22.2.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 51/17


Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011
Εφαρμογή στα κράτη μέλη της οδηγίας για τη διαμεσολάβηση, τις συνέπειές της στη διαμεσολάβηση και την έγκρισή της από τα δικαστήρια

P7_TA(2011)0361

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Σεπτεμβρίου 2011 σχετικά με την εφαρμογή στα κράτη μέλη της οδηγίας για τη διαμεσολάβηση, τις συνέπειές της στη διαμεσολάβηση και την έγκρισή της από τα δικαστήρια (2011/2026(INI))

2013/C 51 E/03

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

έχοντας υπόψη το άρθρο 67 και το άρθρο 81 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχοντας υπόψη τη θέση του της 23ης Απριλίου 2008 σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου για την έγκριση οδηγίας σχετικά με ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (1),

έχοντας υπόψη τις ακροάσεις που πραγματοποίησε η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων στις 20 Απριλίου 2006, στις 4 Οκτωβρίου 2007 και στις 23 Μαΐου 2011,

έχοντας υπόψη την οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008 για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2),

έχοντας υπόψη το άρθρο 48 και το άρθρο 119 παράγραφος 2 του Κανονισμού του,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A7-0275/2011),

A.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η διασφάλιση καλύτερης πρόσβασης στη δικαιοσύνη αποτελεί ένα από τους βασικούς στόχους της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης· λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρχή της πρόσβασης στη δικαιοσύνη πρέπει, στο πλαίσιο αυτό, να συμπεριλαμβάνει πρόσβαση σε κατάλληλες διαδικασίες επίλυσης των διαφορών για μεμονωμένα άτομα και επιχειρήσεις,

B.

λαμβάνοντας υπόψη ότι στόχο της οδηγίας 2008/52/ΕΚ αποτελεί η προώθηση του φιλικού διακανονισμού των διαφορών με την ενθάρρυνση της προσφυγής στη διαμεσολάβηση και με τη διασφάλιση μιας ισόρροπης σχέσης μεταξύ διαμεσολάβησης και δικαστικών διαδικασιών,

Γ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση στη διαμεσολάβηση ως μια βιώσιμη εναλλακτική δυνατότητα σε σχέση με την παραδοσιακή κατ’ αντιδικία διαδικασία και να διασφαλιστεί ότι οι διάδικοι που προσφεύγουν στη διαμεσολάβηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπορούν να βασίζονται σε ένα προβλέψιμο νομοθετικό πλαίσιο, η οδηγία θεσπίζει κοινές αρχές για την ρύθμιση, ειδικότερα, πτυχών της πολιτικής δικονομίας,

Δ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, εκτός από την προβλεψιμότητα, η οδηγία αποσκοπεί στη θέσπιση ενός πλαισίου το οποίο θα διαφυλάσσει το κύριο πλεονέκτημα της διαμεσολάβησης, την ευελιξία· ότι αυτές οι δύο απαιτήσεις θα πρέπει να καθοδηγούν τα κράτη μέλη κατά την κατάρτιση της εθνικής νομοθεσίας για την εφαρμογή της Οδηγίας,

E.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η οδηγία 2008/52/ΕΚ παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον για τα γειτονικά κράτη και άσκησε αποδεδειγμένη επίδραση στη θέσπιση παρόμοιας νομοθεσίας σε ορισμένες από τις χώρες αυτές,

ΣΤ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη καλούνται να εφαρμόσουν την οδηγία αυτή πριν από τις 21 Μαΐου 2011, με εξαίρεση το άρθρο 10, για το οποίο η ημερομηνία εφαρμογής ήταν η 21η Νοεμβρίου 2010· ότι μέχρι σήμερα τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν ανακοινώσει ότι έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία εφαρμογής ή πρόκειται να την ολοκληρώσουν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, και μόνο ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν ακόμη ανακοινώσει ότι έχουν συμμορφωθεί με τις διατάξεις της οδηγίας, και συγκεκριμένα η Δημοκρατία της Τσεχίας, η Αυστρία, η Φινλανδία και η Σουηδία,

Ζ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί σημαντικό να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη έχουν εφαρμόσει τη νομοθεσία αυτή, να διαπιστώσει ποια είναι η άποψη όσων εφαρμόζουν τη διαμεσολάβηση στην πράξη και να προσδιορίσει εάν και με ποιο τρόπο αυτή μπορεί να βελτιωθεί,

H.

