Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα

++++

1 Με προσφυγή που άσκησε στις 12 Οκτωβρίου 1993, το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο (στο εξής: Κοινοβούλιο) ζητεί την ακύρωση του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΟΚ) 2053/93, του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1993, για τη χορήγηση τεχνικής συνδρομής στα ανεξάρτητα κράτη της πρώην Σοβιετικής ςΕνωσης και τη Μογγολία για την προσπάθεια εξυγίανσης και ανάκαμψης των οικονομιών τους (1).

2 Στην υπόθεση αυτή καλείσθε να λάβετε θέση ως προς δύο ζητήματα-κλειδιά στις σχέσεις μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου. Τηρείται ο όρος της πραγματικής διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο όταν το Συμβούλιο διασκέπτεται επί προτάσεως κανονισμού της Επιτροπής πριν το Κοινοβούλιο διατυπώσει τη γνώμη του και εκδίδει τον κανονισμό τέσσερις ημέρες μετά τη γνώμη του Κοινοβουλίου; Μπορούν τα όργανα του Συμβουλίου να μελετήσουν την πρόταση και να προτείνουν τροποποιήσεις πριν αυτή υποβληθεί στο Κοινοβούλιο;

3 Ο κανονισμός 2053/93 εκδόθηκε υπό τις ακόλουθες συνθήκες.

4 Το πρόγραμμα συνδρομής TACIS θεσπίστηκε για τα έτη 1991 και 1992 με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2157/91 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991 (2).

5 Στις 25 Νοεμβρίου 1992 η Επιτροπή υιοθέτησε την πρόταση κανονισμού [COM(92) 475 τελικό] (3) που πρoβλέπει τη συνέχιση της προσπάθειας τεχνικής συνδρομής στα νέα ανεξάρτητα κράτη βάσει ενδεικτικών προγραμμάτων τριετούς διαρκείας (4). ςΟπως και ο κανονισμός 2157/91, η πρόταση αυτή έχει ως νομική βάση τα άρθρα 235 της Συνθήκης ΕΟΚ και 203 της Συνθήκης ΕΚΑΕ.

6 Στις 15 Ιανουαρίου 1993 οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαβίβασαν την εν λόγω πρόταση στο Συμβούλιο και την κοινοποίησαν αυθημερόν στο Κοινοβούλιο προς ενημέρωση.

7 Μετά τις εργασίες της ομάδας εργασίας του Συμβουλίου «πρώην ΕΣΣΔ» διαβιβάστηκε ένα έγγραφο στο Coreper, στις 4 Μαρτίου 1993 (5). Στις 5 Απριλίου 1993 το Συμβούλιο εξέτασε την πρόταση κανονισμού και διαπίστωσε «ευρεία σύγκλιση απόψεων» (6). Συμφωνήθηκε τότε να επανεξετασθεί η πρόταση όταν το Κοινοβούλιο θα έχει διατυπώσει τη γνώμη του.

8 Στις 5 Μαρτίου 1993, το Συμβούλιο κοινοποιεί την πρόταση της Επιτροπής στο Κοινοβούλιο προκειμένου να διατυπώσει τη γνώμη του. Του ζητεί δε να το πράξει κατά τη σύνοδο του Απριλίου (7).

9 Στις 12 Μαρτίου 1993 ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου παραπέμπει την πρόταση στις αρμόδιες επιτροπές για εξέταση.

10 Στις 23 Μαρτίου 1993 το Συμβούλιο επιβεβαιώνει το διάβημά του και ζητεί την εφαρμογή της διαδικασίας κατεπείγοντος του άρθρου 75 του Εσωτερικού Κανονισμού του Κοινοβουλίου (8). Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε στις 20 Απριλίου 1993 (9).

11 Στις 26 Απριλίου 1993 η Επιτροπή «Εξωτερικές Σχέσεις» (στο εξής: Επιτροπή REX) εξετάζει ένα σχέδιο εκθέσεως (10) και υιοθετεί ομόφωνα σχέδιο νομοθετικού ψηφίσματος στις 5 Μαου 1993.

12 Στις 27 Μαου 1993 το Κοινοβούλιο υιοθετεί σχεδόν όλες τις τροποποιήσεις που προτείνει η Επιτροπή REX (11). Ο εισηγητής επιτυγχάνει πάντως την αναβολή της ψηφοφορίας επί του σχεδίου νομοθετικού ψηφίσματος κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 2 (12), του κανονισμού του Κοινοβουλίου (13), «(...) λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του Συμβουλίου (...)» (14).

13 Στις 16 Ιουνίου 1993 το Συμβούλιο ζητεί και πάλι την εφαρμογή της διαδικασίας κατεπείγοντος, έστω και με σύγκληση έκτακτης συνόδου αν χρειασθεί, προκειμένου να διατυπωθεί η γνώμη τον Ιούνιο.

14 Στις 22 Ιουνίου 1993 το Κοινοβούλιο έκανε δεκτό το αίτημα.

15 αΥστερα από μια τελική παραπομπή στην αρμόδια επιτροπή, στις 24 Ιουνίου 1993, εκδόθηκε στις 14 Ιουλίου 1993 το ψήφισμα νομοθετικού περιεχομένου με το οποίο τερματίστηκε η διαδικασία διαβουλεύσεως: η πρόταση της Επιτροπής απορρίφθηκε (15).

16 Στις 19 Ιουλίου 1993 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 2053/93.

17 Η προσφυγή ακυρώσεως στηρίζεται σε τρεις λόγους:

- η διαδικασία διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες που την καθιστούν παράνομη. Υπήρξε πλασματική και πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ·

- έπρεπε να υπάρξει και νέα διαβούλευση με το Κοινοβούλιο·

- ο κανονισμός 2053/93 είναι παράνομος διότι προβλέπει τη δυνατότητα εσωτερικών τροποποιήσεων κατά τη διάκριση του Συμβουλίου χωρίς παρέμβαση του Κοινοβουλίου.

18 Θα εξετάσω διαδοχικά τους τρεις λόγους ακυρώσεως.

Ι - Ως προς το παράνομο της διαδικασίας διαβουλεύσεως

19 ςΟπως λέγεται «το Κοινοβούλιο είναι, από τα όργανα που μετέχουν στη διαδικασία διαβουλεύσεως (πολιτικά όργανα (16) και κράτη μέλη), το μόνο που δεν παρίσταται στις συνόδους του Συμβουλίου» (17).

20 Αυτό δείχνει τη σημασία που έχει για την ισορροπία μεταξύ οργάνων ο σεβασμός των προνομίων του Κοινοβουλίου στη διαδικασία διαβουλεύσεως, καίτοι μετά την Ενιαία Ευρωπαϋκή Πράξη η διαδικασία αυτή δεν είναι πλέον το μόνο μέσο που διαθέτει το Κοινοβούλιο για να διατυπώνει την άποψή του κατά τη νομοθετική διαδικασία.

21 Η νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού έχει θέσει τρεις αρχές:

- η διαβούλευση αποτελεί ουσιώδη τύπο·

- η διαβούλευση πρέπει να είναι πραγματική·

- η νομοθετική διαδικασία είναι απαρέγκλιτη.

22 Η προσφυγή ακυρώσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Οκτωβρίου 1980, Roquette Frθres κατά Συμβουλίου (18), αφορούσε έναν κανονισμό που είχε εκδώσει το Συμβούλιο χωρίς να ακολουθήσει τη διαδικασία διαβουλεύσεως.

23 Με επιγραμματική διατύπωση το Δικαστήριο έκρινε ότι:

«Η διαβούλευση που προβλέπει το άρθρο 43, παράγραφος 2, εδάφιο 3, όπως και άλλες παράλληλες διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ, αποτελεί το μέσο που επιτρέπει στο Κοινοβούλιο να μετέχει αποτελεσματικά στη νομοθετική διαδικασία της Κοινότητας. Η αρμοδιότητα αυτή αποτελεί ουσιώδες στoιχείο της θεσμικής ισορροπίας που θέλησε η Συνθήκη. Αποτελεί την αντανάκλαση, έστω και περιορισμένη, στο επίπεδο της Κοινότητας, θεμελιώδους δημοκρατικής αρχής κατά την οποία οι λαοί μετέχουν στην άσκηση της εξουσίας μέσω αντιπροσωπευτικής συνελεύσεως. Η τακτική διαβούλευση με το Κοινοβούλιο στις περιπτώσεις που προβλέπει η Συνθήκη αποτελεί κατόπιν αυτού ουσιώδη τύπο, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα της οικείας πράξεως.» (19)

24 Εφαρμόζετε δε τις αρχές αυτές όχι μόνο σε περιπτώσεις όπου δεν έχει πραγματοποιηθεί διαβούλευση αλλά και όταν αυτή είναι ανεπαρκής (20).

25 Η Επιτροπή διαβιβάζει μεν συνήθως αντίγραφο της προτάσεως κανονισμού στο Κοινοβούλιο για ενημέρωση (21), πλην όμως από τυπικής σκοπιάς το Συμβούλιο και μόνο είναι αυτό που του ζητεί να διατυπώσει τη γνώμη του. Ο όρος της διαβουλεύσεως δεν πληρούται με την απλή υποβολή του αιτήματος αυτού. «(...) η τήρηση της απαιτήσεως αυτής συνεπάγεται την έκφραση της γνώμης του Κοινοβουλίου» (22). Η απόρριψη της προτάσεως από το Κοινοβούλιο αποτελεί γνώμη κατά την έννοια της Συνθήκης (23).

26 Οι διαβουλεύσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές. Να μπορούν δηλαδή «(...) να έχουν συνέπειες επί του περιεχομένου της εκδιδομένης πράξεως» (24). Το Κοινοβούλιο πρέπει να είναι σε θέση να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου των κανονιστικών πράξεων που εκδίδει το Συμβούλιο. Επομένως το Συμβούλιο πρέπει να αναμένει τη γνώμη του Κοινοβουλίου πριν εκδώσει την πράξη.

