Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα

++++

Κύριε Πρόεδρε,

Κύριοι δικαστές,

1. Η παρούσα υπόθεση αφορά το ζήτημα αν το κοινοτικό δίκαιο αντιτίθεται στην εκ μέρους κράτους μέλους εξάρτηση της χρησιμοποιήσεως πανεπιστημιακού τίτλου αποκτηθέντος σε άλλο κράτος μέλος από άδεια χορηγούμενη προς τον σκοπό αυτό από την αρμόδια αρχή.

Πραγματικά περιστατικά και νομικό πλαίσιο

2. Διάδικοι της κυρίας δίκης είναι ο γερμανός Dieter Kraus (στο εξής "Kraus") και το Land Baden-Wuerttemberg. Ο Kraus σπούδασε νομικά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το 1986 πέρασε επιτυχώς την πρώτη φάση των εξετάσεων για την αναγνώριση από το κράτος της επαγγελματικής επάρκειας για νομικούς (1). Μετά από πανεπιστημιακές σπουδές ενός έτους, απέκτησε το πτυχίο "Master of Laws (LL.M.) στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου" (στο εξής "LL.M"). Aφού εργάστηκε προσωρινά ως επιμελητής στο Πανεπιστήμιο του Tuebingen, άρχισε να παρακολουθεί στο Land Baden-Wuerttemberg το πρόγραμμα εκπαιδεύσεως για νομικούς προκειμένου να συμμετάσχει στη δεύτερη φάση των εξετάσεων για την αναγνώριση επαγγελματικής επάρκειας για νομικούς. Με τις εν λόγω εξετάσεις ολοκληρώνεται η εκπαίδευση του "Εinheitsjurist". Δεδομένου ότι αυτές οι εξετάσεις επιτρέπουν στον ενδιαφερόμενο, εφόσον τις περάσει με επιτυχία, την πρόσβαση ως "Volljurist" στο δικαστικό σώμα, στο δικηγορικό επάγγελμα και στο συμβολαιογραφικό επάγγελμα, του παρέχουν επίσης πρόσβαση και σε όλα τα άλλα νομικά επαγγέλματα, είτε αυτά υπόκεινται σε κανονιστική ρύθμιση είτε όχι (2).

Στο πλαίσιο της κυρίας δίκης, ο D.Kraus ζητεί να του αναγνωριστεί το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το πτυχίο του LL.M. χωρίς άδεια στο Baden-Wuerttemberg, και τούτο ανεξαρτήτως της προσβάσεως στο υποκείμενο σε νομοθετική ρύθμιση νομικό επάγγελμα ή ασκήσεώς του. Με επιστολή της 9ης Ιανουαρίου 1989, διαβίβασε προς τον σκοπό αυτό, ενώ εργαζόταν ακόμα ως επιμελητής στο Πανεπιστήμιο, αντίγραφο του πτυχίου του στο Υπουργείο Επιστημών και Τεχνών του Land Baden-Wuerttemberg (στο εξής "Υπουργείο"). Το Υπουργείο του απάντησε, με έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 1989, ότι έπρεπε να υποβάλει επίσημη αίτηση για παροχή αδείας, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Ο Kraus κατέστησε γνωστό στο Υπουργείο ότι η επιβολή υποχρεώσεως λήψεως αδείας δεν συμβιβαζόταν, κατά τη γνώμη του, με το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το Υπουργείο δεν συμμερίστηκε την άποψη αυτή.

3. Η ισχύουσα στο Baden-Wuerttemberg νομοθεσία εξακολουθεί να είναι ο Gesetz ueber die Fuehrung akademischer Grade, ήτοι ένας νόμος του 1939. Κατά τον νόμο αυτό, απαιτείται άδεια για τη χρησιμοποίηση αλλοδαπού πανεπιστημιακού τίτλου, επί ποινή φυλακίσεως ή προστίμου. Η υποχρέωση λήψεως αδείας αφορά τόσο τους γερμανούς υπηκόους όσο και, με ορισμένες εξαιρέσεις, τους αλλοδαπούς υπηκόους κρατών μελών της Κοινότητας ή άλλων κρατών. Η άδεια χορηγείται από το Υπουργείο επί ατομικής βάσεως. Ωστόσο, όσον αφορά τους πανεπιστημιακούς τίτλους που χορηγούνται από ορισμένα αλλοδαπά εκπαιδευτικά ιδρύματα, η άδεια είναι δυνατόν να χορηγείται επί γενικής βάσεως. Κατά τον χρόνο υποβολής του προδικαστικού ερωτήματος, τέτοια γενική άδεια ίσχυε για τους γαλλικούς και ολλανδικούς πανεπιστημιακούς τίτλους, αλλά όχι για πτυχία αποκτώμενα στο Ηνωμένο Βασίλειο (3).

Για την πλήρη περιγραφή των πραγματικών περιστατικών της κυρίας δίκης και του νομικού πλαισίου της υποθέσεως, παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου. Επιθυμώ να επιστήσω ιδιαιτέρως την προσοχή σ' ένα συγκεκριμένο σημείο, καθότι έχει αποφασιστική σημασία για την απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα. Όπως προκύπτει από το εν λόγω ερώτημα (βλ. σημείο 5 κατωτέρω), η κυρία δίκη δεν αφορά το ζήτημα αν ένα πτυχίο LL.M., σαν αυτό που απέκτησε ο Kraus στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, εξασφαλίζει πρόσβαση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, και ειδικότερα στο Baden-Wuerttemberg, σε κάποιο υποκείμενο σε ρύθμιση νομικό επάγγελμα. Αφορά μόνο το αν ο Kraus μπορεί, χωρίς άδεια, να χρησιμοποιεί το πτυχίο του στο Baden-Wuerttemberg για επαγγελματικούς ή μη σκοπούς.

4. Πριν προχωρήσω στην εξέταση του ερωτήματος του Verwaltungsgericht Στουτγάρδης (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), επιθυμώ να επισημάνω ότι η οδηγία 89/48/ΕΟΚ (4) δεν δίνει λύση στην περίπτωση του Κraus. Η εν λόγω οδηγία έπρεπε να τεθεί σε εφαρμογή στα κράτη μέλη στις αρχές του 1990 (5). Οργανώνει μεταξύ των κρατών μελών ένα σύστημα αμοιβαίας αναγνωρίσεως των πτυχίων που παρέχουν πρόσβαση σε νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα ή επιτρέπουν την άσκησή του. Με επιφύλαξη μιας μόνον ειδικής διατάξεως (βλ. το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', τέλος), η οδηγία ισχύει και ως προς τα νομικά επαγγέλματα. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας αναγνωρίζει στους υπηκόους των κρατών μελών το δικαίωμα να κάνουν χρήση του ακαδημαϊκού τους τίτλου. Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί μόνο να απαιτήσει να συνοδεύεται ο εν λόγω τίτλος από το όνομα και τον τόπο όπου βρίσκεται το εκπαιδευτικό ίδρυμα που τον έχει χορηγήσει.

Ωστόσο, η οδηγία 89/48 ισχύει μόνον ως προς τους πανεπιστημιακούς τίτλους που κατοχυρώνουν κύκλο σπουδών διαρκείας τουλάχιστον τριών ετών. Όπως δε συμβαίνει συχνά με τους μεταπτυχιακούς τίτλους, ο Kraus απέκτησε το πτυχίο του LL.M. μετά από σπουδές ενός έτους. Εξάλλου, το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως πτυχίων, που κατοχυρώνει το άρθρο 7, παράγραφος 2, ισχύει μόνο για τους υπηκόους των κρατών μελών που πληρούν τις προϋποθέσεις προσβάσεως και ασκήσεως νομοθετικά ρυθμιζόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας. Όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση του Kraus για χρησιμοποίηση του πτυχίου LL.M. στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν συνδέεται με επιθυμία του να ασκήσει νομοθετικά ρυθμιζόμενη επαγγελματική δραστηριότητα.

Η οδηγία 92/51/ΕΟΚ (6) συμπληρώνει την ανωτέρω εξετασθείσα οδηγία. Η νέα αυτή οδηγία πρέπει να μεταφερθεί από τα κράτη μέλη στο εσωτερικό τους δίκαιο πριν από τις 18 Ιουνίου 1994. Επεκτείνει το σύστημα αμοιβαίας αναγνωρίσεως στους τίτλους που κατοχυρώνουν σπουδές διαρκείας τουλάχιστον ενός έτους. Όπως ακριβώς και στην περίπτωση της οδηγίας 89/48, το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως πτυχίου που κατοχυρώνεται από την οδηγία παρέχεται μόνο στα πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις προσβάσεως και ασκήσεως νομοθετικά ρυθμιζόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας.