λαμβάνοντας υπόψη ότι, για το σκοπό αυτό, πρέπει να πραγματοποιηθεί μια προσεκτική ανάλυση των βασικών ρυθμίσεων που έχουν θεσπίσει τα κράτη μέλη προκειμένου να εντοπιστούν ορθές πρακτικές και να συναχθούν συμπεράσματα για τυχόν περαιτέρω δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο,

Θ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι το σχέδιο δράσης της Επιτροπής για την εφαρμογή του προγράμματος της Στοκχόλμης (COM(2010)0171) προβλέπει την κατάρτιση ανακοίνωσης σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για τη διαμεσολάβηση το 2013,

Ι.

λαμβάνοντας υπόψη ότι επιβάλλεται να εξετασθεί ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη μέλη έχουν εφαρμόσει τις κύριες διατάξεις της οδηγίας για τη διαμεσολάβηση όσον αφορά τη δυνατότητα των δικαστηρίων να προτείνουν άμεσα στα μέρη να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση (άρθρο 5), την διασφάλιση του απορρήτου (άρθρο 7), την εκτελεστότητα των συμφωνιών που απορρέουν από τη διαμεσολάβηση (άρθρο 6) και τα αποτελέσματα της διαμεσολάβησης όσον αφορά την παραγραφή και τις αποσβεστικές προθεσμίες (άρθρο 8),

ΙΑ.

λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει συμπεριλάβει στο πρόγραμμα εργασίας της για το 2011 νομοθετική πρόταση για την εναλλακτική επίλυση των διαφορών,

1.

παρατηρεί ότι η απαίτηση του απορρήτου που θεσπίζει η οδηγία υπήρχε ήδη στο εσωτερικό δίκαιο ορισμένων κρατών μελών: στη Βουλγαρία, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει ότι οι διαμεσολαβητές μπορούν να αρνηθούν να καταθέσουν σε διαφορά στην οποία έχουν διαμεσολαβήσει· στη Γαλλία και στην Πολωνία οι νόμοι που διέπουν τη διαμεσολάβηση σε αστικές υποθέσεις θεσπίζουν παρεμφερείς διατάξεις· επισημαίνει ότι, από τα κράτη μέλη, η Ιταλία ακολουθεί μια αυστηρή προσέγγιση όσον αφορά το απόρρητο της διαδικασίας διαμεσολάβησης, ενώ σύμφωνα με τους κανόνες περί διαμεσολάβησης στη Σουηδία το απόρρητο δεν είναι αυτόματο αλλά απαιτεί συμφωνία μεταξύ των μερών προς αυτή την κατεύθυνση· θεωρεί ότι κρίνεται επιβεβλημένη μια πιο συνεκτική προσέγγιση·

2.

επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας, στα περισσότερα κράτη μέλη ισχύει μια διαδικασία με βάση την οποία η συμφωνία που προκύπτει από διαμεσολάβηση έχει το ίδιο κύρος με μια δικαστική απόφαση· σημειώνει ότι αυτό επιτυγχάνεται είτε με την υποβολή της στο δικαστήριο, είτε με την επικύρωσή της ενώπιον συμβολαιογράφου, και φαίνεται δε ότι ορισμένες εθνικές νομοθεσίες έχουν επιλέξει την πρώτη λύση, ενώ αντίθετα, σε πολλά κράτη μέλη η επικύρωση ενώπιον συμβολαιογράφου παραμένει επίσης μια διαθέσιμη επιλογή βάσει της εθνικής νομοθεσίας· για παράδειγμα, ενώ στην Ελλάδα και στη Σλοβενία ο νόμος ορίζει ότι μια συμφωνία διαμεσολάβησης μπορεί να εφαρμοστεί από τα δικαστήρια, στην Ολλανδία και στην Γερμανία οι συμφωνίες καθίστανται εκτελεστές ως συμβολαιογραφικές πράξεις, και σε άλλα κράτη μέλη, μεταξύ αυτών στην Αυστρία, μπορούν, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, να καταστούν εκτελεστές ως συμβολαιογραφικές πράξεις παρά την έλλειψη ρητής διάταξης για τον σκοπό αυτόν στη σχετική εθνική νομοθεσία· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι όλα τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη συμμορφωθεί με το άρθρο 6 της οδηγίας θα το πράξουν χωρίς καθυστέρηση·

3.

