους πολίτες. Η οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να θεσπίζουν τελικά, μετά την ανακοίνωση, τον τεχνικό κανόνα. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, αναλογία προς το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης στερείται ερείσματος, επειδή η τελική εφαρμογή εκ μέρους των κρατών μελών ενός μέτρου σε περίπτωση κρατικής ενισχύσεως εξαρτάται από την προηγούμενη ρητή ή σιωπηρή έγκριση της Επιτροπής. Η παραμέληση της υποχρεώσεως ανακοινώσεως δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι ο κανόνας αντιβαίνει ουσιαστικώς προς τη Συνθήκη. Η έλλειψη δυνατότητας εφαρμογής κανόνων που δεν έχουν ανακοινωθεί θα έχει ως συνέπεια σε πολλές περιπτώσεις να θίγονται κανόνες που συνάδουν ουσιαστιπώς

με το κοινοτικό δίκαιο. Αυτό θα μπορούσε να αποδυναμώσει τον έλεγχο επικινδύνων προϊόντων σε βάρος των πολιτών.

52.

Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο ιδιώτης μετά τη λήξη της προθεσμίας που έχει ταχθεί για την εφαρμογή της οδηγίας δικαιούται να στηριχθεί έναντι του κράτους σε διατάξεις της οδηγίας οι οποίες από απόψεως περιεχομένου είναι ανεπιφύλακτες και επαρκώς ακριβείς υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές, κατά το περιεχόμενό τους, παρέχουν στους ιδιώτες δικαιώματα έναντι του Δημοσίου ( 20 ). Οι διατάξεις της οδηγίας που έχουν άμεσο αποτέλεσμα υπερέχουν αντιθέτων διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας ( 21 ). Αντιθέτως, μια οδηγία δεν μπορεί αφ' εαυτής να δημιουργεί υποχρεώσεις σε βάρος ιδιωτών και, επομένως, μια διάταξη οδηγίας δεν μπορεί ως εκ τούτου να τύχει επικλήσεως έναντι αυτών των προσώπων ( 22 ). Το Δικαστήριο τόνισε εν προκειμένω ότι η νομολογία περί της δυνατότητας επικλήσεως των οδηγιών έναντι κρατικών φορέων στηρίζεται στον δεσμευτικό χαρακτήρα που το άρθρο 189 της Συνθήκης αναγνωρίζει στην οδηγία, ο οποίος υφίσταται μόνον έναντι «κάθε κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται» ( 23 ).

53.

Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει υποχρέωση των κρατών μελών να ανακοινώνουν τεχνικούς κανόνες. Το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, περιέχουν μια σειρά διατάξεων περί αναβολής εγκρίσεως. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη διαθέτουν επομένως περίοδο τριών μηνών για τη σχετική εξέταση προκειμένου να εκφέρουν αιτιολογημένη γνώμη αν το ανακοινωθέν σχέδιο πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να εξαλειφθούν ή να περιοριστούν τα εμπόδια που το μέτρο αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να δημιουργήσει στην ελεύθερη διακίνηση των εμπορευμάτων. Αν διατυπωθεί η γνώμη αυτή, η τελική υιοθέτηση του σχεδίου αναβάλλεται για επιπλέον έξι μήνες από την ημερομηνία της ανακοινώσεως. Αν η Επιτροπή γνωστοποιήσει την πρόθεση της να προτείνει την έκδοση οδηγίας για το θέμα αυτό η προθεσμία αναβολής είναι δώδεκα μηνών από της ανακοινώσεως. Οι υποχρεώσεις αυτές, κατά τη γνώμη μου, είναι ανεπιφύλακτες και επαρκώς ακριβείς ώστε να μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα. Επομένως, το ζήτημα είναι αν οι διατάξεις αυτές των άρθρων 8 και 9 παρέχουν δικαιώματα στους ιδιώτες.

54.

Το Δικαστήριο είχε προηγουμένως σε ορισμένες περιπτώσεις την ευκαιρία να κρίνει κατά πόσο οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται διαδικαστικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Η απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1986, Bulk Oil ( 24 ), αφορούσε μια διάταξη αποφάσεως του Συμβουλίου κατά την οποία τα κράτη μέλη, που είχαν την πρόθεση να μεταβάλλουν το επίπεδο ελευθερώσεως ως προς το εμπόριο με τρίτες χώρες, υποχρεούνταν να ενημερώσουν τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή. Στην περίπτωση αυτή, έπρεπε, κατόπιν αιτήσεως τους, να γίνουν διαβουλεύσεις πριν από την τελική εφαρμογή. Δεν είχαν συναφώς καθοριστεί συγκεκριμένοι δικαστικοί κανόνες ή προθεσμίες. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπό κρίση διάταξη αφορούσε μόνο τις θεσμικές σχέσεις κράτους μέλους με την Κοινότητα και τα άλλα κράτη μέλη και ότι δεν δημιουργούσε δικαιώματα για ιδιώτες που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διαφυλάσσουν ( 25 ).

55.

Η απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, Enichem Base κ.λπ. ( 26 ), αφορούσε το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ ( 27 ) κατά το οποίο τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν την Επιτροπή για κάθε σχέδιο ρυθμίσεως που αφορά μέτρα για, μεταξύ άλλων, περιορισμό, ανακύκλωση και επεξεργασία στερεών αποβλήτων.

Ο γενικός εισαγγελέας Jacobs εξέθεσε στο σημείο 14 των προτάσεων του ότι κατά την αξιολόγηση των συνεπειών από την έλλειψη ανακοινώσεως θα μπορούσε επωφελώς να γίνει σύγκριση της οδηγίας 75/442 περί στερεών αποβλήτων και της οδηγίας 83/189. Σε αντίθεση προς την οδηγία 75/442, η οδηγία 83/189 περιέχει μια σειρά επακριβών διατάξεων κατά τις οποίες η Επιτροπή και τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να διατυπώνουν παρατηρήσεις επί των σχεδίων που ανακοινώνονται και κατά τις οποίες τα κράτη μέλη υποχρεούνται σε ορισμένες περιπτώσεις να αναβάλλουν την υιοθέτηση ενός σχεδίου επί ορισμένο χρονικό διάστημα. Ο γενικός εισαγγελέας τόνισε ότι στην οδηγία 75/442 δεν ορίζεται καμία διαδικασία αναστολής της θεσπίσεως ενός μέτρου ή οποιοσδήποτε κοινοτικός έλεγχος, οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η παράλειψη της κατά την οδηγία αυτή υποχρεώσεως περί ενημερώσεως της Επιτροπής έχει ως συνέπεια να καθιστά το μέτρο παράνομο.

Το Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με τον γενικό εισαγγελέα, αποφάνθηκε ότι τα κράτη μέλη έχουν απλώς την υποχρέωση να ενημερώνουν εγκαίρως την Επιτροπή για τα συγκεκριμένα σχέδια.

Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν ορίζει καμία διαδικασία κοινοτικού ελέγχου των σχεδίων αυτών, ούτε δε και εξαρτά το κύρος των ρυθμίσεων αυτών από το αν η Επιτροπή συμφωνεί ρητώς ή σιωπηρώς ( 28 ). Επομένως, ούτε από το γράμμα ούτε από τον σκοπό της διατάξεως της οδηγίας μπορεί να συναχθεί ότι η διάταξη αυτή δημιουργεί δικαιώματα για τους ιδιώτες ( 29 ).

56.

Εξάλλου, μπορεί να αναφερθεί η νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, το οποίο έχει ως εξής: «Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κατά το άρθρο 92, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση.»

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαγόρευση εφαρμογής που προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση, της Συνθήκης έχει άμεσο αποτέλεσμα και παρέχει δικαιώματα στους ιδιώτες ( 30 ). Στην απόφαση Lorenz ( 31 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι από τον επιδιωκόμενο στο άρθρο 93, παράγραφος 3, σκοπό, που είναι να προληφθεί η θέση σε ισχύ ενισχύσεων που θα αντέκειντο στη Συνθήκη, συνάγεται ότι ένα κράτος μέλος πρέπει να αναμένει τα αποτελέσματα της εξετάσεως στην οποία προβαίνει η Επιτροπή ως προς το αν το μέτρο αντιβαίνει προς την κοινή αγορά. Επομένως, η ανακοίνωση έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε επίσης ότι το άμεσο αποτέλεσμα της απαγορεύσεως ισχύει για οποιαδήποτε ενίσχυση που θα εφαρμοζόταν χωρίς προηγούμενη ανακοίνωση ( 32 ).

57.

Από τη νομολογία αυτή μπορεί να συναχθεί ότι ένας κανόνας ο οποίος ορίζει απλώς μια υποχρέωση ανακοινώσεως ενός εθνικού σχεδίου ρυθμίσεως χωρίς να συνδέεται με μια επακόλουθη τυποποιημένη διαδικασία δεν παρέχει, αυτός καθ' εαυτός, δικαιώματα στους ιδιώτες. Αντιθέτως, αν με την υποχρέωση ανακοινώσεως συνδέεται μια διαδικασία κατά την οποία το σχέδιο υποβάλλεται σε κοινοτικό έλεγχο και κατά την οποία τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να μην θεσπίσουν ανακοινωθέν σχέδιο, πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία αυτή, είναι δυνατόν να γεννηθούν δικαιώματα τα οποία μπορούν να ασκήσουν οι ιδιώτες. Εν προκειμένω, δεν μπορεί να απαιτείται η σχετική διαδικαστική διάταξη να παρέχει ρητώς δικαιώματα σε ιδιώτες. Αποφασιστική σημασία έχει το περιεχόμενο και ο σκοπός της σχετικής διατάξεως.

58.

Η οδηγία αποσκοπεί, κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη, να διασφαλίσει στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προτείνουν τροποποιήσεις του σχεδιαζόμενου μέτρου προκειμένου να εξαλειφθούν ή να μειωθούν οι δυσχέρειες που ενδεχομένως προκαλεί το μέτρο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Αν η Επιτροπή ή τα άλλα κράτη μέλη διατυπώσουν παρατηρήσεις επί του σχεδίου, το κράτος μέλος που προέβη στην ανακοίνωση θα λάβει, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές αργότερα, στο μέτρο του δυνατού, κατά την τελική διατύπωση του κανόνα. Η ουσιαστική εφαρμογή αυτού του σταδίου της διαδικασίας εξασφαλίζεται από το ότι το κράτος μέλος υποχρεούται να αναβάλει τη θέσπιση του μέτρου επί τρεις μήνες από την ημερομηνία της ανακοινώσεως. Περαιτέρω αναβολές επί έξι ή δώδεκα μήνες από την ίδια ημερομηνία πραγματοποιούνται, όταν η Επιτροπή ή ένα κράτος μέλος διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη περί του ότι το μέτρο πρέπει να τροποποιηθεί ή αν η Επιτροπή γνωστοποιήσει ότι έχει την πρόθεση να προτείνει ή να εκδώσει οδηγία για το θέμα αυτό. Αν διατυπωθεί λεπτομερώς αιτιολογημένη γνώμη, το κράτος μέλος, το οποίο έχει ανακοινώσει το μέτρο, ενημερώνει, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, την Επιτροπή για τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει στην γνώμη αυτή. Η Επιτροπή διατυπώνει συναφώς τις παρατηρήσεις. Επομένως, η οδηγία θεσπίζει μια κοινοτική διαδικασία κατά την οποία η θέσπιση εθνικών μέτρων αναστέλλεται σε δεδομένη περίπτωση μέχρι δώδεκα μήνες. Ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε αναγκαία τη θέσπιση αυτών των διατάξεων περί αναστολής, καίτοι η Επιτροπή έχει την εξουσία να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 βάσει του άρθρου 30 ή να υποβάλει πρόταση εκδόσεως οδηγίας, εφόσον έχει τη γνώμη ότι μια ανακοίνωση τεχνικού μέτρου δεν συμβιβάζεται με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

59.

