Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Διάδικοι

Στην υπόθεση C-290/91,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Muenchen προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Johannes Peter

και

Hauptzollamt Regensburg,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς τη διαγραφή, για λόγους επιεικείας, χρεών από πρόσθετες εισφορές υπό την έννοια του άρθρου 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. εκδ. 03/003, σ. 82), όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90, σ. 10),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και F. Grevisse, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs

γραμματέας: H. Holstein, βοηθός γραμματέας,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

* το καθού της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενο από τον Els, διευθυντή του Hauptzollamt Regensburg,

* η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Ράπτη, νομικό σύμβουλο του Κράτους,

* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον νομικό της σύμβουλο Dierk Booss,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 3ης Δεκεμβρίου 1992,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Φεβρουαρίου 1993,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης

1 Με διάταξη της 9ης Σεπτεμβρίου 1991, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Νοεμβρίου 1991, το Finanzgericht Muenchen υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς τη διαγραφή, για λόγους επιεικείας, χρεών από πρόσθετες εισφορές οφειλομένων βάσει του άθρου 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. εκδ. 03/003, σ. 82), όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ)

856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90, σ. 10).

2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Johannes Peter, ο οποίος εκμεταλλεύεται γεωργική επιχείρηση ειδικευμένη στην παραγωγή γάλακτος, και του Hauptzollamt Regensburg (στο εξής: Hauptzollamt).

3 O Peter έτυχε ποσότητας αναφοράς 9 100 κιλών (kg) για το έτος γαλακτοκομικής παραγωγής 1984/1985, στο πλαίσιο της γερμανικής νομοθεσίας εφαρμογής του συστήματος ποσοστώσεων γάλακτος (Milch-Garantiemengen-Verordnung). To 1984/1985 o Peter υπερέβη την ποσόστωση αυτή, ελπίζοντας ότι θα του εχορηγείτο συμπληρωματική ποσόστωση, κατόπιν προσφυγής την οποία είχε ασκήσει προς τούτο. Πλην όμως, η προσφυγή του ευδοκίμησε μόνον για τα επόμενα έτη γαλακτοκομικής παραγωγής, ήτοι από το έτος 1985/1986 και μετά. Ως εκ τούτου, επιβλήθηκε στον Peter εισφορά επί των ποσοτήτων γάλακτος τις οποίες είχε παραδώσει το 1984/1985 καθ' υπέρβαση της αρχικά χορηγηθείσας προς αυτόν ποσοστώσεως γι' αυτό το έτος παραγωγής. Η οφειλομένη εισφορά ανέρχεται σε 2 144,83 γερμανικά μάρκα (DM).

4 Στις 6 Σεπτεμβρίου 1989 ο Peter ζήτησε από το Hauptzollamt τη διαγραφή του χρέους της εισφοράς αυτής υποστηρίζοντας ότι, ενόψει της επισφαλούς οικονομικής καταστάσεώς του, η καταβολή του ποσού αυτού έθετε σε κίδυνο την ύπαρξη της εκμεταλλεύσεώς του. Ο Peter στήριξε το αίτημα αυτό στο άρθρο 227 του Abgabenordnung 1977 (γερμανικού φορολογικού κώδικα), το οποίο επιτρέπει τη διαγραφή ήδη βεβαιωθέντων και νομικώς εγκύρων χρεών από εισφορές "αν η είσπραξη του φόρου είναι ανεπιεικής στη συγκεκριμένη περίπτωση".

5 Το Hauptzollamt απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι το άρθρο 227 του Abgabenordnung δεν επιτρέπει τη διαγραφή χρεών ή την επιστροφή εισφορών που προβλέπονται από την εφαρμοζόμενη επί των ποσοστώσεων γάλακτος κοινοτική νομοθεσία, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα των κοινοτικών διατάξεων θα θιγόταν εάν τα αιτήματα διαγραφής χρεών ή επιστροφής εισφορών αντιμετωπίζονταν κατά το εθνικό δίκαιο.

6 Ο Peter προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Finanzgericht Muenchen, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

"Αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο η εφαρμογή εθνικής διατάξεως, όπως το άρθρο 227 του Abgabenordnung (γερμανικού φορολογικού κώδικα), που εξουσιοδοτεί τις εθνικές αρχές να μην εισπράττουν, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, για προσωπικούς λόγους επιεικείας, χρέη από εισφορές που οφείλονται βάσει του άρθρου 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68;"

7 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας διαφοράς, το επίμαχο νομικό πλαίσιο, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

8 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα, υπενθυμίζεται κατ' αρχάς ότι, σύμφωνα με τις γενικές αρχές οι οποίες αποτελούν τη βάση της Κοινότητας και οι οποίες διέπουν τις σχέσεις μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών, εναπόκειται στα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, να εξασφαλίζουν την εκτέλεση των κοινοτικών νομοθετικών ρυθμίσεων στο έδαφός τους. Καθόσον το κοινοτικό δίκαιο και οι γενικές αρχές αυτού δεν περιέχουν κοινούς προς τούτο κανόνες, οι εθνικές αρχές, κατά την εκτέλεση των ρυθμίσεων αυτών, ακολουθούν τους διαδικαστικούς και τους ουσιαστικούς κανόνες του εθνικού τους δικαίου, εξυπακουομένου ότι οι εθνικοί αυτοί κανόνες πρέπει να συμβιβάζονται με την επιταγή της ενιαίας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, που είναι αναγκαία προκειμένου να αποφεύγεται η άνιση μεταχείριση των επιχειρηματιών. Επιπλέον, οι κανόνες αυτοί δεν πρέπει να καθιστούν εν τέλει πρακτικώς αδύνατη την εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως (βλ. συναφώς την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor, Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψεις 17 και 19).