27 Καίτοι η διατύπωση της γνώμης από το Κοινοβούλιο δεν υπόκειται σε προθεσμία, νομίζω ότι οι εξουσίες του εν λόγω οργάνου δεν είναι απεριόριστες: κατά τη γνώμη μου, από τη σκέψη 36 της προαναφερθείσας αποφάσεως Roquette Frθres κατά Συμβουλίου, προκύπτει ότι το Συμβούλιο μπορεί να αντιπαρέλθει την παράλειψη γνωμοδοτήσεως του Κοινοβουλίου αν αποδείξει ότι «(...) έχει εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες αποκτήσεως της προηγουμένης γνωμοδοτήσεως του Κοινοβουλίου», με την επιφύλαξη της αναγνωρίσεως δικαιώματος αρνησικυρίας υπέρ του Κοινοβουλίου (25).

28 ηΟπως βλέπουμε οι διαβουλεύσεις, στις περιπτώσεις όπου απαιτούνται, γεννούν υποχρεώσεις εις βάρος τόσο του Συμβουλίου όσο και του Κοινοβουλίου (26).

29 Τέλος η νομοθετική διαδικασία είναι απαρέγκλιτη. Δεν επαφίεται στην ευχέρεια των κρατών μελών ή των οργάνων (27).

«Πράγματι στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από τις συνθήκες ισορροπίας εξουσιών μεταξύ των οργάνων, η πρακτική που ακολουθεί το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο δεν πρέπει να στερεί από τα άλλα όργανα ένα προνόμιο που τους παρέχουν οι ίδιες οι συνθήκες.» (28)

30 Με την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (29) το Δικαστήριο έκρινε ότι:

«(...) οι κανόνες που διέπουν το σχηματισμό της βούλησης των κοινοτικών οργάνων διατυπώνονται στη Συνθήκη και (...) δεν τελούν στη διάθεση ούτε των κρατών μελών ούτε αυτών των οργάνων» (30).

31 Στις τρεις αυτές αρχές ανιχνεύω την εφαρμογή της γενικής αρχής της πιστής συνεργασίας μεταξύ των οργάνων που στηρίζεται στο γεγονός ότι τα όργανα συνδέονται με την πραγματοποίηση κοινών σκοπών που καθορίζει η Συνθήκη (31) και μετέχουν στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων.

32 Η αρχή αυτή διαπνέει το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ που αναφέρεται μεν στα κράτη μέλη, επιβάλλει όμως και στα κοινοτικά όργανα αμοιβαίες υποχρεώσεις πιστής συνεργασίας με τα κράτη μέλη (32), καθώς και το άρθρο 162 της ίδιας Συνθήκης (33) που αφορά τις σχέσεις μεταξύ Συμβουλίου και Επιτροπής.

33 Την αρχή αυτή εφάρμοσε το Δικαστήριο στις σχέσεις μεταξύ του Συμβουλίου, της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της διαδικασίας καταρτίσεως του προϋπολογισμού που στηρίζεται κυρίως, κατά την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Ελλάς κατά Συμβουλίου (34), στον «διάλογο μεταξύ των οργάνων» (35).

34 Καίτοι οι εξουσίες του Κοινοβουλίου δεν είναι, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβουλεύσεων, τόσο ευρείες όσο και κατά τη διαδικασία καταρτίσεως του προϋπολογισμού, ο διάλογος αυτός είναι και εδώ απαραίτητος. Αυτό ισχύει ειδικότερα στο πλαίσιο του άρθρου 235 της Συνθήκης ΕΟΚ που επιτρέπει στο Συμβούλιο να νομοθετεί σε τομείς στους οποίους η Συνθήκη δεν του αναγνωρίζει εξουσία δράσεως. Το πεδίο επεμβάσεως του νομοθέτη στο θέμα αυτό δεν έχει οριoθετηθεί τόσο σαφώς όσο λόγου χάρη στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής όπου ακολουθείται επίσης η διαδικασία διαβουλεύσεων (άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ).

35 Εν προκειμένω έγινε τέτοιος διάλογος;

36 Δεν αμφισβητείται ότι το Κοινοβούλιο διατύπωσε τη γνώμη του επί της προτάσεως κανονισμού της Επιτροπής. Αμφισβητούνται μόνο οι συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι διαβουλεύσεις. Σχετικά με τις συνθήκες αυτές ανακύπτουν τρία ερωτήματα που θα εξετάσω στη συνέχεια:

Α - Μπορεί το Συμβούλιο να διασκεφθεί επί της προτάσεως κανονισμού πριν λάβει τη γνώμη του Κοινοβουλίου αλλά αφού του διαβιβάσει το αίτημα γνωμοδοτήσεως;

Β - Μπορεί το Συμβούλιο να διασκεφθεί επί της προτάσεως κανονισμού ακόμη και πριν διαβιβάσει στο Κοινοβούλιο το αίτημα γνωμοδοτήσεως;

Γ - Στην υπό κρίση υπόθεση συνεργάστηκε το Συμβούλιο καλόπιστα με το Κοινοβούλιο;

- Α -

37 Μπορεί το Συμβούλιο να διασκεφθεί επί της προτάσεως της Επιτροπής πριν το Κοινοβούλιο διατυπώσει τη γνώμη του; Ποιες εξουσίες έχει το Συμβούλιο όταν αναμένει την γνώμη του Κοινοβουλίου:

38 Βεβαίως, κατά το άρθρο 235 της Συνθήκης το Συμβούλιο αποφαίνεται κατόπιν διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο επί της προτάσεως της Επιτροπής. Μπορεί να συζητήσει το κείμενο πριν από τη διαβούλευση αυτή;

39 Με την πάροδο του χρόνου και με την αύξηση του νομοθετικού έργου της Κοινότητας, η πρακτική της νομοθετικής διαδικασίας οσάκις περιλαμβάνει διαβούλευση με το Κοινοβούλιο σημείωσε μεγάλη εξέλιξη.

40 ηΗδη στις 16 Οκτωβρίου 1973 με μια ανακοίνωση προς τη Συνέλευση, το Συμβούλιο ανέλαβε την υποχρέωση να διευκολύνει τη διαδικασία διαβουλεύσεως:

«Το Συμβούλιο έλαβε μέτρα εσωτερικού χαρακτήρα ούτως ώστε να λαμβάνεται το συντομότερο δυνατό η απόφαση της διαβιβάσεως των προτάσεων της Επιτροπής στη Συνέλευση προκειμένου αυτή να διατυπώσει γνώμη (κατά κανόνα εντός εβδομάδας μετά την λήψη της προτάσεως της Επιτροπής) (...) Εξάλλου το Συμβούλιο έλαβε μέτρα εσωτερικού χαρακτήρα ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι γνωμοδοτήσεις της Συνελεύσεως υπό τις καλύτερες συνθήκες.» (36)

41 ιΗδη από το 1986, οι διάφορες ερωτήσεις ευρωβουλευτών προς την προεδρία (37) απηχούσαν δύο τάσεις. Αφενός η συζήτηση επί των διαφόρων προτάσεων της Επιτροπής να γίνεται συγχρόνως στο πλαίσιο του Συμβουλίου και στις επιτροπές του Κοινοβουλίου. Φαίνεται ότι η πρακτική αυτή δεν αποτελεί εξαίρεση: «In practice, work on a Commission proposal begins immediately within Council bodies, without waiting for the Parliament's Opinion, but the final decision cannot be taken until the Opinion has been received and considered by the Council» (38). Το Κοινοβούλιο θα κατέληγε δηλαδή να συζητά κείμενα της Επιτροπής ήδη παρωχημένα. Αφετέρου, το Συμβούλιο λαμβάνει όλο και συχνότερα προσωρινές αποφάσεις «μέχρις ότου γνωμοδοτήσει το Συμβούλιο». Τα αριθμητικά στοιχεία που παραθέτει η προεδρία του Κοινοβουλίου απαντώντας στις ερωτήσεις του de Vries (39) δείχνουν ότι η πρακτική αυτή κέρδισε αναμφισβήτητα έδαφος (40).

42 Με ψήφισμα της 10ης Οκτωβρίου 1990 (41), το Κοινοβούλιο «1. απαιτεί από το Συμβούλιο να σέβεται τις διαδικασίες που προβλέπουν οι συνθήκες και να μην προβαίνει σε πολιτικές συμφωνίες προτού εξετάσει τις γνωμοδοτήσεις του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου».

43 Στις 21 Νοεμβρίου 1990, το Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα σχετικά με την υποχρέωση του Συμβουλίου να αναμένει τη γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου (42), με το οποίο διαπιστώνει ότι «σε πολλές περιπτώσεις» το Συμβούλιο αρχίζει τις εργασίες του επί προτάσεως της Επιτροπής πριν γνωμοδοτήσει το Κοινοβούλιο, μάλιστα δε συνάπτει πρόωρα και πολιτικές συμφωνίες.

44 Συμβιβάζεται η πρακτική αυτή με τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται υπέρ του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβουλεύσεως;

45 Θα ήταν μάταιη η προσπάθεια να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να αναμένει τη γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου επί της προτάσεως της Επιτροπής πριν αρχίσει να τη μελετά, να τη συζητεί ή να τη σταθμίζει (43). Κατά τη γνώμη μου η πρακτική αυτή δικαιολογείται από λόγους νομικούς και λόγους νομοθετικής πολιτικής.

46 Σχετικά με τους τελευταίους θα παρατηρήσω τα ακόλουθα:

- τις αναπόφευκτες καθυστερήσεις της διαδικασίας διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο·

- το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο σπανίως δέχεται να ακολουθήσει τη διαδικασία κατεπείγοντος του άρθρου 97 του κανονισμού του (παλαιό άρθρο 75)·

- την ανάγκη ταχείας εκπονήσεως της νομοθεσίας σε όλους τους τομείς όπου προβλέπονται ρυθμίσεις περιορισμένης χρονικής ισχύος ή που ανανεώνονται περιοδικά·

- τον απαιτούμενο χρόνο για την επιδίωξη συμβιβασμού εντός του Συμβουλίου στους τομείς όπου απαιτείται ομοφωνία·

- τη διευκόλυνση της συζητήσεως στο πλαίσιο των επιτροπών του Κοινοβουλίου, ενώπιον των οποίων ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου θα είναι ενδεχομένως σε θέση να εκθέσει την άποψη του οργάνου αυτού.