Σε αντίθεση προς τις διατάξεις που αποτελούσαν το αντικείμενο των προπαρατεθεισών αποφάσεων Bulk Oil και Enichem Base κ.λπ., η οδηγία θεσπίζει μια τυποποιημένη διαδικασία για την χρονική περίοδο μετά την ανακοίνωση η οποία έχει ως σκοπό να αποφευχθεί η θέση σε ισχύ ενός μέτρου που προκαλεί εμπόδια στο εμπόριο. Εν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί ότι το Δικαστήριο, στην υπόθεση Enichem Base κ.λπ., υπογράμμισε ρητώς ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442 δεν προέβλεπε καμία διαδικασία κοινοτικού ελέγχου σχεδίων. Υπό το φως των παρατηρήσεων του γενικού εισαγγελέα, ο οποίος χρησιμοποίησε πράγματι την οδηγία ως βάση συγκρίσεως, είναι απολύτως εύλογο να θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο προφανώς εννοούσε εν προκειμένω ότι η διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 8, παράγραφος 1, και 9 της οδηγίας, πρέπει να θεωρηθεί ότι παράγει άμεσο αποτέλεσμα.

60.

Διαφορές μεταξύ εθνικών τεχνικών κανόνων εξακολουθούν να αποτελούν ουσιώδη αιτία προκλήσεως εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Τα εμπόδια αυτά μπορούν είτε να εξαλειφθούν μέσω μέτρων εναρμονίσεως είτε να περιοριστούν μέσω εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Κατά τη γνώμη μου, δεν θα πρέπει να υποτιμάται η σημασία της οδηγίας εν προκειμένω. Η κατά την οδηγία προϋπόθεση τυποποιημένων προηγουμένων διαβουλεύσεων μεταξύ κρατών μελών και της Κοινότητας παρέχει ιδιαίτερο έρεισμα για την εφαρμογή της αρχής αυτής. Περαιτέρω, παρέχεται η δυνατότητα να τροποποιεί κράτος μέλος, βάσει των παρατηρήσεων που διατυπώνονται, ένα μέτρο το οποίο, ανεξαρτήτως του αν συνάδει προς τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης, επηρεάζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Επομένως, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι ένα εμπόδιο του εμπορίου, που τίθεται εκποδών με την προβλεπόμενη από την οδηγία διαδικασία, θα μπορούσε συγχρόνως να εξαλειφθεί βάσει του άρθρου 30 της Συνθήκης.

61.

Η έκθεση της Επιτροπής, της 14ης Μαρτίου 1993, περί της εσωτερικής αγοράς της Κοινότητας περιέχει την ακόλουθη επισκόπηση ως προς τον αριθμό των ανακοινώσεων και των παρατηρήσεων που ανακοινώθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακοινώσεως κατά τα έτη 1990 έως 1993 ( 33 ):

 

Έτος

Ανακοινώσεις

Παρατηρήσεις

Γνώμες

Οδηγία

 

 

Κράτος μέλος

Επιτρ.

Κράτος μέλος

Επιτρ.

9.2

9.2α

1990

386

224

172

104

168

14

5

1991

435

167

176

119

139

47

7

1992

362

184

165

65

121

19

25

1993

385

104

80

64

88

4

5

Από τον πίνακα αυτόν προκύπτει ότι ο αριθμός των ανακοινώσεων κατά την περίοδο αυτή υπήρξε σχετικά σταθερός, δηλαδή περίπου 380 ετησίως. Περαιτέρω προκύπτει ότι τόσο η Επιτροπή όσο και τα κράτη μέλη διατυπώνουν συχνά παρατηρήσεις και αιτιολογημένες γνώμες επί των σχεδίων που ανακοινώνονται. Ο σχετικός αριθμός παρουσιάζει πτωτική τάση κατά την περίοδο αυτή. Αυτό μπορεί ενδεχομένως να οφείλεται στο ότι τα κράτη μέλη προσέχουν όλο και περισσότερο τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Το 1993 ανακοινώθηκαν 385 προτάσεις. Η Επιτροπή διατύπωσε παρατηρήσεις σε 80 περιπτώσεις και αιτιολογημένες γνώμες σε 88 περιπτώσεις. Ο σχετικός αριθμός για τα κράτη μέλη ήταν αντιστοίχως 104 και 64. Δεν προκύπτει κατά πόσον οι εν λόγω παρατηρήσεις και αιτιολογημένες γνώμες αφορούσαν το ίδιο σχέδιο.

62.

