ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ELEANOR SHARPSTON

της 15ης Μαΐου 2012 ( 1 )

Υπόθεση C-179/11CIMADE

Groupe d’information et de soutien des immigrés (GISTI)

κατά

Ministre de l’intérieur, de l’outre-mer, des collectivités territoriales et de l’immigration

[αίτηση του Conseil d’État (Γαλλία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Θεωρήσεις, άσυλο, μετανάστευση — Οδηγία 2003/9/EΚ — Κανονισμός (EΚ) 343/2003 — Υποχρέωση εξασφαλίσεως των ελάχιστων συνθηκών υποδοχής πριν την αναδοχή ή την εκ νέου ανάληψη από το αρμόδιο κράτος μέλος — Χρονικό διάστημα κατά το οποίο το κράτος μέλος υποδοχής έχει την ευθύνη της παροχής των συνθηκών αυτών — Ποιος επιβαρύνεται με το κόστος της παροχήςτων συνθηκών αυτών»

1. 

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του γαλλικού Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) ζητεί διευκρινίσεις όσον αφορά την οδηγία 2003/9 ( 2 ) (στο εξής: οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής), η οποία, σε συνδυασμό με τον κανονισμό 343/2003 (στο εξής: κανονισμός του Δουβλίνου ΙΙ ( 3 )), ορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο (στο εξής: συνθήκες υποδοχής).

2. 

Βάσει των κανόνων της «εκ νέου ανάληψης» και «αναδοχής» που προβλέπει ο κανονισμός αυτός ( 4 ), ο αιτών άσυλο μπορεί να αντιμετωπίσει την περίπτωση το αρμόδιο για την εξέταση της αιτήσεώς του κράτος μέλος (στο εξής: αρμόδιο κράτος μέλος) να μην είναι το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται κατά τον κρίσιμο χρόνο (στο εξής: κράτος μέλος υποδοχής). Το Δικαστήριο ερωτάται, πρώτον, αν οι συνθήκες υποδοχής εφαρμόζονται στον εν λόγω αιτούντα άσυλο ή όχι, και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, α) πότε παύει να ισχύει η υποχρέωση του κράτους μέλους υποδοχής προς εξασφάλιση των συνθηκών αυτών σε περίπτωση «εκ νέου ανάληψης» ή «αναδοχής» στο πλαίσιο του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ και β) ποιο είναι το κράτος που φέρει το οικονομικό βάρος για την εξασφάλιση των συνθηκών αυτών κατά την εν λόγω περίοδο, το αρμόδιο κράτος μέλος ή το κράτος μέλος υποδοχής.

Το νομικό πλαίσιο

Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)

Τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε

3.

Στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε θέσπισε μια σειρά μέτρων (στο εξής: συμπεράσματα του Τάμπερε) με σκοπό τη δημιουργία ενός «αυθεντικού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης» ( 5 ). Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν διατάξεις για ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου, βασιζόμενο στην πλήρη και συνολική εφαρμογή της Συμβάσεως της Γενεύης περί του καθεστώτος των προσφύγων ( 6 ). Στο μέτρο που οι ως άνω διατάξεις ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το σημείο 14 των συμπερασμάτων του Τάμπερε έχει ως εξής:

«Το σύστημα αυτό πρέπει να περιλαμβάνει, σε βραχυχρόνια προοπτική, σαφή και λειτουργική μέθοδο καθορισμού του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης χορήγησης ασύλου [και] των κοινών ελάχιστων συνθηκών υποδοχής των αιτούντων άσυλο […]. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει τη σημασία των διαβουλεύσεων με την UNHCR ( 7 ) και άλλους διεθνείς οργανισμούς.»

Η οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής

4.

Όπως προκύπτει από τον τίτλο της, την έβδομη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 1, η οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής εκδόθηκε με σκοπό να καθοριστούν οι «κοινές ελάχιστες απαιτήσεις για τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο» που προβλέπονται στην παράγραφο 14 των συμπερασμάτων του Τάμπερε.

5.

Κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της, η οδηγία «σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Ιδίως, «αποβλέπει στη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στην προώθηση της εφαρμογής των άρθρων 1 και 18 του εν λόγω Χάρτη».

6.

Το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, ορίζει ως «αιτούντα» και «αιτούντα άσυλο» τον «υπήκοο τρίτης χώρας ή τον απάτριδα που έχει υποβάλει αίτηση ασύλου διεθνούς προστασίας, για την οποία δεν έχει ακόμη ληφθεί οριστική απόφαση».

7.

Βάσει του άρθρου 2, στοιχείο θʹ, ως «συνθήκες υποδοχής» ορίζονται τα μέτρα που τα κράτη μέλη εφαρμόζουν προς όφελος των αιτούντων άσυλο σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Βάσει του άρθρου 2, στοιχείο ιʹ, ως «υλικές συνθήκες υποδοχής» ορίζονται οι «συνθήκες υποδοχής που περιλαμβάνουν την παροχή στέγης, τροφής και ρουχισμού, σε είδος ή υπό μορφή οικονομικού βοηθήματος ή δελτίων, καθώς και ένα βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα».

8.

Το άρθρο 3 φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής». Το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζει: «[η] παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους ανιθαγενείς που υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση ασύλου στα σύνορα ή στο έδαφος κράτους μέλους, εφόσον τους επιτρέπεται να παραμείνουν στο έδαφος ως αιτούντες άσυλο, καθώς και στα μέλη της οικογενείας τους, εφόσον καλύπτονται από αυτήν την αίτηση ασύλου σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο».

9.

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι, εντός τριών ημερών από την υποβολή αίτησης ασύλου στην αρμόδια αρχή, χορηγείται στον αιτούντα άσυλο έγγραφο το οποίο εκδίδεται στο όνομά του και το οποίο πιστοποιεί ότι πρόκειται για αιτούντα άσυλο ή ότι του επιτρέπεται να παραμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους επί όσο διάστημα εκκρεμεί ή εξετάζεται η αίτησή του/της.

10.

Το άρθρο 13 απαιτεί από τα κράτη μέλη ειδικότερα 1) «να μεριμνούν για την παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής στους αιτούντες άσυλο όταν υποβάλλουν αίτηση ασύλου» και 2) «να λαμβάνουν μέτρα ώστε οι υλικές συνθήκες υποδοχής να εξασφαλίζουν στους αιτούντες άσυλο βιοτικό επίπεδο κατάλληλο από απόψεως υγείας και ικανό να διασφαλίζει τη συντήρησή τους».

Ο κανονισμός του Δουβλίνου II

11.

Ο κανονισμός του Δουβλίνου ΙΙ έχει ως σκοπό να ορίσει «σαφή και λειτουργική μέθοδο καθορισμού του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης χορήγησης ασύλου», όπως προβλέπεται στην παράγραφο 14 των συμπερασμάτων του Τάμπερε.

12.

Κατά την αιτιολογική σκέψη 15, ο κανονισμός «τηρεί τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται, κυρίως, από τον Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερα, αποσκοπεί να εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση του δικαιώματος ασύλου που διασφαλίζεται από το άρθρο 18».

13.

Το άρθρο 2 δίδει τον ορισμό του «αιτούντος» και του «αιτούντος άσυλο» ο οποίος είναι, για τους σκοπούς των παρουσών προτάσεων, πανομοιότυπος με τον ορισμό του άρθρου 2 της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής ( 8 ).

14.

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη εξετάζουν κάθε αίτηση ασύλου «που υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας σε οποιοδήποτε από αυτά, είτε στα σύνορα είτε εντός του εδάφους του». Η αίτηση εξετάζεται από το κράτος μέλος που προσδιορίζεται ως αρμόδιο κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων που ορίζονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ ( 9 ). Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, ο προσδιορισμός αυτός «πραγματοποιείται βάσει της κατάστασης που υπήρχε τη στιγμή κατά την οποία ο αιτών άσυλο υπέβαλε την αίτησή του για πρώτη φορά σε ένα κράτος μέλος».

15.

Το κεφάλαιο V, με τίτλο «Αναδοχή και εκ νέου ανάληψη», ορίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες το κράτος μέλος υποχρεούται να αναδέχεται ή να αναλαμβάνει εκ νέου τον αιτούντα άσυλο. Κάθε διαδικασία έχει τον δικό της μηχανισμό και τα δικά της χρονικά πλαίσια. Θα αναφερθώ κατωτέρω συνοπτικά επί των χρονικών πλαισίων. Μια λεπτομερέστερη περιγραφή παρέχεται στο παράρτημα.

16.