5. Με το προδικαστικό του ερώτημα, το Verwaltungsgericht Στουτγάρδης ερωτά αν εθνική ρύθμιση, που εξαρτά τη χρησιμοποίηση πανεπιστημιακού τίτλου αποκτηθέντος σε άλλο κράτος μέλος από τη χορήγηση αδείας και επιβάλλει ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως, προσκρούει στο άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ ή σε άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, εφόσον πρόκειται για "ακαδημαϊκό τίτλο (...) που κατοχυρώνει μεταπτυχιακές σπουδές σε άλλο κράτος μέλος και ο οποίος, χωρίς να αποτελεί προϋπόθεση προσβάσεως σε ορισμένο επάγγελμα, αποτελεί πλεονέκτημα για την άσκησή του".

Στη συνέχεια θα εξετάσω την εθνική ρύθμιση όπως αυτή περιγράφεται από το παραπέμπον δικαστήριο υπό το φως τόσο των άρθρων 48 και 59 όσο και των διατάξεων του άρθρου 128 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ. Θα εξετάσω καταρχήν το άρθρο 48 (σημεία 6 έως 17), ιδίως επειδή το παραπέμπον δικαστήριο το ζητεί ρητώς, κατόπιν το άρθρο 59 (σημεία 18 έως 21), και τέλος τις διατάξεις του άρθρου 128 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 (σημεία 22 έως 24). Μολονότι θα εξετάσω πρώτα το άρθρο 48 και στο τέλος τις διατάξεις των άρθρων 128 και 7, από την ανάλυση που ακολουθεί συνάγεται ότι το ασύμβατο της υπό συζήτηση εθνικής ρυθμίσεως προς το κοινοτικό δίκαιο στοιχειοθετείται κυρίως, κατά τη γνώμη μου, με βάση τα τελευταία αυτά άρθρα.

Η εθνική ρύθμιση από τη σκοπιά του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ

Κεκαλυμμένη διάκριση

6. Το άρθρο 48, παράγραφος 2, απαγορεύει καταρχήν κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας. Εθνική διάταξη θεσπίζουσα σύστημα αδείας, έστω και καθαρά τυπικής, μόνον ως προς τους αλλοδαπούς * πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω * , συνεπάγεται αναμφισβήτητα και εξ ορισμού διακρίσεις (7). Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, το σύστημα αδειών δεν αφορά άμεσα τους αλλοδαπούς αλλά τους αλλοδαπούς τίτλους. Από τη νομολογία ωστόσο του Δικαστηρίου συνάγεται ότι, προκειμένου περί διακρίσεων επί τη βάσει τόσο της ιθαγενείας όσο και του φύλου, απαγορεύονται όχι μόνον οι προφανείς διακρίσεις, αλλά και οι συγκεκαλυμμένες μορφές τους (8). Όσον αφορά τις διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, η εν λόγω αρχή διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974, Sotgiu (9), σύμφωνα με την οποία

"(...) οι περί ίσης μεταχειρίσεως κανόνες απαγορεύουν όχι μόνο τις εμφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, αλλά και κάθε συγκεκαλυμμένου τρόπου διακρίσεων ο οποίος με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγει, στην πράξη, στο ίδιο αποτέλεσμα

(...)

(..) επομένως, δεν αποκλείεται κριτήρια όπως ο τόπος καταγωγής ή η κατοικία του εργαζομένου να ισοδυναμούν, ανάλογα με τις περιστάσεις, ως προς τις πρακτικές τους συνέπειες, με διακρίσεις λόγω ιθαγενείας που απαγορεύονται από τη Συνθήκη (...)"

7. Η εν λόγω νομολογία βρίσκει εφαρμογή και στην προκειμένη περίπτωση. Απαγόρευση βάσει του εθνικού δικαίου της χρησιμοποιήσεως πτυχίων η οποία, μολονότι εφαρμόζεται αδιακρίτως επί ημεδαπών και αλλοδαπών, κάνει διάκριση μεταξύ των εγχωρίων πτυχίων και των πτυχίων που έχουν αποκτηθεί στην αλλοδαπή * συμπεριλαμβανομένων των αποκτηθέντων στα άλλα κράτη μέλη * συνιστά στην πραγματικότητα συγκεκαλυμένη μορφή διακρίσεως λόγω ιθαγενείας, δεδομένου ότι δυνάμει θίγει κυρίως τους αλλοδαπούς, και ειδικότερα τους υπηκόους άλλων κρατών μελών που έχουν αποκτήσει το πτυχίο τους στο κράτος μέλος καταγωγής τους και θα ήθελαν να το χρησιμοποιήσουν στο Baden-Wuerttemberg (10). Βεβαίως, η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως αλλοδαπού ακαδημαϊκού τίτλου αφορά, στο πλαίσιο της κυρίας δίκης, όχι υπήκοο άλλου κράτους μέλους αλλά υπήκοο του ιδίου του κράτους που επιβάλλει την απαγόρευση. Όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια (βλ. σημεία 14 επ.), η εν λόγω διάκριση εις βάρος των ημεδαπών εμπίπτει επίσης στην απαγόρευση του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Προηγουμένως όμως πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ θα εφαρμοζόταν ούτως ή άλλως στην περίπτωση υπήκοου άλλου κράτους μέλους ευρισκομένου στην ίδια κατάσταση με τον Kraus, με άλλα λόγια, αν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ.

Η έννοια των όρων "εργαζόμενος" και "δημόσια διοίκηση"

8. Η απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 48, παράγραφος 2, ισχύει αποκλειστικά ως προς τους εργαζομένους και δεν εφαρμόζεται, κατά την παράγραφο 4, προκειμένου περί απασχολήσεως στη δημόσια διοίκηση. Εναπόκειται στο παραπέμπον δικαστήριο, λαμβανομένης υπόψη της εξετασθείσας ανωτέρω νομολογίας, να διαπιστώσει αν ο Kraus ήταν εργαζόμενος μη κατέχων θέση στη δημόσια διοίκηση κατά την έννοια του άρθρου 48 κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή όταν γνωστοποίησε, τον Ιανουάριο του 1989, στο αρμόδιο Υπουργείο την πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει το πτυχίο του LL.M. στο Baden-Wuerttemberg. Κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Kraus δήλωσε ότι κατά το χρονικό αυτό σημείο εργαζόταν ως επιμελητής στο Πανεπιστήμιο του Tuebingen.

9. Όσον αφορά την έννοια του εργαζομένου, θα αναφερθώ στην απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992, Raulin (11), όπου το Δικαστήριο συνοψίζει την πάγια νομολογία του ως εξής:

"Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, κατά πάγια νομολογία, η έννοια του εργαζομένου έχει κοινοτικό περιεχόμενο και δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς. Ωστόσο, για να χαρακτηρισθεί ένα πρόσωπο ως εργαζόμενος πρέπει να ασκεί πραγματικές δραστηριότητες, αποκλειομένων των δραστηριοτήτων που είναι τόσο περιορισμένες ώστε να εμφανίζονται ως καθαρά περιθωριακές και παρεπόμενες. Το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, σε ένα άλλο πρόσωπο ή υπό τη διεύθυνση του τελευταίου, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (βλ. μεταξύ άλλων την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988 στην υπόθεση 197/86, Brown, Συλλογή 1988, σ. 3205, σκέψη 21). Συναφώς, η φύση της έννομης σχέσεως μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη δεν είναι καθοριστική για την εφαρμογή του άρθρου 48 της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 31ης Μαΐου 1989 στην υπόθεση 344/87, Bettray, Συλλογή 1989, σ. 1621, σκέψη 16)."