Μπορεί βασίμως να θεωρηθεί ότι κλαδικές οργανώσεις και επιχειρήσεις έχουν ουσιώδη σημασία, ιδίως όσον αφορά τις παρατηρήσεις που διατυπώνονται από τα κράτη μέλη. Η έκταση εφαρμογής και οι συνέπειες ενός μέτρου που ανακοινώνεται μπορούν πράγματι να εκτιμηθούν από αυτόν ο οποίος σε δεδομένη περίσταση θα πρέπει να τηρήσει στην πράξη το σχετικό μέτρο. Κλαδικές οργανώσεις και επιχειρήσεις λαμβάνουν γνώση πριν από τη λήξη της περιόδου των τριών μηνών περί της υπάρξεως του σχεδίου μέσω των ανακοινώσεων της Επιτροπής στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Κατ' αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται η ουσιαστική δυνατότητα των ιδιωτών για να διατυπώσουν παρατηρήσεις επί του σχεδίου προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι. Αν δεν ανακοινωθεί ένα μέτρο, στερούνται αυτής της δυνατότητας προκειμένου να επηρεάσουν τους κανόνες δικαίου προ των οποίων θα βρεθούν στις αγορές προς τις οποίες εξάγουν. Αν γίνοταν δεκτό ότι τα άρθρα 8, παράγραφος 1, και 9 δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα, οι επιχειρηματίες δεν θα είχαν τη δυνατότητα να παρεμποδίσουν μια τέτοια παράβαση. Υπογραμμίζεται ότι η περί του εμπιστευτικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 8, παράγραφος 4, της οδηγίας δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να ζητούν τη γνώμη φυσικών ή νομικών προσώπων του ιδιωτικού τομέα. Επιπλέον, η διάταξη αυτή δεν τηρείται προφανώς αυστηρά στην πράξη. Όπως προκύπτει από την ανακοίνωση του 1989 της Επιτροπής ( 34 ), οι επιχειρήσεις μπορούν να λαμβάνουν από τις καθοριζόμενες συγκεκριμένως αρχές λεπτομερή στοιχεία ως προς το ανακοινωθέν σχέδιο.

63.

Το ουσιαστικό συμφέρον που συνίσταται στη διασφάλιση των δικαιωμάτων των ιδιωτών και στην τήρηση από τα κράτη μέλη της οδηγίας συνηγορεί, κατά τη γνώμη μου, αποφασιστικά υπέρ του να προσδοθεί άμεσο αποτέλεσμα στην οδηγία. Οι ιδιώτες έχουν βεβαίως τη δυνατότητα να υποστηρίξουν στο πλαίσιο υποθέσεως ενώπιον εθνικών δικαστηρίων ότι ένας τεχνικός κανόνας συνιστά παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης. Εν τούτοις, η δυνατότητα αυτή δεν διασφαλίζει την άμυνα κατά των παρακωλυτικών του εμπορίου αποτελεσμάτων ενός μέτρου προ της θεσπίσεως. Αυτό δεν διασφαλίζει επίσης ότι η Επιτροπή θα κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης συνεπεία της ελλείψεως ανακοινώσεως. Αν θεσπιστεί προηγουμένως ένας κανόνας που συνιστά παράβαση της Συνθήκης, οι επιχειρηματίες θα πρέπει να τον τηρούν, μέχρις ότου εκδοθεί ενδεχομένως απόφαση στο πλαίσιο μιας υποθέσεως. Ζημία, η οποία δύσκολα θα μπορεί να αποκατασταθεί όσον αφορά τους επιχειρηματίες, θα είχε επομένως, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ήδη πραγματοποιηθεί, πριν εκδοθεί η απόφαση. Πολλοί ιδιώτες θα αποφασίζουν ήδη για τον λόγο αυτόν, όπως νομίζω, να μην προσφύγουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και αντιθέτως να συμμορφωθούν προς τον εν λόγω κανόνα. Εν προκειμένω, ο επιχειρηματίας δεν θα έχει τίποτα να χάσει, επιβαρύνοντας τις σχέσεις του με τις εθνικές αρχές. Επιπροσθέτως, η προβλεπόμενη από την οδηγία διαδικασία ανακοινώσεως θα μπορούσε επίσης να συνεπάγεται στην πράξη εξάλειψη ή περιορισμό εμποδίων του εμπορίου που συνάδουν προς τη Συνθήκη.

64.

Κατά εγγύτερη θεώρηση, μπορεί να μην αποδοθεί βαρύτητα σε ορισμένες εκδοχές κρατών μελών όσον αφορά τους λόγους τροποποιήσεων που θα μπορούσαν να επέλθουν στην πρόταση οδηγίας κατά τη συζήτηση της στο Συμβούλιο. Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, απόψεις και δηλώσεις που δεν διατυπώνονται ρητώς στο θεσπιζόμενο κείμενο στερούνται νομικής σημασίας για την ερμηνεία από το Δικαστήριο του σχετικού νομοθετικού κειμένου ( 35 ). Αυτό πρέπει ιδίως να ισχύει όταν, όπως στην παρούσα υπόθεση, αναφέρεται μια νομική πράξη η οποία εκδόθηκε μετά το χρονικό σημείο στο οποίο ανάγεται η υπόθεση της κύριας δίκης. Επιπλέον, κατά τη γνώμη μου, είναι απολύτως δικαιολογημένο από νομοτεχνικής απόψεως το να μην παρεμβάλλονται παρατηρήσεις σε μια οδηγία όσον αφορά ένα δύσκολο ερμηνευτικό ζήτημα η κρίση του οποίου εναπόκειται στο Δικαστήριο.

65.