Η διαδικασία της αναδοχής εφαρμόζεται όταν το κράτος μέλος υποδοχής διαπιστώσει, βάσει των κριτηρίων του κεφαλαίου ΙΙΙ, ότι αρμόδιο για την εξέταση της αιτήσεως είναι άλλο κράτος μέλος. Το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, προβλέπει ότι το κράτος μέλος υποχρεούται να αναδεχθεί, υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 17 έως 19, τον αιτούντα άσυλο ο οποίος υπέβαλε αίτηση σε άλλο κράτος μέλος. Το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε αίτηση ασύλου μπορεί, εντός τριών μηνών από την υποβολή της αιτήσεως, να υποβάλει αίτημα στο άλλο κράτος μέλος το οποίο θεωρεί αρμόδιο για την εξέτασή της (στο εξής: κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα) περί αναδοχής του αιτούντος άσυλο ( 10 ). Το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα προβαίνει στις απαραίτητες επαληθεύσεις και αποφαίνεται σχετικά με το αίτημα περί αναδοχής του αιτούντος εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία της παραλαβής του αιτήματος ( 11 ). Όταν το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα δέχεται την αναδοχή του αιτούντος, το κράτος μέλος στο οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση ασύλου πρέπει να κοινοποιήσει στον αιτούντα ότι υποχρεούται να τον μεταφέρει στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, το οποίο θα είναι στο εξής αρμόδιο να εξετάσει την αίτησή του. Ο αιτών άσυλο πρέπει να μεταφερθεί εντός προθεσμίας έξι μηνών από την αποδοχή του αιτήματος περί αναδοχής ή από την έκδοση απόφασης επί ενδίκου μέσου ή αναθεώρησης όταν αυτά έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα ( 12 ).

17.

Η διαδικασία εκ νέου ανάληψης εφαρμόζεται όταν το κράτος μέλος:

έχει αρχίσει την εξέταση της αιτήσεως ασύλου και ο αιτών βρίσκεται χωρίς να έχει λάβει άδεια στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ),

έχει αρχίσει την εξέταση της αιτήσεως ασύλου την οποία ο αιτών ανακάλεσε στη συνέχεια και υπέβαλε αίτηση σε άλλο κράτος μέλος (άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ), ή

έχει απορρίψει την αίτηση υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος βρίσκεται χωρίς να έχει λάβει άδεια στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ).

18.

Η διαδικασία της εκ νέου ανάληψης διέπεται από το άρθρο 20. Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να ζητήσει από άλλο κράτος μέλος την εκ νέου ανάληψη του αιτούντος άσυλο, παρέχοντας συγχρόνως επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα να ελέγξει εάν είναι αρμόδιο. Δεν υπάρχει προθεσμία για το αίτημα αυτό. Το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα πρέπει να προβαίνει στις απαραίτητες επαληθεύσεις και να απαντά στο αίτημα που του υποβλήθηκε εντός προθεσμίας μικρότερης του ενός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος ( 13 ). Το κράτος μέλος το οποίο συμφωνεί με την εκ νέου ανάληψη του αιτούντος άσυλο είναι υποχρεωμένο να αναλαμβάνει εκ νέου το άτομο αυτό. Η μεταφορά του αιτούντος άσυλο εκτελείται εντός προθεσμίας έξι μηνών από την αποδοχή του αιτήματος της αναδοχής ή από την έκδοση αποφάσεως επί ενδίκου μέσου ή αναθεώρησης, εφόσον έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα ( 14 ).

19.

Ο κανονισμός προβλέπει ότι κατά της αποφάσεως για την αναδοχή ή την εκ νέου ανάληψη του αιτούντος άσυλο μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο ή αναθεώρηση στο κράτος μέλος που λαμβάνει την εν λόγω απόφαση. Το ένδικο μέσο κατά της απόφασης αυτής ή η αναθεώρησή της δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την εκτέλεση της μεταφοράς, εκτός αν τα δικαστήρια ή τα αρμόδια όργανα το αποφασίσουν κατά περίπτωση, εφόσον αυτό επιτρέπεται από την εθνική νομοθεσία ( 15 ).

Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

20.

Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) υπεγράφη στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 ( 16 ). Το άρθρο 1 προβλέπει:

«Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη. Πρέπει να είναι σεβαστή και να προστατεύεται.»

21.

Στο άρθρο 18 ορίζονται τα εξής:

«Το δικαίωμα του ασύλου διασφαλίζεται τηρουμένων των κανόνων της Σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και του Πρωτοκόλλου της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων και σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης […]».

Εθνικές νομοθετικές και διοικητικές διατάξεις

Διατάξεις σχετικά με την είσοδο των αιτούντων άσυλο στη γαλλική επικράτεια

22.

Το άρθρο L.741-4 του Code de l’entrée et du séjour des étrangers et du droit d’asile (κώδικας περί εισόδου και διαμονής των αλλοδαπών και περί του δικαιώματος ασύλου, στο εξής: CESEDA) έχει εφαρμογή σε αλλοδαπό ο οποίος βρίσκεται σε γαλλικό έδαφος και έχει υποβάλει εκεί αίτηση για άσυλο. Προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή μπορεί να μην επιτρέψει στον αλλοδαπό να εισέλθει στη Γαλλία, αν για την εξέταση της αίτησης είναι αρμόδιο άλλο κράτος, δυνάμει του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ.

23.

Το άρθρο L.742-1 του CESEDA προβλέπει ότι, όταν ο αιτών άσυλο διαθέτει άδεια παραμονής στη Γαλλία βάσει του άρθρου L.741, πρέπει να χορηγείται σ’ αυτόν προσωρινός τίτλος διαμονής για να μπορέσει να υποβάλει αίτηση για άσυλο στον Office français de protection des refugiés et apatrides (Γαλλικός Οργανισμός προστασίας προσφύγων και απατρίδων) (στο εξής: OFPRA).

24.

Βάσει του άρθρου L.723-1 του CESEDA, ο OFPRA δεν είναι αρμόδιος να εξετάσει την αίτηση που υπέβαλε πρόσωπο του οποίου η αίτηση να παραμείνει στη γαλλική επικράτεια δεν έγινε δεκτή βάσει του άρθρου L.741-4.

Διατάξεις για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής

25.

Θέτοντας σε εφαρμογή το άρθρο 14 της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής, το άρθρο 348-1 του Code de l’action sociale et des familles (κώδικας κοινωνικής και οικογενειακής πολιτικής) προβλέπει ότι οι αιτούντες άσυλο που έχουν τίτλο διαμονής βάσει του άρθρου L.742-1 του CESEDA επιτρέπεται να φιλοξενηθούν σε κέντρο υποδοχής.

26.

Όσον αφορά την οικονομική υποστήριξη, το άρθρο L.5423-8 του γαλλικού Code du travail (εργατικού κώδικα) προβλέπει ένα προσωρινό επίδομα αναμονής το οποίο καταβάλλεται σε «αλλοδαπούς που έχουν τίτλο διαμονής ή βεβαίωση παραλαβής της αιτήσεως για άδεια διαμονής στο οποίο αναφέρεται ότι ζήτησαν άσυλο στη Γαλλία […]».

27.

Οι διατάξεις αυτές δεν παρέχουν τη δυνατότητα στον αιτούντα άσυλο του οποίου η αίτηση υπόκειται σε προκαταρκτική ανάλυση βάσει των διατάξεων της αναδοχής ή της εκ νέου ανάληψης του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ να επωφεληθεί από τις συνθήκες υποδοχής που προβλέπουν οι εν λόγω διατάξεις. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν διαθέτει την προσωρινή άδεια διαμονής που αναφέρεται στο άρθρο L.742-1 του CESEDA και ως εκ τούτου, κατά το άρθρο L.723-1 αυτού, η αίτησή του δεν μπορεί να εξεταστεί από τον OFPRA.

28.

Στις 3 Νοεμβρίου 2009, ο Ministre de l’immigration et de l’intégration (Υπουργός Μεταναστεύσεως και Κοινωνικής Εντάξεως) και ο Ministre de l’économie et des finances (Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών) εξέδωσαν κοινή υπουργική εγκύκλιο (στο εξής: εγκύκλιος περί επιδόματος αναμονής), κατά την οποία οι αιτούντες άσυλο η αίτηση των οποίων ενδέχεται να εμπίπτει στις διατάξεις αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ δεν δικαιούνται το επίδομα αναμονής.

Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα

29.

Το CIMADE ( 17 ) και το GISTI, προσφεύγοντες στην κύρια δίκη, είναι οργανισμοί μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, στους σκοπούς των οποίων περιλαμβάνεται η προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο. Άσκησαν από κοινού προσφυγή για την ακύρωση της εγκυκλίου περί επιδόματος αναμονής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Υποστηρίζουν, ειδικότερα, ότι οι διατάξεις του εθνικού δικαίου και της εγκυκλίου περί επιδόματος αναμονής είναι ασυμβίβαστες με την οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής.

30.

Το Conseil d’État υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«Διασφαλίζει η οδηγία [για τις συνθήκες υποδοχής] τις κατ’ ελάχιστο όριο προβλεπόμενες από τις διατάξεις της συνθήκες υποδοχής σε όποιον αιτούντα άσυλο υπέβαλε τη σχετική αίτησή του σε κράτος μέλος το οποίο αποφασίζει, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού [Δουβλίνο ΙΙ], να ζητήσει από άλλο κράτος μέλος, το οποίο θεωρεί αρμόδιο για την εξέταση της αιτήσεως, να επιληφθεί της περιπτώσεως του αιτούντος, τούτο δε καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας αναδοχής ή εκ νέου αναλήψεως του αιτούντος από το άλλο κράτος μέλος;

2.

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα:

α)

Πότε παύει να ισχύει η υποχρέωση του πρώτου κράτους μέλους [ ( 18 ) ] προς εξασφάλιση των κατ’ ελάχιστο όριο προβλεπόμενων συνθηκών υποδοχής: κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως περί αποδοχής από το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε το αίτημα, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο το κράτος αυτό πράγματι αναδέχεται ή αναλαμβάνει εκ νέου τον αιτούντα άσυλο ή σε άλλο χρονικό σημείο;

β)

Ποιο κράτος μέλος φέρει το οικονομικό βάρος για την εξασφάλιση των προβλεπόμενων κατ’ ελάχιστο όριο συνθηκών υποδοχής διαρκούσης της προαναφερθείσας περιόδου;»

31.

Το CIMADE και το GISTI ( 19 ), η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλία, η Ελλάδα, η Ιταλία, η Πολωνία και η Ελβετία ( 20 ), καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 8ης Μαρτίου 2011, το CIMADE και το GISTI, η Γαλλία, η Ιταλία και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.

Ανάλυση

Πρώτο ερώτημα

32.

Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής εξασφαλίζει την παροχή των συνθηκών υποδοχής στους αιτούντες άσυλο που υπέβαλαν τη σχετική αίτησή τους σε κράτος μέλος το οποίο αποφασίζει, σύμφωνα με τον κανονισμό του Δουβλίνου ΙΙ, να παραπέμψει την αίτηση σε άλλο κράτος μέλος το οποίο θεωρεί αρμόδιο για την εξέταση της αιτήσεως ( 21 ).

33.

Το αιτούν δικαστήριο θέτει, επίσης, το ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο ισχύουν οι υποχρεώσεις του κράτους μέλους υποδοχής. Το ζήτημα αυτό τίθεται καλύτερα στο ερώτημα 2(α), και θα το εξετάσω εκεί.

34.

Εκτός από τη Γαλλία, όλα τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν, μαζί με την Επιτροπή, υποστηρίζουν (με κάποιες παραλλαγές ως προς την προσέγγισή τους) ότι στο κύριο ερώτημα πρέπει να δοθεί, κατά βάση, καταφατική απάντηση.

35.

Η Γαλλία υποστηρίζει ότι τόσο το γράμμα της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής όσο και οι σκοποί της υπαγορεύουν να δοθεί αρνητική απάντηση.

Το γράμμα της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής

36.

Η οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής ορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη.

37.

Το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, ορίζει ως «αιτούντα άσυλο» τον υπήκοο τρίτης χώρας ή τον απάτριδα «που έχει υποβάλει αίτηση ασύλου διεθνούς προστασίας, για την οποία δεν έχει ακόμη ληφθεί οριστική απόφαση». Πρέπει επομένως να έχει υποβληθεί αίτηση για άσυλο, για την οποία δεν έχει ακόμη ληφθεί οριστική απόφαση.

38.

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, διευκρινίζει ότι η οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους ανιθαγενείς «που υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση ασύλου στα σύνορα ή στο έδαφος κράτους μέλους, εφόσον τους επιτρέπεται να παραμείνουν στο έδαφος ως αιτούντες άσυλο […]». Το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, θεσπίζει ορισμένες εξαιρέσεις. Οι εν λόγω εξαιρέσεις είναι τεχνικής φύσεως και καμία από αυτές δεν είναι κρίσιμη για το ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως.

39.

Όσον αφορά το χρονικό σημείο από το οποίο πρέπει να παρέχονται στους αιτούντες άσυλο οι υλικές συνθήκες υποδοχής ( 22 ), αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, ως η χρονική στιγμή κατά την οποία οι αιτούντες άσυλο «υποβάλλουν την αίτηση για άσυλο».

40.

Είναι επομένως σαφές ότι έναυσμα για την εφαρμογή της οδηγίας, καθώς και για την παροχή των υλικών συνθηκών υποδοχής, αποτελεί το γεγονός της «υποβολής της αιτήσεως για άσυλο» από τον υπήκοο τρίτης χώρας. Αλλά τι σημαίνουν αυτές οι (φαινομενικά απλές) λέξεις; Αρκεί ότι ο αιτών άσυλο υπέβαλε αίτηση για άσυλο (ανεξαρτήτως του αν, εν τέλει, το εν λόγω κράτος μέλος ή άλλο κράτος μέλος είναι αρμόδιο για την ουσιαστική εξέταση της αιτήσεως αυτής); Ή η αίτηση για άσυλο θεωρείται ως «υποβληθείσα» μόνον όταν το κράτος μέλος δέχεται ότι είναι όντως το αρμόδιο κράτος μέλος και ως εκ τούτου επιτρέπει τυπικώς την «υποβολή» της αιτήσεως, βάσει του εθνικού δικαίου;

41.

Φρονώ ότι η προφανής και εύλογη ερμηνεία των νομοθετικών κειμένων που παρέθεσα είναι ότι η φράση «υποβάλλουν την αίτηση για άσυλο» σημαίνει αυτό που λέει. Μόλις ο υπήκοος τρίτης χώρας δηλώσει σαφώς και κατηγορηματικώς, είτε στα σύνορα είτε στο έδαφος ενός κράτους μέλους, ότι επιθυμεί να ζητήσει άσυλο, οι αρμόδιες αρχές αρχίζουν την εξέταση της αιτήσεως. Ένα από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας είναι να τεθεί το ερώτημα αν ένα άλλο κράτος μέλος είναι (ή ενδέχεται να είναι) το αρμόδιο κράτος μέλος για την ουσιαστική εξέταση της εν λόγω αιτήσεως δυνάμει του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ. Όμως, η αίτηση για άσυλο έχει ήδη «υποβληθεί», ενεργοποιώντας έτσι τα δικαιώματα που απορρέουν από την οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής.

42.

Οι ανωτέρω σκέψεις με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής έχει εφαρμογή σε όλους τους αιτούντες άσυλο οι οποίοι υπέβαλαν αίτηση για άσυλο στο κράτος μέλος υποδοχής, παρά το γεγονός ότι το κράτος μέλος αυτό μπορεί να αποφασίσει, βάσει του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ, να παραπέμψει την αίτηση σε άλλο κράτος μέλος το οποίο θεωρεί αρμόδιο για την εξέταση της αίτησης.

43.

Η Γαλλία διαφωνεί επ’ αυτού. Υποστηρίζει ότι απαιτείται στενότερη ερμηνεία, με την οποία θα εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής όλοι οι αιτούντες άσυλο η αίτηση των οποίων μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο των διατάξεων περί αναδοχής ή εκ νέου αναλήψεως του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ. Η Γαλλία αναφέρεται, πρώτον, στον ορισμό του «αιτούντος άσυλο» του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας και, στη συνέχεια, στο άρθρο 5, παράγραφος 1, το οποίο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να παρέχουν άσυλο στους αιτούντες με ορισμένες πληροφορίες «μέσα σε εύλογη προθεσμία η οποία δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε ημέρες από την υποβολή της αίτησης ασύλου στην αρμόδια αρχή» και, τέλος, στην υποχρέωση, των κρατών μελών, βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 1, να μεριμνούν για την παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής προς τους αιτούντες άσυλο όταν υποβάλλουν αίτηση ασύλου. Η Γαλλία υποστηρίζει, βάσει αυτών, ότι οι διατάξεις της οδηγίας ενεργοποιούνται με την υποβολή τυπικώς της αίτησης για άσυλο στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης. Οι αιτούντες άσυλο των οποίων οι αιτήσεις αποτελούν αντικείμενο του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπέβαλαν τέτοια αίτηση.

44.

Για μια τέτοια ερμηνεία δεν υπάρχει κανένα νόμιμο έρεισμα. Όπως έχω ήδη επισημάνει, δεν θεωρώ ότι ο ορισμός του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής αποκλείει τους εν λόγω αιτούντες άσυλο από το πεδίο εφαρμογής της. Όπως ανέφερα στο σημείο 40 ανωτέρω, το έναυσμα για την εφαρμογή της οδηγίας είναι η υποβολή της αιτήσεως για άσυλο. Όσον αφορά την υποχρέωση παροχής ενημερώσεως βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, δεν θεωρώ ότι η εν λόγω υποχρέωση μπορεί να αποκλείσει από τις συνθήκες υποδοχής που προβλέπονται στην οδηγία τους αιτούντες άσυλο η αίτηση των οποίων ενδέχεται να υπάγεται στις διατάξεις αναδοχής ή εκ νέου αναλήψεως του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ. Φρονώ επίσης ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, απαιτεί ερμηνεία ακριβώς αντίθετη από αυτή που προτείνει η Γαλλία.

45.

Το επιχείρημα της Γαλλίας —ότι από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας οι αιτούντες άσυλο που μπορεί να υπάγονται στις διατάξεις αναδοχής ή εκ νέου αναλήψεως του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ— λαμβάνει ως δεδομένο ότι εφόσον, δυνάμει του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ, η αίτηση των εν λόγω αιτούντων άσυλο δεν μπορεί να εξεταστεί από το κράτος μέλος υποδοχής, η οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε αυτούς. Φρονώ ότι το γράμμα της οδηγίας δεν δικαιολογεί το συμπέρασμα αυτό. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας και κατά το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού, ο αιτών άσυλο έχει την ιδιότητα του αιτούντος άσυλο μέχρι να ληφθεί οριστική απόφαση επί της αιτήσεώς του. Ως εκ τούτου, οποιοσδήποτε προσδιορισμός σε σχέση με τις διαδικασίες που κίνησε το κράτος μέλος υποδοχής στο πλαίσιο του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ δεν ασκεί επιρροή.

46.

Συγκεκριμένα, προκειμένου να ευδοκιμήσει το επιχείρημα της Γαλλίας, θα έπρεπε να υπάρχει στη νομοθεσία, ρητά ή σιωπηρά, μια διακριτή κατηγορία «προ-αιτούντων άσυλο» —δηλαδή, αιτούντων άσυλο στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής για τους οποίους προβλέπεται διαφορετική αντιμετώπιση από τους λοιπούς αιτούντες άσυλο, διότι το κράτος αυτό δεν τους έχει ακόμη χορηγήσει τον κατάλληλο τίτλο διαμονής. Η νομοθεσία δεν προβλέπει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι, εντός τριών ημερών από την υποβολή της αιτήσεώς του, θα χορηγείται στον αιτούντα άσυλο έγγραφο που πιστοποιεί την ιδιότητα του αιτούντος άσυλο και θα του επιτρέπει να παραμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους επί όσο διάστημα εκκρεμεί ή εξετάζεται η αίτησή του. Φρονώ ότι η Γαλλία όχι μόνο ερμηνεύει εσφαλμένα την οδηγία, αλλά και την εφαρμόζει εσφαλμένα.

47.

Περαιτέρω, όπως επισήμανε η Ύπατη Αρμοστεία ( 23 ), ο κανονισμός του Δουβλίνου ΙΙ τέθηκε σε ισχύ μετά την έκδοση της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής. Ο κοινοτικός νομοθέτης θα μπορούσε εύκολα, εάν επιθυμούσε να το πράξει, να ενσωματώσει ρητή εξαίρεση από την εν λόγω οδηγία στο σώμα του κανονισμού. Τέτοια εξαίρεση, όμως, δεν υφίσταται εν προκειμένω.

48.

Πριν εξετάσω τους σκοπούς της επίμαχης νομοθεσίας, θα αναφερθώ εν συντομία σε μία παρατήρηση της Ελλάδας, η οποία έθεσε το ζήτημα της εφαρμοσιμότητας της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής προς αυτούς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ και εʹ, του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ —δηλαδή, προς αυτούς για τους οποίους υφίσταται δυνητική υποχρέωση εκ νέου ανάληψης διότι βρίσκονται στο κράτος μέλος υποδοχής χωρίς άδεια, έχοντας υποβάλει την αίτησή τους σε άλλο κράτος μέλος. Η Ελλάδα προτείνει τα πρόσωπα αυτής της κατηγορίας να μη θεωρούνται ως υπαγόμενα στις διατάξεις της οδηγίας, εφόσον δεν έχουν υποβάλει αίτηση για άσυλο «στα σύνορα ή στο έδαφος [του κράτους μέλους υποδοχής]» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας.

49.

Μολονότι το θέμα αυτό εγείρει ενδιαφέροντα ερωτήματα σχετικά με την κατάσταση των προσώπων που αφορούν οι εν λόγω διατάξεις, ωστόσο βρίσκεται εκτός θέματος όσον αφορά το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, στο οποίο είναι δεδομένο ότι η αίτηση έχει υποβληθεί στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής. Επομένως, δεν θα εξετάσω το ζήτημα αυτό περαιτέρω.

Οι σκοποί της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής και του κανονισμού του Δουβλίνου II

50.

Η οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής και του κανονισμού του Δουβλίνου II πρέπει να ερμηνεύονται στο πλαίσιο εντός του οποίου θεσπίστηκαν ( 24 ).

51.

Έτσι, τα προοίμια και των δύο ( 25 ) αναφέρονται στα συμπεράσματα του Τάμπερε και στο Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Οι ορισμοί της «αιτήσεως ασύλου», αφενός, και του «αιτούντος» και του «αιτούντος άσυλο», αφετέρου ( 26 ), είναι επίσης —στο πλαίσιο των προτάσεων αυτών— όμοιοι και στα δύο νομοθετικά κείμενα. Ο σκοπός τους, προφανώς, διαφέρει. Ο κανονισμός θεσπίζει τα κριτήρια και τους μηχανισμούς προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για την εξέταση της αίτησης ασύλου η οποία υποβάλλεται σε κράτος μέλος ( 27 ). Οι υποχρεώσεις που θεσπίζει είναι επομένως «οριζόντιες». Είναι υποχρεώσεις μεταξύ των κρατών μελών.

52.

Η οδηγία, αντιθέτως, εκδόθηκε με σκοπό την καθιέρωση κοινών ελάχιστων προτύπων για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο. Επιβάλλει έτσι μια σειρά από «κάθετες» υποχρεώσεις όσον αφορά την παροχή προς τον αιτούντα ατομικά άσυλο των συνθηκών υποδοχής από το κράτος μέλος υποδοχής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, πιστεύω ότι το γεγονός ότι στους υπαγόμενους σε συγκεκριμένη κατηγορία αιτούντες άσυλο —δηλαδή, σε εκείνους τους αιτούντες άσυλο που αναφέρονται στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου— εφαρμόζεται σειρά γνωστοποιήσεων την οποία απαιτεί ο κανονισμός από τα κράτη μέλη προκειμένου να προσδιοριστεί ο τόπος, ακριβώς, στον οποίο πρέπει να εξεταστεί η αίτησή τους, δεν ασκεί επιρροή στο δικαίωμά τους επί των συνθηκών υποδοχής.

53.

Η Γαλλία υποστηρίζει ότι οι αιτούντες άσυλο οι οποίοι εμπίπτουν στις διατάξεις αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ δεν πρέπει να υπάγονται στην οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής αλλά στο εθνικό δίκαιο —το οποίο, στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται ότι είναι λιγότερο ευνοϊκό.

54.

Κατά τη γνώμη μου, είναι ανεπίτρεπτη η μείωση του επιπέδου παροχών προς τους εν λόγω αιτούντες άσυλο.

55.

Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας επισημαίνει ότι η οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, στον Χάρτη, και αποσκοπεί, αφενός, στη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στην προώθηση της εφαρμογής των άρθρων 1 και 18 του εν λόγω Χάρτη. Η έβδομη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται στα πρότυπα για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο τα οποία, υπό κανονικές συνθήκες, θα επαρκούν για την εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου και συγκρίσιμων συνθηκών διαβίωσης σε όλα τα κράτη μέλη. Τα πρότυπα αυτά είναι τα ελάχιστα που πρέπει να εφαρμόζονται στην Ένωση προκειμένου να τηρούνται οι επιταγές, μεταξύ άλλων, του άρθρου 1 του Χάρτη περί σεβασμού και προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ( 28 ).

56.

Αξίζει επίσης να αναφερθεί, όπως επισημαίνει η Ύπατη Αρμοστεία ( 29 ), ότι η άρνηση παροχής των συνθηκών υποδοχής μπορεί να συνιστά προσβολή και άλλων δικαιωμάτων, ιδίως του δικαιώματος του αιτούντος άσυλο να υποβάλει και να υποστηρίξει αίτηση ασύλου σε δίκαιη και αποτελεσματική διαδικασία χορήγησης ασύλου ( 30 ). Η άρνηση αυτή μπορεί να υπονομεύσει την ικανότητα του αιτούντος να συνεχίσει και να τεκμηριώσει το αίτημά του, ακόμη και μετά τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για την εξέταση του αιτήματός του ( 31 ). Όπως αναφέρει στη συνέχεια η Ύπατη Αρμοστεία ( 32 ), η άρνηση παροχής των συνθηκών υποδοχής μπορεί επίσης να έχει σημαντική επίπτωση στην ικανότητα του αιτούντος να ασκήσει το δικαίωμά του προβολής αντιρρήσεων κατά της αποφάσεως μεταφοράς του που προβλέπεται στο άρθρο 19, παράγραφος 2, ή στο άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού του Δουβλίνου II. Η μη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως των δικαιωμάτων αυτών θα μπορούσε να θίξει την αρχή που κατοχυρώνεται στο άρθρο 18 του Χάρτη, βάσει της οποίας το δικαίωμα ασύλου πρέπει να προστατεύεται δυνάμει των διατάξεων των Συνθηκών.

57.

Τα υπόλοιπα επιχειρήματα της Γαλλίας μπορούν να εξεταστούν εν συντομία. Η Γαλλία υποστηρίζει, πρώτον, ότι η διαδικασία της ουσιαστικής εξέτασης της αιτήσεως ασύλου μπορεί να είναι χρονοβόρα, γεγονός που δικαιολογεί την εφαρμογή των συνθηκών υποδοχής. Αντιθέτως, η διαδικασία του προσδιορισμού του αρμόδιου κράτους μέλους, βάσει του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ, είναι ταχεία. Ως εκ τούτου (όπως αντιλαμβάνομαι το επιχείρημα), δεν χρειάζεται, στην πράξη, να εφαρμοστούν οι συνθήκες υποδοχής.

58.

Ο κανονισμός του Δουβλίνου ΙΙ αποβλέπει πράγματι στον ταχύ προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ( 33 ). Εντούτοις, η απαιτούμενη χρονική διάρκεια μπορεί να είναι μεγάλη —μπορεί εύκολα να υπερβεί τους 12 μήνες εάν ο αιτών άσυλο επιλέξει να ασκήσει ένδικο μέσο και εάν επιτρέπεται από το κράτος μέλος υποδοχής να παραμείνει σ’ αυτό για όσο χρόνο εκκρεμεί η διαφορά ( 34 ). Πράγματι, η εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στον κανονισμό του Δουβλίνου ΙΙ σε μια συγκεκριμένη περίπτωση ενδέχεται να οδηγήσει στο αποτέλεσμα ο αιτών άσυλο να μη μεταφερθεί ποτέ στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα αλλά να παραμείνει εκεί που βρίσκεται. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν βλέπω πως μπορεί να ευσταθεί το επιχείρημα της Γαλλίας.

59.

Δεύτερον, η Γαλλία υποστηρίζει ότι ο κανονισμός του Δουβλίνου ΙΙ βασίζεται στην παραδοχή ότι το αρμόδιο κράτος μέλος είναι αυτό που πρέπει να φέρει το βάρος της παρουσίας του αιτούντος άσυλο στο έδαφος της Ένωσης. Η απαίτηση παροχής των συνθηκών υποδοχής από το κράτος μέλος υποδοχής θα ήταν αντίθετη προς τη λογική της κατά τον τρόπο αυτόν κατανομής των ευθυνών.

60.

Δεδομένου ότι ο αιτών άσυλο βρίσκεται, κατά την κρίσιμη περίοδο, στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής και όχι του αρμόδιου κράτους μέλους και δεδομένου ότι μόνον το πρώτο μπορεί, στην πράξη, να παράσχει τις εν λόγω συνθήκες ( 35 ), το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί, κατά την άποψή μου.

61.

Τρίτον, η Γαλλία υποστηρίζει ότι ο περιορισμός των δευτερευουσών μετακινήσεων των αιτούντων άσυλο αποτελεί σκοπό τόσο της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής ( 36 ) όσο και του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ. Εάν οι αιτούντες άσυλο μπορούσαν να κινηθούν μεταξύ των κρατών μελών και να επωφεληθούν από το ίδιο επίπεδο συνθηκών υποδοχής σε καθένα από αυτά, το γεγονός αυτό θα αντέβαινε προς τον εν λόγω σκοπό.

62.

Δεδομένου ότι ένας από τους σκοπούς της οδηγίας είναι οι αιτούντες άσυλο να μπορούν πράγματι να επωφεληθούν από το ίδιο επίπεδο προστασίας σε ολόκληρη την Ένωση ( 37 ), το επιχείρημα αυτό επίσης δεν ευσταθεί.

63.

Τέταρτον, η Γαλλία επικαλείται προς στήριξη των ισχυρισμών της την οδηγία 2005/85 ( 38 ). Η Γαλλία υποστηρίζει ότι, εφόσον από την αιτιολογική σκέψη 29 της οδηγίας αυτής προκύπτει σαφώς ότι οι αιτήσεις που υπόκεινται στον κανονισμό του Δουβλίνου ΙΙ εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, το δικαίωμα παραμονής στο κράτος μέλος για τον σκοπό της διαδικασίας εξέτασης, το οποίο παρέχεται στον αιτούντα άσυλο βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, δεν μπορεί να ισχύει για τους αιτούντες άσυλο των οποίων η αίτηση υπάγεται στη διαδικασία αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ.

64.

Το επιχείρημα αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, αβάσιμο. Σκοπός της οδηγίας 2005/85 είναι η θέσπιση των διαδικασιών που διέπουν τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα. Η οδηγία δεν καθορίζει την παροχή των συνθηκών υποδοχής, περί της οποίας πρόκειται εν προκειμένω, προς τους αιτούντες άσυλο. Όσον αφορά τους εν λόγω αιτούντες, δεν χρειάζεται να εξεταστεί η οδηγία 2005/85. Από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής προκύπτει σαφώς ότι οι αιτούντες άσυλο μπορούν νομίμως να βρίσκονται στο κράτος μέλος υποδοχής. Περαιτέρω εξέταση δεν είναι αναγκαία.

65.

Τέλος, η Γαλλία τονίζει ότι, κατά την εφαρμογή του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ, τα κράτη μέλη δεσμεύονται να τηρούν τις διατάξεις του άρθρου 1 του Χάρτη. Επομένως, ισχυρίζεται ότι το να επιτρέπεται να διέπει το εθνικό δίκαιο τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο, των οποίων οι αιτήσεις υπόκεινται στον εν λόγω κανονισμό, δεν παρουσιάζει καμία δυσχέρεια.

66.

Δεν θα συμφωνήσω με την άποψη αυτή.

67.

Εφόσον η οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής προβλέπει τα ελάχιστα πρότυπα υποδοχής για τους αιτούντες άσυλο, αυτά είναι τα πρότυπα τα οποία πρέπει να εφαρμόσει το κράτος μέλος όταν ο εν λόγω αιτών άσυλο βρίσκεται στο έδαφός του. Συμφωνώ με το σημείο που προβλήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, ιδίως στην περίπτωση που πρέπει να γίνουν έλεγχοι σχετικά με το καθεστώς του αιτούντος άσυλο, μπορεί να υπάρξει κάποια καθυστέρηση προκειμένου να διασφαλιστεί ότι παρέχονται οι συνθήκες υποδοχής σε συγκεκριμένη περίπτωση, μολονότι η διαδικασία ελέγχου δεν επιτρέπεται να καθυστερήσει την υπόθεση περισσότερο από το απολύτως απαραίτητο. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για τη μη παροχή των συνθηκών υποδοχής προς όλους.

68.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, φρονώ ότι η οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής διασφαλίζει τις ελάχιστες συνθήκες υποδοχής όσον αφορά τους αιτούντες άσυλο για τους οποίους το κράτος μέλος που παραλαμβάνει την αίτηση ασύλου αποφασίζει, σύμφωνα με τον κανονισμό του Δουβλίνου ΙΙ, να παραπέμψει την αίτηση σε άλλο κράτος μέλος το οποίο θεωρεί ως αρμόδιο να την εξετάσει.

Δεύτερο ερώτημα

69.

Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις όσον αφορά α) το χρονικό σημείο από το οποίο παύει να υφίσταται η υποχρέωση του κράτους μέλους υποδοχής να χορηγεί παροχές στους αιτούντες άσυλο στην περίπτωση που αυτοί μεταφέρθηκαν σε άλλο κράτος μέλος και β) την οικονομική επιβάρυνση για τη χορήγηση των παροχών αυτών.

α) Διάρκεια της υποχρεώσεως παροχής των συνθηκών υποδοχής

70.

Το αιτούν δικαστήριο κάνει τρεις υποθέσεις όσον αφορά το χρονικό σημείο κατά το οποίο παύει να υφίσταται η υποχρέωση παροχής των συνθηκών υποδοχής: κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως περί αποδοχής από το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε το αίτημα· κατά τον χρόνο κατά τον οποίο το κράτος στο οποίο υποβλήθηκε το αίτημα πράγματι αναδέχεται ή αναλαμβάνει εκ νέου τον αιτούντα άσυλο· κάποια άλλη ημερομηνία.

71.

Η Επιτροπή και, κατ’ ουσίαν, το CIMADE και το GISTI, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ελλάδα, η Πολωνία και η Ελβετία υποστηρίζουν ότι η ορθή απάντηση είναι η δεύτερη υπόθεση.

72.

Η Γαλλία συμφωνεί κατά βάση με αυτή την προσέγγιση ( 39 ). Διευκρινίζει, όμως, ότι αν ο αιτών άσυλο δεν συμμορφώνεται με τους όρους που νομίμως επιβάλλει το κράτος μέλος υποδοχής όσον αφορά τη μεταφορά του στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, τούτο θα πρέπει να συνεπάγεται την απώλεια του ευεργετήματος των συνθηκών υποδοχής.

73.

Η Ιταλία υποστηρίζει ότι οι συνθήκες υποδοχής πρέπει να παρέχονται για περίοδο η οποία, κατά κανόνα, δεν πρέπει να υπερβαίνει τους έξι μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία υποβλήθηκε η αίτηση ασύλου. Η ισχύουσα ιταλική νομοθεσία προβλέπει ότι μετά από την περίοδο αυτή, εάν ο αιτών άσυλο εξακολουθεί να βρίσκεται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, έχει το δικαίωμα να εισέλθει στην αγορά εργασίας ( 40 ).

74.

Στα σημεία 16 και 18 ανωτέρω και, αναλυτικότερα, στο παράρτημα, προσδιόρισα τις προθεσμίες που προβλέπει ο κανονισμός για την αναδοχή και την εκ νέου ανάληψη. Εν πάση περιπτώσει, οι προθεσμίες αυτές μπορούν να είναι χρονοβόρες όταν συναθροιστούν, τουλάχιστον από την πλευρά του αιτούντος άσυλο. Αυτό μπορεί, κατά μείζονα λόγο, να συμβαίνει, δεδομένου ότι α) καμία προθεσμία δεν επιβάλλεται προς το παρόν στο κράτος μέλος υποδοχής να κινήσει τη διαδικασία σε περιπτώσεις εκ νέου αναλήψεως ( 41 ) και β) μολονότι η νομοθεσία προβλέπει ότι το ένδικο μέσο δεν απαιτείται να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να εφαρμόσει διαφορετική πρακτική —όπως, κατά την Επιτροπή, συνήθως συμβαίνει. Ευκόλως μπορεί να τύχει, στις περιπτώσεις αυτές, η διαδικασία μεταφοράς να διαρκέσει και πέραν του ενός έτους.

75.

Συνήθως, ο αιτών άσυλο βρίσκεται στο κράτος μέλος υποδοχής καθ’ όλη την περίοδο που απαιτείται για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για την εξέταση της αίτησής του. Μπορεί επίσης να βρίσκεται εκεί και κατά το διάστημα της τυχόν ασκήσεως ένδικου μέσου. Βάσει του κανονισμού 1560/2003 ( 42 ), ο οποίος προβλέπει λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ, το κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να εξασφαλίσει ότι ο αιτών είναι σε θέση, στην πράξη, να μεταφερθεί στο αρμόδιο κράτος μέλος ( 43 ). Όπως προανέφερα, θεωρώ ότι οι αιτούντες άσυλο που υποβάλλουν αίτηση στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής δικαιούνται να ζητήσουν την εφαρμογή των συνθηκών υποδοχής, μολονότι η εφαρμογή τους διέπεται από τον κανονισμό του Δουβλίνου ΙΙ ( 44 ). Δεν νομίζω ότι ο εν λόγω αιτών άσυλο θα μπορούσε βασίμως να ζητήσει τα ευεργετήματα αυτά από το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα κατά το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων σχετικά με τη μεταφορά του. Η περίπτωση αυτή θα ήταν εντελώς ανεφάρμοστη στην πράξη. Επίσης, εάν οι διαδικασίες βάσει του κανονισμού κινηθούν από το κράτος μέλος υποδοχής, τούτο δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι το αίτημα αναδοχής ή εκ νέου αναλήψεως θα γίνει πράγματι δεκτό από το άλλο κράτος μέλος. Οι διαδικασίες αυτές ενδέχεται να καταλήξουν στην παραμονή του αιτούντος άσυλο εκεί όπου βρίσκεται ( 45 ).

76.

Όπως παρατηρεί η Επιτροπή, η αποστέρηση του αιτούντος άσυλο από το ευεργέτημα των συνθηκών υποδοχής για λόγους που δεν ανάγονται στη δική του συμπεριφορά, θα αντέβαινε στους σκοπούς της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής. Είναι σαφές, πιστεύω, ότι η υποχρέωση παροχής των εν λόγω συνθηκών βαρύνει το κράτος μέλος υποδοχής μέχρι το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο αιτών άσυλο μεταφέρεται, ενδεχομένως, στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα.

77.

Τα παραπάνω προϋποθέτουν ότι οι διαδικασίες βάσει του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ εφαρμόζονται κατά τον συνήθη τρόπο. Είναι ωστόσο δυνατόν, για παράδειγμα, ο αιτών άσυλο να έχει διαφύγει και, ως εκ τούτου, να μην είναι δυνατή η μεταφορά του την καθορισμένη χρονική στιγμή.

78.

Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος υποδοχής δεν είναι σε θέση να παράσχει τις υλικές συνθήκες υποδοχής για όσο διάστημα δεν γνωρίζει που βρίσκεται ο αιτών άσυλο. Πράγματι, το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής παρέχει τη δυνατότητα στο κράτος μέλος να ανακαλεί τις συνθήκες υποδοχής, όταν, μεταξύ άλλων, ο αιτών άσυλο εγκαταλείπει τον τόπο διαμονής που έχει καθορίσει η αρμόδια αρχή χωρίς να την ενημερώσει ή χωρίς άδεια, εφόσον απαιτείται άδεια, ή δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις δήλωσης στοιχείων. Όπως επισημαίνουν με τις παρατηρήσεις τους το CIMADE και το GISTI, όταν ο αιτών άσυλο εντοπισθεί ή προσέλθει αυτοβούλως στην αρμόδια αρχή, το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, παρέχει τη δυνατότητα στο κράτος μέλος να αποφασίσει κατά πόσον είναι σκόπιμο να ανανεώσει την παροχή μερικών ή όλων των συνθηκών υποδοχής.

79.

Περαιτέρω, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί επίσης να περιορίσει ή να ανακαλέσει τις συνθήκες υποδοχής σε οποιαδήποτε από τις υπόλοιπες περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 16 της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής.

80.

Θεωρώ, συνεπώς, ότι η υποχρέωση εξασφαλίσεως των ελάχιστων συνθηκών υποδοχής παύει από την πραγματική αναδοχή ή την εκ νέου ανάληψη του αιτούντος άσυλο ή (αν είναι προγενέστερη) από τη στιγμή που το κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να περιορίσει ή να ανακαλέσει τις συνθήκες αυτές βάσει του άρθρου 16 της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής.

β) Η επιβάρυνση του κόστους της παροχής των συνθηκών υποδοχής

81.

Τόσο η οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής όσο και ο κανονισμός δεν περιλαμβάνουν σχετική πρόβλεψη, η Ελβετία ωστόσο επισημαίνει ότι το άρθρο 29 του προτεινόμενου νέου κανονισμού ( 46 ) προβλέπει ρητώς ότι το κόστος της μεταφοράς επιβαρύνει το κράτος μέλος υποδοχής και θεωρεί ότι αυτό αποτελεί την τρέχουσα πρακτική.

82.

Από τα μέρη που υπέβαλαν παρατηρήσεις, εκείνοι που συνέβαλαν με τον πλέον ουσιαστικό τρόπο στη συζήτηση εξέφρασαν την άποψη ότι ένα σύστημα που θα επιβαρύνει με το κόστος της παροχής των συνθηκών υποδοχής το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα θα ήταν ανεφάρμοστο στην πράξη και θα μπορούσε να οδηγήσει σε δαπανηρή και περιττή δικαστική διαμάχη. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία, είναι δύσκολο να αμφισβητήσω την άποψη αυτή.

83.

Βασικότερα, φρονώ ότι το όλο σύστημα της παροχής προστασίας στους αιτούντες άσυλο και στους πρόσφυγες διέπεται από το ποιος επιβαρύνεται με το κόστος της παροχής. Νομίζω ότι η προσέγγιση αυτή αντανακλά την πραγματική κατάσταση. Η παρουσία των αιτούντων άσυλο στην Ένωση δεν απορρέει από την εφαρμογή προγραμματισμένων μέτρων πολιτικής τα οποία μπορούν να προβλεφθούν νομοθετικά εκ των προτέρων. Υπό ιδανικές συνθήκες, δεν θα προέκυπτε τέτοιο πρόβλημα. Κάθε κράτος μέλος πρέπει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που δημιουργεί η παρουσία των αιτούντων άσυλο στο έδαφός του, υπό την επιφύλαξη της τήρησης των υποχρεώσεων που υπέχει δυνάμει του δικαίου της Ένωσης ( 47 ).

84.

Ο κανόνας αυτός εξαρτάται, βεβαίως, από τυχόν ειδικές διατάξεις που ενδέχεται να θεσπιστούν προκειμένου να παρασχεθεί αρωγή ή να διορθωθούν, κατά διαστήματα, προφανείς ανισότητες. Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως 573/2007 ( 48 ), η χρηματοδοτική συνδρομή μπορεί να διατίθεται στα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων, για τις συνθήκες υποδοχής και τις διαδικασίες παροχής ασύλου ( 49 ). Η χρηματοδοτική συνδρομή που χορηγείται μέσω του προϋπολογισμού της Ένωσης αποτελεί απόδειξη για το πνεύμα συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών επί του οποίου στηρίζεται το σύστημα που προβλέπει ο κανονισμός του Δουβλίνου ΙΙ. Εντούτοις, με την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, όπως αυτών που προανέφερα, έχω τη γνώμη ότι ο γενικός κατευθυντήριος κανόνας πρέπει να είναι ότι το οικονομικό βάρος θα επιβαρύνει στην περίπτωση αυτή το κράτος μέλος υποδοχής.

85.

Θεωρώ, επομένως, ότι το οικονομικό βάρος της παροχής των συνθηκών υποδοχής σε αιτούντα άσυλο, η αίτηση του οποίου υπάγεται στον κανονισμό του Δουβλίνου ΙΙ, πρέπει, για το διάστημα που ο αιτών άσυλο δικαιούται το ευεργέτημα των συνθηκών αυτών δυνάμει της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής, να επιβαρύνει το κράτος μέλος υποδοχής για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας.

Πρόταση

86.

Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το Conseil d’État πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:

1)

Η οδηγία 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη, διασφαλίζει τις κατ’ ελάχιστο όριο συνθήκες υποδοχής στους αιτούντες άσυλο που υπέβαλαν αίτηση σε κράτος μέλος το οποίο αποφασίζει, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας, να υποβάλει αίτηση σε άλλο κράτος μέλος το οποίο θεωρεί αρμόδιο να εξετάσει την αίτηση ασύλου.

2)

α)

H υποχρέωση εξασφαλίσεως των ελάχιστων συνθηκών υποδοχής παύει από την πραγματική αναδοχή ή την εκ νέου ανάληψη του αιτούντος άσυλο ή, εάν αυτή προηγείται, από τη στιγμή που το κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να περιορίσει ή να ανακαλέσει τις συνθήκες αυτές βάσει του άρθρου 16 της οδηγίας 2003/9.

2) β)

Το οικονομικό βάρος της παροχής των συνθηκών υποδοχής σε αιτούντα άσυλο, η αίτηση του οποίου υπάγεται στον κανονισμό 343/2003, πρέπει, για όσο διάστημα ο αιτών άσυλο δικαιούται το ευεργέτημα των συνθηκών αυτών δυνάμει της οδηγίας 2003/09, για τις συνθήκες υποδοχής, να επιβαρύνει το κράτος μέλος υποδοχής για τους σκοπούς της οδηγίας αυτής.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΘΕΣΜΙΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ Ο ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΟΥΒΛΙΝΟΥ ΙΙ

I — ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ

A  Αναδοχή

Προθεσμία: Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός τριών μηνών από την κατάθεση της αιτήσεως παροχής ασύλου.

Πηγή: άρθρο 17, παράγραφος 1

Σχόλια: Η μη τήρηση της προθεσμίας έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται αρμόδιο για την εξέταση της αίτησης το κράτος μέλος υποδοχής ( άρθρο 17, παράγραφος 1).

Β  Εκ νέου ανάληψη

Προθεσμία: Δεν επιβάλλεται καμία προθεσμία για την υποβολή του αιτήματος εκ νέου ανάληψης ( 50 ).

Πηγή: άρθρο 20

II — ΘΕΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ Η ΚΑΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΑΠΌ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ

Α  Αναδοχή

Προθεσμία: Tο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα πρέπει να απαντήσει εντός δύο μηνών από την παραλαβή της αιτήσεως ή, σε περίπτωση επείγοντος κατά δήλωση του κράτους μέλους υποδοχής, εντός προθεσμίας κυμαινόμενης από, κατ’ ελάχιστο, μία εβδομάδα έως, το ανώτερο, ένα μήνα.

Πηγή: άρθρο 18, παράγραφος 1 (βλ. άρθρο 17, παράγραφος 2, και άρθρο 18, παράγραφος 6, όσον αφορά τις περιπτώσεις επείγοντος)

Σχόλια: Η μη συμμόρφωση εντός της προθεσμίας αυτής λογίζεται ως αποδοχή ( άρθρο 18, παράγραφος 7).

B  Εκ νέου ανάληψη

Προθεσμία: Το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση πρέπει να απαντήσει εντός ενός μηνός, εκτός αν η αίτηση βασίζεται σε στοιχεία λαμβανόμενα από το σύστημα Eurodac, οπότε η προθεσμία μειώνεται σε δύο εβδομάδες.

Πηγή: άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ.

Σχόλια: Η μη συμμόρφωση εντός της προθεσμίας αυτής θεωρείται ως αποδοχή ( άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ).

III — ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ ΑΣΥΛΟ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ Η ΑΙΤΗΣΗ

Αναδοχή και εν νέου ανάληψη

Προθεσμία: Η προθεσμία μεταφοράς αρχίζει με τη ρητή ή σιωπηρή απάντηση από το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα. Προβλέπεται προθεσμία έξι μηνών για τη μεταφορά, εκτός εάν ο αιτών άσυλο εκτίει ποινή φυλάκισης, οπότε η προθεσμία αυτή παρεκτείνεται σε 12 μήνες, και εάν φυγοδικεί, οπότε η προθεσμία αυτή παρεκτείνεται σε 18 μήνες.

Πηγή: άρθρο 19, παράγραφοι 3 και 4 (για την αναδοχή), και άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ (για την εκ νέου ανάληψη)

Σχόλια: Εάν ο αιτών άσυλο δεν μεταφερθεί εντός της σχετικής προθεσμίας, αρμόδιο για την εξέταση της αίτησης ασύλου είναι το κράτος μέλος υποδοχής. Το άρθρο 19, παράγραφος 2 (για την αναδοχή), και το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ (για την εκ νέου ανάληψη), προβλέπουν την άσκηση ένδικου μέσου από τον αιτούντα άσυλο. Το ένδικο μέσο δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

( 2 ) Οδηγία 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη (ΕΕ L 31, σ. 18).

( 3 ) Κανονισμός (ΕΚ) 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (ΕΕ L 50, σ. 1). Υπάρχουν προτάσεις για αντικατάσταση της οδηγίας και του κανονισμού [αντιστοίχως, COM(2011) 320 τελικό και COM(2008) 820 τελικό].

( 4 ) Βλ. κεφάλαιο V, άρθρα 16 έως 20, του κανονισμού.

( 5 ) Βλ. τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε στην ιστοσελίδα www.cvce.eu.