47 Η πρακτική αυτή όμως στηρίζεται ουσιαστικότερα σε νομικούς λόγους.

48 Αφενός καμία διάταξη δεν επιβάλλει στο Συμβούλιο την υποχρέωση να αδρανεί μέχρις ότου γνωμοδοτήσει το Κοινοβούλιο (44).

49 Αφετέρου και κυρίως, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβουλεύσεως, το Κοινοβούλιο δεν έχει το δικαίωμα να γνωμοδοτεί επί της τελικής μορφής του κειμένου που επεξεργάστηκε το Συμβούλιο. Το κείμενο αυτό είναι εξ ορισμού εύκαμπτο και μεταβαλλόμενο μέχρις ότου εκδοθεί ο κανονισμός. Η διαδικασία αυτή δεν επιτρέπει μεν στο Συμβούλιο να εκδίδει οριστικά μια πράξη πριν λάβει τη γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου, πλην όμως ουδέποτε απαιτεί αυστηρή ταύτιση μεταξύ του κειμένου επί του οποίου γνωμοδοτεί το Κοινοβούλιο και αυτού που διαμορφώνεται από τις εργασίες του Συμβουλίου. Το Κοινοβούλιο γνωμοδοτεί επί της προτάσεως της Επιτροπής. Αυτό ακριβώς το στοιχείο χαρακτηρίζει τη διαδικασία διαβουλεύσεως από τη νομοθετική διαδικασία της συναποφάσεως όπου επιδιώκεται η επίτευξη «συμφωνίας για ένα κοινό σχέδιο» (45) ή της διαδικασίας συνεργασίας στην οποία το Κοινοβούλιο γνωμοδοτεί όχι μόνο επί της προτάσεως της Επιτροπής αλλά και επί της «κοινής θέσεως» που καθόρισε το Συμβούλιο (46). Τέλος, αντίθετα με τη διαδικασία της σύμφωνης γνώμης κατά την οποία το Συμβούλιο δεν μπορεί να εκδώσει πράξη διαφορετική εκείνης την οποία αφορά η γνωμοδότηση, η διαδικασία διαβουλεύσεως του επιτρέπει να αποκλίνει από το κείμενο που υποβλήθηκε στο Κοινοβούλιο.

50 Προκειμένου να διαφυλαχθεί η αποτελεσματικότητα της διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο, θεσπίζουν εγγυήσεις τόσο η Συνθήκη όσο και η νομολογία του Δικαστηρίου και η κοινοβουλευτική πρακτική.

51 Πριν από τη γνωμοδότηση, η Επιτροπή ενημερώνει κατ' αρχήν τακτικά την αρμόδια επιτροπή του Κοινοβουλίου σχετικά με τις κύριες κατευθύνσεις που διαγράφονται από τις συζητήσεις στο πλαίσιο του Συμβουλίου ιδίως όταν αυτές αποκλίνουν από την αρχική της πρόταση, σύμφωνα με τον κώδικα καλής συμπεριφοράς που παρουσίασε στο Κοινοβούλιο τον Φεβρουάριο του 1990 (47).

52 Στην περίπτωση που το Κοινοβούλιο εγκρίνει χωρίς τροποποίηση την πρόταση κανονισμού, οι δε προπαρασκευαστικές συζητήσεις στο πλαίσιο του Συμβουλίου δεν καταλήγουν σε ουσιαστική τροποποίηση του οριστικού κειμένου του κανονισμού, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, Tunnel Refineries κατά Συμβουλίου (48), ότι ο κανονισμός μπορεί να εκδοθεί χωρίς νέα διαβούλευση με το Κοινοβούλιο εφόσον αυτό έχει ήδη γνωμοδοτήσει.

53 Αν το Συμβούλιο επιφέρει ουσιαστικές τροποποιήσεις στο τελικό κείμενο, πρέπει να ζητηθεί και πάλι η γνώμη του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εκ νέου διαβούλευση (49). Νέα διαβούλευση δεν χωρεί σε περίπτωση ασήμαντης τροποποιήσεως του κειμένου.

54 Αν το Συμβούλιο τροποποιήσει την πρόταση κατά τις προπαρασκευαστικές συζητήσεις, η Επιτροπή μπορεί να κάνει χρήση του προνομίου που έχει να υποβάλλει τροποποιημένη πρόταση στο Συμβούλιο, το οποίο και τη διαβιβάζει στο Κοινοβούλιο, πράγμα που δίνει τη δυνατότητα στο τελευταίο να συζητήσει ένα προσαρμοσμένο κείμενο και να επηρεάσει τις εργασίες του Συμβουλίου. Πράγματι εφόσον το Συμβούλιο δεν έχει αποφασίσει, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει την πρότασή της καθ' όλη τη διάρκεια των διαδικασιών που οδηγούν στη θέσπιση κοινοτικής πράξεως, δυνάμει του άρθρου 189 Α, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (50), πλην όμως ούτε το Συμβούλιο ούτε το Κοινοβούλιο μπορούν να την υποχρεώσουν να το πράξει. Τη δυνατότητα αυτή διέγνωσαν οι Wyatt και Dashwood: «(...) the Commission may alter its proposal in order to facilitate decision-making within the Council» (51).

55 Στην περίπτωση αυτή δηλαδή, για να ακριβολογούμε, το Κοινοβούλιο δεν χρειάζεται να «γνωμοδοτήσει εκ νέου» (δεν έχει ακόμα διατυπώσει τη γνώμη του), αλλά να γνωμοδοτήσει επί τροποποιημένης προτάσεως. Αυτό ακριβώς πρότεινε το Κοινοβούλιο με το ψήφισμα της 21ης Νοεμβρίου 1990 (52) σχετικά με την υποχρέωση του Συμβουλίου να αναμένει τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας:

«(Το Κοινοβούλιο) υπογραμμίζει (...) ότι η πρακτική που ακολουθείται για την χωρίς καθυστερήσεις εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς την 1.1.93, προϋποθέτει συχνά την εξέταση νομοθετικών προτάσεων σχεδόν εκ παραλλήλου από το Ε.Κ. και το Συμβούλιο· ζητεί συνεπώς από την Επιτροπή να χρησιμοποιεί τη δυνατότητα που της παρέχει το άρθρο 149, παράγραφος 3, των Συνθηκών - προκειμένου το Ε.Κ. να μη χρειάζεται να γνωμοδοτεί επί παρωχημένης νομοθετικής πρότασης - και να υποβάλλει επίσημα τροποποιημένη πρόταση, πριν από την πρώτη ανάγνωση του Ε.Κ., έτσι ώστε να λαμβάνει υπόψη την εξέλιξη των εργασιών στο πλαίσιο του Συμβουλίου σε περίπτωση που το τελευταίο πείσει την Επιτροπή να αποφασίσει να επιφέρει ουσιαστικές τροποποιήσεις στην αρχική πρόταση.»

56 Στη συνεδρίαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1993 (53) το Κοινοβούλιο θέσπισε νέο άρθρο 56 του κανονισμού κατ' αυτήν την έννοια που ορίζει:

«Τροποποίηση της προτάσεως της Επιτροπής

1) Εάν η αρμόδια επιτροπή, κατά την εξέταση προτάσεως της Επιτροπής, αντιληφθεί ότι το Συμβούλιο προτίθεται να τροποποιήσει ουσιαστικά την πρόταση αυτή, ερωτά επισήμως την Επιτροπή εάν προτίθεται να τροποποιήσει την πρότασή της.

2) Εάν η Επιτροπή δηλώσει ότι προτίθεται να τροποποιήσει την πρότασή της, η αρμόδια επιτροπή αναβάλλει την εξέταση της προτάσεως έως ότου ενημερωθεί για τη νέα πρόταση ή για τις τροποποιήσεις.

3) Κατά την εξέταση προτάσεως της Επιτροπής από την αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή, η Επιτροπή μπορεί επίσης με δική της πρωτοβουλία να καταθέσει τροπολογίες στην πρότασή της απ' ευθείας σε επιτροπή.

4) Εάν η Επιτροπή, απαντώντας σε ερώτηση διατυπωθείσα σύμφωνα με την παράγραφο 1, δηλώσει ότι δεν προτίθεται να τροποποιήσει την πρότασή της, η αρμόδια επιτροπή συνεχίζει την εξέταση της προτάσεως. Η δήλωση της Επιτροπής επισυνάπτεται στην έκθεση και θεωρείται από το Κοινοβούλιο δεσμευτική για την Επιτροπή και μετά την περάτωση της πρώτης ανάγνωσης.

5) Εάν κατόπιν δηλώσεως της Επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 4 και εφόσον, παρά τη θέση της Επιτροπής, το Συμβούλιο προχωρήσει σε απόφαση που τροποποιεί ουσιαστικά την αρχική πρόταση της Επιτροπής, ο Πρόεδρος υπενθυμίζει στο Συμβούλιο την υποχρέωσή του όπως ζητήσει εκ νέου τη γνώμη του Κοινοβουλίου.»

57 Θα παρατηρήσω ότι μέσα από αυτό το κείμενο του κανονισμού του Κοινοβουλίου, το όργανο αυτό δέχεται σιωπηρά ότι το Συμβούλιο μπορεί να συζητήσει μια πρόταση της Επιτροπής πριν λάβει τη γνωμοδότηση του Κοινοβουλίου.

58 Η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο αυτό είναι, νομίζω, ικανή να διαφυλάξει τις προνομίες του Κοινοβουλίου. Ξάρη στην υποβολή τροποποιημένης προτάσεως από την Επιτροπή θα κληθεί να γνωμοδοτήσει επί κειμένου που περιέχει τις ενδεχόμενες τροποποιήσεις οι οποίες επήλθαν κατόπιν των διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο του Συμβουλίου και θα μπορέσει να ασκήσει αποτελεσματική επιρροή στις συσκέψεις του Συμβουλίου.