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ολλανδική Κυβέρνηση αντιμετώπισαν επίσης το ενδεχόμενο ότι θα απέβαινε σε βάρος ιδιωτών χρηστών το να μην μπορεί να εφαρμοσθεί ένας κανόνας που δεν έχει ανακοινωθεί. Συγκεκριμένα, ο συλλογισμός τους φαίνεται να είναι ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να αποδυναμώσει την προστασία των χρηστών, δεδομένου ότι ένας τέτοιος κανόνας, ο οποίος δεν έχει ανακοινωθεί, δεν είναι κατ' ανάγκη, από ουσιαστικής απόψεως, αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο. Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμίσω ότι ούτε ένας κανόνας, ο οποίος έχει ανακοινωθεί, είναι κατ' ανάγκη, από ουσιαστικής απόψεως, αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο. Η υποχρέωση ανακοινώσεως αφορά πράγματι οποιοδήποτε σχέδιο τεχνικού κανόνα. Ο σκοπός συνίσταται στο να καταστεί υποχρεωτικά γνωστό αυτό το σχέδιο. Βεβαίως, δεν μπορεί να αποκλείεται τελείως ότι η έλλειψη ανακοινώσεως μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να οφείλεται σε απλή αβλεψία. Εν τούτοις, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η έλλειψη ανακοινώσεως μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι σημαίνει ότι οι αρμόδιες αρχές δεν επιθυμούν να εξετασθεί προηγουμένως ένα σχέδιο, επειδή γνωρίζουν σαφώς ότι το σχέδιο αυτό δεν ανέχεται το φως της ημέρας. Επομένως, η πιθανότητα ότι ένας κανόνας που δεν έχει ανακοινωθεί είναι από ουσιαστικής απόψεως αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο δεν είναι μικρότερη από την πιθανότητα ότι ένας κανόνας που έχει ανακοινωθεί είναι αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο, μάλλον δε το αντίθετο. Αποδοχή της απόψεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ολλανδικής Κυβερνήσεως θα συνεπήγετο επομένως μια νομική κατάσταση που ευνοεί τα κράτη μέλη που δεν τηρούν τις διατάξεις. Γιατί όμως να επιβραβευθούν τα κράτη μέλη που κατ' αυτόν τον τρόπο προβαίνουν σε συγκεκαλυμμένα εμπόδια του εμπορίου; Η νομολογία του Δικαστηρίου πρέπει αντιθέτως να συμβάλλει στο να καθίστανται φανερά, στην μεγαλύτερη δυνατή έκταση, τέτοιου είδους εμπόδια.

66.

Αν έχει γίνει ανακοίνωση, το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας παρέχει τη δυνατότητα σε επείγουσες περιπτώσεις να μην εφαρμοστούν οι διατάξεις περί αναβολής ( 36 ). Επομένως, το συμφέρον των χρηστών του προϊόντος δεν μπορεί να δικαιολογήσει το ότι κράτος μέλος παραλείπει να ανακοινώσει τον κανόνα. Εξάλλου, έλλειψη εγκρίσεως ενός προϊόντος σύμφωνα με μη ανακοινωθέντα κανόνα ουδόλως ισοδυναμεί με αναγνώριση ότι το προϊόν είναι επικίνδυνο για τον χρήστη. Το κράτος μέλος, στο οποίο παράγεται το προϊόν ή διατίθεται ελεύθερα στο εμπόριο, θα έχει συνήθως το ίδιο προβλέψει ορισμένες προϋποθέσεις ασφαλείας. Αν πρόκειται για προϊόντα που προορίζονται για καταναλωτές, από την οδηγία για την ασφάλεια των προϊόντων προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι μόνο ασφαλή προϊόντα διατίθενται στο εμπόριο ( 37 ). Αν ανακύψει συγκεκριμένος κίνδυνος από απόψεως ασφάλειας, μπορούν περαιτέρω να ληφθούν μέτρα σε σχέση με προϊόντα που προορίζονται για καταναλωτές βάσει της οδηγίας περί ασφάλειας των προϊόντων ( 38 ). Σε άλλους τομείς μπορούν να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα εντός του πλαισίου του άρθρου 36 της Συνθήκης και του αναγνωρισθέντος από το Δικαστήριο γενικού συμφέροντος.

67.

Συνοψίζοντας, φρονώ ότι οι κανόνες περί ανακοινώσεως και οι διατάξεις περί αναβολής των άρθρων 8, παράγραφος 1, και 9 της οδηγίας παρέχουν στους ιδιώτες δικαιώματα και είναι ανεπιφύλακτες και επαρκώς ακριβείς ώστε να μπορούν να τύχουν επικλήσεως από ιδιώτες ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, οπότε εθνικοί κανόνες που δεν έχουν ανακοινωθεί δεν θα μπορούν να εφαρμόζονται σε σχέση με ιδιώτες. Κανόνας που δεν έχει ανακοινωθεί δεν μπορεί επομένως να χρησιμεύσει ως έρεισμα για την επιβολή ποινής σε επιχειρηματία ή για να εμποδιστεί η εμπορία ενός προϊόντος το οποίο δεν είναι σύμφωνο προς τους κανόνες αυτούς.

68.

Πρέπει πάντως να εξεταστεί αν το άμεσο αποτέλεσμα της διαδικασίας ανακοινώσεως που προβλέπεται στην οδηγία μπορεί να τύχει επικλήσεως σε περιπτώσεις όπως της κύριας δίκης, όπου πρόκειται για μια διαφορά μεταξύ δύο ιδιωτών. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 39 ) μια οδηγία δεν μπορεί, όπως προεκτέθηκε, αυτή καθ' εαυτή να δημιουργήσει υποχρεώσεις για ιδιώτες. Επομένως, διάταξη οδηγίας δεν μπορεί αυτή καθ' εαυτή να αποτελέσει αντικείμενο επικλήσεως έναντι ιδιωτών, όπως ακριβώς και η Κοινότητα δεν μπορεί μέσω οδηγίας να θεσπίσει διατάξεις που επιβάλλουν απ' ευθείας υποχρεώσεις σε βάρος ιδιωτών ( 40 ). Αντιθέτως, εθνικό δικαστήριο που εφαρμόζει εθνικό δίκαιο υποχρεούται, κατά το μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύει εθνικούς κανόνες δικαίου υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με την οδηγία ( 41 ). Η υποχρέωση αυτή ισχύει τόσο για διατάξεις νόμου, όσο και για άλλες διατάξεις της νομοθεσίας ( 42 ), ισχύει δε ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για προγενέστερες ή μεταγενέστερες διατάξεις ( 43 ).

69.