9 Ακολούθως διαπιστώνεται ότι η κοινοτική νομοθεσία επί των ποσοστώσεων γάλακτος δεν περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις που να αφορούν την είσπραξη, τη διαγραφή ή την αναγκαστική εκτέλεση χρεών από εισφορές οφειλόμενες κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5γ του κανονισμού 804/68. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 139, σ. 12), περιορίζεται στον προσδιορισμό, όσον αφορά την καταβολή της εισφοράς, του χρονικού σημείου κατά το οποίο γεννάται η υποχρέωση εξοφλήσεως της εισφοράς (άρθρα 15 και 16) και του τρόπου υπολογισμού της εισφοράς αυτής (άρθρο 17). Επιπλέον, το άρθρο 19 του κανονισμού 1546/88 ορίζει ότι "τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία συμπληρωματικά μέτρα: α) για να εξασφαλίσουν την είσπραξη της εισφοράς...". Συνεπώς, εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να εξασφαλίζουν την κατά το εθνικό δίκαιο είσπραξη, διαγραφή ή αναγκαστική εκτέλεση των χρεών από εισφορές.

10 Είναι αληθές ότι η παραπομπή αυτή στο εθνικό δίκαιο μπορεί να έχει ως συνέπεια να διαφέρουν, κατά κάποιο τρόπο, από το ένα κράτος μέλος στο άλλο οι σχετικές με την είσπραξη της εισφοράς προϋποθέσεις. Ωστόσο, η έκταση τέτοιου είδους διαφορών, αναποφεύκτων στην παρούσα κατάσταση του κοινοτικού δικαίου, περιορίζεται από τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η εφαρμογή του εθνικού δικαίου οσάκις αυτό θέτει σε εφαρμογή διατάξεις κοινοτικού δικαίου.

11 Συνεπώς, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει την εφαρμογή εθνικής διατάξεως όπως το άρθρο 227 του Abgabenordnung, που εξουσιοδοτεί τις εθνικές αρχές να παραιτούνται, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, για προσωπικούς λόγους επιεικείας, από την είσπραξη εισφορών οφειλομένων κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5γ του κανονισμού 804/68, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν συνεπάγεται τη δυσμενή αντιμετώπιση των εισφορών αυτών σε σύγκριση με την αντιμετώπιση των ισοδυνάμων φορολογικών χρεών στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου ούτε θίγει τους στόχους του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος που καθιέρωσε ο ως άνω κανονισμός 804/68, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 856/84.

12 Όσον αφορά την εκτίμηση της πρώτης προϋποθέσεως, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να επαγρυπνούν ώστε η εφαρμογή του εθνικού δικαίου να μην εισάγει δυσμενή διάκριση σε σχέση προς τη διαγραφή καθαρώς εθνικών φορολογικών χρεών.

13 Όσον αφορά την εκτίμηση της δεύτερης προϋποθέσεως, επισημαίνεται ότι το καθεστώς της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος αποσκοπεί στη ρύθμιση και στη σταθεροποίηση της αγοράς των γαλακτοκομικών προϊόντων, εν όψει του ότι η αύξηση της συλλογής γάλακτος θα συνεπαγόταν χρηματο-οικονομικές επιβαρύνσεις και δυσχέρειες στην αγορά, οι οποίες θα διακύβευαν το μέλλον της κοινής γεωργικής πολιτικής (3η και 14η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 856/84). Ο βασικός στόχος της πρόσθετης εισφοράς συνίσταται επομένως στον περιορισμό της γαλακτοκομικής παραγωγής με την αποθάρρυνση των παραγωγών γαλακτοκομικών προϊόντων από την παραγωγή γάλακτος καθ' υπέρβαση της ποσοστώσεως που τους χορηγήθηκε.

14 Η απαλλαγή ενός παραγωγού από την υποχρέωση να καταβάλει την πρόσθετη αυτή εισφορά λόγω του ότι αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες δεν συμβιβάζεται με τον ως άνω στόχο. Συγκεκριμένα, η διαγραφή χρεών για προσωπικούς λόγους επιεικείας που αφορούν τις δυσχέρειες αυτές θα διακύβευε το σύστημα των ποσοστώσεων γάλακτος, διότι η συστηματική εφαρμογή του κανόνα της επιεικείας σε τέτοιες περιπτώσεις θα συνεπαγόταν αφενός την αισθητή αύξηση των ποσοτήτων γάλακτος που διατίθενται στην αγορά και αφετέρου τον κίνδυνο μη τηρήσεως των κοινοτικών ρυθμίσεων επί των εισφορών γάλακτος, δεδομένου ότι ο κάθε παραγωγός θα μπορούσε να παραδίδει χωρίς κίνδυνο ποσότητες γάλακτος άνω των επιτρεπομένων, ισχυριζόμενος ότι η ποσόστωση η οποία του χορηγήθηκε δεν αρκούσε προκειμένου να εξασφαλίσει την αποδοτικότητα της επιχειρήσεώς του.