59 Το Κοινοβούλιο πάντως δεν εξαρτάται από την Επιτροπή. Η ενδεχόμενη αδράνεια της Επιτροπής - αν υποτεθεί ότι δεν κρίνει σκόπιμο να υποβάλει τροποποιημένη πρόταση - δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να ζητηθεί και πάλι η γνωμοδότησή του σε περίπτωση ουσιαστικής τροποποιήσεως.

60 Αν όμως αναγνωρίσουμε υπέρ του Κοινοβουλίου και στο όνομα της αποτελεσματικότητας της διαβουλεύσεως το δικαίωμα να γνωμοδοτεί επί της τελικής μορφής του κειμένου, όπως διαμορφώνεται με τις εργασίες του Συμβουλίου και ανεξαρτήτως της σημασίας των τροποποιήσεων της προτάσεως από το Συμβούλιο, είναι νομίζω σαν να αλλοιώνουμε τη διαδικασία διαβουλεύσεως και να τη μεταβάλλουμε σε κάποια μορφή διαδικασίας συνεργασίας.

61 Επαναλαμβάνω ότι η γνωμοδότηση δίνεται επί της προτάσεως της Επιτροπής, είναι δε βέβαιο ότι το Κοινοβούλιο θα ενημερωθεί για κάθε ουσιώδη τροποποίηση της προτάσεως από το Συμβούλιο είτε με νέα πρόταση της Επιτροπής είτε με νέα διαβούλευση.

62 Αντιστρόφως η θέση του Συμβουλίου δεν είναι οριστική αλλά κατ' ανάγκη δεκτική μεταβολής εφόσον δεν έχει γνωμοδοτήσει το Κοινοβούλιο (54).

63 Με αυτόν τον «διάλογο μεταξύ των οργάνων» για τον οποίο κάνει λόγο το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Ελλάς κατά Επιτροπής, νομίζω ότι τηρείται η συνταγματική αρχή της πιστής συνεργασίας μεταξύ οργάνων.

64 Το συμπέρασμά μου επί του πρώτου ζητήματος είναι ότι το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο μπορούν να εξετάζουν ταυτόχρονα την πρόταση, με τη διευκρίνιση ότι αν οι προπαρασκευαστικές συζητήσεις και οι πολιτικές συμφωνίες στο πλαίσιο του Συμβουλίου καταλήξουν σε ουσιώδεις τροποποιήσεις του τελικώς εγκρινομένου κειμένου, επιβάλλεται νέα διαβούλευση.

65 ηΟπως βλέπουμε, η απάντηση στον πρώτο λόγο ακυρώσεως εξαρτάται απσ τo ζήτημα αν υπήρξε ουσιώδης τροποποίηση. Ο λόγος αυτός συνδέεται δηλαδή με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που αφορά τη νέα διαβούλευση, μ' ένα κοινό ερώτημα: επέφερε το Συμβούλιο ουσιαστική τροποποίηση στην αρχική πρόταση της Επιτροπής;

- Β -

66 Πώς έχει το ζήτημα όταν το Συμβούλιο διασκέπτεται επί της προτάσεως της Επιτροπής και την τροποποιεί πριν τη διαβιβάσει στο Κοινοβούλιο; Μπορεί να ζητήσει από το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει επί κειμένου επί του οποίου το ίδιο εξακολουθεί να διασκέπτεται;

67 Η συνταγματική αρχή της πιστής συνεργασίας μεταξύ οργάνων υπαγορεύει ότι το κείμενο της προτάσεως που διαβιβάζεται στο Κοινοβούλιο για γνωμοδότηση και αυτό που εξετάζει το Συμβούλιο πρέπει να είναι ακριβώς τα ίδια.

68 Πώς έχει το ζήτημα από τη σκοπιά της αρχής αυτής στην περίπτωση που το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο λαμβάνουν το ίδιo κείμενο, όταν όμως το Κοινοβούλιο λαμβάνει από το Συμβούλιο την αρχική πρόταση της Επιτροπής, το κείμενο αυτό έχει ήδη τροποποιηθεί από το Συμβούλιο;

69 Επ' αυτού θα διατυπώσω τρεις παρατηρήσεις.

70 Πρώτον, το ζήτημα αυτό δεν ανακύπτει αν το Συμβούλιο διαβιβάσει το αίτημα γνωμοδοτήσεως στο Κοινοβούλιο μόλις λάβει την πρόταση της Επιτροπής ή πριν αρχίσει να την εξετάζει (55).

71 Δεύτερον και δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο γνωμοδοτεί, όπως είδαμε, επί της προτάσεως της Επιτροπής και όχι επί της πλέον πρόσφατης μορφής που έχει λάβει το κείμενο εντός του Συμβουλίου, οι κανόνες που διέπουν την κοινοτική νομοθετική διαδικασία δεν εμποδίζουν το Συμβούλιο να αρχίσει τη συζήτηση επί της προτάσεως ακόμη και πριν διαβιβάσει το αίτημα γνωμοδοτήσεως, υπό τον όρο ότι διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να τροποποιήσει, υπό το φως της γνώμης του Κοινοβουλίου, τον προσανατολισμό στον οποίο κατέληξε προσωρινώς. Σ' αυτό το στάδιο δηλαδή δεν μπορεί να υιοθετήσει ένα τελικό κείμενο.

72 Εν προκειμένω,

- πριν από τη διαβίβαση του αιτήματος γνωμοδοτήσεως στο Κοινοβούλιο, στις 5 Μαρτίου 1993, η πρόταση δεν είχε ακόμη εξετασθεί ούτε από το Coreper (που θα την εξετάσει για πρώτη φορά στις 24 Μαρτίου 1993) ούτε από το Συμβούλιο (που θα την εξετάσει για πρώτη φορά στις 5 Απριλίου 1993). Στις 5 Μαρτίου 1993 υπάρχει ένα έγγραφο εργασίας που έχει καταρτίσει η ομάδα «πρώην ΕΣΣΔ» καλούμενο προσωρινή έκθεση και το κείμενο του κανονισμού «όπως έχει διαμορφωθεί στο παρόν στάδιο των εργασιών της ομάδας»·

- στις 4 Μαρτίου 1993, δηλαδή την παραμονή της διαβιβάσεώς του στο Κοινοβούλιο, το κείμενο που έχει καταρτίσει η ομάδα «πρώην ΕΣΣΔ» δεν είναι τελικό κείμενο: το ζήτημα της εφαρμογής του κανονισμού TACIS στη Μογγολία δεν έχει ρυθμιστεί (56). Ο πίνακας των τομέων προτεραιότητας για τεχνική συνδρομή του παραρτήματος ΙΙ δεν έχει καταρτιστεί οριστικά και προκαλεί πολλές επιφυλάξεις. Η προτεινόμενη επιτροπή είναι επιτροπή διαχειρίσεως, ενώ τέσσερα κράτη μέλη διατυπώνουν την ευχή να επιλεγεί μια διαδικασία του τύπου ΙΙΙ (57). Το τελικό κείμενο του κανονισμού περιλαμβάνει αυτή τη διατύπωση.

73 Κατά συνέπεια θεωρώ πολύ υπερβολικό τον ισχυρισμό ότι στις 5 Μαρτίου 1993 η πρόταση «(...) δεν ήταν πλέον επίκαιρη (...)» (58) ή «(...) ήδη πριν ζητηθεί η γνώμη του Κοινοβουλίου, το κείμενο ήταν πλέον παρωχημένο κατόπιν των συζητήσεων στο πλαίσιο του Συμβουλίου» (59).

74 Τρίτον, οι μελετώμενες στο πλαίσιο του Συμβουλίου και πριν από τη διαβίβαση του αιτήματος γνωμοδοτήσεως τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν το νομότυπο της διαδικασίας, εφόσον θα αποτελέσουν αφορμή νέας διαβουλεύσεως ακριβώς όπως και οι τροποποιήσεις που θα γίνουν μετά τη διαβίβαση του αιτήματος γνωμοδοτήσεως, αν είναι ουσιώδεις και αν περιληφθούν στο τελικό κείμενο του κανονισμού.

75 Η εξουσία που έχει το Συμβούλιο να εξετάζει την πρόταση πριν την εξετάσει το Κοινοβούλιο υπόκειται στο όριο της καταχρήσεως δικαιώματος που θα είχαμε αν το Κοινοβούλιο τελούσε σε πλήρη άγνοια της διαμορφώσεως του κειμένου στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Αυτό ακριβώς το σημείο πρέπει να εξετάσω τώρα.

- Γ -

76 Η γνώμη μου είναι ότι υπήρξε πιστή συνεργασία μεταξύ των οργάνων η οποία έδωσε τη δυνατότητα στο Κοινοβούλιο να γνωρίσει την άποψη του Συμβουλίου επί των κυρίων σημείων της διαφωνίας. Συγκεκριμένα:

- όπως προκύπτει, το Συμβούλιο ουδέποτε είχε την πρόθεση να αντιπαρέλθει τη γνώμη του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου (60)·

- η Επιτροπή REX γνώριζε την πρόθεση του Συμβουλίου να προσθέσει το παράρτημα ΙΙ που απαριθμεί τους τομείς προτεραιότητας για τη συνδρομή, μάλιστα δε την υιοθέτησε και η ίδια και την περιέλαβε στην τροποποίηση υπ' αριθ. 20 που πρότεινε. Γνώριζε επίσης ότι το Συμβούλιο μελετούσε τη σύσταση μιας επιτροπής ρυθμίσεως (61)·

- ο εκπρόσωπος της Επιτροπής που παρίστατο στις συζητήσεις ενημέρωσε το Κοινοβούλιο σχετικά με την πρόθεση του Συμβουλίου να τροποποιήσει το κείμενο όσον αφορά το ζήτημα της επιτροπής (62). Εξάλλου, αυτή ακριβώς η θέση του Συμβουλίου επί του ζητήματος αυτού (63) οδήγησε το Κοινοβούλιο στη διατύπωση απορριπτικής γνώμης (64)·

- το Συμβούλιο εκπροσωπήθηκε κατά τη συζήτηση ενώπιον του Κοινοβουλίου της 26ης και 27ης Μαου 1993.

