10.10.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 371/9


Προσφυγή της 12ης Ιουλίου 2016 — Anheuser-Busch Inbev και Ampar κατά Επιτροπής

(Υπόθεση T-370/16)

(2016/C 371/11)

Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική

Διάδικοι

Προσφεύγοντες: Anheuser-Busch Inbev (Βρυξέλλες, Βέλγιο) και Ampar (Leuven, Βέλγιο) (εκπρόσωποι: A. von Bonin, O. Brouwer και A. Haelterman, δικηγόροι)

Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αιτήματα

Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 11ης Ιανουαρίου 2016, σχετικά με το σύστημα φορολόγησης πλεοναζόντων κερδών στο Βέλγιο βάσει συμφωνιών τύπου «tax ruling» SA.37667 (2015/C) (πρώην 2015/NN)·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα των προσφευγόντων, βάσει του άρθρου 134 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων των εξόδων τυχόν παρεμβαινόντων.

Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα

Προς στήριξη της προσφυγής τους οι προσφεύγοντες προβάλλουν τέσσερις λόγους.

1.

Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τον προσδιορισμό του φερόμενου ως μέτρου κρατικών ενισχύσεων και τον χαρακτηρισμό αυτού ως καθεστώτος ενισχύσεων κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δ', του κανονισμού 2015/1589, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 107 ΣΛΕΕ.

2.

Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 107,παράγραφος 1, ΣΛΕΕ στο βαθμό που κρίθηκε ότι το σύστημα φορολογήσεως πλεοναζόντων κερδών συνιστά κρατική ενίσχυση.

3.

Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τον προσδιορισμό των ομίλων ως ληπτών της φερόμενης ενισχύσεως, παραβίαση της αρχής της νομιμότητας και παράβαση του άρθρου 16, παράγραφος1, του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.

Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοικήσεως.