29.8.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 205/41


Αγωγή της 16ης Ιουνίου 2009 — Νικολάου/Ελεγκτικό συνέδριο

(Υπόθεση T-241/09)

2009/C 205/76

Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική

Διάδικοι

Ενάγουσα: Καλλιόπη Νικολάου (Αθήνα, Ελλάδα) (εκπρόσωπος: Β. Χριστιανός, δικηγόρος)

Εναγόμενο: Ελεγκτικό Συνέδριο

Αιτήματα της ενάγουσας

Να καταδικασθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο να αποκαταστήσει την ηθική βλάβη της κυρίας Νικολάου με τα ακόλουθα μέσα:

να προβεί σε επίσημη κοινοποίηση, σε συνεργασία με την κυρία Νικολάου ως προς το περιεχόμενό της — που θα κοινοποιηθεί και στην τελευταία — προς όλες τις κοινοτικές αρχές, και ιδιαίτερα προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και τα λοιπά κοινοτικά όργανα και οργανισμούς, σχετικά με την απαλλαγή της κυρίας Νικολάου από τις σε βάρος της κατηγορίες.

να προβεί σε επίσημες δημοσιεύσεις στις ίδιες εφημερίδες του Λουξεμβούργου, της Γερμανίας, της Ελλάδας, της Γαλλίας, της Ισπανίας, του Βελγίου, οι οποίες δημοσίευσαν τα αρνητικά σχόλια για την κυρία Νικολάου, που είχαν ως πηγή το Ελεγκτικό Συνέδριο, καθώς και στη «European Voice», σχετικά με την απαλλαγή της ενάγουσας από τις σε βάρος της κατηγορίες.

Επικουρικά, αν το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν αποκαταστήσει τη δημόσια εικόνα της κυρίας Νικολάου με τα ανωτέρω μέσα, να καταδικασθεί να καταβάλει στην τελευταία, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100 000 EUR, πλέον τόκων από την κοινοποίηση σε αυτό του από 14.4.2009«Request for compensation», έως την εξόφληση, το οποίο η ίδια η κυρία Νικολάου δεσμεύεται να χρησιμοποιήσει για τη διενέργεια των ανωτέρω δημοσιεύσεων και κοινοποιήσεων,

να καταδικασθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο να καταβάλει στην κυρία Νικολάου, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις διαδικασίες ενώπιον των λουξεμβουργιανών δικαστικών αρχών, το ποσό των σαράντα χιλιάδων ευρώ (40 000 EUR, πλέον τόκων από την κοινοποίηση σε αυτό του από 14.4.2009«Request for compensation» έως την εξόφληση,

να καταδικασθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο να καταβάλει στην κυρία Νικολάου, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας, στην οποία υποβλήθηκε η τελευταία από τις διαδικασίες ενώπιον των λουξεμβουργιανών δικαστικών αρχών, και ιδιαίτερα ενώπιον του «Juge d’instruction» και του «Tribunal d’arrondissement de Luxembourg», το ποσό των πενήντα επτά χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και σαράντα λεπτών (57 771,40 EUR), για την αμοιβή του δικηγόρου της Maitre Hoss για τις ανωτέρω παραστάσεις, και το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (4 000 EUR), για τις δαπάνες μετακίνησής της στο Λουξεμβούργο για τις ανωτέρω παραστάσεις, και ειδικότερα ποσό των χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1 500 EUR) για την παράσταση ενώπιον του «Juge d’instruction» και 2 500 ευρώ ενώπιον του «Tribunal d’arrondissement de Luxembourg», και όλα αυτά επιπλέον τόκων από την κοινοποίηση στο Ελεγκτικό Συνέδριο του από 14.4.2009«Request for compensation», έως την εξόφληση,

να καταδικασθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο στη δικαστική δαπάνη της κυρίας Νικολάου για την παρούσα δίκη.

Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα

Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο παραβίασε κατά τρόπο κατάφωρο τόσο ειδικές διατάξεις που απονέμουν δικαιώματα στους ιδιώτες, όσο και θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία το τελευταίο οφείλει να σέβεται κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του.

Πρώτον, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο παραβίασε κατάφωρα το άρθρο 4 του Κανονισμού 45/2001 (1), το άρθρο 2 της απόφασης 99/50 του Ελεγκτικού Συνεδρίου και το καθήκον αρωγής, διότι επέτρεψε να διαρρεύσουν κατηγορίες κατά της κυρίας Νικολάου σε τρίτα πρόσωπα, πριν από οποιαδήποτε διεξαγωγή επίσημης έρευνας. Το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν προέβη σε ουδεμία ενέργεια, κατά την ενάγουσα, για να αποτρέψει τη διαρροή αυτή ούτε, εξάλλου, σε καμία μεταγενέστερη χρονική στιγμή δεν ενδιαφέρθηκε να επανελέγξει τις κατηγορίες και να τις αποσύρει, με αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικής ηθικής βλάβης στην ενάγουσα.

Δεύτερον, το Ελεγκτικό Συνέδριο παραβίασε κατάφωρα τα άρθρα 2 και 4 της απόφασής του 99/50, το δικαίωμα άμυνας της ενάγουσας και την αρχή της αμερόληπτης διεξαγωγής της έρευνας σε συνδυασμό προς την αρχή της χρηστής διοίκησης, κατά τη διεξαγωγή προκαταρκτικής έρευνας σε βάρος της ενάγουσας. Η συμπεριφορά αυτή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ηθικής βλάβης, αλλά και σημαντικής υλικής ζημίας στην ενάγουσα, διότι με βάση τα στοιχεία της έρευνας, η ενάγουσα παραπέμφθηκε ενώπιον των δικαστικών αρχών του Λουξεμβούργου και υπεβλήθη σε υψηλές δαπάνες.

Τρίτον, Ελεγκτικό Συνέδριο παραβίασε κατά τρόπο κατάφωρο το καθήκον αρωγής και την αρχή της χρηστής διοίκησης, διότι δεν προσκόμισε στις δικαστικές αρχές του Λουξεμβούργου στοιχεία, τα οποία βρίσκονταν στη διάθεσή του και ήταν καταλυτικής σημασίας για την απαλλαγή της ενάγουσας από τις σε βάρος της κατηγορίες. Η ενάγουσα προβάλλει εν συνεχεία ότι τα στοιχεία αυτά αφορούσαν το ζήτημα αδειών του προσωπικού του Ελεγκτικού Συνεδρίου και, αν προσκομίζονταν από το τελευταίο, θα απέτρεπαν την παραπομπή της στις ανακριτικές αρχές και στο ποινικό δικαστήριο του Λουξεμβούργου και θα οδηγούσαν στην αποκατάσταση της τιμής και της υπόληψής της.

Τέταρτον, κατά την ενάγουσα, το Ελεγκτικό Συνέδριο παραβίασε κατάφωρα την αρχή της αμεροληψίας και της χρηστής διοίκησης κατά την κρίση του ως προς την παραπομπή της υπόθεσης της ενάγουσας στο δικαστήριο. Η συμπεριφορά αυτή προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη ηθική βλάβη στην ενάγουσα.

Πέμπτον, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, το Ελεγκτικό Συνέδριο παραβίασε κατάφωρα το καθήκον αρωγής, με τη μη λήψη επίσημης απαλλακτικής απόφασης για την ενάγουσα και παραλείποντας να αποκαταστήσει την τιμή της κυρίας Νικολάου μετά την αθώωσή της. Η παράλειψη αυτή είχε ως αποτέλεσμα τη διατήρηση αμφιβολιών ως προς την αθωότητα της κυρίας Νικολάου και την πρόκληση περαιτέρω ηθικής βλάβης στην τελευταία.


(1)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 2001 L 8, σ. 1)