υποστηρίζει ότι το άρθρο 8 το οποίο ρυθμίζει τα αποτελέσματα της διαμεσολάβησης στην παραγραφή και τις αποσβεστικές προθεσμίες αποτελεί ουσιώδη διάταξη δεδομένου ότι διασφαλίζει ότι τα μέρη που επιλέγουν να επιχειρήσουν τον διακανονισμό διαφοράς με διαμεσολάβηση δεν κωλύονται στη συνέχεια να κινήσουν δικαστικές διαδικασίες λόγω παραγραφής ή λήξεως αποσβεστικής προθεσμίας εξ αιτίας της διαμεσολάβησης· επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν φαίνεται να διατύπωσαν κάποια επιφύλαξη σχετικά με το σημείο αυτό·

4.

τονίζει ότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν επιλέξει να υπερβούν τις βασικές απαιτήσεις της οδηγίας σε δύο τομείς, δηλαδή όσον αφορά τα οικονομικά κίνητρα για τη συμμετοχή στη διαμεσολάβηση και τις υποχρεωτικές απαιτήσεις της διαμεσολάβησης· σημειώνει ότι οι εθνικές πρωτοβουλίες αυτού του τύπου συμβάλλουν στην αύξηση της αποτελεσματικότητας της επίλυσης των διαφορών και στη μείωση του φόρτου εργασίας των δικαστηρίων·

5.

αναγνωρίζει ότι το άρθρο 5 παράγραφος 2 επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση υποχρεωτικά ή σε συνδυασμό με κίνητρα ή κυρώσεις, είτε πριν είτε μετά την έναρξη δικαστικής διαδικασίας, υπό τον όρο ότι αυτό δεν εμποδίζει τους διαδίκους να ασκήσουν το δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια·

6.

παρατηρεί ότι ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη έχουν αναλάβει σειρά πρωτοβουλιών προκειμένου να παράσχουν οικονομικά κίνητρα στα μέρη που προσφεύγουν σε διαμεσολάβηση: στη Βουλγαρία, επιστρέφεται στους διαδίκους το 50 % των κρατικών τελών που έχουν ήδη καταβάλλει για την υποβολή της διαφοράς σε δικαστήριο εφόσον διευθετήσουν επιτυχώς μια διαφορά με διαμεσολάβηση, η δε ρουμανική νομοθεσία προβλέπει πλήρη επιστροφή της δικαστικής δαπάνης εάν τα μέρη επιλύσουν μια νομική διαφορά που εκκρεμεί με διαμεσολάβηση· παρατηρεί ότι παρεμφερείς διατάξεις υπάρχουν στο ουγγρικό δίκαιο και ότι στην Ιταλία όλες οι πράξεις και συμφωνίες που προκύπτουν από τη διαμεσολάβηση απαλλάσσονται από τέλη χαρτοσήμου και φόρους·

7.

επισημαίνει ότι, παράλληλα με τα οικονομικά κίνητρα, ορισμένα κράτη μέλη, τα δικαστικά συστήματα των οποίων είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένα, έχουν θεσπίσει διατάξεις που καθιστούν την προσφυγή στη διαμεσολάβηση υποχρεωτική· σημειώνει ότι στις περιπτώσεις αυτές οι διαφορές δεν μπορούν να υποβληθούν σε δικαστήριο αν τα μέρη δεν έχουν προηγουμένως επιχειρήσει να επιλύσουν τις διαφορές με διαμεσολάβηση

8.

τονίζει ότι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί το ιταλικό νομοθετικό διάταγμα αριθ. 28, το οποίο αποσκοπεί με τον τρόπο αυτό να αναθεωρήσει το σύστημα έννομης προστασίας και να αντιμετωπίσει τη διαβόητη συμφόρηση των ιταλικών δικαστηρίων με τη μείωση του αριθμού των υποθέσεων και της διάρκειας των εννέα ετών που απαιτεί κατά μέσο όρο η ολοκλήρωση της εκδίκασης μιας αστικής υπόθεσης· παρατηρεί, πράγμα που δεν αποτελεί έκπληξη, ότι αυτό δεν έγινε ευμενώς δεκτό από τους ασκούντες νομικά επαγγέλματα, οι οποίοι προσέβαλαν το διάταγμα στα δικαστήρια προχωρώντας μάλιστα και σε απεργία·

9.