10. Ο όρος απασχόληση στη δημόσια διοίκηση που χρησιμποιείται στο άρθρο 48, παράγραφος 4, αναλύεται επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου. Στην απόφασή του της 3ης Ιουλίου 1986, Lawrie-Blum (12), το Δικαστήριο επεσήμανε σχετικώς τα εξής:

"Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1980 (Επιτροπή κατά Βελγίου, 149/79, Slg. σ. 3881) και της 26ης Μαΐου 1982 (Επιτροπή κατά Βελγίου, 49/79, Συλλογή 1982, σ. 1845), ως απασχολήσεις στη δημόσια διοίκηση κατά την έννοια της παραγράφου 4 του άρθρου 48, αποκλειόμενες από το πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως 3 του εν λόγω άρθρου, νοούνται εκείνες οι απασχολήσεις που συνεπάγονται συμμετοχή, άμεση ή έμμεση, στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και στα καθήκοντα που έχουν ως αντικείμενο την προάσπιση των γενικών συμφερόντων του Κράτους και των άλλων δημοσίων οργανισμών και που προϋποθέτουν, επομένως, ότι υφίσταται ιδιαίτερα στενός δεσμός των κατόχων των θέσεων με το Κράτος καθώς και αμοιβαιότητα των δικαιωμάτων και των καθηκόντων που συνιστούν τη βάση του δεσμού της ιθαγένειας. Οι θέσεις που εξαιρούνται είναι μόνον αυτές οι οποίες, αν ληφθούν υπόψη τα καθήκοντα και οι ευθύνες που συνεπάγονται, παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά των ειδικών δραστηριοτήτων της διοίκησης στους τομείς που περιγράφηκαν προηγουμένως."

Στην εν λόγω περίπτωση επρόκειτο επίσης για πρόσωπο που πραγματοποιούσε προπαρασκευαστικό πρόγραμμα στο Baden-Wuerttemberg, αλλά αυτή τη φορά στο πλαίσιο της δεύτερης κρατικής εξετάσεως προς απόκτηση της αδείας ασκήσεως του λειτουργήματος του καθηγητή στα ανώτερα κλιμάκια της δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως. Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενδιαφερομένη έπρεπε όντως να θεωρηθεί ως εργαζομένη κατά την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και δεν μπορούσε να θεωρηθεί, κατά τη διάρκεια του προπαρασκευαστικού προγράμμματος και ενόψει της ασκήσεως του εκπαιδευτικού λειτουργήματος, ως απασχολουμένη στη δημόσια διοίκηση.

11. Όπως προανέφερα, ο Kraus δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο εργαζόταν ως επιμελητής στο Πανεπιστήμιο του Tuebingen και εναπόκειται στο παραπέμπον δικαστήριο να αποφασίσει αν ο Kraus μπορεί κατόπιν αυτού να θεωρηθεί ως εργαζόμενος μη απασχολούμενος στη δημόσια διοίκηση. Το γεγονός ότι ο Kraus πραγματοποίησε αργότερα εκπαιδευτικό πρόγραμμα προπαρασκευής που κατοχυρώνεται με τη δεύτερη κρατική εξέταση επαγγελματικής επάρκειας για νομικούς δεν ασκεί κατά τη γνώμη μου καμία επιρροή στο πλαίσιο αυτό. Πράγματι, και αν ακόμη το Δικαστήριο αποφάσιζε * λαμβανομένου υπόψη του προπαρατεθέντος χωρίου της αποφάσεως Lawrie-Blum * ότι νομικοί πραγματοποιούντες εκπαιδευτικό προπαρασκευαστικό πρόγραμμα (σε αντίθεση με τους εκπαιδευτικούς) κατέχουν θέση στη δημόσια διοίκηση (πράγμα κάθε άλλο παρά βέβαιο (13)), τούτο δεν συνεπάγεται απώλεια της ιδιότητας του εργαζομένου, εάν ο Kraus είχε την ιδιότητα αυτή κατά τον χρόνο επελεύσεως των κρισίμων περιστατικών.

Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμη η αναφορά στην απόφαση Bernini (14). Το Δικαστήριο διευκρίνισε στην εν λόγω απόφαση ότι ο εργαζόμενος που εγκαταλείπει οικειοθελώς την εργασία του για να αφοσιωθεί, μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, (εν προκειμένω, τέσσερις μήνες), αποκλειστικά στις σπουδές του διατηρεί την ιδιότητα του εργαζομένου, εφόσον οι επιλεγείσες σπουδές έχουν σχέση με την προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα. Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια των εν λόγω σπουδών, θεωρείται ότι ο ενδιαφερόμενος πραγματοποιεί την εκπαίδευση αυτή σε υπηρεσία της δημοσίας διοικήσεως ουδόλως επηρεάζει τον κανόνα αυτό. Τούτο σημαίνει ότι, εάν ο Kraus θεωρηθεί εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, λαμβανομένης υπόψη της νομικής του δραστηριότητας στο πλαίσιο της απασχολήσεώς του ως επιμελητή, κατά την άποψή μου, διατήρησε οπωσδήποτε το καθεστώς αυτό και μετά την έναρξη του προπαρασκευαστικού εκπαιδευτικού προγράμμματος για νομικούς ενόψει της συμμετοχής στη δεύτερη κρατική εξέταση (15).

Διακρίσεις ως προς την απασχόληση και τις συνθήκες εργασίας

12. Η απαγόρευση διακρίσεων που θεσπίζει το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ αφορά αποκλειστικά την απασχόληση, την αμοιβή και τους λοιπούς όρους εργασίας. Και πάλι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν η κατά το εθνικό δίκαιο απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως ακαδημαϊκού τίτλου μπορεί, αυτή καθαυτή, να αποτελεί κώλυμα για τον Kraus όσον αφορά την πρόσβαση, την άσκηση, την αμοιβή και/ή τις πιθανότητες προαγωγής σε νομικό ή άλλο επάγγελμα, νομικά ρυθμιζόμενο ή όχι. Διαπιστώνεται απλώς ότι το παραπέμπον δικαστήριο δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό, καθότι στο προδικαστικό του ερώτημα εκτιμά ότι ο πανεπιστημιακός τίτλος που απέκτησε ο Kraus "ενέχει πλεονεκτήματα ενόψει της ασκήσεως (ενός επαγγέλματος)". Μπορεί κάλλιστα να υποτεθεί ότι, προκειμένου για επαγγέλματα όπως, παραδείγματος χάρη, του καθηγητή συγκριτικού δικαίου, η δυνατότητα επικλήσεως πτυχίου LL.M. έχει αναμφίσβητητα ορισμένη βαρύτητα.

Κατά τα λοιπά, κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου φάνηκε ότι υπήρχε μεγάλη σύγχυση ως προς το τι νοείται ως χρησιμοποίηση πανεπιστημιακού τίτλου στο πλαίσιο του νόμου του 1939. Κατά τον εκπρόσωπο του Baden-Wuerttemberg, ο εν λόγω νόμος δεν απαγορεύει στον κάτοχο αλλοδαπού τίτλου να επικαλεσθεί τον τίτλο αυτό, παραδείγματος χάρη, κατά την αναζήτηση απασχολήσεως. Ο Kraus δεν συμφώνησε με την ερμηνεία αυτή. Φυσικά, δεν εναπόκειται στο παρόν Δικαστήριο αλλά στο αιτούν δικαστήριο να αναζητήσει το ακριβές περιεχόμενο της εν λόγω απαγορεύσεως * που συνοδεύεται από ποινικές κυρώσεις * της χρησιμοποιήσεως των ακαδημαϊκών τίτλων. Αν η απαγόρευση έφτανε μέχρι του σημείου να κωλύει τον κάτοχο αλλοδαπού τίτλου να επικαλείται τον εν λόγω τίτλο στην συνήθη επαγγελματική ζωή, φρονώ ότι η απαγόρευση θα ήταν οπωσδήποτε δυνατόν να έχει για τον κάτοχο του πτυχίου συνέπειες όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή ή τους άλλους όρους εργασίας του. Ως προς την αμοιβή, ο Kraus παρατήρησε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η δυνατότητα επικλήσεως του πτυχίου του μπορούσε να έχει ως συνέπεια κάποια όχι ευκαταφρόνητη διαφορά μισθού.

Λόγοι δικαιολογούντες τη διάκριση

13. Η απαγόρευση των διακρίσεων που περιέχεται στο άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης δεν ισχύει στην περίπτωση που η εθνική νομοθεσία στηρίζεται σ' έναν από τους λόγους που απαριθμούνται στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου (δημόσια τάξη, δημόσια ασφάλεια, δημόσια υγεία). Ο εκπρόσωπος του Baden-Wuerttemberg υποστήριξε, κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η υπό κρίση νομοθεσία αποσκοπούσε στην προστασία της δημοσίας τάξεως. Το επιχείρημα δεν μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπόψη, δεδομένης της συσταλτικής ερμηνείας που έχει δοθεί στην έννοια αυτή από το Δικαστήριο (16).

