ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

KARL ROEMER

της 6ης Φεβρουαρίου 1973 ( *1 )

Κύριε Πρόεδρε,

Κύριοι δικαστές,

Στις 18 Φεβρουαρίου 1970 το Δικαστήριο εξέδωσε προδικαστική απόφαση (Slg. 1970, σ. 70) στην υπόθεση 40/69 (την γνωστή υπόθεση των ουρών γαλοπούλας), που του υπέβαλε το Bundesfinanzhof του Μονάχου. Με την απόφαση αυτή, ακολουθώντας την πάγια νομολογία του, έκρινε σχετικά με τα δικαστικά έξοδα ότι: «Τα έξοδα της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Κυβέρνησης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν μπορούν ν' αναζητηθούν.

Για τους διαδίκους της κύριας δίκης η διαδικασία στο Δικαστήριο αποτελεί παρεμπίπτον ζήτημα που ανέκυψε στην εκκρεμή διαφορά ενώπιον του Bundesfinanzhof. Συνεπώς η απόφαση για τα δικαστικά έξοδα απόκειται σ' αυτό το δικαστήριο.»

Μετά την έκδοση της προδικαστικής απόφασης το Hauptzollamt Hamburg-Oberelbe (ένας από τους διαδίκους της κύριας δίκης) παραιτήθηκε από την αναίρεση που είχε ασκήσει. Το Bundesfinanzhof δεν είχε επομένως πια να αποφασίσει παρά μόνο για τα έξοδα της διαδικασίας. Αυτό έγινε με μία Διάταξη της 29ης Απριλίου 1970, σύμφωνα με την οποία επιβλήθηκαν στο Haupotzollamt τα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας. Επί της Διατάξεως αυτής εξάλλου διευκρινίστηκε, με δεύτερη Διάταξη της 21ης Ιουλίου 1970, ότι το Hauptzollamt πρέπει να φέρει και τα έξοδα της παρεμπίπτουσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Κατόπιν αυτού η επιχείρηση Bollmann, αναιρεσίβλητη στη διαδικασία ενώπιον του Bundesfinanzhof, ζήτησε την εκκαθάριση των δικαστικών δαπανών που πρέπει να της αποδοθούν, και μάλιστα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να της επιδικασθούν για τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δύο ποσά για αμοιβή δικηγόρου, κατά την έννοια του άρθρου 31 του Bundesrechtsanwaltsgebührenordnung (Ομοσπονδιακού κανονισμού δικηγορικών αμοιβών) και συγκεκριμένα αφενός τα αποκαλούμενα δικαστικά τέλη (Prozessgebühren) και αφετέρου τα τέλη συζητήσεως («Verhandlungsgebühr»). Ο γραμματέας όμως του Finanzgericht Hamburg, που είναι σύμφωνα με το άρθρο 149 του Finanzgerichtsordnung (κανονισμού διαδικασίας του Finanzgericht) αρμόδιος για την εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, δεν ακολούθησε την άποψη αυτή, αλλά αντίθετα επιδίκασε για τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μόνο τα τέλη συζητήσεως (άρθρο 31, αριθμός 2).

Το Finanzgericht με Διάταξη της 30ής Οκτωβρίου 1970 απέρριψε την ανακοπή που ασκήθηκε κατά της πράξης αυτής (του γραμματέα), με την ακόλουθη αιτιολογία: Σύμφωνα με το άρθρο 139 της Finanzordnung τα τέλη και τα έξοδα ενός πληρεξουσίου μπορούν να αναζητηθούν.

Τι μπορεί να θεωρηθεί ως τέλη και έξοδα προκύπτει από το άρθρο 114 της Bundesrechtsanwaltsgebührenordnung σε συνδυασμό με το τρίτο τμήμα του νόμου αυτού, και ιδίως με το άρθρο 31. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές σε κάθε βαθμό αντιστοιχεί μόνο ένα ποσό για τα δικαστικά τέλη. Αυτό πρέπει να ισχύει ακόμη και αν υποβλήθηκε αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Τέτοιου είδους διαδικασίες πρέπει να αντιμετωπίζονται ως παρεμπίπτουσες διαφορές, δηλαδή από άποψη δικαστικών εξόδων ως τμήμα της κύριας δίκης, και όχι ως αυτοτελείς υποθέσεις κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 6 της Bundesrechtsanwaltsgebührenordnung.

Επειδή δεν ικανοποιήθηκε με την απόφαση αυτή, η επιχείρηση Bollmann προσέφυγε εναντίον της ενώπιον του Bundesfinanzhof. την αιτιολογία της προσφυγής της ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να θεωρηθεί αυτοτελής διαδικασία. Βέβαια το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αφήνει στο εθνικό δικαστήριο την κατανομή των εξόδων αυτό όμως δεν πρέπει να ισχύει για τον καθορισμό της έκτασης των εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν.

Αντίθετα το αν οι δαπάνες των διαδίκων μπορούν να αναζητηθούν πρέπει να κρίνεται με βάση τον κανονισμό διαδικασίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, και μετά να καθορίζεται μόνο το ύψος των εξόδων με βάση το εθνικό δίκαιο. Αυτό προκύπτει καθαρά από το άρθρο 103 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι εφαρμόζονται ανάλογα στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης τα άρθρα 44 και επόμενα του κανονισμού διαδικασίας και επομένως και το άρθρο 73 στο οποίο αναφέρονται ρητά οι «αμοιβές των δικηγόρων» ως έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν. Έσφαλε επομένως το Finanzgericht παραλείποντας να λάβει υπόψη του το άρθρου 73 του κανονισμού διαδικασίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτούς τους ισχυρισμούς που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο, το Bundesfinanzhof που επελήφθη της προσφυγής ανέστειλε και πάλι την διαδικασία και με Διάταξη της 8ης Αυγούστου 1972 υπέβαλε αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης επί των ακόλουθων ερωτημάτων:

«Όταν το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, ότι η απόφαση για τα έξοδα της διαδικασίας έκδοσης προδικαστικής απόφασης απόκειται στο εθνικό δικαστήριο, τότε

α)

η διαδικασία εκκαθάρισης των δικαστικών εξόδων και

β)

η δυνατότητα αναζήτησης των δαπανών των διαδίκων που ήταν αναγκαίες για τη διαδικασία, και ιδίως των αμοιβών των δικηγόρων καθορίζονται σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο (άρθρα 73,74 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου) ή με τις σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου;»

Θα διατυπώσω τώρα τις απόψεις μου στο πρόβλημα, έτσι όπως εκτίθεται πιο πάνω.

Εξετάζοντας αυτή την υπόθεση πρέπει πρώτα απ' όλα να παρατηρήσει κανείς, ότι το κοινοτικό δίκαιο περιέχει λίγες μόνο διατάξεις για τη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης και ότι ιδίως για τα έξοδα δεν υπάρχει ειδική διάταξη. Η μόνη σχετική διάταξη του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου (άρθρο 103) περιορίζεται να ορίζει ότι τα άρθρα 44 και επόμενα του κανονισμού διαδικασίας εφαρμόζονται ανάλογα.

Αν αναζητήσουμε το νόημα αυτής της παραπομπής οδηγούμαστε αναγκαστικά στη σκέψη ότι αναφέρεται κατ' αρχήν στη συνέχιση της διαδικασίας μετά την ολοκλήρωση του εγγράφου μέρους της, δηλαδή στη σύνταξη προκαταρκτικής έκθεσης για το αν απαιτείται αποδεικτική διαδικασία και στην προφορική συζήτηση που ακολουθεί με τις παρατηρήσεις των διαδίκων και τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα.

Δεν υπάρχει πάντως αμφιβολία ότι δεν προσφέρονται όλες οι διατάξεις που βρίσκονται μετά το άρθρο 44 στον κανονισμό διαδικασίας για ανάλογη εφαρμογή στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης. Αρκεί να σκεφθεί κανείς το άρθρο 55, παράγραφος 2 (η αναβολή μιας υπόθεσης μετά από κοινή αίτηση των διαδίκων), δηλαδή μία διάταξη που αρμόζει προφανώς σε διαδικασίες στις οποίες οι διάδικοι έχουν κάποια εξουσία διαθέσεως. Μπορεί να σκεφθεί κανείς το άρθρο 67, διάταξη σχετική με τη συμπλήρωση της απόφασης, που επίσης δεν ταιριάζει, γιατί στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης δεν υπάρχουν αιτήματα των διαδίκων, αλλά μόνον δυνατότητα για τους διαδίκους να λάβουν θέση σε ορισμένα ζητήματα. Ή το άρθρο 77 του κανονισμού διαδικασίας (η συμφωνία των διαδίκων για τη λύση των διαφορών που έχουν υποβληθεί στο δικαστήριο), διάταξη που είναι ολοφάνερο ότι δεν μπορεί να έχει θέση στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης.

Τέλος στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να γίνει αναφορά στην προηγούμενη νομολογία που ακολουθεί την ίδια τάση. Έτσι ήδη στην απόφαση 6/64 (Slg. 1964, σ. 1310) τονίστηκε, ότι στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης δεν επιτρέπεται παρέμβαση, και επομένως αποκλείεται εδώ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 93 του κανονισμού διαδικασίας. Ακόμη έχει ήδη τονιστεί στη νομολογία ότι στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης δεν επιτρέπεται στους διαδίκους να υποβάλουν αίτηση ερμηνείας της απόφασης, και επομένως δεν τίθεται θέμα ανάλογης εφαρμογής ούτε του άρθρου 102 του κανονισμού διαδικασίας (υπόθεση 13/67· Slg. 1968, σ. 297).

Απόλυτα συνεπές προς τις θέσεις αυτές το Δικαστήριο με πάγια νομολογία ακολούθησε την άποψη ότι δεν απόκειται σ' αυτό να εκδίδει απόφαση για τα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 69 του κανονισμού διαδικασίας στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης. Αυτό δεν στηρίζεται βέβαια στην άποψη, ότι λείπει μία πράξη που να περατώνει τη διαδικασία (πράγματι η διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης περατώνεται με την προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου)· σημαντικό είναι όμως ότι σ' αυτή τη διαδικασία δεν υπάρχουν διάδικοι και ότι συχνά δεν μπορεί καν να γίνει λόγος για νικητή και ηττημένο. Στην πραγματικότητα το δικαστήριο που παραπέμπει καθορίζει το νικητή στη συγκεκριμένη διαφορά και γι' αυτό είναι λογικό ν' ανατίθεται σ' αυτό και η απόφαση για τα έξοδα, τουλάχιστον στο μέτρο που πρόκειται για τα έξοδα των διαδίκων της κύριας δίκης που συμμετείχαν στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης. Αυτή η πρακτική του Δικαστηρίου συμπίπτει άλλωστε — πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί καθησυχαστικό — με την πρακτική του ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο επίσης στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης δεν αποφασίζει για τα δικαστικά έξοδα, αλλά αφήνει την απόφαση στο δικαστή που παραπέμπει (πρβλ. άρθρο 19 των «Norme integrative per: guidizi davanti alla Corte Costituzionale» της 16.3.1956). Εκτός αυτού δεν αμφισβητείται η πρακτική αυτή στην ουσία της ούτε από τους διαδίκους της παρούσας διαδικασίας.

Με αφετηρία όμως αυτό το σημείο που δεν αμφισβητείται και ούτε μπορεί — πρέπει να πούμε — ν' αμφισβητηθεί, οδηγούμαστε να θεωρήσουμε ότι ομοίως και το άρθρο 73 του κανονισμού διαδικασίας, με τον ορισμό του τι είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως έξοδο που μπορεί να αναζητηθεί και ιδίως με τη δεύτερη παράγραφό του για τα «έξοδα των διαδίκων», δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης. Προφανώς αρμόζει κι αυτό σε διαφορές, στις οποίες υπάρχουν «διάδικοι», και από αυτή την άποψη είναι αναμφίβολα στενά συνδεδεμένο με την απόφαση για τα έξοδα που πρέπει να ληφθεί κατά το άρθρο 69 του κανονισμού διαδικασίας. Τουλάχιστον θα έμοιαζε τεχνητό να πραγματευθεί κανείς χωριστά το ζήτημα των εξόδων έτσι ώστε η απόφαση για την κατανομή των εξόδων να ανήκει στο παραπέμπον εθνικό δικαστήριο, ενώ το αν τα έξοδα μπορούν ν' αναζητηθούν, δηλαδή η έκταση της οφειλής για έξοδα, να καθορίζεται σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο (με παρεμβολή του Δικαστηρίου). Για τη δικαιολόγηση μιας τέτοιας μεθόδου δεν είναι πάντως δυνατόν να επικαλεστούμε — όπως έκανε η προσφεύγουσα — καταστάσεις που έχουν διαμορφωθεί τελείως διαφορετικά στο εθνικό δίκαιο, στις οποίες επίσης άλλο δικαστήριο αποφαίνεται για την κατανομή των εξόδων και άλλο (κατώτερο) για την εκκαθάριση των εξόδων στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα βέβαια με το ίδιο δίκαιο. Γι' αυτό, όπως υποστηρίζουν η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, πρέπει, λόγω ελλείψεως σχετικής ειδικής διατάξεως κοινοτικού δικαίου, να θεωρηθεί συστηματικά ορθό ν' ανατεθεί στο εθνικό δίκαιο το σύνολο της απόφασης για τα έξοδα στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης, δηλαδή περιλαμβανομένου του ζητήματος της δυνατότητας αναζήτησης των δικηγορικών αμοιβών. Εφ' όσον αυτό ισχύει στα θέματα ουσίας, πρέπει φυσικά να δεχτούμε ότι ισχύει και για την εφαρμογή του επόμενου άρθρου 74 του κανονισμού διαδικασίας, δηλαδή της διάταξης σύμφωνα με την οποία διαφορές σχετικά με τα έξοδα που μπορούν ν' αναζητηθούν λύνονται από το τμήμα που ασχολήθηκε με την υπόθεση, με Διάταξη που δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο, μετά από αίτηση ενός διαδίκου, αφού υποβάλει ο αντίδικος τις παρατηρήσεις του και ο γενικός εισαγγελέας τις προτάσεις του. Στην πραγματικότητα πρόκειται και εδώ επίσης για διάταξη, η εφαρμογή της οποίας συνδέεται στενά με την επίμαχη απόφαση για τα έξοδα του άρθρου 69 του κανονισμού διαδικασίας, και ιδίως πρέπει ν' αναγνωρίσουμε πως πρόκειται στην ουσία για δικονομική διάταξη, που προφανώς σκοπεύει να καταστήσει δυνατή την πραγμάτωση των αρχών του άρθρου 73.

Επ' αυτού θα μπορούσαν πάντως να προταθούν ακόμη μερικές αντιρρήσεις, οπωσδήποτε όχι ασήμαντες.

Όπως είναι γνωστό, το Δικαστήριο στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης αποφαίνεται οπωσδήποτε και για το αν τα έξοδα μπορούν ν' αναζητηθούν, και συγκεκριμένα στο μέτρο που ορίζει ότι τα έξοδα των ενδιαφερομένων κρατών-μελών και κοινοτικών οργάνων δεν μπορούν ν' αναζητηθούν. Αυτό προκύπτει από τη γενική διάταξη του άρθρου 35 του Οργανισμού και από τη σκέψη, ότι είναι καθ' όλα δικαιολογημένο, λαμβάνοντας υπόψη την καθοριστική σημασία της νομολογίας του Δικαστηρίου στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικών αποφάσεων, να φέρει το κοινωνικό σύνολο ένα μέρος των εξόδων που προκύπτουν από τη διαδικασία αυτή. Ενδέχεται εξ άλλου κάποτε στο μέλλον, μετά από τη διενέργεια αποδείξεως στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης προδικαστικής απόφασης, πράγμα που μπορεί κυρίως να προκύψει σε μια διαδικασία που αφορά το κύρος κοινοτικών πράξεων, να αναφέρεται στην ίδια την προδικαστική απόφαση κάτι σχετικό με τη δυνατότητα αναζήτησης τέτοιου είδους εξόδων. Με άλλα λόγια, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν αποκλείεται να επιληφθεί το Δικαστήριο του ζητήματος της δυνατότητας αναζήτησης των εξόδων.

Εξ άλλου πρέπει να ληφθούν υπόψη οι δύο ακόλουθες σκέψεις.

Υπάρχει ασφαλώς η τάση να θεωρείται επιθυμητή η αναγνώριση της αρχής, ότι οι διάδικοι της διαδικασίας έκδοσης προδικαστικής απόφασης πρέπει υπό ορισμένες προϋποθέσεις να μπορούν ν' αναζητήσουν τα έξοδα που προκλήθηκαν από τη διαδικασία αυτή. Οι διάδικοι (δηλαδή οι διάδικοι της κύριας δίκης) παίζουν πράγματι ένα σημαντικό ρόλο για τη θέση σε κίνηση και τη διεξαγωγή της διαδικασίας έκδοσης προδικαστικής απόφασης. Η διάθεσή τους όμως να εκπληρώσουν αυτή την αποστολή θα μπορούσε να μειωθεί, με δυσμενείς συνέπειες για την εξέλιξη του ευρωπαϊκού δικαίου, αν δεν υπήρχε πράγματι καμία ειδική πρόβλεψη για αμοιβές που ενδεχομένως μπορούν ν' αναζητηθούν (όπως φαίνεται πως συμβαίνει στο γερμανικό δίκαιο για τα δικαστικά τέλη).

Τείνει επίσης κανείς να πει πως θα ήταν επιθυμητό, να ισχύει στον τομέα αυτό ενιαία κοινοτική ρύθμιση, έτσι ώστε οι διάδικοι στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης να υπολογίζουν πως θα έχουν τις ίδιες επιβαρύνσεις και τα ίδια πλεονεκτήματα, άσχετα με τον τόπο προέλευσης της κύριας δίκης. Αυτό θα συνέβαινε όμως μόνον αν το κοινοτικό δίκαιο παρείχε το κριτήριο για τον καθορισμό του δυνατού της αναζήτησης των εξόδων.

Δεν μπορούμε εν τούτοις από την άλλη πλευρά ν' αγνοήσουμε τις ακόλουθες παρατηρήσεις.

Όσον αφορά τα δύο πρώτα σημεία που αναφέρθηκαν, εδώ πρόκειται για δύο περιπτώσεις όπου η απόφαση για τα έξοδα ήταν απολύτως απαραίτητη και οι οποίες δεν απαιτείται να οδηγήσουν σε γενίκευση.