τονίζει ότι, παρά τις διαφορές απόψεων, τα κράτη μέλη των οποίων οι εθνικές νομοθεσίες υπερβαίνουν τις βασικές απαιτήσεις της οδηγίας για τη διαμεσολάβηση φαίνεται ότι έχουν επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα στην προώθηση της εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις· παρατηρεί ότι τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί ιδίως στην Ιταλία, Βουλγαρία και Ρουμανία αποδεικνύουν ότι η διαμεσολάβηση μπορεί να συνεπάγεται μια αποτελεσματική από πλευράς κόστους και ταχύτητας εξωδικαστική επίλυση των διαφορών μέσω διαδικασιών που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των διαδίκων·

10.

παρατηρεί ότι η αναγκαστική διαμεσολάβηση φαίνεται να επιτυγχάνει το στόχο της στο ιταλικό σύστημα έννομης προστασίας με την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων· τονίζει ωστόσο ότι η διαμεσολάβηση πρέπει να προωθηθεί ως βιώσιμη, χαμηλού κόστους και ταχύτερη εναλλακτική μορφή απονομής δικαιοσύνης και όχι ως υποχρεωτική πτυχή της δικαστικής διαδικασίας·

11.

αναγνωρίζει τα ευνοϊκά αποτελέσματα που επέτυχε ο βουλγαρικός νόμος για την διαμεσολάβηση με την παροχή οικονομικών κινήτρων· αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι αυτά οφείλονται επίσης στο από μακρού υφιστάμενο ενδιαφέρον για τη διαμεσολάβηση που έχει επιδείξει το βουλγαρικό σύστημα έννομης προστασίας, δεδομένου ότι η διαμεσολάβηση ήταν δυνατή από το 1990, το δε στελεχωμένο από διαμεσολαβητές που εργάζονται σε ομάδες Κέντρο Διευθέτησης Διαφορών παρέχει σε καθημερινή βάση από το 2010 δωρεάν υπηρεσίες διαμεσολάβησης και πληροφορίες στους διαδίκους σε υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίων· σημειώνει ότι στη Βουλγαρία τα δύο τρίτα των υποθέσεων αποτέλεσαν αντικείμενο διαμεσολάβησης και το ήμισυ των υποθέσεων αυτών ολοκληρώθηκαν επιτυχώς με διαμεσολάβηση·

12.

σημειώνει επίσης τα θετικά αποτελέσματα του ρουμανικού δικαίου για τη διαμεσολάβηση: εκτός από την παροχή οικονομικών κινήτρων έχει ιδρυθεί ένα Συμβούλιο Διαμεσολάβησης, το οποίο αποτελεί μια εθνική αρχή για τη διαμεσολάβηση που λειτουργεί ως ξεχωριστό, αυτόνομο νομικό όργανο· το όργανο αυτό είναι εξ ολοκλήρου επιφορτισμένο με την προώθηση της διαμεσολαβητικής δραστηριότητας, την επεξεργασία προτύπων κατάρτισης, την προετοιμασία φορέων διοργάνωσης σεμιναρίων κατάρτισης, την έκδοση εγγράφων πιστοποίησης των επαγγελματικών προσόντων των διαμεσολαβητών, τη θέσπιση κώδικα δεοντολογίας και τη διατύπωση προτάσεων για την ανάπτυξη της νομοθεσίας·

13.

πιστεύει, υπό το φώς της προηγηθείσας ανάλυσης, ότι τα κράτη μέλη, στο σύνολό τους, βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό σε πορεία εφαρμογής της οδηγίας 2008/52/ΕΚ έως τις 21 Μαΐου 2011 και ότι, ενώ τα κράτη μέλη εφαρμόζουν διαφορετικές κανονιστικές ρυθμίσεις ορισμένα δε εξ αυτών παρουσιάζουν μικρή καθυστέρηση, γεγονός παραμένει ότι τα περισσότερα κράτη μέλη όχι μόνο έχουν συμμορφωθεί αλλά στην πράξη έχουν υπερβεί τις απαιτήσεις της οδηγίας·

14.