Εξάλλου, μπορεί, νομίζω, να γίνει επίκληση, προς υποστήριξη της έμμεσης ή συγκεκαλυμένης διακρίσεως που απορρέει από την εθνική νομοθεσία (βλ. παράγραφο 7 ανωτέρω), καθενός αντικειμενικού λόγου γενικού συμφέροντος ικανού να δικαιολογήσει την απαγόρευση χρησιμοποιήσεως πανεπιστημιακού τίτλου χωρίς άδειας (17). Στις παρατηρήσεις που ανέπτυξε ενώπιον του Δικαστηρίου, το Land Baden-Wuerttemberg υποστηρίζει ότι η εθνική ρύθμιση είναι αναγκαία για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και της αγοράς εργασίας. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι διόλου πειστικό. Πέραν του ζητήματος αν τέτοιοι αντικειμενικοί λόγοι μπορούν να προβληθούν προς στήριξη διατάξεων που καθιερώνουν (απροκάλυπτα ή έμμεσα) διακρίσεις (18), πρέπει να γίνει δεκτό, σύμφωνα με τα υποστηριζόμενα από την Επιτροπή, ότι το κοινό προστατεύεται ήδη περισσότερο από ικανοποιητικά με την απαγόρευση χρησιμοποιήσεως πλαστών τίτλων η οποία συνοδεύεται από ποινικές κυρώσεις. Εάν κρινόταν αναγκαία η περαιτέρω προστασία, θα μπορούσε να επιβληθεί στον ενδιαφερόμενο η υποχρέωση γνωστοποιήσεως του ονόματος και, ενδεχομένως, της έδρας του εκπαιδευτικού ιδρύματος που χορήγησε τον τίτλο. Η εναλλακτική αυτή λύση είναι κατά τη γνώμη μου αρκετά αποτελεσματική για την προστασία του κοινού κατά της απάτης και είναι επίσης σύμφωνη με τις υφιστάμενες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ή τις διατάξεις που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης (19). Κατά τα λοιπά, η εθνική νομοθεσία στο πλαίσιο της οποίας προβλέπεται σύστημα ατομικών αδειών ως προς τις οποίες δεν είναι δυνατή η άσκηση δικαστικού ελέγχου, και η οποία υποβάλλει περαιτέρω τη χρησιμοποίηση πτυχίου άνευ αδείας σε αυστηρές ποινικές κυρώσεις είναι, κατά τη γνώμη μου, και μόνο για τους λόγους αυτούς, αντίθετη προς την αρχή του αναγκαίου μέτρου και/ή της αναλογικότητας.

Διάκριση εις βάρος ημεδαπών

14. Ας υποτεθεί ότι το εθνικό δικαστήριο καταλήγει, βάσει των προεκτεθέντων, στο συμπέρασμα ότι μια εθνική διάταξη όπως η υπό εξέταση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, οσάκις εφαρμόζεται εις βάρος υπηκόων άλλου κράτους μέλους που βρίσκονται σε κατάσταση όμοια με αυτή του Kraus. Τίθεται στην περίπτωση αυτή το ζήτημα αν ο Kraus μπορεί επίσης να επικαλεσθεί την απαγόρευση των διακρίσεων που περιέχεται στην εν λόγω διάταξη κατά του κράτους του οποίου έχει την ιθαγένεια. Πρέπει σχετικώς να παρατηρηθεί καταρχάς ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1990, Bouchoucha (20), μια περίπτωση όπως η υπό συζήτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καθαρά εσωτερικής φύσεως ως προς ορισμένο κράτος μέλος, δεδομένου ότι πρόκειται, (ακριβώς όπως και στην υπόθεση Bouchoucha), για υπήκοο του εμπλεκομένου κράτους μέλους ο οποίος κατέχει επαγγελματικό πτυχίο αποκτηθέν σε άλλο κράτος μέλος.

Στην απόφαση Knoors (21), το Δικαστήριο δέχθηκε, προκειμένου για επαγγελματικό προσόν κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 64/427/ΕΟΚ (22), αποκτηθέν από ολλανδό υπήκοο στο Βέλγιο, ότι ο υπήκοος κράτους μέλους μπορεί να επικαλεσθεί το αποκτηθέν σε άλλο κράτος μέλος επαγγελματικό προσόν στο κράτος καταγωγής του προκειμένου να του χορηγηθεί εκεί άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του υδραυλικού το οποίο ρυθμίζεται νομοθετικά στο εν λόγω κράτος. Ενόψει του θεμελιώδους χαρακτήρα των ελευθεριών που κατοχυρώνουν τα άρθρα 3, στοιχείο γ', 48, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο διακήρυξε στις σκέψεις 24 και 25, ειδικότερα όσον αφορά το άρθρο 52, ότι

"(...) Αν και οι διατάξεις της Συνθήκης περί εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε καθαρά εσωτερικές καταστάσεις ενός κράτους μέλους, πάντως η αναφορά του άρθρου 52 στους 'υπηκόους ενός κράτους μέλους' που επιθυμούν να εγκατασταθούν 'στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους' δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να αποκλειστούν από τις ευεργετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου οι ίδιοι υπήκοοι συγκεκριμένου κράτους μέλους, όταν αυτοί, επειδή είχαν συνήθη διαμονή στο έδαφος άλλου κρατους μέλους και απέκτησαν εκεί επαγγελματικά προσόντα που αναγνωρίζονται από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, βρίσκονται, έναντι του κράτους καταγωγής τους σε κατάσταση παρόμοια με αυτή όλων όσοι απολαύουν των δικαιωμάτων και ελευθεριών που εξασφαλίζονται από τη Συνθήκη

(...) δεν μπορεί πάντως να αγνοηθεί το έννομό συμφέρον ενός κράτους μέλους να εμποδίσει την προσπάθεια ορισμένουν από τους υπηκόους του να διαφύγουν την υπαγωγή τους στην εθνική τους νομοθεσία περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, καταχρώμενοι ευκολίες που δημιουργούνται δυνάμει της Συνθήκης".

Δεδομένου ότι δεν υπήρχε κίνδυνος καταχρήσεως στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι επίσης "δικαιούχοι", κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/427, τα πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια του κράτους μέλους το οποίο ρυθμίζει την άσκηση του επαγγέλματος. Βασική ιδέα είναι ωστόσο ότι το κοινοτικό δίκαιο που αφορά την ελεύθερη διακίνηση των προσώπων ισχύει και ως προς τους ιδίους υπηκόους * ακόμη και αν πρόκειται για κατάσταση απολύτως εσωτερικού χαρακτήρα ως προς ορισμένο κράτος μέλος (πράγμα που δεν συμβαίνει καν στην υπό κρίση περίπτωση) * οσάκις αυτοί "βρίσκονται, σε σχέση με το κράτος καταγωγής τους, σε κατάσταση που μπορεί να εξομοιωθεί με αυτήν όλων των άλλων υπηκόων που απολαύουν των δικαιωμάτων και ελευθεριών τις οποίες εξασφαλίζει η Συνθήκη" (23). Εν προκειμένω ο Kraus βρίσκεται σε κατάσταση που μπορεί να εξομοιωθεί με αυτήν υπηκόου άλλου κράτους μέλους ο οποίος, όπως συνάγεται από την προηγηθείσα ανάλυση, θα μπορούσε να αντλήσει ορισμένα δικαιώματα από την απαγόρευση διακρίσεων του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.

15. Το Δικαστήριο επανέλαβε την αρχή που διατύπωσε με την προπαρατεθείσα σκέψη της αποφάσεως Bouchoucha. Επρόκειτο στην περίπτωση αυτή για την αναγνώριση στη Γαλλία πτυχίου οστεοπαθητικής χορηγηθέντος στο Ηνωμένο Βασίλειο σε Γάλλο υπήκοο, ενόψει της ασκήσεως του εν λόγω επαγγέλματος στη Γαλλία. Ελλείψει ρυθμίσεως των παραϊατρικών επαγγελμάτων και κοινοτικού ορισμού της εννοίας των "ιατρικών δραστηριοτήτων" * όθεν συνάγεται ότι το οικείο κράτος μέλος είναι αρμόδιο να ρυθμίζει στο έδαφός του τα της ασκήσεως της δραστηριότητας των οστεοπαθητικών (σκέψεις 8 και 12) * , το Δικαστήριο προσέθεσε, ωστόσο, στις σκέψεις 14 και 15 ότι

"(...) δεν μπορεί να αγνοηθεί το έννομο συμφέρον κράτους μέλους να εμποδίσει την προσπάθεια ορισμένων από τους υπηκόους του να αποφύγουν την υπαγωγή τους στην εθνική νομοθεσία περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, καταχρώμενοι ευκολιών που δημιουργούνται δυνάμει της Συνθήκης.