Στην κύρια δίκη, η Signalson και η Securitel ζήτησαν να υποχρεωθεί η CIA να παύσει την εμπορία του συστήματος Andromède επειδή το σύστημα αυτό δεν έχει εγκριθεί σύμφωνα με τους κανόνες του νόμου και του διατάγματος του 1991. Οι επιχειρήσεις αυτές ζήτησαν επίσης να επιβληθεί χρηματική ποινή στην CIA σε σχέση με την εμπορία αυτή. Τα αιτήματα αυτά στηρίζονται σε έναν εθνικό κανόνα, ο οποίος δεν έχει ανακοινωθεί σύμφωνα με την οδηγία, δηλαδή στο νόμο και το διάταγμα του 1991. Βάσει του βελγικού νόμου περί εμπορίας ζητείται η εφαρμογή του κανόνα αυτού σε έναν επιχειρηματία μέσω αιτήματος επιβολής απαγορεύσεως και προστίμου. Μια τέτοια εφαρμογή θα αντιβαίνει, κατά τη γνώμη μου, προς το άμεσο αποτέλεσμα της κατά τα άρθρα 8, παράγραφος 1, και 9 της οδηγίας διαδικασίας ανακοινώσεως. Αυτό θα ήταν, βάσει της μέχρι τούδε νομολογίας του Δικαστηρίου, άνευ ετέρου σαφές, καθόσον το Δημόσιο, ως κατηγορούσα αρχή, ως αρμόδιος φορέας για την προστασία των καταναλωτών ή υπό άλλη παρόμοια ιδιότητα είχε εναγάγει την CIA. Το γεγονός ότι τα ερωτήματα ανέκυψαν στην παρούσα υπόθεση κατόπιν αγωγής που άσκησαν ιδιώτες δεν μπορεί πάντως, κατά τη γνώμη μου, να επιφέρει οποιαδήποτε διαφοροποίηση του ζητήματος. Το κράτος είναι αυτό το οποίο θεσπίζει κανόνες περί επιβολής ποινής, απαγορεύσεως κ.λπ. και τα δικαστήρια είναι πράγματι αυτά τα οποία σε δεδομένη περίπτωση θα επιβάλλουν τις κυρώσεις αυτές, ανεξάρτητα από το ποιος κατά τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες κίνησε την ενώπιον τους διαδικασία.

70.

H CIA ζήτησε στο πλαίσιο της κυρίας δίκης να επιβληθούν πρόστιμα κ.λπ. στη Signalson και τη Securitel, επειδή ενήργησαν κατ' αντίθεση προς τα συναλλακτικά ήθη, ισχυριζόμενες ότι το σύστημα Andromède δεν έχει εγκριθεί σύμφωνα με τους κανόνες που περιέχονται στον νόμο και το διάταγμα του 1991. Το αίτημα αυτό στηρίζεται στο ότι η CIA δεν ήταν υποχρεωμένη να ζητήσει έγκριση, δεδομένου ότι οι βελγικοί κανόνες δεν έχουν ανακοινωθεί σύμφωνα με την οδηγία. Μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι δυνατόν βάσει της οδηγίας να επιβάλλονται υποχρεώσεις σε βάρος ιδιωτών (εν προκειμένω της Signalson και της Securitel), αν το αίτημα της CIA γίνει δεκτό.

71.

Η διαδικασία ανακοινώσεως που προβλέπεται στην οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη μια σειρά υποχρεώσεων. Η οδηγία δεν αποσκοπεί εν τούτοις, σύμφωνα με το περιεχόμενο της, στην επιβολή υποχρεώσεων σε ιδιώτες και, επομένως, δεν τίθεται καν ζήτημα κατά πόσο η οδηγία θα πρέπει να έχει άμεσο αποτέλεσμα, όσον αφορά τις υποχρεώσεις των πολιτών. Επομένως, η οδηγία διαφέρει ουσιωδώς από την οδηγία 85/557/ΕΟΚ, την οποία αφορούσε η απόφαση Faccini Dori ( 44 ).

72.

Το αίτημα της CIA στηρίζεται στο εθνικό δίκαιο. Ο σκοπός της υποβολής των ερωτημάτων φαίνεται σε συνάρτηση με το αίτημα της CIA να είναι η παροχή του αναγκαίου ερείσματος στο εθνικό δικαστήριο προκειμένου αυτό να ερμηνεύσει τον βελγικό νόμο περί εμπορίας. Παραπέμπω στα προεκτεθέντα ως προς το καθήκον των εθνικών δικαστηρίων να ερμηνεύουν στο μέτρο του δυνατού εθνικούς κανόνες δικαίου υπό το φως του κοινοτικού δικαίου. Μια τέτοια ερμηνεία του εθνικού δικαίου υπό το φως του κοινοτικού δικαίου μπορεί φυσικά να έχει έμμεση σημασία για τα αιτήματα που αφορούν τη Signalson και τη Securitel, πλην όμως η παρούσα κατάσταση διαφέρει από την κατάσταση που αφορούσαν άλλες υποθέσεις, όπου το Δικαστήριο υπέδειξε την εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα (βλ., π.χ., την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing, Συλλογή 1990, σ. I-4135).

73.

Αν θεωρηθεί ότι η CIA δεν μπορούσε να στηρίξει τα αιτήματα της έναντι της Signalson και της Securitel στους βελγικούς κανόνες, λόγω του ότι δεν συμβιβάζονται αυτοί προς το κοινοτικό δίκαιο, θα ενέκυπτε, κατά τη γνώμη μου, μια δυσάρεστη και παράλογη νομική κατάσταση, στην οποία το κοινοτικό δίκαιο, αφενός μεν, θα εμπόδιζε κράτος μέλος να ασκήσει δίωξη κατά ενός πολίτη ο οποίος δεν τήρησε μη ανακοινωθέντα τεχνικό κανόνα, αφετέρου δε, θα εμπόδιζε τον ίδιο πολίτη να επικαλεστεί το ίδιο γεγονός στο πλαίσιο αγωγής του κατά ενός ανταγωνιστή ο οποίος ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω πολίτης ενήργησε παρανόμως επειδή δεν τήρησε τον (παράνομο) εθνικό κανόνα.