15 Το ίδιο ισχύει εάν, όπως στην κύρια υπόθεση, ένας παραγωγός υπερέβη την ποσόστωσή του λόγω της εσφαλμένης πεποιθήσεως ότι θα του χορηγηθεί συμπληρωματική ποσόστωση για το οικείο έτος κατόπιν προσφυγής την οποία άσκησε προς τούτο. Η επίκληση του λόγου αυτού δεν είναι ικανή να επιφέρει την απαλλαγή του παραγωγού από την καταβολή της εισφοράς, διότι αυτός, παραδίδοντας ποσότητα γάλακτος καθ' υπέρβαση της ποσότητας που του είχε χορηγηθεί, διέτρεξε κίνδυνο τον οποίο γνώριζε και του οποίου τις συνέπειες πρέπει τώρα να υποστεί.

16 Επισημαίνεται ωστόσο ότι, έστω και αν ο παραγωγός που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες δεν μπορεί να επικαλεστεί τον κανόνα της προσωπικής επιεικείας, προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της πρόσθετης εισφοράς, οι εθνικές αρχές μπορούν κατ' αρχήν να εφαρμόσουν τις εθνικές διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν την αναστολή της άμεσης εισπράξεως της οφειλής ή να δεχθούν την καταβολή σε δόσεις, στην περίπτωση που ο παραγωγός πράγματι αντιμετωπίζει δυσχέρειες. Συγκεκριμένα, τα μέτρα αυτά επιτρέπουν να λαμβάνεται υπόψη η δυσχερής κατάσταση του παραγωγού, χωρίς να συνεπάγονται την απαλλαγή από την πρόσθετη εισφορά την οποία οφείλει ο ενδιαφερόμενος. Κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν διακυβεύονται οι στόχοι της νομοθεσίας επί της πρόσθετης εισφοράς, εφόσον εξασφαλίζεται η όσο το δυνατόν αμεσότερη και αποτελεσματικότερη είσπραξη της εισφοράς.

17 Από τα ως άνω προκύπτει ότι στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, η εφαρμογή εθνικής διατάξεως που εξουσιοδοτεί τις εθνικές αρχές να μην εισπράττουν, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις και για προσωπικούς λόγους επιεικείας, χρέη από εισφορές που οφείλονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5γ του κανονισμού 804/68 του Συμβουλίου, υπό την επιφύλαξη όμως ότι δεν πρέπει η εφαρμογή της διατάξεως αυτής να συνεπάγεται τη δυσμενή αντιμετώπιση των εισφορών αυτών σε σύγκριση με την αντιμετώπιση των ισοδυνάμων, καθαρώς εσωτερικών, φορολογικών χρεών ούτε να θίγει τους στόχους του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος που καθιέρωσε ο ως άνω κανονισμός. Δεν συμβιβάζεται με τους στόχους του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος να απαλλάσσεται ο παραγωγός από την υποχρέωση εξοφλήσεως της πρόσθετης εισφοράς λόγω του ότι αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες, ακόμη και αν στηρίχθηκε στην εσφαλμένη υπόθεση ότι θα του εχορηγείτο κατόπιν συμπληρωματική ποσόστωση.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα

Επί των δικαστικών εξόδων

18 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)

κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με διάταξη της 9ης Σεπτεμβρίου 1991, το Finazgericht Muenchen, αποφαίνεται:

Δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, η εφαρμογή εθνικής διατάξεως που εξουσιοδοτεί τις εθνικές αρχές να μην εισπράττουν, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις και για προσωπικούς λόγους επιεικείας, χρέη από εισφορές που οφείλονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5γ του κανονισμού 804/68 (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, υπό την επιφύλαξη όμως ότι δεν πρέπει η εφαρμογή της διατάξεως αυτής να συνεπάγεται τη δυσμενή αντιμετώπιση των εισφορών αυτών σε σύγκριση με την αντιμετώπιση των ισοδυνάμων, καθαρώς εσωτερικών, φορολογικών χρεών ούτε να θίγει τους στόχους του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος που καθιέρωσε ο ως άνω κανονισμός. Δεν συμβιβάζεται με τους στόχους του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος να απαλλάσσεται ο παραγωγός από την υποχρέωση εξοφλήσεως της πρόσθετης εισφοράς λόγω του ότι αυτός αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες, ακόμη και αν στηρίχθηκε στην εσφαλμένη υπόθεση ότι θα του εχορηγείτο κατόπιν συμπληρωματική ποσόστωση.