(...)

Αυτό ακριβώς θα συνέβαινε αν το γεγονός ότι ο υπήκοος κράτους μέλους έλαβε σε άλλο κράτος μέλος δίπλωμα η ισχύς και η αξία του οποίου δεν αναγνωρίζονται από καμία κοινοτική κανονιστική διάταξη μπορούσε να υποχρεώσει το κράτος μέλος καταγωγής του υπηκόου αυτού να του επιτρέψει να ασκεί τις δραστηριότητες τις οποίες αφορά το δίπλωμα αυτό στο έδαφός του, ενώ η πρόσβαση στις δραστηριότητες αυτές επιφυλάσσεται στους κατόχους ανωτέρου διπλώματος που τυγχάνει αμοιβαίας αναγνωρίσεως στο κοινοτικό επίπεδο, χωρίς η επιφύλαξη αυτή να φαίνεται αυθαίρετη".

16. Φρονώ ότι η επιφύλαξη που διατυπώνεται στην απόφαση Bouchoucha σε σχέση με την αρχή που καθιερώνεται στην απόφαση Κnoors δεν βρίσκει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Από το χωρίο που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη συνάγεται ότι η εν λόγω επιφύλαξη στηρίζεται στη σκέψη ότι, στην υπόθεση Bouchoucha, επρόκειτο για (βρεταννικό) δίπλωμα, ο κάτοχος του οποίου διετείνετο ότι του εξασφάλιζε πρόσβαση σε ρυθμιζόμενο νομοθετικά επάγγελμα (στη Γαλλία). Τούτο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Ο Kraus δεν επικαλείται το πτυχίο του LL.M. προκειμένου να ασκήσει νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θέλει μόνο να μπορεί να χρησιμοποιήσει τον τίτλο που απορρέει από την κατοχή του εν λόγω πτυχίου.

Εξάλλου, η επιφύλαξη που διατυπώνεται στην απόφαση Bouchoucha εμπνέεται από την ανάγκη αποτροπής της εκ μέρους των ιδίων υπηκόων προσπαθείας παρακάμψεως της εθνικής τους νομοθεσίας όσον αφορά την πρόσβαση σ' ένα νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα σ' έναν τομέα τόσο ευαίσθητο όπως ο ιατρικός και παραϊατρικός, διά της καταχρήσεως των διατάξεων της Συνθήκης (24). Επομένως, ενδείκνυται να ενταχθεί η εν λόγω απόφαση στο πλαίσιο της προαναφερθείσας νομολογίας (σημείο 13), η οποία θεωρεί δικαιολογημένους τους εθνικούς κανόνες που αποσκοπούν στην αποτροπή της καταχρηστικής ασκήσεως των θεμελιωδών ελευθεριών που εξασφαλίζονται από τη Συνθήκη, παραδείγματος χάρη οσάκις ασκούνται με σκοπό την μη υπαγωγή σε υποχρεωτικές διατάξεις περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως (25). Όπως ήδη παρατηρήθηκε στο εν λόγω σημείο, η προστασία κατά της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως των ακαδημαϊκών τίτλων σε σχέση, ιδίως, με τα νομικά επαγγέλματα μπορεί, παρά ταύτα, να οργανωθεί κατ' άλλο τρόπο, λιγότερο περιοριστικό.

17. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι μια εθνική ρύθμιση, σαν αυτή που περιγράφεται από το παραπέμπον δικαστήριο, δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον, υπό το φως της ανωτέρω εξετασθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου, το παραπέμπον δικαστήριο διαπιστώσει ότι ο Kraus, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν εργαζόμενος μη κατέχων θέση στη δημόσια διοίκηση κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου και ότι η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως τίτλου χωρίς άδεια, ενόψει του περιεχομένου που αρμόζει να της αποδοθεί στο εθνικό δίκαιο, είναι δυνατόν να θίγει πρόσωπα σαν τον Kraus, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή ή τους άλλους όρους εργασίας.

Εφαρμογή του άρθρου 59 της Συνθήκης

18. Το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί επίσης από το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει την επίδικη εθνική ρύθμιση υπό το φως και άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου πέραν του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ. Στο πλαίσιο αυτό, θα εξετάσω καταρχάς το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, η εφαρμογή του οποίου εξαρτάται, ωστόσο, όπως προκύπτει από το άρθρο 60, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, από την μη εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, και ιδίως του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ.

Όσον αφορά το γενικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, γίνεται δεκτό ότι η εν λόγω διάταξη απαγορεύει κάθε εθνική ρύθμιση η οποία μεταχειρίζεται κατά τρόπο συνεπαγόμενο διακρίσεις, εμφανώς ή κατά συγκεκαλυμένο τρόπο, τους υπηκόους άλλων κρατών μελών ή ρύθμιση η οποία, μολονότι ισχύει αδιακρίτως ως προς τους ιδίους υπηκόους και τους υπηκόους άλλων κρατών μελών, είναι δυνατόν να δημιουργεί προβλήματα στους τελευταίους οσάκις παρέχουν υπηρεσίες εντός άλλων κρατών μελών (26). Εξάλλου, είναι βέβαιο ότι η απαγόρευση του άρθρου 59 καλύπτει τους περιορισμούς τόσο εις βάρος των παρεχόντων υπηρεσίες όσο και εις βάρος των αποδεκτών των υπηρεσιών αυτών, οσάκις οι τελευταίοι μεταβαίνουν στο κράτος όπου είναι εγκατεστημένος ο παρέχων τις υπηρεσίες (27).

19. Παρά την ευρύτητα του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν είναι βέβαιο ότι το άρθρο αυτό μπορεί να εφαρμοστεί σε περίπτωση σαν την υπό εξέταση. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μαθήματα παραδιδόμενα στο πλαίσιο του εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως υπηρεσίες υπό την έννοια του άρθρου 59 (28) . Προκειμένου να ανταποκρίνονται στην έννοια των υπηρεσιών, οι οικείες δραστηριότητες πρέπει, κατά το άρθρο 60, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, να "προσφέρονται κατά κανόνα αντί αμοιβής". Το Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 17 έως 19 της αποφάσεως Humbel et Edel ότι:

"Το ουσιώδες χαρακτηριστικό της αμοιβής έγκειται, επομένως, στο γεγονός ότι η αμοιβή αποτελεί την οικονομική αντιπαροχή της κατά τα ανωτέρω παροχής, αντιπαροχή την οποία, κατά κανόνα, προσδιορίζουν από κοινού ο παρέχων την υπηρεσία και ο αποδέκτης της.

Το χαρακτηριστικό αυτό δεν υφίσταται προκειμένου περί μαθημάτων τα οποία διδάσκονται στο πλαίσιο του εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Πράγματι, με τη δημιουργία και την εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος, το κράτος δεν αποβλέπει στην άσκηση αμοιβομένων δραστηριοτήτων, αλλά εκπληρώνει την αποστολή του απέναντι στον πληθυσμό του στον κοινωνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό τομέα. Εξάλλου, το εν λόγω σύστημα χρηματοδοτείται, κατά γενικό κανόνα, από τον δημόσιο προϋπολογισμό και όχι από τους μαθητές ή τους γονείς τους.

Ο χαρακτήρας της δραστηριότητας αυτής δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι, ενίοτε, οι μαθητές ή οι γονείς τους υποχρεούνται να καταβάλλουν δίδακτρα, προκειμένου να συνεισφέρουν, σε ορισμένο βαθμό, στις δαπάνες λειτουργίας του συστήματος. Κατά μείζονα λόγο, το γεγονός και μόνον ότι η καταβολή διδάκτρων επιβάλλεται μόνο στους αλλοδαπούς μαθητές δεν μπορεί να έχει τέτοιο αποτέλεσμα."