77 Μια τελευταία παρατήρηση. Δεν είναι βέβαιο ότι το Κοινοβούλιο έκανε ό,τι μπορούσε προκειμένου να επηρεάσει την απόφαση του Συμβουλίου:

- το Συμβούλιο θα συζητούσε οπωσδήποτε και πάλι το κείμενο αν του είχαν υποβληθεί τροποποιήσεις. Η Επιτροπή θα μπορούσε επίσης να υιοθετήσει ενδεχόμενες τροποποιήσεις και να παρουσιάσει τροποποιημένη πρόταση (65). Το Συμβούλιο δεν θα μπορούσε να αποκλίνει από την πρόταση αυτή παρά μόνον ομόφωνα (66). Το Κοινοβούλιο προτίμησε να διατυπώσει απορριπτική γνώμη για την πρόταση της Επιτροπής·

- το Κοινοβούλιο θα μπορούσε επίσης, διατυπώνοντας τη γνώμη του, να κινήσει τη διαδικασία συνεννοήσεως που προβλέπει η κοινή δήλωση της 4ης Μαρτίου 1975 (67), πράγμα που είχε συστήσει εξάλλου η Επιτροπή REX στην παράγραφο 4 του σχεδίου ψηφίσματος νομοθετικού περιεχομένου. υΟπως είναι γνωστό, το κύριο σημείο τριβής μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου αφορούσε το ζήτημα της επιτροπής. ςΟμως, με ένα ψήφισμα της 23ης Οκτωβρίου 1986 το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο είχε ακριβώς διατυπώσει την ευχή να μπορέσει «(...) να ζητήσει από το Συμβούλιο τη διαδικασία συνεννόησης όταν το Συμβούλιο θα επιθυμεί να προβλέψει σε μια νομοθετική πράξη τη διαδικασία μέσω Επιτροπής» (68).

78 Φρονώ κατά συνέπεια ότι η διαβούλευση με το Κοινοβούλιο δεν ήταν πλασματική και δεν προσέβαλε τις προνομίες του οργάνου αυτού, υπό τον όρο ότι οι τροποποιήσεις που αποφάσισε το Συμβούλιο δεν ήταν ουσιώδεις οπότε και θα ήταν επιβεβλημένη η νέα διαβούλευση. Αυτό ακριβώς είναι το αντικείμενο της δευτέρας αιτιάσεως.

ΙΙ - Επί της υποχρεώσεως νέας διαβουλεύσεως

79 Η υποχρέωση νέας διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο δεν προβλέπεται από τη Συνθήκη. Το Δικαστήριο όμως κρίνει ότι:

«(...) η προϋπόθεση διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο κατά τη νομοθετική διαδικασία, στις περιπτώσεις που προβλέπει η Συνθήκη, συνεπάγεται την προϋπόθεση νέας διαβουλεύσεως κάθε φορά που το κείμενο που θεσπίζεται τελικώς, εξεταζόμενο στο σύνολό του, απέχει ως προς την ουσία του από το κείμενο επί του οποίου χώρησε ήδη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο εξαιρέσει των περιπτώσεων στις οποίες οι τροπολογίες ανταποκρίνονται ως προς την ουσία, στην επιθυμία που εξέφρασε το ίδιo το Κοινοβούλιο» (69).

80 Κατά το Κοινοβούλιο, η πρόταση της Επιτροπής υπέστη τέσσερις ουσιώδεις τροποποιήσεις:

- ως προς τα κράτη μέλη που λαμβάνουν τη βοήθεια TACIS (άρθρο 2)·

- ως προς το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού με την προσθήκη του παραρτήματος ΙΙ·

- προσθήκη νέου όρου αμοιβαιότητας (άρθρο 7, παράγραφος 4)·

- ως προς την επιτροπή (άρθρο 7). Το Συμβούλιο επέλεξε επιτροπή ρυθμίσεως αντί της επιτροπής διαχειρίσεως.

81 Το πρώτο σημείο αποτελεί μια διάταξη τεχνικού χαρακτήρα που σκοπεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να λάβει η Μογγολία συγχρόνως την οικονομική και τεχνική ενίσχυση του κανονισμού (ΕΟΚ) 443/92 (70) και τη συνδρομή TACIS. Με τη διάταξη αυτή απλώς κατέστη δυνατό να παραμείνει στο πρόγραμμα TACIS η Μογγολία, η οποία ελάμβανε ήδη βοήθεια βάσει άλλων προγραμμάτων (71). Η Μογγολία περιλαμβάνεται στις χώρες που υπάγονται στο πρόγραμμα TACIS και κατά την πρόταση κανονισμού και κατά τον ίδιο τον κανονισμό. Η προσθήκη του νέου άρθρου 2 στο κείμενο του κανονισμού απλώς κατέστησε δυνατή την αποφυγή της σωρεύσεως ενισχύσεων. Με την από 20 Απριλίου 1993 γνώμη, η επιτροπή προϋπολογισμών «(...) θεωρεί σημαντικό να περιληφθεί η Μογγολία μεταξύ των δικαιούχων λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεώς της και των αναγκών της για βοήθεια που είναι όμοιες με τις ανάγκες πολλών ανεξαρτήτων κρατών καθώς και της προθέσεως του κράτους αυτού να οικοδομήσει ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα» (72). Στην παράγραφο 4 της αιτιολογικής εκθέσεως η έκθεση της Επιτροπής REX προτείνει απερίφραστα να μην μπορεί η Μογγολία να λαμβάνει την ενίσχυση προς τις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας που προβλέπει ο κανονισμός 443/92 παράλληλα με την ενίσχυση του προγράμματος TACIS (73).

82 Το νέο άρθρο 2 τροποποιεί τα επιμέρους στοιχεία της συνδρομής που παρέχεται στη Μογγολία. Δεν επηρεάζει την ουσία του κανονισμού.

83 Ως προς το δεύτερο σημείο, η προσθήκη του παραρτήματος ΙΙ δεν επιβάλλει δεύτερη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο. Το παράρτημα ΙΙ απαριθμεί «ιδίως» «ενδεικτικώς» (74), τους τομείς στους οποίους επικεντρώνεται κατά προτεραιότητα η τεχνική συνδρομή. Η απαρίθμηση αυτή είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική. Αντικαθιστά δε το άρθρο 3, παράγραφος 3, της προτάσεως της Επιτροπής που όριζε:

«Η τεχνική συνδρομή αφορά κατά προτεραιότητα τους τομείς της ανάπτυξης ανθρωπίνου δυναμικού, της ενίσχυσης των επιχειρήσεων περιλαμβανομένων και των οικονομικών υπηρεσιών, της παραγωγής, της διανομής και της εμπορίας τροφίμων, της ενέργειας και των μεταφορών.»

84 Η διάταξη αυτή, που δεν είναι, ούτε αυτή, περιοριστική, δεν αποκλείει κανέναν από τους τομείς του παραρτήματος ΙΙ.

85 Εξάλλου το εν λόγω παράρτημα είναι σχεδόν πανομοιότυπο με την εγκριθείσα από το Κοινοβούλιο στις 27 Μαου 1993 τροποποίηση αριθ. 24 που προβλέπει ένα παράρτημα Ι α (75).

86 Η αντικατάσταση του άρθρου 3, παράγραφος 3, της προτάσεως από το άρθρο 4, παράγραφος 3, και το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού θεωρείται ως τροποποίηση του τρόπου προσδιορισμού του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού. Το παράρτημα ΙΙ απαριθμεί μεν ενδεικτικά περισσότερους τομείς, πλην όμως δεν τροποποιεί ουσιαστικά το εν λόγω πεδίο εφαρμογής κατ' έκταση. Πρόκειται για «μεταβολή μεθόδου και όχι ουσίας» κατά την έννοια της σκέψεως 23 της προαναφερθείσας αποφάσεως Buyl κ.λπ. κατά Επιτροπής.

87 Ως προς το τρίτο σημείο θα παρατηρήσω ότι η εισαγωγή του όρου αμοιβαιότητας απλώς επιβεβαιώνει μια πάγια πρακτική στο θέμα αυτό και δεν διαταράσσει ούτε τις αρχές ούτε την οικονομία του προγράμματος TACIS.

88 Θα σταθώ λίγο στο πολύ πιο λεπτό ζήτημα της επιτροπής. Το άρθρο 7 της προτάσεως της Επιτροπής προέβλεπε μια επιτροπή διαχειρίσεως τύπου ΙΙ.b (76): η Επιτροπή αποφασίζει μέτρα αμέσου εφαρμογής. Αν δεν είναι σύμφωνα προς τη γνώμη της επιτροπής, η Επιτροπή αναβάλλει την εφαρμογή τους κατά περίοδο έξι εβδομάδων εντός της οποίας το Συμβούλιο, αποφαινόμενο με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση που θα αντικαταστήσει την απόφαση της Επιτροπής.

89 Το άρθρο 8 του κανονισμού 2053/93 προβλέπει μια επιτροπή ρυθμίσεως τύπου ΙΙΙ.α: αν η επιτροπή δεν διατυπώσει γνώμη ή διατυπώσει αρνητική γνώμη, η Επιτροπή οφείλει να υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση σχετικά με τα ληπτέα μέτρα. Αν το Συμβούλιο δεν αποφασίσει, η Επιτροπή είναι και πάλι αρμόδια και μεταβάλλει την πρότασή της σε απόφαση.

90 Νομίζω ότι υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ της επιτροπής συμβουλευτικού χαρακτήρα της διαδικασίας Ι και των επιτροπών που προβλέπουν οι διαδικασίες ΙΙ και ΙΙΙ, από τις οποίες η πρώτη αποκλείει την εξουσία αποφάσεως του Συμβουλίου.

91 Υπάρχει επίσης ουσιώδης διαφορά μεταξύ των επιτροπών του τύπου ΙΙ.α, ΙΙ.β και ΙΙΙ.α αφενός και του τύπου ΙΙΙ.β αφετέρου. Συγκεκριμένα μόνον η τελευταία διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδο με τη δυνατότητα του Συμβουλίου να αντιτεθεί προς οποιαδήποτε απόφαση με απλή πλειοψηφία.

92 Αντιθέτως οι διαδικασίες του τύπου ΙΙ.α, ΙΙ.β και ΙΙΙ.α δεν διαφέρουν μεταξύ τους παρά σε επουσιώδη σημεία όπως είναι οι προθεσμίες και ως προς το γεγονός ότι στην τελευταία περίπτωση η απόφαση του Συμβουλίου λαμβάνεται κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής πράγμα που ενισχύει τη θέση της τελευταίας δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να αποκλίνει από την πρόταση παρά μόνο ομόφωνα (77). σΕχουν ως κοινό σημείο ότι αν δεν αποφασίσει το Συμβούλιο η εκτελεστική αρμοδιότητα επιστρέφει στην Επιτροπή η οποία και αποφασίζει.

93 Από αυτά συνάγω ότι δεν υπάρχουν μεταξύ της Επιτροπής διαχειρίσεως του τύπου ΙΙ.β και της επιτροπής ρυθμίσεως του τύπου ΙΙΙ.α διαφορές τέτοιες ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για ουσιώδεις τροποποιήσεις του κανονισμού που αφορούν «(...) τον πυρήνα του συστήματος που τέθηκε σε εφαρμογή (...)» (78).

94 Φρονώ κατά συνέπεια ότι ο κανονισμός που εκδόθηκε τελικά δεν τροποποίησε ουσιωδώς την πρόταση της Επιτροπής.

95 Η νέα διαβούλευση με το Κοινοβούλιο δεν ήταν επιβεβλημένη και για ένα δεύτερο λόγο. Είναι πράγματι σημαντικό να σημειωθεί εδώ ότι το σχέδιο του Συμβουλίου να συστήσει επιτροπή του τύπου ΙΙΙ ήταν γνωστό στο Κοινοβούλιο (79) και ότι το ζήτημα της επιτροπής βρέθηκε πραγματικά στο επίκεντρο των συζητήσεων ενώπιον του Κοινοβουλίου (80), πολλοί ευρωβουλευτές δε καταλόγισαν τις καθυστερήσεις στη διάθεση των πιστώσεων και στη λήψη αποφάσεως στο ότι το πρόγραμμα TACIS 1991-92 προέβλεπε μια επιτροπή διαχειρίσεως (81). Το ζήτημα αυτό αποτέλεσε το σημείο τριβής μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου που οδήγησε τελικά στην απόρριψη της προτάσεως από το τελευταίο.

96 Ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου κατά τις συζητήσεις επερωτήθηκε επί του ζητήματος αυτού (82).

97 Με τη λήξη των συζητήσεων όμως το Κοινοβούλιο, που δεν αγνοούσε τις προθέσεις του Συμβουλίου, αποφάσισε να απορρίψει την πρόταση κανονισμού στο σύνολό της. Επομένως η ψήφιση της τροπολογίας που πρόβλεπε συμβουλευτική επιτροπή κατά την πρόταση της Επιτροπής REX δεν είχε συνέχεια.

98 Οι δύο πρώτοι λόγοι ακυρώσεως είναι συνεπώς απορριπτέοι.

ΙΙΙ - Ως προς την έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού 2053/93

99 Κατά το Κοινοβούλιο, «(...) είναι απλούστατα παράνομο το να προβλέπει μια πράξη που εκδίδεται κατόπιν υποχρεωτικής διαβουλεύσεως με το Κοινοβούλιο τη δυνατότητα τροποποιήσεως κατά την εφαρμογή χωρίς να τηρηθεί και πάλι η διαδικασία αυτή» (83).

100 Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού:

«Οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών συνάπτονται κατά γενικό κανόνα με περιορισμένη πρόσκληση υποβολής προσφορών και με απευθείας ανάθεση για παρεμβάσεις μέχρι 300 000 ECU. Το ποσό αυτό είναι δυνατό να αναθεωρείται από το Συμβούλιο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής λαμβανομένης υπόψη της κτηθείσας πείρας σε παρόμοιες περιπτώσεις.»

101 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ο σεβασμός των προνομίων του υπαγορεύει να ζητείται η γνώμη του πριν από μια τέτοια αναθεώρηση δεδομένου ότι πρόκειται για κανονισμό στηριζόμενο στο άρθρο 235 της Συνθήκης.

102 Η Κοινότητα γνωρίζει μια ορισμένη ιεραρχία των κανόνων δικαίου. Οι βασικοί κανονισμοί που εκδίδονται απ' ευθείας κατά τις διαδικασίες που προβλέπουν οι συνθήκες, αντιδιαστέλλονται προς τους εκτελεστικούς κανονισμούς που εκδίδει είτε η Επιτροπή κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 155, τρίτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΟΚ είτε το ίδιο το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 145, τρίτη περίπτωση, της ίδιας Συνθήκης. Η διαδικασία εκδόσεως των κανονισμών αυτών προβλέπεται από τον βασικό κανονισμό.

103 Οι δύο αυτές κατηγορίες πράξεων τελούν σε σχέση ιεραρχίας κατά το μέτρο που ο εκτελεστικός κανονισμός δεν μπορεί ούτε να τροποποιήσει ούτε να αγνοήσει τις αρχές που θεσπίζει ο βασικός κανονισμός. Ο πρώτος δεν μπορεί να υπερβεί το πλαίσιο της εφαρμογής των αρχών του δευτέρου (84). «Η ανατιθέμενη εξουσία είναι (...) απλώς εκτελεστική εξουσία και όχι εξουσία πρωτογενούς εφαρμογής διατάξεως της Συνθήκης.» (85)

104 Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει αυτή την εξουσία αναθέσεως καθηκόντων του Συμβουλίου με πολυάριθμες αποφάσεις στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής:

«(...) τόσο το νομοθετικό σύστημα της Συνθήκης, το οποίο αντανακλάται ιδίως στο άρθρο 155, τελευταία περίπτωση, όσο και η συνεχής πρακτική των κοινοτικών οργάνων, κάνουν, σύμφωνα με τις νομικές αντιλήψεις που γίνονται δεκτές σ' όλα τα κράτη μέλη, διάκριση μεταξύ των μέτρων που έχουν άμεσα τη βάση τους στην ίδια τη Συνθήκη και του παραγώγου δικαίου που προορίζεται να εξασφαλίσει την εφαρμογή τους·

(...) δεν είναι, συνεπώς, δυνατόν να απαιτηθεί να καθορίζει το Συμβούλιο κατά τη διαδικασία του άρθρου 43 όλες τις λεπτομέρειες των κανονισμών που αφορούν την κοινή γεωργική πολιτική·

(...) η διάταξη αυτή τηρείται οσάκις τα βασικά στοιχεία του υπό ρύθμιση θέματος ορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει·

(...) αντίθετα, οι διατάξεις εκτελέσεως των βασικών κανονισμών μπορούν να εκδίδονται με διαδικασία διαφορετική από αυτή του άρθρου 43, είτε από το ίδιο το Συμβούλιο είτε από την Επιτροπή δυνάμει εξουσιοδοτήσεως κατά το άρθρο 155» (86).

105 Σχετικά με το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οικονομία της Συνθήκης στην οποία εντάσσεται αυτό καθώς και οι πρακτικές απαιτήσεις υπαγορεύουν ευρεία ερμηνεία του όρου της εκτελέσεως (87).

106 Η ανάθεση στην Επιτροπή της αρμοδιότητας για την έκδοση εκτελεστικών κανονισμών είναι συνήθης και στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων (88).

107 Η Ενιαία Ευρωπαϋκή Πράξη τροποποίησε το άρθρο 145 της Συνθήκης και περιόρισε την εξουσία του Συμβουλίου να αναλαμβάνει το ίδιο εκτελεστικές αρμοδιότητες:

«(...) το Συμβούλιο δεν μπορεί να επιφυλαχθεί να ασκήσει άμεσα τις εκτελεστικές αρμοδιότητες παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις και με απόφαση που υποχρεούται να αιτιολογήσει εμπεριστατωμένα» (89).

108 Το Κοινοβούλιο, που δεν εκπροσωπείται στις επιτροπές οι οποίες βοηθούν το έργο της Επιτροπής (90), απουσιάζει και από ορισμένες διαδικασίες μέσω των οποίων το Συμβούλιο ασκεί εκτελεστική εξουσία, όπως είναι η διαδικασία του άρθρου 7 του κανονισμού 2053/93. Το σύστημα αυτό δεν στερείται λογικής. Καίτοι κατά κανόνα πρέπει να χωρεί διαβούλευση με το Κοινοβούλιο «(...) οσάκις απαιτείται να προσδιοριστεί μια πολιτική επιλογή, είναι σαφές ότι ο ρόλος του δεν είναι να παρεμβαίνει όταν πρόκειται για απλή πράξη διαχειρίσεως» (91). Ο παρακολουθηματικός ή δευτερεύων χαρακτήρας των διαδικασιών εκτελέσεως δικαιολογεί το ότι αυτές αποφασίζονται με λιγότερη επισημότητα. Αυτή η δυνατότητα εξουσιοδοτήσεως είναι δηλαδή ένα παιχνίδι εξουσίας μεταξύ του Κοινοβουλίου και των άλλων οργάνων που μπορούν έτσι να βρούν έναν τρόπο να αποκλείσουν το Κοινοβούλιο από την νομοθετική διαδικασία (92). υΕτσι, ήδη από το 1967 (93), το Κοινοβούλιο ζήτησε να μετέχει σε διαβούλευση σχετικά με όλα τα εκδιδόμενα κατόπιν των βασικών κανονισμών νομοθετήματα που επηρεάζουν σημαντικά τα πολιτικά, οικονομικά ή νομικά αποτελέσματα των κανονισμών αυτών. Μ' ένα ψήφισμα αναφερόμενο στις κοινοτικές εκτελεστικές διαδικασίες του παράγωγου κοινοτικού δικαίου (94), το Κοινοβούλιο ζήτησε να περιοριστούν σημαντικά οι αρμοδιότητες των επιτροπών που είναι «οργανισμοί μη προβλεπόμενοι από τη Συνθήκη».

109 Εν πάση περιπτώσει, βάσει του άρθρου 145 της Συνθήκης, η διατήρηση από το Συμβούλιο του δικαιώματος ασκήσεως εκτελεστικών αρμοδιοτήτων είναι αναμφισβήτητα νόμιμη ακόμη και αν η διαδικασία εκδόσεως εκτελεστικών κανονισμών δεν διέπεται από τους ίδιους κανόνες όπως και η διαδικασία εκδόσεως των βασικών κανονισμών.

110 Το ζήτημα όμως είναι ακριβώς αν το άρθρο 7 του προσβαλλομένου κανονισμού αφορά τον τρόπο εκτελέσεως ή εφαρμογής του βασικού κανονισμού ή άπτεται και των ουσιαστικών αρχών που θεσπίζει ο βασικός κανονισμός.

111 Αποτελεί ο καθορισμός του ορίου, πέραν του οποίου οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών δεν μπορούν πλέον να συναφθούν με περιορισμένη πρόσκληση για υποβολή προσφορών και με απευθείας ανάθεση, ζήτημα εκτελέσεως ή εφαρμογής του κανονισμού 2053/93;

112 Επ' αυτού θα διατυπώσω δύο παρατηρήσεις.

113 Το άρθρο 7, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2053/93 ελήφθη από τον παλαιότερο κανονισμό 2157/91 που προέβλεπε τον ίδιο τρόπο αναθεωρήσεως του ανωτάτου ορίου των 300 000 ECU (95).

114 Και στις δύο περιπτώσεις, η διαδικασία αναθεωρήσεως του ορίου που απέκλειε το Κοινοβούλιο δεν προβλεπόταν στην πρώτη πρόταση της Επιτροπής αλλά προστέθηκε από το Συμβούλιο.

115 Η εξουσία που διατηρεί το Συμβούλιο αφορά μόνο τον τρόπο της συνάψεως συμβάσεων παροχής υπηρεσιών. Βεβαίως η επιλογή της διαδικασίας της αμέσου αναθέσεως και της περιορισμένης προσκλήσεως για υποβολή προσφορών επιτρέπει την επιτάχυνση της διαδικασίας λήψεως αποφάσεως, η δε μείωση του ορίου μέχρι του οποίου η Επιτροπή μπορεί να ενεργεί δι' απευθείας αναθέσεως ενισχύει την αποτελεσματικότητα του συστήματος. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 7, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, δεν θίγει ούτε τις αρχές ούτε την οικονομία του κανονισμού και δεν εξέρχεται των ορίων των «εκτελεστικών αρμοδιοτήτων» (96), που είναι και οι μόνες δυνάμενες να ανατεθούν.

116 Επομένως ο τρίτος λόγος ακυρώσεως είναι και αυτός απορριπτέος.

117 Προτείνω συνεπώς να απορριφθεί η προσφυγή στο σύνολό της.

(1) - ΕΕ L 187, σ. 1.

(2) - Για τη χορήγηση τεχνικής συνδρομής στην νΕνωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για την προσπάθεια εξυγίανσης και ανάκαμψης της οικονομίας της (ΕΕ L 201, σ. 2).

(3) - ΕΕ 1993, C 48, σ. 13.

(4) - Αρθρο 5, παράγραφος 1.

(5) - Βλ. απαντήσεις του Συμβουλίου στις γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου.

(6) - Οπ.π.

(7) - Παράρτημα 2 της προσφυγής.

(8) - Παράρτημα 3 της προσφυγής.

(9) - ΕΕ C 150, σ. 26.

(10) - Του ευρωβουλευτή Henry Chabert.

(11) - ΕΕ C 176, σ. 178.

(12) - Ηδη άρθρο 105, παράγραφος 1, μετά τις τροποποιήσεις του κανονισμού του Κοινοβουλίου κατόπιν της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή ήΕνωση (ΕΕ 1993, C 268, σ. 51).

(13) - Βλ. ΕΕ παράρτημα αριθ. 3-431, Συζητήσεις του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, Σύνοδος 1993-94, σ. 344, και ΕΕ 1993, C 255, σ. 81.

(14) - ΕΕ C 176, σ. 152.

(15) - Βλ. ΕΕ παράρτημα αριθ. 3-433, Συζητήσεις του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, Σύνοδος 1993-94, σ. 191, και ΕΕ 1993, C 255, σ. 81.

(16) - Εστω και αν δεν έχει ίδιο δικαίωμα, η Επιτροπή «καλείται» να παρίσταται στις συνόδους του Συμβουλίου (άρθρο 4, παράγραφος 2, του Εσωτερικού Κανονισμού του Συμβουλίου). Παρέστη δε στην υπό κρίση υπόθεση.

(17) - Παράγραφος 16 των παρατηρήσεων του Κοινοβουλίου επί του υπομνήματος παρεμβάσεως του Ηνωμένου Βασιλείου στην ήδη εκκρεμή υπόθεση C-65/93, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου.

(18) - Υπόθεση 138/79, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 313.

(19) - Σκέψη 33.

(20) - Αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, C-65/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-4593), και της 1ης Ιουνίου 1994, C-388/92, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-2067).

(21) - Η Επιτροπή ανέλαβε τη σχετική υποχρέωση με ανακοίνωση της 20ής Μαου 1973 την οποία μνημονεύει ο Bieber, R.: «Artikel 137», στο Kommentar zum EWG-Vertrag, Groeben, Thiesing, Ehlermann, 4η έκδοση, σ. 4132. Αυτό έγινε στην υπό κρίση υπόθεση.

(22) - Σκέψη 34 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Roquette Frθres κατά Συμβουλίου.

(23) - Βλ. Bieber, R.: «Legislative procedure for the establishment of the single market», CMLR, 1988, σ. 711, 716.

(24) - Σκέψη 20 της αποφάσεως της 17ης Σεπτεμβρίου 1988, 165/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5545).

(25) - Βλ. επ' αυτού την υπόθεση C-65/93, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17.

(26) - Βλ. συναφώς τις παραγράφους 28 και 29 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση C-316/91, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, απόφαση της 2ας Μαρτίου 1994 (Συλλογή 1994, σ. Ι-625): «Η συμμετοχή του Κοινοβουλίου στη νομοθετική διαδικασία δεν πρέπει να θεωρηθεί μόνο ως προνομία αλλά και ως ευθύνη η οποία του έχει ανατεθεί και η οποία δε μπορεί να του αφαιρεθεί» (παράγραφος 28).

(27) - Βλ. επ' αυτού την παράγραφο 48 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20.

(28) - Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 149/85, Wybot (Συλλογή 1986, σ. 2391, σκέψη 23).

(29) - Υπόθεση 68/86, Συλλογή 1988, σ. 855.

(30) - Σκέψη 38.

(31) - Αρθρο 4.

(32) - Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983, 230/81, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 255, σκέψη 37), και διάταξη της 13ης Ιουλίου 1990, C-2/88 Imm., Zwartveld κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-3365, σκέψη 17). Βλ., επίσης, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mancini στην υπόθεση 204/86, Ελλάς κατά Συμβουλίου (απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 5323, 5349), και την παράγραφο 56 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση C-284/90, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου (απόφαση της 31ης Μαρτίου 1992, Συλλογή 1992, σ. Ι-2277).

(33) - Αρθρο 15 της Συνθήκης Συγχωνεύσεως. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι αν το Κοινοβούλιο είχε το 1965 τις εξουσίες που έχει σήμερα, η εν λόγω Συνθήκη θα έκανε λόγο για την ανάγκη συνεργασίας μεταξύ του Κοινοβουλίου και των άλλων οργάνων.

(34) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψη 16.

(35) - Βλ., επίσης, όσον αφορά τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και του Συμβουλίου στο πλαίσιο του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, την απόφαση της 11ης Μαου 1983, 244/81, Klφckner-Werke κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1451).

(36) - Bulletin du Parlement europιen, αριθ. 34/73, της 19ης Οκτωβρίου 1973, σ. 4 και 5.

(37) - Βλ. παράρτημα 5 της προσφυγής.

(38) - Wyatt και Dashwood, European Community Law, 1993, σ. 37.

(39) - Παράρτημα 5 της προσφυγής.

(40) - Βλ., επίσης, Jacobs και Corbett: The European Parliament, 1990, σ. 166: «The most serious difficulty for Parliament, however, arises where Council takes a decision "in principle" or "subject to Parliament's opinion" before this opinion has been delivered (11 times in 1986, 8 in 1987, 12 in 1988, 7 in 1989).»

(41) - Ψήφισμα επί των σχέσεων μεταξύ Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (ΕΕ C 284, σ. 58).

(42) - ΕΕ C 324, σ. 125.

(43) - Βλ. τις δηλώσεις του προεδρεύοντος του Συμβουλίου ενώπιον του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1990 (ΕΕ παράρτημα αριθ. 3-394, Συζητήσεις του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, Σύνοδος 1990-91, σ. 79).

(44) - Το φαινόμενο εμφανίζεται και κατά τη φάση της πρώτης αναγνώσεως της διαδικασίας συνεργασίας: οι υπηρεσίες του Συμβουλίου αφενός και οι επιτροπές του Κοινοβουλίου αφετέρου εξετάζουν ταυτόχρονα τις προτάσεις νομοθετικού περιεχομένου.

(45) - Αρθρο 189 Β της Συνθήκης ΕΚ.

(46) - Αρθρο 189 Γ της Συνθήκης ΕΚ.

(47) - Βλ. ΕΕ παράρτημα αριθ. 3-386, Συζητήσεις του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, Σύνοδος 1990-91, σ. 32· Δελτίο ΕΚ 1/2-1990, παράγραφος 1.6.6, και Δελτίο ΕΚ 4-1990, παράγραφος 1.6.1.

(48) - Υπόθεση 114/81, Συλλογή 1982, σ. 3189.

(49) - Βλ., π.χ., απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20.