Είναι χρήσιμο να καταστεί εναργές τι θα συνεπήγετο μια τέτοια νομική κατάσταση με ένα παράδειγμα από μια leading case (βασική απόφαση) του Δικαστηρίου που αφορούσε το άμεσο αποτέλεσμα διατάξεων οδηγίας, δηλαδή την υπόθεση Becker ( 45 ). Μια τέτοια νομική κατάσταση θα συνεπήγετο ότι η Ursula Becker, η οποία ασκούσε το επάγγελμα της ανεξάρτητης μεσιτείας μισθώσεων, αφενός, θα μπορούσε, αναφερόμενη στο άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 13 της έκτης οδηγίας ΦΠΑ ( 46 ) να αντιταχθεί την παράνομη απαίτηση του γερμανικού Δημοσίου περί καταβολής ΦΠΑ, πλην όμως, αφετέρου, δεν θα είχε τη δυνατότητα να προβάλει το ίδιο δικαίωμα περί μη καταβολής ΦΠΑ στο πλαίσιο αγωγής κατά ενός ανταγωνιστή ο οποίος της προσάπτει ότι κατά παράβαση των συναλλακτικών ηθών δεν καταβάλλει τον οφειλόμενο κατά το γερμανικό δίκαιο ΦΠΑ.

74.

Το αν η βάσει του εθνικού δικαίου ερμηνεία του εθνικού δικαίου υπό το φως του κοινοτικού δικαίου παρέχει έρεισμα για να γίνει δεκτό το αίτημα της CIA έναντι της Signalson και της Securitel εναπόκειται φυσικά πλήρως στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου. Πράγματι, π.χ., το εθνικό δίκαιο καθορίζει πλήρως τις ποινικές και λοιπές συνέπειες από ενδεχόμενη παραβίαση του δικαίου όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των εθνικών βελγικών κανόνων και της οδηγίας.

75.

Συνοψίζοντας, έχω τη γνώμη ότι στο πέμπτο και στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις των άρθρων 8, παράγραφος 1, και 9 παρέχουν στους ιδιώτες δικαιώματα και είναι ανεπιφύλακτες και επαρκώς ακριβείς ώστε οι ιδιώτες να μπορούν να τις επικαλούνται ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, οπότε σ' αυτά εναπόκειται να αρνηθούν να εφαρμόσουν έναν εθνικό τεχνικό κανόνα ο οποίος δεν έχει ανακοινωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές.

Πρόταση

76.

Βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunal de commerce de Liège ως εξής:

1)

Το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι δεν εμποδίζει μια ρύθμιση περί εγκρίσεως από απόψεως τεχνικών προδιαγραφών συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού όπως του άρθρου 4 και του άρθρου 12 του νόμου της 10ης Απριλίου 1990 περί των επιχειρήσεων φυλάξεως, των επιχειρήσεων ασφαλείας και των εσωτερικών υπηρεσιών ασφαλείας ή του άρθρου 2 του βασιλικού διατάγματος της 14ης Μαΐου 1991 περί του καθορισμού της διαδικασίας εγκρίσεως των συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού τα οποία αφορά ο νόμος της 10ης Απριλίου 1990.

2)

Η διάταξη του άρθρου 8 της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, έχει την έννοια ότι διατάξεις και προδιαγραφές όπως του άρθρου 12 του νόμου της 10ης Απριλίου 1990, περί των επιχειρήσεων φυλάξεως, των επιχειρήσεων ασφαλείας και των εσωτερικών υπηρεσιών ασφαλείας και του βασιλικού διατάγματος της 14ης Μαΐου 1991, περί του καθορισμού της διαδικασίας εγκρίσεως των συστημάτων και εγκαταστάσεων συναγερμού τα οποία αφορά ο νόμος της 10ης Απριλίου 1990 περιλαμβάνονται στην υποχρέωση ανακοινώσεως βάσει αυτής της διατάξεως.

3)

Οι διατάξεις των άρθρων 8, παράγραφος 1, και 9 της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών, παρέχουν στους ιδιώτες δικαιώματα και είναι ανεπιφύλακτες και επαρκώς ακριβείς ώστε οι ιδιώτες να μπορούν να τις επικαλούνται ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, οπότε σ' αυτά εναπόκειται να αρνηθούν να εφαρμόσουν έναν εθνικό τεχνικό κανόνα ο οποίος δεν έχει ανακοινωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές.


( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.

( 1 ) ΕΕ L 109, σ. 8, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ΕΕ L 81, α 75.

( 2 ) Το άρθρο 8, παράγραφος 4, τροποποιήθηκε εξάλλου με την οδηγία 94/ΙΟ/ΕΚ, της 23ης Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 100, σ. 30) κατά την έννοια ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν θεωρούνται πλέον εμπιστευτικές, εκτός αν το κράτος μέλος που τις ανακοινώνει διατυπώσει σχετικώς αιτιολογημένο αίτημα. Ωστόσο, η οδηγία αυτή δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.

( 3 ) ΕΕ C 245, σ. 4.

( 4 ) ΕΕ 1989, C 67, σ. 3.

( 5 ) Ως παραδείγματα τέτοιων δημοσιεύσεων σύμφωνα με την ανακοίνωση μπορούν να αναφερθούν η ΕΕ 1994, C 3, σ. 2, και ΕΕ 1994, C 8, σ. 2.

( 6 ) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/91 και C-268/91, Συλλογή 1993, σ. Ι-6097.

( 7 ) Πρβλ. π.χ. τις αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 1995, συνεκδικααθείσες υποθέσεις C-29/94 έως C-35/94, Aubertin κ.λπ.. Συλλογή 1995, σ. Ι-301, σκέψη 9, και της 28ης Ιανουαρίου 1992, ουνεκδικαοθείσες C-330/90 και C-331/90, López Brea και Hidalgo Palacios, Συλλογή 1992, σ. Ι-323, σκέψη 7.

( 8 ) Πρβλ. την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-379/92, Peralla, Συλλογή 1994, σ. I-3453, σκέψη 24.

( 9 ) Υπόθεση C-286/81, Συλλογή 1982, ο. 4575, σκέψη 9. Το Δικαστήριο δεν φαίνεται να ενέμεινε μεταγενέστερα στην κρίση αυτή.

( 10 ) Υπόθεση 298/87, Συλλογή 1988, σ.4489, σκέψεις 8 και 9.

( 11 ) Σε αντίθεση προς την περίπτωση που αφορούσε η υπόθεση Oosthoek, το υποβληθέν ερώτημα δεν αφορούσε το ζήτημα κατά πόσο επρόκειτο για μια εσωτερική κατάσταση. Εν τούτοις, το Δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγέλτως το ζήτημα αυτό σε σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.

( 12 ) Κατά πάγια νομολογία, κάθε μέτρο το οποίο άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, μπορεί να εμποδίσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό (πρβλ., π.χ., την απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1995, C-412/93, Leclerc-Siplec, Συλλογή 1995, σ. I-179, σκέψη 18).

( 13 ) Πρβλ., π.χ. την προαναφερθείσα απόφαση Keck και Mithouard (υποσημείωση 6), σκέψη 15.

( 14 ) Πρβλ., π.χ., την απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1986, 188/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1986, σ. 419, σκέψεις 13 έως 17.

( 15 ) ΕΕ L 188, σ. 32.

( 16 ) Ποβλ., π.χ., την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 272/80. Frans-Nederlandse Maatschappij voor Biologische Producten, Συλλογή 1981, α 3277, σκέψεις 14 και 15.

( 17 ) Πρβλ. την κατάσταση που αφορούσε η απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C-317/92, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1994, σ. I-2039, σκέψη 26.

( 18 ) Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, που τροποποιεί για δεύτερη φορά την οδηγία 83/189/EOK για την καθιέρωση διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των προτύπων και τεχνικών κανονισμών (ΕΕ C 340,σ.7).

( 19 ) Βλ. υποσημείωση 2.

( 20 ) Πρβλ., π.χ., την απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1982, 8/81, Becker, Συλλογή 1982, σ. 53, σκέψεις 24 και 25.

( 21 ) Πρβλ., π.χ., την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 190/87, Moorman, Συλλογή 1988, σ. 4689, σκέψη 23.

( 22 ) Πρβλ. εσχάτως την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori, Συλλογή 1994, σ. Ι-3325, σκέψη 20.

( 23 ) Πρβλ. την προαναφερθείσα (υποσημείωση 22) απόφαση Faccini Dori, σκέψη 22.

( 24 ) Υπόθεση 174/84, Συλλογή 1986, σ. 559.

( 25 ) Σκέψη 62.

( 26 ) Υπόθεση 380/87, Συλλογή 1989, σ.2491.

( 27 ) Οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έχδ. 15/001, ο. 86).

( 28 ) Βλ. οκέψη 20.

( 29 ) Βλ. σκέψεις 22 και 23.

( 30 ) Πρβλ., π.χ., τις αποφάσεις της 9ης Αυγούστου 1994, C-44/93, Namur-Les assurances du crédit. Συλλογή 1994, σ. I-3829, σκέψεις 16 και 17, της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Lorenz, Συλλογή τόμος 1972-1973, ο. 815, σκέψη 8, και της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa, Συλλογή τόμος 1954-1964, ο. 1191).

( 31 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 4.

( 32 ) Βλ. σκέψη 8.

( 33 ) COM(94) 55 τελικό. σ. 70.

( 34 ) Βλ. υποσημείωση 4.

( 35 ) Πρβλ. τις αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C-306/89, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1991, σ. Ι-5863, σκέψη 8, της 26ης Φεβρουαρίου 1991, C-292/89, Antonissen, Συλλογή 1991, Ι-745, σκέψη 18, και της 30ής Ιανουαρίου 1985, 143/83, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1985, σ. 427, σκέψη 12.

( 36 ) Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η εξαίρεση αυτή εφαρμόζεται σε περίπου 10 % των ανακοινώσεων.

( 37 ) Οδηγία 92/59/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1992, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΕΕ L 228, ο. 24, άρθρο 5).

( 38 ) Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο η', της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη μπορούν πάντως να απαιτήσουν την απόσυρση προϊόντων που έχουν ήδη διατεθεί στην αγορά.

( 39 ) Βλ. εσχάτως την προαναφερθείσα απόφαση Faccini Dori (υποσημείωση 22), σκέψη 20.

( 40 ) Πρβλ. την παρατεθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση Faccini Dori, σκέψεις 24 και 25.

( 41 ) Πρβλ. π.χ. την παρατεθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση Faccini Dori, σκέψη 26, και την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1993, C-334/92, Wagner Miret, Συλλογή 1993, σ. Ι-6911, σκέψη 20.

( 42 ) Πρβλ,. την απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1987, 80/86, Κοlpinghuis Nijmegen, Συλλογή 1987, σ. 3969, σκέψη 12.

( 43 ) Πρβλ. την παρατεθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση Faccini Dori, σκέψη 26.

( 44 ) Προπαρατεθεΐσα στην υποσημείωση 22.

( 45 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20.

( 46 ) Έκτη οδηγία 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαίου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών (ΕΕ ειδ. έχδ. 09/001, σ. 49).