20. Από το ανωτέρω παρατεθέν απόσπασμα της αποφάσεως Humbel et Edel καταδεικνύεται, ωστόσο, ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί εκ προοιμίου ότι να χαρακτηρισθούν ορισμένα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών ως παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΟΚ. Τούτο θα συνέβαινε, πράγματι, στην περίπτωση που τα εν λόγω προγράμματα ήταν οργανωμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε η χρηματοδότησή τους να εξασφαλίζεται εξ ολοκλήρου, ή κατά μεγάλο μέρος, όχι από τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά από τους συμμετέχοντες στο πρόγραμμα ή από πρόσωπα που πληρώνουν ή επιδοτούν τις σπουδές τους υπό οποιαδήποτε μορφή. Το κατά πόσον αυτό συμβαίνει στην περίπτωση του πτυχίου LL.M. που χορηγήθηκε στον Kraus από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου (29) αποτελεί ζήτημα που εναπόκειται στην εκτίμηση του παραπέμποντος δικαστηρίου στο πλαίσιο της κυρίας δίκης.

Το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, αν υποτεθεί ότι έχει εφαρμογή για τον προαναφερθέντα λόγο απαγορεύει, κατά την άποψή μου, εθνική διάταξη η οποία καθιστά δυσχερέστερη ή λιγότερο ελκυστική για τους ιδίους υπηκόους * χωρίς να είναι δυνατή η επίκληση λόγου δικαιολογούντος τον περιορισμό (βλ. σημείο 13 ανωτέρω) * την πρόσβαση στις υπηρεσίες εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος. Τούτο συμβαίνει κατά τη γνώμη μου, οσάκις τα εν λόγω πρόσωπα στερούνται του δικαιώματος να χρησιμοποιήσουν άνευ περιορισμών στο ίδιο κράτος μέλος κατά το πέρας των σπουδών τους τον πανεπιστημιακό τίτλο που έχουν αποκτήσει σε άλλο κράτος μέλος (βλ. επίσης σημείο 23 κατωτέρω).

21. Κατά συνέπεια, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διάταξη μπορεί να τύχει εφαρμογής εφόσον δεν αποδειχθεί ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, στην περίπτωση που θα προκύψει ότι το πρόγραμμα σπουδών LL.M. που παρακολούθησε ο Kraus στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου δεν χρηματοδοτείται ή χρηματοδοτείται σε μικρή έκταση από τον δημόσιο προϋπολογισμό, αλλά χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου ή κατά μεγάλο μέρος από τους συμμετέχοντες στο πρόγραμμα ή από τα πρόσωπα που πληρώνουν ή επιδοτούν τις σπουδές των τελευταίων υπό οιαδήποτε μορφή.

Πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση

22. Τέλος, θα εξετάσω το ζήτημα αν η εθνική απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως των ακαδημαϊκών τίτλων όπως αυτή που περιγράφεται στο προδικαστικό ερώτημα συμβιβάζεται με τις διατάξεις του άρθρου 128 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ. Όπως παρατήρησα ανωτέρω (σημείο 5), η απαγόρευση εγείρει ζητήματα συμβιβαστού προς το κοινοτικό δίκαιο κυρίως ενόψει των διατάξεων αυτών.

Σημείο εκκινήσεως, στο πλαίσιο αυτό, είναι αναμφίβολα η απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985, Gravier (30), όπου το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η πρόσβαση και η συμμετοχή στην εκπαίδευση εντός της Κοινότητας δεν είναι αυτές καθαυτές ξένες προς το κοινοτικό δίκαιο (σκέψη 19). Προκειμένου, ειδικότερα, για την επαγγελματική εκπαίδευση, το Δικαστήριο έκρινε στις σκέψεις 24 και 25 ότι:

"Συγκεκριμένα, η πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση είναι ικανή να προωθήσει την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε ολόκληρη την Κοινότητα επιτρέποντάς τους να αποκτήσουν τυπικά προσόντα στο κράτος μέλος όπου προτίθενται να ασκήσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα και δίνοντάς τους την ευκαιρία να ολοκληρώσουν τη μόρφωσή τους και να αναπτύξουν τις ιδιαίτερες ικανότητές τους στο κράτος μέλος εκείνο στο οποίο η επαγγελματική εκπαίδευση περιλαμβάνει την κατάλληλη ειδικότητα.

Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι οι όροι προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης."

Στις μεταγενέστερες αποφάσεις του, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι οι πανεπιστημιακές σπουδές εμπίπτουν επίσης στην έννοια της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, μολονότι οι πτυχιακές εξετάσεις δεν παρέχουν στον ενδιαφερόμενο * όπως συμβαίνει στην υπό συζήτηση περίπτωση * κατ' άμεσο τρόπο τα "προσόντα για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος, τέχνης ή ορισμένης απασχολήσεως που προϋποθέτει τα εν λόγω προσόντα". Στην απόφασή του της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Blaizot (31), το Δικαστήριο, στις σκέψεις 19 και 20, ανέφερε τα ακόλουθα:

"Όσον αφορά το ζήτημα αν ορισμένες πανεπιστημιακές σπουδές προετοιμάζουν για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή παρέχουν την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση ενός τέτοιου επαγγέλματος ή απασχολήσεως, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι αυτό συμβαίνει όχι μόνο στην περίπτωση κατά την οποία με τις πτυχιακές εξετάσεις απονέμεται το άμεσο τυπικό προσόν για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος ή απασχολήσεως που προϋποθέτει το προσόν αυτό, αλλά και όταν με τις σπουδές παρέχεται ιδιαίτερη ικανότητα, δηλαδή στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται οι φοιτητές να αποκτήσουν γνώσεις για την άσκηση ενός επαγγέλματος ή απασχολήσεως, έστω και αν η απόκτηση των εν λόγω γνώσεων δεν επιβάλλεται για την άσκηση αυτή από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις.

Πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι πανεπιστημιακές σπουδές συγκεντρώνουν, γενικά αυτές τις προϋποθέσεις. Το αντίθετο συμβαίνει μόνον όσον αφορά ορισμένους κύκλους ειδικών σπουδών οι οποίες, λόγω της ιδιάζουσας φύσεως τους, απευθύνονται σε πρόσωπα τα οποία μάλλον επιθυμούν να εμβαθύνουν στις γενικές τους γνώσεις παρά να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα."

Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία περί του ότι οι σπουδές LL.M. συνιστούν επαγγελματική εκπαίδευση υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου, μολονότι το χορηγούμενο κατά το πέρας των σπουδών αυτών πτυχίο δεν απαιτείται για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος, τέχνης ή απασχολήσεως.

23. Η κεντρική ιδέα της αποφάσεως Gravier είναι ότι οι υπήκοοι των κρατών μελών πρέπει υπό τους αυτούς όρους να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στο σύνολο της Κοινότητας στα προγράμματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που κρίνουν καταλληλότερα για την τελειοποίηση της εκπαιδεύσεως τους.

Ο εκπρόσωπος της κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου παρατήρησε ορθώς κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η εν λόγω νομολογία στρέφεται γύρω από την πρόσβαση και τη συμμετοχή στην επαγγελματική εκπαίδευση και ότι η εκπαιδευτική πολιτική δεν αποτελεί τμήμα της (32). Δεδομένου ότι η γενική απαγόρευση των διακρίσεων που θεσπίζει στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ ισχύει μόνο "εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας Συνθήκης" και, επομένως, προκειμένου για την επαγγελματική εκπαίδευση, μόνον στον βαθμό που έχει εφαρμογή το άρθρο 128, το ζήτημα της αναγνωρίσεως των τίτλων, των πτυχίων και των περιόδων σπουδών δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω απαγορεύσεως. Κατά συνέπεια, συνάγει ο εκπρόσωπος της κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, μια εθνική νομοθεσία όπως η επίδικη υπόθεση δεν εμπίπτει ούτε στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 128 και 7 της Συνθήκης ΕΟΚ.