(50) - Που αντικατέστησε το άρθρο 149, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, που καταργήθηκε με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϋκή ήΕνωση. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να αποσύρει την πρόταση κανονισμού. Βλ. παράγραφο 6 του ψηφίσματος επί της προτάσεως κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την παύση των καθηκόντων των υπαλλήλων, της 10ης Οκτωβρίου 1985 (ΕΕ C 288, σ. 103).

(51) - Οπ.π., σ. 47.

(52) - Προπαρατεθέν στην υποσημείωση 42, σ. 127.

(53) - ΕΕ C 268, σ. 66 (άρθρο 36 Η).

(54) - Βλ. την απάντηση του Συμβουλίου της 1ης Απριλίου 1985 στη γραπτή ερώτηση αριθ. 1907/84 του de Vries (EE C 118, σ. 12).

(55) - Με την προπαρατεθείσα ανακοίνωση της 16ης Οκτωβρίου 1973 το Συμβούλιο ανέλαβε την υποχρέωση να τηρεί προθεσμία μίας εβδομάδος. Θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε ως προς τη νομική αξία και το δεσμευτικό χαρακτήρα αυτής της δεσμεύσεως αν η διατύπωσή της δεν ήταν τόσο αόριστη. Επί του ζητήματος αυτού βλ. Jacquι, J.-P.: «La pratique des institutions communautaires et le dιveloppement de la structure institutionnelle communautaire», Die Dynamik des Europδischen Gemeinschaftsrechts - The dynamics of EC-law, έκδοση Bieber R. και Ress G., 1987.

(56) - Βλ. παράγραφο 6 της προσωρινής έκθεσης.

(57) - Σημείωση 19 του κειμένου του κανονισμού.

(58) - Παράγραφος 15 της προσφυγής.

(59) - Παράγραφος 4 του υπομνήματος απαντήσεως.

(60) - Βλ. το έγγραφο του Coreper της 1ης Απριλίου 1993 που κατατέθηκε στη δικογραφία: «Αναμένοντας τη γνωμοδότηση του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, το Coreper εξέτασε την πρόταση της Επιτροπής με τα αποτελέσματα που παρατίθενται στο παράρτημα. Το Coreper προτείνει στο Συμβούλιο να επιβεβαιώσει τα αποτελέσματα αυτά δεδομένου ότι θα χρειασθεί να αποφασίσει οριστικά όταν το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο θα έχει πλέον γνωμοδοτήσει», υπογράμμιση δική μου.

(61) - Βλ. παράγραφο 5 της αιτιολογικής εκθέσεως της εκθέσεως Chabert, που προσαρτάται στο υπόμνημα αντικρούσεως του Συμβουλίου. Βλ. επίσης τη δήλωση του εισηγητή κατά τις συζητήσεις της 24ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ παράρτημα αριθ. 3-432, Συζητήσεις του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, Σύνοδος 1993-94, σ. 323).

(62) - Ο Sir Leon Brittan δήλωσε κατά τη συζήτηση της 26ης Μαου 1993: «υΕρχομαι τέλος στο ζήτημα της επιτροπής. Θα είμαι δε απόλυτα σαφής: όσον αφορά την Επιτροπή, αρχικά προτείνουμε τη σύσταση μιας επιτροπής διαχειρίσεως. Το Συμβούλιο όμως πρότεινε επίμονα να προβλεφθεί μια επιτροπή ρυθμίσεως» (ΕΕ παράρτημα αριθ. 3-431, Συζητήσεις του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, Σύνοδος 1993-94, σ. 175).

(63) - Αυτό ήταν το μόνο πραγματικό εμπόδιο: βλ. τη δήλωση του εισηγητή Chabert της 26ης Μαου 1993 (ΕΕ παράρτημα αριθ. 3-431, Συζητήσεις του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, Σύνοδος 1993-94, σ. 177).

(64) - Βλ. τη δήλωση του εισηγητή Chabert κατά τη συζήτηση της 14ης Ιουλίου 1993 (ΕΕ παράρτημα αριθ. 3-433, Σύνοδος 1993-94, σ. 190 και 191).

(65) - Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής είχε δηλώσει και εξάλλου κατά τις συζητήσεις του Κοινοβουλίου ότι ήταν πρόθυμος να υιοθετήσει τις περισσότερες τροποποιήσεις του Κοινοβουλίου (ΕΕ 1993, παράρτημα αριθ. 3-431, Συζητήσεις του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, Σύνοδος 1993-94, σ. 175). Ως προς τον κεφαλαιώδη ρόλο του «δικηγόρου του Κοινοβουλίου» που μπορεί να διαδραματίσει η Επιτροπή στη διαδικασία διαβουλεύσεως, βλ. Raworth, P.: «A Timid Step Forwards: Maastricht and the Democratisation of the European Community», ELR, 1994, σ. 16, 20.

(66) - Αρθρο 189 Α, παράγραφος 1, της Συνθήκης.

(67) - Κοινή δήλωση της Συνελεύσεως, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ C 89, σ. 1). Βλ. επίσης άρθρo 63 του Κανονισμού του Κοινοβουλίου.

(68) - Ψήφισμα με το οποίο περατώθηκε η διαδικασία διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο επί της προτάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων προς το Συμβούλιο σχετικά με κανονισμό που καθορίζει τα της ασκήσεως των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή (ΕΕ C 297, σ. 94, σημείο 4).

(69) - Σκέψη 16 της αποφάσεως της 16ης Ιουλίου 1992, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20. Βλ., επίσης, τις αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1970, 41/69, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 401, σκέψη 178), και της 4ης Φεβρουαρίου 1982, 817/79, Buyl κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1982, σ. 245, σκέψεις 16 και 23).

(70) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 1992 για την οικονομική και τεχνική βοήθεια και την οικονομική συνεργασία με τις αναπτυσσόμενες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας (ΕΕ L 52, σ. 1).

(71) - Βλ. το υπόμνημα αντικρούσεως του Συμβουλίου, παράγραφος 21.

(72) - Παράρτημα του υπομνήματος αντικρούσεως του Συμβουλίου. Βλ. την επιστολή του Προέδρου του Συμβουλίου προς τον πρόεδρο της Επιτροπής REX, της 20ής Απριλίου 1993, και την πρόταση τροποποιήσεως αριθ. 7.

(73) - Οπ.π.

(74) - Αρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 2053/93.

(75) - ΕΕ C 176, σ. 184.

(76) - Παραλαβή ΙΙ.b της αποφάσεως 87/373/ΕΟΚ «επιτροπολογία» του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1987, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή (ΕΕ L 197, σ. 33).

(77) - Βλ. επ' αυτού Blumann, C.: Dictionnaire juridique des Communautιs europιennes, έκδοση A. Barav και C. Philip, Comitologie, σ. 197.

(78) - Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψη 19.

(79) - Βλ. ΕΕ 1993, παράρτημα αριθ. 3-433, σ. 191, και ανωτέρω, υποσημείωση 72.

(80) - Βλ. το σχέδιο τροπολογίας αριθ. 18 της εκθέσεως της Επιτροπής REX και αριθ. 7 της γνώμης της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου, καθώς και τις παραγράφους 4 και 5 της αιτιολογικής εκθέσεως της Επιτροπής REX.

(81) - Βλ. την παρέμβαση του ευρωβουλευτή Nielsen: «Η επιτροπή διαχειρίσεως επιδεικνύει υπερβολική γραφειοκρατία και παντελή έλλειψη διαφάνειας. Ας δημιουργήσουμε μια συμβουλευτική επιτροπή ικανή να επιταχύνει και να βελτιώσει τόσο τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων όσο και την πρακτική εφαρμογή των προγραμμάτων» (ΕΕ 1993, παράρτημα αριθ. 3-431, Συζητήσεις του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, Σύνοδος 1993-94, σ. 186). Βλ., επίσης, την παρέμβαση του εισηγητή Chabert κατά τις συζητήσεις (ΕΕ 1993, παράρτημα αριθ. 3-431, Συζητήσεις του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, Σύνοδος 1993-94, σ. 169).

(82) - Οπ.π., σ. 177.

(83) - Παράγραφος 36 της προσφυγής.

(84) - Βλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, 230/78, Eridania (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 344, σκέψη 9 επ.).

(85) - Εκθεση Jozeau-Marignι επί των νομικών προβλημάτων της διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, 8 Αυγούστου 1967, έγγραφο 110, παράγραφος 24.

(86) - Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 30/70, Scheer (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 637, σκέψη 15). Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 25/70, Kφster, Berodt & Co. (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 620)· της 16ης Ιουνίου 1987, 46/86, Romkes (Συλλογή τόμος 1987, σ. 2671)· της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1988, σ. 4563) και της 27ης Οκτωβρίου 1992, C-240/90, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-5383).

(87) - Σκέψη 10 της αποφάσεως της 30ής Οκτωβρίου 1975, 23/75, Rey Soda (Συλλογή τόμος 1975, σ. 399).

(88) - Βλ., π.χ. το άρθρο 31 της οδηγίας 90/351/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Σεπτεμβρίου 1990, σχετικά με τις διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 297, σ. 1), και το άρθρο 30 β της οδηγίας 89/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1989, που τροποποίησε την οδηγία 71/305/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ L 210, σ. 1).

(89) - Απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1989, 16/88, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1988, σ. 3457, σκέψη 10).

(90) - Βλ. απόφαση 87/373, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 76, και Reich, Ch.: «Le Parlement europιen et la "comitologie"», Revue du marchι commun, αριθ. 336, 1990, σ. 319.

(91) - Εκθεση Jozeau-Marignι, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 85, σ. 5.

(92) - Βλ. την έκθεση Hδnsch, Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, οΕγγραφα Συνόδου, 7 Ιουλίου 1986, doc. A2-78/86.

(93) - Βλ. το ψήφισμα της 17ης Οκτωβρίου 1967 (JO 1967, 268, σ. 7).

(94) - Ψήφισμα που δημοσιεύθηκε στο JΟ 1968, C 108, σ. 37.

(95) - Αρθρο 6, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο.

(96) - Αρθρο 145 της Συνθήκης ΕΚ.