Όσον αφορά τις δύο τελευταίες σκέψεις πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν πρόκειται παρά για δικαιοπολιτικές εκτιμήσεις de lege ferenda, αλλά ότι δεν υπάρχει καμία επιτακτική νομική αρχή που θα επέτρεπε τη συναγωγή συμπερασμάτων για το ισχύον δίκαιο. Όταν το λέω αυτό, αναγνωρίζω ότι γενικά δεν υπάρχει στο εσωτερικό της Κοινότητας ομοιομορφία, όσον αφορά το δίκαιο των δικαστικών εξόδων. Ας ληφθεί μόνον υπόψη ότι δεν διαθέτουν όλα τα κράτη μέλη μία νομική ρύθμιση για την αναζήτηση των δικηγορικών αμοιβών, και αναφέρομαι για παράδειγμα στο άρθρο 71 του κανονισμού διαδικασίας, το οποίο ορίζει ότι σχετικά με τις δαπάνες ενός διαδίκου για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζεται ο κανονισμός τελών του κράτους όπου διενεργείται η αναγκαστική εκτέλεση. Οι διαφοροποιήσεις αυτές είναι προφανώς ανεκτές στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, γιατί δεν επιφέρουν σημαντικές βλαβερές συνέπειες για την κοινοτική ζωή. Εξ άλλου, είναι επίσης σημαντικό ότι από μία σύγκριση με αντίστοιχες εθνικές διαδικασίες ουδόλως προκύπτει ως γενική αρχή ότι στις υποθέσεις παραπομπής σε άλλο δικαστήριο θα έπρεπε οπωσδήποτε να χωρεί αναζήτηση των δαπανών των διαδίκων. Έτσι π.χ. στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχύει, για τον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων από το Bundesrerfassungsgericht, δηλαδή για διαδικασίες που τίθενται σε κίνηση από άλλα δικαστήρια, ο κανόνας ότι το Bundesrerfassungsgericht αποφαίνεται κατά την κρίση του για το αν θα χωρήσει απόδοση των εξόδων (άρθρο 34 του Bundesrerfassungsgerichtsgesez). Όσον αφορά την υποβολή υποθέσεων στο Gemeinsamen Sanat (κοινό τμήμα) των ανωτάτων δικαστηρίων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ορίζεται μάλιστα ρητά ότι τα εξωδικαστικά έξοδα των διαδίκων της κύριας δίκης που συμμετέχουν στη διαδικασία ενώπιον του Gemeinsamen Sanat δεν μπορούν ν' αναζητηθούν (άρθρο 17 του νόμου για τη διασφάλιση της ενότητας της νομολογίας των ανωτάτων δικαστηρίων της Ομοσπονδίας, της 19ης Ιουνίου 1968). Αν όμως δεν υπάρχει κάποια αρχή, σύμφωνα με την οποία οι δαπάνες σε τέτοιου είδους παρεμπίπτουσες διαδικασίες πρέπει να μπορούν πάντοτε ν' αναζητηθούν, τότε — για να επανέλθουμε — δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί και για το άρθρο 73 του δικού μας κανονισμού διαδικασίας ότι έχει γενική ισχύ που εκτείνεται και στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης.

Επειδή εξ άλλου — πράγμα που δεν είναι βέβαια αποφασιστικής σημασίας — μπορεί να επικρατεί η εντύπωση, ότι δεν είναι απορριπτέα μία ερμηνεία της Bundesrechtsanwaltsgebührenordnung σύμφωνα με την οποία οι διάδικοι σε μια διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης θα μπορούν να υπολογίζουν σε μία ρύθμιση της δυνατότητας αναζήτησης των εξόδων τους που να τους ικανοποιεί, και επειδή επιπλέον γίνονται προσπάθειες τροποποίησης του Bundesrectsanwaltsgebührenordnung έτσι ώστε να υπάρχει ειδική ρύθμιση για τις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μπορούμε, νομίζω, να μείνουμε πιστοί στην άποψη, ότι δεν συντρέχει επιτακτικός λόγος ν' ακολουθήσουμε τη θέση της προσφεύγουσας για την ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 73 και 74 του κανονισμού διαδικασίας στη διαδικασία έκδοσης προδικαστικής απόφασης.

Όπως λοιπόν προτείνουν τόσο η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή, μπορεί στο ερώτημα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof να δοθεί η απάντηση, ότι μετά από προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν ν' αποφασίσουν μόνο για την κατανομή των εξόδων μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, αλλά πρέπει να προχωρήσουν και στην εκκαθάριση των εξόδων, και ν' αποφανθούν για το αν αυτά μπορούν ν' αναζητηθούν.


( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.