Δεν συμφωνώ ως προς το τελευταίο αυτό σημείο. Πρώτον, δεν πρόκειται για την αναγνώριση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πτυχίου LL.M. αποκτηθέντος σε άλλο κράτος μέλος ενόψει της ασκήσεως επαγγέλματος νομοθετικά ρυθμιζομένου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Πρόκειται απλώς για την αναγνώριση της δυνατότητας χρησιμοποιήσεως (ιδίως) στην επαγγελματική ζωή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, χωρίς άδεια, τίτλου αποκτηθέντος σε άλλο κράτος μέλος. Δεύτερον, φρονώ ότι τέτοιου είδους απαγόρευση ως προς τη χρησιμοποίηση των τίτλων αφορά στην πραγματικότητα την πρόσβαση και συμμετοχή στην επαγγελματική εκπαίδευση. Οσάκις η εθνική νομοθεσία δεν επιτρέπει στον φοιτητή να χρησιμοποιήσει στην ίδια τη χώρα του τον τίτλο που απέκτησε μετά την ολοκλήρωση επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος και με τον τρόπο αυτό να αποκομίσει τα οφέλη από τις προσπάθειές του στο πλαίσιο των σπουδών του, η εν λόγω νομοθεσία μπορεί, κατά την άποψή μου, να καταστήσει λίγο ή, εν πάση περιπτώσει λιγότερο ελκυστική την πρόσβαση και τη συμμετοχή στην επαγγελματική εκπαίδευση που παρέχεται στο άλλο κράτος μέλος. Ενώ, στην προγενέστερη νομολογία, επρόκειτο για ενέχοντες διακρίσεις περιορισμούς στην πρόσβαση "ex ante", όπως ενίσχυση για την κάλυψη των τελών εγγραφής ή άλλες προϋποθέσεις προσβάσεως στην εκπαίδευση, σήμερα πρόκειται για περιορισμό "ex post". Ωστόσο, η διαφορά αυτή δεν καθιστά τον περιορισμό λιγότερο πραγματικό.

24. Επί τη βάσει των όσων αναπτύχθηκαν ανωτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η εθνική ρύθμιση που κωλύει τους φοιτητές να επικαλεσθούν τον τίτλο που έχουν αποκτήσει κατόπιν επαγγελματικής εκπαιδεύσεως πραγματοποιηθείσας σε άλλο κράτος μέλος εμπίπτει πράγματι στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 128 της Συνθήκης ΕΟΚ. Τούτο σημαίνει ότι η εν λόγω ρύθμιση μπορεί επίσης να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ. Για να εφαρμοστεί το εν λόγω άρθρο η ρύθμιση απαιτείται να καθιερώνει προφανή ή συγκεκαλυμένη διάκριση λόγω ιθαγενείας (33). Είναι ωστόσο αδιάφορο αν η ενέχουσα διακρίσεις ρύθμιση αφορά το πρόσωπο που αποδέχεται ή το πρόσωπο που παρέχει την εκπαίδευση καθώς και αν εφαρμόζεται στο κράτος μέλος όπου έχει αποκτηθεί ο τίτλος και από τις αρχές του κράτους αυτού ή, όπως στην προκειμένη περίπτωση, στο κράτος μέλος και από τις αρχές του κράτους στο οποίο χρησιμοποιείται ο εν λόγω τίτλος (34). Όπως ήδη ανέφερα, η μη επιτρεπόμενη διάκριση συνίσταται, εν προκειμένω, στο ότι η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως ορισμένου τίτλου, που εξετάστηκε ανωτέρω, παρεμποδίζει την πρόσβαση γερμανών υπηκόων στην επαγγελματική εκπαίδευση σε άλλα κράτη μέλη καθιστώντας την πρόσβαση αυτή λίγο ή εν πάση περιπτώσει λιγότερο ελκυστική, ενώ δεν έχει τις ίδιες συνέπειες όσον αφορά την πρόσβαση γερμανών υπηκόων στην επαγγελματική εκπαίδευση στην ίδια τη χώρα τους, χωρίς να υπάρχει κανένας, αποδεκτός κατά το κοινοτικό δίκαιο, λόγος που δικαιολογεί την κατάσταση αυτή (βλ. σημείο 13, ανωτέρω).

Συμπέρασμα

25. Με βάση τα προεκτεθέντα, προτείνω να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου η ακόλουθη απάντηση:

"1) Μια εθνική ρύθμιση που εξαρτά από υποχρεωτική άδεια την απλή χρήση ακαδημαϊκού τίτλου αποκτηθέντος σε άλλο κράτος μέλος, ο οποίος δεν εξασφαλίζει απευθείας πρόσβαση σε ορισμένο επάγγελμα, δεν συμβιβάζεται με την απαγόρευση των διακρίσεων που προβλέπεται στο άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον η εν λόγω υποχρέωση αδείας περιορίζει έναν εργαζόμενο, κατά την έννοια του άρθρου 48, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας. Τούτο ισχύει επίσης, υπό τις ίδιες περιστάσεις, οσάκις ο εργαζόμενος είναι υπήκοος του κράτους μέλους όπου εφαρμόζεται η εν λόγω εθνική ρύθμιση.

2) Αν δεν απαγορεύεται ήδη βάσει του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, μια εθνική ρύθμιση όπως αυτή που περιγράφεται στο σημείο 1 αντίκειται στο άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή καθιστά λιγότερο ελκυστική για τους ιδίους υπηκόους * και, επομένως, εμποδίζει * την πρόσβαση στις υπηρεσίες εκπαιδεύσεως που παρέχονται σε άλλο κράτος μέλος, οσάκις προκύπτει ότι αυτές δεν χρηματοδοτούνται στο κράτος μέλος του παρέχοντος από τον δημόσιο προϋπολογισμό, αλλά ότι ο φοιτητής ή τα πρόσωπα που χρηματοδοτούν ή επιδοτούν τις σπουδές του πρέπει να καταβάλουν αμοιβή καλύπτουσα εξ ολοκλήρου ή σχεδόν εξ ολοκλήρου τις δαπάνες της εκπαιδεύσεως.

3) Μια εθνική ρύθμιση όπως αυτή που περιγράφεται στο σημείο 1 προσκρούει οπωσδήποτε στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον καθιστά την πραγματοποίηση προγράμματος επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε άλλο κράτος μέλος λιγότερο ελκυστική για τα άτομα από την πραγματοποίηση αναλόγου προγράμματος στο κράτος μέλος της ιθαγένειας."

(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.

(1) * Η πρώτη αυτή φάση των εξετάσεων εξασφαλίζει, παραδείγματος χάρη, πρόσβαση στα επαγγέλματα του νομικού συμβούλου επιχειρήσεως ή, όπως προκύπτει από την κυρία δίκη, επιμελητή στο πανεπιστήμιο

(2) * Λεπτομερής περιγραφή του γερμανικού συστήματος εκπαιδεύσεως νομικών καθώς και των δύο φάσεων κρατικών εξετάσεων περιέχονται στο Lonbay κ.λπ.: Training lawyers in the European Community , Τhe Law Society, 1990, σ. 23 επ..

(3) * Έκτοτε, τέθηκε σε ισχύ ευρύτερη γενική άδεια, επιτρέπουσα τη χρησιμοποίηση πολυαρίθμων πανεπιστημιακών τίτλων απαριθμουμένων λεπτομερώς σε παράρτημα, αλλά προφανώς όχι τη χρησιμοποίηση του βρεταννικού LL.M. (σε αντίθεση με το ιρλανδικό) βλ. Allgemeine Genehmigung zur Fuehrung von Hochschulgraden , Amtsblatt Wissenschaft und Kunst * Baden-Wuerttemberg, 19 Ιουνίου 1992.

(4) * Οδηγία του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988 σχετικά μ' ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας 3 ετών (ΕΕ 1989, L 19, σ. 16).

(5) * Η γενική άδεια στην οποία αναφέρεται η υποσημείωση 3 αποσκοπεί στην θέση σε εφαρμογή στο Baden-Wuerttemberg της εν λόγω οδηγίας.

(6) * Οδηγία του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992 σχετικά μ' ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνωρίσεως της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ (ΕΕ L 209, σ. 25).

(7) * Συγκρίνατε, στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1971, International Fruit Company κ.λπ. (51/71 έως 54/71, Juripr.1971,, σ. 1107, σκέψη 9).

(8) * Βλ. επ' αυτού Lenaerts, K. : L' egalite de traitement en droit communautaire , Cahiers de droit europeen, 1991, σ. 3, 13.

(9) * Υπόθεση 152/73, Συλλογή τόμος 1974, σ. 87, σκέψη 11. Βλ. επίσης την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, Pinna (41/84, Συλλογή 1986, σ. 1, σκέψη 23) και, προσφάτως, την απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, Allue et Coonan (33/88, Συλλογή 1989, σ. 1591, σκέψεις 10 και επ.).