τονίζει ότι τα μέρη που είναι πρόθυμα να εργαστούν προς την κατεύθυνση της επίλυσης των υποθέσεών τους είναι πιο πιθανό να συνεργαστούν μεταξύ τους από ό,τι να στραφούν το ένα εναντίον του άλλου· πιστεύει κατά συνέπεια ότι τα μέρη αυτά είναι συχνά πιο ανοικτά στο να εξετάσουν τη θέση του άλλου μέρους και να εργαστούν επί των βασικών ζητημάτων της διαφοράς· θεωρεί ότι αυτό συχνά έχει το πρόσθετο πλεονέκτημα της διατήρησης της σχέσης που είχαν τα μέρη πριν από την διαφορά, κάτι το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου οι οποίες αφορούν παιδιά·

15.

ενθαρρύνει την Επιτροπή, στην επικείμενη ανακοίνωσή της σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2008/52/ΕΚ, να εξετάσει επίσης εκείνους τους τομείς όπου τα κράτη μέλη επέλεξαν να επεκτείνουν τα μέτρα που προβλέπει η οδηγία πέρα από το σκοπούμενο πεδίο εφαρμογής της·

16.

υπογραμμίζει τα φιλικά προς τον καταναλωτή χαρακτηριστικά των εναλλακτικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών, τα οποία προσφέρουν μια πρακτική λύση για τη συγκεκριμένη περίπτωση· ζητεί στο πλαίσιο αυτό την έγκαιρη υποβολή νομοθετικής πρότασης για την εναλλακτική επίλυση των διαφορών από την Επιτροπή·

17.

σημειώνει ότι οι λύσεις που προκύπτουν από τη διαμεσολάβηση και αναπτύσσονται μεταξύ των μερών δεν θα μπορούσαν να παρασχεθούν από τον δικαστή ή τους ενόρκους· πιστεύει, ως εκ τούτου, ότι η διαμεσολάβηση είναι πιθανότερο να παραγάγει ένα κοινώς αποδεκτό ή επωφελές και για τα δύο μέρη αποτέλεσμα· σημειώνει ότι, κατά συνέπεια, η αποδοχή μιας τέτοιας συμφωνίας είναι πιθανότερη και ο βαθμός τήρησης των συμφωνιών κατόπιν διαμεσολάβησης είναι συνήθως υψηλός·

18.

πιστεύει ότι υπάρχει ανάγκη καλύτερης ενημέρωσης και κατανόησης της διαμεσολάβησης και ζητεί περαιτέρω δραστηριοποίηση σχετικά με την εκπαίδευση, τη βελτίωση της ενημέρωσης για τη διαμεσολάβηση, την ενίσχυση της χρήσης της διαμεσολάβησης από τις επιχειρήσεις, καθώς και για τις απαιτήσεις ως προς την πρόσβαση στο επάγγελμα του διαμεσολαβητή·

19.

θεωρεί ότι οι εθνικές αρχές πρέπει να ενθαρρυνθούν να αναπτύξουν προγράμματα με στόχο την προώθηση επαρκούς γνώσης όσον αφορά την εναλλακτική επίλυση των διαφορών· θεωρεί ότι οι δράσεις αυτές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κύρια πλεονεκτήματα της διαμεσολάβησης – κόστος, ποσοστό επιτυχίας και χρονικές επιδόσεις –, θα πρέπει δε να αφορούν δικηγόρους, συμβολαιογράφους και επιχειρήσεις, ιδίως τις ΜΜΕ, καθώς και ακαδημαϊκούς·

20.

αναγνωρίζει τη σημασία θέσπισης κοινών προτύπων για την πρόσβαση στο επάγγελμα του διαμεσολαβητή προκειμένου να προωθηθεί καλύτερη ποιότητα διαμεσολάβησης και να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο επαγγελματικής κατάρτισης και πιστοποίησης σε ολόκληρη την Ένωση·

21.

αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή και τα κοινοβούλια των κρατών μελών.


(1)  ΕΕ C 259 E της 29.10.2009, σ. 122.

(2)  ΕΕ L 136 της 24.5.2008, σ. 3.