7.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 155/33


Προσφυγή της 7ης Μαΐου 2007 — ThyssenKrupp Elevator κατά Επιτροπής

(Υπόθεση T-150/07)

(2007/C 155/61)

Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική

Διάδικοι

Προσφεύγουσα: ThyssenKrupp AG (Duisburg και Essen, Γερμανία) (εκπρόσωποι: M. Klusmann και S.Thomas, δικηγόροι)

Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Αιτήματα της προσφεύγουσας

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στον βαθμό που αφορά την προσφεύγουσα·

επικουρικώς, να μειώσει δεόντως το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση στην προσφεύγουσα ως υπόχρεη εις ολόκληρον·

να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.

Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα

Η προσφεύγουσα βάλλει κατά της αποφάσεως της Επιτροπής C(2007) 512 τελικό της 21ης Φεβρουαρίου 2007 επί της υποθέσεως COMP/E-1/38.823 — PO/Elevators and Escalators. Με την προσβαλλόμενη απόφαση επιβλήθηκαν εις βάρος της προσφεύγουσας και άλλων επιχειρήσεων πρόστιμα λόγω της συμμετοχής σε σύμπραξη στο πλαίσιο της κατασκευής και συντηρήσεως ανελκυστήρων και κυλιόμενων κλιμάκων στο Βέλγιο, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες. Κατά την Επιτροπή, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις παρέβησαν το άρθρο 81 ΕΚ.

Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ακυρώσεως:

αναρμοδιότητα της Επιτροπής δεδομένου ότι η προσαπτόμενη παράβαση έχει τοπικό και όχι διακρατικό χαρακτήρα·

παραβίαση της αρχής ne bis in idem, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της υπέρ της προσφεύγουσας τις αμνηστευτικές απόφασεις που είχαν εκδώσει πριν από την κίνηση της διαδικασίας οι εθνικές αρχές ελέγχου των συμπράξεων του Βελγίου, του Λουξεμβούργου και των Κάτω Χωρών·

μη συνδρομή των προϋποθέσεων για την εις ολόκληρον ευθύνη της προσφεύγουσας μετά των θυγατρικών εταιριών της, δεδομένου ότι η ίδια η προσφεύγουσα δεν μετέσχε στη διάπραξη των παραβάσεων, οι θυγατρικές εταιρίες της έχουν από νομικής και οικονομικής απόψεως λειτουργική ανεξαρτησία και δεν υπάρχει αντικειμενική αιτιολογία για την επέκταση της ευθύνης επί της προσφεύγουσας·

δυσαναλογία των αρχικών ποσών κατά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου σε σύγκριση με τον όγκο της αγοράς που πράγματι αφορά·

δυσαναλογία του πολλαπλασιαστή αποτροπής, δεδομένου ότι ο πολλαπλασιαστής αυτός αποκλίνει σε σημαντικό βαθμό από τη μεταχείριση που έτυχαν άλλες επιχειρήσεις παρεμφερούς μεγέθους σε παρεμφερείς υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν αποφάσεις κατά το ίδιο χρονικό διάστημα·

μη παράθεση αιτιολογίας για το λόγω υποτροπής του δράστη επιπλέον ποσό που επιβλήθηκε στο πλαίσιο του υπολογισμού του προστίμου λόγω νομικού σφάλματος κατά τον καταλογισμό των προστίμων που προηγήθηκαν·

παράβαση του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (1), δεδομένου ότι, σε σχέση με το ανώτατο όριο του προστίμου του 10 % επί του κύκλου εργασιών της επιχειρήσεως, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη μόνον ο κύκλος εργασιών των εμπλεκομένων θυγατρικών εταιριών·

πλημμελής εφαρμογή της ανακοινώσεως σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων (2), δεδομένου ότι δεν ελήφθη επαρκώς υπόψη η προστιθέμενη αξία της συνεργασίας της προσφεύγουσας και στις τέσσερις εμπλεκόμενες χώρες.


(1)  Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης (ΕΕ L 1, σ. 1).

(2)  Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (καρτέλ) (ΕΕ 2002, C 45, σ. 3).