(10) * Ωστόσο, ο αριθμός των υπηκόων κρατών μελών της ΕΟΚ (συγκρινόμενος προς τον αριθμό των γερμανών υπηκόων) που βρίσκονται στην εν λόγω κατάσταση στερείται σημασίας, κατά τη γνώμη μου, καθόσον αφορά την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως διακρίσεων του άρθρου 48. Στην πραγματικότητα, το ζήτημα είναι αν η εθνική ρύθμιση αυτή καθαυτή συνεπάγεται διακρίσεις. Προς επίλυση του ζητήματος αυτού αρκεί η διαπίστωση ότι η εν λόγω ρύθμιση μπορεί να επάγεται δυνάμει διακρίσεις εις βάρος υπηκόων άλλων κρατών μελών, ανεξαρτήτως του αριθμού.

(11) * Υπόθεση C-357/89, Συλλογή 1992, σ. Ι-1027, σκέψη 10. Στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για πολύ περιορισμένη περίοδο απασχολήσεως: 60 ώρες στη διάρκεια δύο εβδομάδων στο πλαίσιο αυτού που αποκαλείται oproepcontract (σύμβαση περιστασιακής εργασίας, πραγματοποιουμένης κατ' αίτηση του εργοδότη). Βλ. επίσης της ιδίας ημέρας, Bernini (C-3/90, Συλλογή 1992, σ. Ι-1071, σκέψη 14).

(12) * Υπόθση 66/85, Συλλογή 1986, σ. 2121, σκέψη 27.

(13) * Στην υπόθεση 274/80 που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο και διαγράφηκε στη συνέχεια, η Επιτροπή προέβη σε διεξοδική ανάλυση του ζητήματος αυτού στις έγγραφες παρατηρήσεις της της 10ης Φεβρουαρίου 1981 κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι τα πρόσωπα που έχει επικρατήσει να αποκαλούνται Rechtsreferendare πρέπει να θεωρούνται, κατά τη διάρκεια της εκπαιδεύσεώς τους, ως εργαζόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ μη απασχολούμενοι στη δημόσια διοίκηση.

(14) * Που αναφέρθηκε στην υποσημείωση 11, σκέψη 21.

(15) * Βλ. την απόφαση Allue et Coonan που προαναφέρεται στην υποσημείωση 9, σκέψη 8.

(16) * Βλ. απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, Bouchereau (30/77, Jurispr. 1977, σ. 1999, σκέψη 35).

(17) * Το Δικαστήριο δέχεται παρόμοιους λόγους υπό εξαιρετικές περιστάσεις, ήτοι οσάκις υπάρχει κίνδυνος απόπειρας εκ μέρους ορισμένων υπηκόων κρατών μελών να παρακάμψουν, παραδείγματος χάρη, υποχρεωτικούς επαγγελματικούς κανόνες επ' ονόματι των εξασφαλιζομένων από τη Συνθήκη ελευθεριών. Βλ., σε σχέση με το άρθρο 59, την απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, Van Binsbergen (33/74, Jurispr. Συλλογή τόμος 1974, σ. 513, σκέψεις 12 και επ.), και, σε σχέση (μεταξύ άλλων) με το άρθρο 48, την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Knoors (115/78, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 169, σκέψη 25).

(18) * Από της εκδόσεως της αποφάσεως της 25ης Ιουλίου 1991, Saeger (C-76/90, Συλλογή 1991, σ. Ι-4221, σκέψεις 12 και επ.), γίνεται παγίως δεκτό ότι ακόμη και εθνικές διατάξεις που δεν συνεπάγονται (φανερά ή συγκεκαλυμμένα) διακρίσεις, αλλά οι οποίες είναι δυνατόν να παρακωλύσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 59 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι αποκαλούμενοι επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος μπορούν να δικαιολογήσουν μόνο μη συνεπαγόμενες διακρίσεις διατάξεις βλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, Stichting Collectieve Antennevoorziening Gouda (C-288/89, Συλλογή 1991, σ. Ι-4007, σκέψεις 12 και επ.). Εν προκειμένω δε πρόκειται για διάταξη που καθιερώνει (συγκεκαλυμένα) διάκριση. Όπως προφανώς συνάγεται από την απόφαση της 20ής Μαΐου 1992, Ramrath (C-106/91, Συλλογή 1992, σ. Ι-3351, σκέψεις 28 ως 31), οι εν λόγω αρχές ισχύουν και σε σχέση με το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ.

(19) * Εννοώ τις οδηγίες 89/48 και 92/51 που εξετάστηκαν ανωτέρω, καθώς και την ευρωπαϊκή σύμβαση περί ακαδημαϊκής αναγνωρίσεως των πανεπιστημιακών προσόντων της 14ης Δεκεμβρίου 1959. Η σύμβαση αυτή, η επεξεργασία της οποίας έγινε στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, υπογράφηκε από όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας και ισχύει σήμερα σε δέκα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

(20) * Υπόθεση C-61/89, Συλλογή 1990, σ. Ι.3551, σκέψη 11.

(21) * Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17.

(22) * Οδηγία του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1964 περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κατηγορίες 23-40 ΔΤΤΒ (βιομηχανία και βιοτεχνία) (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 38).

(23) * Βλ. επίσης τις προτάσεις (σημεία 5 έως 9) του γενικού εισαγγελέα Giuseppe Tesauro στην υπόθεση Singh (απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, C-370/90, Συλλογή 1992, σ. Ι-4265, 4280).

(24) * Κατά συνέπεια, το διατακτικό της αποφάσεως επικεντρώνεται ρητά στην παραϊατρική δραστηριότητα, όπως, ιδίως, η οστεοπαθητική η οποία επιφυλάσσεται, στο οικείο κράτος μέλος, μόνον στους διπλωματούχους ιατρούς . Η ιδιαίτερη ευαισθησία που παρουσιάζει ο τομέας αυτός συνάγεται από το άρθρο 57, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ το οποίο του αναγνωρίζει ειδικό καθεστώς όσον αφορά την εναρμόνιση των νομοθεσιών περί εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών.

(25) * Βλ., ιδίως, την προαναφερθείσα νομολογία στην υποσημείωση 17.

(26) * Απόφαση Saeger, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 12.

(27) * Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1984, Luisi και Carbone (286/82 και 26/83, Συλλογή 1984, σ. 377, σκέψη 10) βλ. επίσης την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Cowan (186/87, Συλλογή 1989, σ. 195, σκέψη 20).

(28) * Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Humbel και Edel (263/86, Συλλογή 1988, σ. 5365, σκέψεις 14 επ.).

(29) * Στο πλαίσιο αυτό θεωρώ αναγκαίο να επιστήσω ιδιαιτέρως την προσοχή στο άρθρο 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ το οποίο, δυνάμει του άρθρου 66, ισχύει επίσης προκειμένου για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Η εν λόγω διάταξη περιέχει εξαίρεση ως προς τις εταιρίες που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό . Η φράση αυτή δεν θέτει κατά τη γνώμη μου μια επιπλέον προϋπόθεση, αλλά απλώς αντικατοπρίζει την έννοια των υπηρεσιών , όπως περιέχεται στο άρθρο 60. Βλ. επίσης την απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, Grogan κ.λπ. (C-159/90, Συλλογή 1991, σ. Ι-4685, σκέψη 26).

(30) * Υπόθεση 293/83, Συλλογή 1985, σ. 593. Μετά την έκδοση της αποφάσεως Gravier, η κοινοτική πολιτική περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως αναπτύχθηκε σημαντικά.

(31) * Υπόθεση 24/86, Συλλογή 1988, σ. 379, που επικυρώθηκε με την απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Erasmus) (242/87, Συλλογή 1989, σ. 1425, σκέψη 25).

(32) * Βλ. ήδη απόφαση της 3ης Ιουλίου 1974, Casagrande (9/74, Jurispr. 1974, σ. 773, σκέψη 6).

(33) * Με άλλα λόγια, το άρθρο 7 δεν αφορά ακόμα, στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, ρυθμίσεις οι οποίες, χωρίς να εισάγουν διακρίσεις, περιορίζουν κατ' άλλο τρόπο την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών.

(34) * Επί των δύο αυτών σημείων υφίσταται αναλογία με τα ισχύοντα ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών. Έτσι, στην απόφαση Luisi και Carbone, που αναφέρθηκε στην υποσημείωση 27, επρόκειτο για περιορισμούς στις πληρωμές επιβαλλόμενους από το κράτος μέλος προελεύσεως του αποδέκτη υπηρεσίας που μετέβαινε στο εξωτερικό.