( 6 ) άρθρο 13. Βλ. τη Σύμβαση της Γενεύης περί του καθεστώτος των προσφύγων, της 28ης Ιουλίου 1951, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967, ορισμένες από τις διατάξεις της οποίας έχουν εφαρμογή και στους αιτούντες άσυλο (βλ. σημείο 4.1.2 του εγγράφου που αναφέρεται στην υποσημείωση 19, κατωτέρω). Στο προοίμιο της Συμβάσεως γίνεται μνεία του σκοπού των Ηνωμένων Εθνών να εξασφαλιστεί η ευρύτερη δυνατή άσκηση από τους πρόσφυγες των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

( 7 ) Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες.

( 8 ) Ο ορισμός που δίδει ο κανονισμός παραλείπει την αναφορά στους ανιθαγενείς που περιλαμβάνεται στην οδηγία. Το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή στα θέματα που εξετάζονται με τις παρούσες προτάσεις.

( 9 ) Τα κριτήρια αυτά βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην παρουσία μελών της οικογένειας του αιτούντος σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος και στα έγγραφα που έχει ο αιτών άσυλο όταν υποβάλλει την αίτησή του.

( 10 ) Άρθρο 17, παράγραφος 1. Μικρότερες προθεσμίες ισχύουν στην περίπτωση που το κράτος μέλος που υποβάλλει το αίτημα ζητεί επείγουσα απάντηση.

( 11 ) Άρθρο 18, παράγραφος 1.

( 12 ) Άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 3.

( 13 ) Όταν το αίτημα βασίζεται σε δεδομένα του Eurodac, η προθεσμία είναι δύο εβδομάδες. Βλ. κανονισμό (ΕΚ) 2725/2000 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την καθιέρωση του συστήματος «Eurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων με σκοπό την αποτελεσματική εφαρμογή της Συμβάσεως του Δουβλίνου (ΕΕ L 316, σ. 1).

( 14 ) Άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και δʹ.

( 15 ) Βλ. άρθρο 19, παράγραφος 2, όσον αφορά την αναδοχή και άρθρο 20, παράγραφος 1, όσον αφορά την εκ νέου ανάληψη.

( 16 ) Έπειτα από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας, την 1η Δεκεμβρίου 2009, ο Χάρτης έχει ισχύ πρωτογενούς δικαίου (άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ).

( 17 ) Το ακρωνύμιο σχηματίζεται από τα αρχικά της «Comité inter mouvements auprès des évacués».

( 18 ) Δηλαδή, το κράτος μέλος υποδοχής.

( 19 ) Το CIMADE και το GISTI προσαρτούν στις παρατηρήσεις τους ένα έγγραφο με τίτλο «Δήλωση της Ύπατης Αρμοστείας για τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο βάσει της διαδικασίας του Δουβλίνου» (στο εξής: δήλωση της Ύπατης Αρμοστείας). Η Ύπατη Αρμοστεία εξέδωσε το έγγραφο αυτό ειδικώς για τα ζητήματα που ανέκυψαν στην παρούσα υπόθεση. Υπάρχει στο Διαδίκτυο στη διεύθυνση www.unhcr.org/refworld/docid/4e37b5902.html.

( 20 ) Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι αρμόδιο για την εξέταση αιτήσεως ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία (ΕΕ 2008, L 53, σ. 5), η Ελβετία μπορεί να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο στις διαδικασίες προδικαστικής παραπομπής σχετικά με την ερμηνεία, μεταξύ άλλων, του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ (αλλά όχι της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής). Οι παρατηρήσεις της εν λόγω χώρας περιορίζονται, ως εκ τούτου, στα ερωτήματα 2(α) και 2(β).

( 21 ) Για να προσδιορίσω αριθμητικά το ερώτημα: το CIMADE ανέφερε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να αντικρουσθεί επ’ αυτού, ότι το 2011 περίπου το 8 % των αιτήσεων στη Γαλλία υποβλήθηκαν βάσει της διαδικασίας του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ, με αποτέλεσμα την παραπομπή 4450 αιτήσεων σε άλλα κράτη μέλη. Από τις αιτήσεις αυτές, περίπου το 75 % είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά βάσει του κανονισμού, ενώ το 25 % απορρίφθηκαν.

( 22 ) Βλ. τον ορισμό του άρθρου 2, στοιχείο ιʹ, της οδηγίας που αναφέρεται στο σημείο 7 ανωτέρω.

( 23 ) Βλ. σημείο 4.2.5 της δήλωσης της Ύπατης Αρμοστείας.

( 24 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 2ας Μαρτίου 2010, C-175/08, C-176/08, C-178/08 και C-179/08, Salahin Abdulla κ.λπ. (Συλλογή 2010, σ. I-1493, σκέψη 53).

( 25 ) Με τις αιτιολογικές σκέψεις τους 1 έως 3.

( 26 ) Βλ. σημεία 6 και 13 ανωτέρω.

( 27 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 16.

( 28 ) Βλ., συναφώς, απόφαση Salahadin Abdulla κ.λπ., προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24 (σκέψη 54). Τα κράτη μέλη μπορούν φυσικά να προβλέψουν ευνοϊκότερες διατάξεις ( άρθρο 4 της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής).

( 29 ) Βλ. σημείο 4.2.7 της δήλωσης της Ύπατης Αρμοστείας.

( 30 ) Την οποία δικαιούται βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη.

( 31 ) Στην πρότασή της για την οδηγία, βάσει της οποίας εκδόθηκε η οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής [COM(2001) 181 τελικό], η Επιτροπή επισήμανε ότι «ο περιορισμός ή η ανάκληση των συνθηκών υποδοχής ενδέχεται να επηρεάσει το επίπεδο διαβίωσης των αιτούντων και την ικανότητά τους να αξιοποιούν αποτελεσματικά τις διαδικαστικές εγγυήσεις».

( 32 ) Βλ., συναφώς, σημείο 4.2.8 της δήλωσης της Ύπατης Αρμοστείας.

( 33 ) Βλ., για παράδειγμα, την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού του Δουβλίνου ΙΙ, κατά την οποία οι διαδικασίες βάσει του κανονισμού καθιστούν εφικτό «τον ταχύ προσδιορισμό» του αρμόδιου κράτους μέλους.

( 34 ) Βλ. σημεία 16 και 18 ανωτέρω.

( 35 ) Οι «υλικές συνθήκες υποδοχής», που ορίζονται στο άρθρο 2, στοιχείο ιʹ, της οδηγίας, περιλαμβάνουν διάφορες παροχές σε είδος, όπως την παροχή στέγης, τροφής και ρουχισμού. Μολονότι αληθεύει ότι αντ’ αυτών μπορεί να παρέχεται το ισοδύναμο «υπό μορφή οικονομικού βοηθήματος ή δελτίων», οι διοικητικές επιπτώσεις θα ήταν πολύ σημαντικές.

( 36 ) Βλ. δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής.

( 37 ) Βλ., ιδίως, έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής.

( 38 ) Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (ΕΕ L 326, σ. 13).

( 39 ) Η Γαλλία υποβάλλει τις παρατηρήσεις της επί του δευτέρου ερωτήματος επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να απαντήσει καταφατικά στο πρώτο ερώτημα.

( 40 ) Στην απάντησή του κατά την επ’ ακροατηρίου συνεδρίαση, ο εκπρόσωπος της Ιταλίας προσπάθησε να δώσει έμφαση στο ότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν σημαίνουν ότι ο εν λόγω αιτών άσυλο παύει να δικαιούται τις υλικές συνθήκες υποδοχής σε εκείνο το χρονικό σημείο. Η θέση αυτή συγκρούεται, ή τουλάχιστον δύσκολα συμβιβάζεται, με τις γραπτές παρατηρήσεις της Ιταλίας. Δεδομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν συμφωνώ με τη θέση της Ιταλίας, δεν θα εξετάσω περαιτέρω το θέμα αυτό.

( 41 ) Βάσει του προτεινόμενου νέου κανονισμού (βλ. ανωτέρω υποσημείωση 3), το κράτος μέλος πρέπει να υποβάλει αίτηση στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα εντός προθεσμίας τριών μηνών από την υποβολή της αιτήσεως ασύλου (η οποία ονομάζεται εκεί «αίτηση διεθνούς προστασίας») ή εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία το κράτος μέλος που υποβάλει το αίτημα έλαβε γνώση ότι υπεύθυνο για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να είναι άλλο κράτος μέλος. Όταν χρησιμοποιούνται στοιχεία λαμβανόμενα από το σύστημα Eurodac, η προθεσμία αυτή μειώνεται σε δύο εβδομάδες.

( 42 ) Kανονισμός (ΕΚ) 1560/2003 της Επιτροπής, της 2ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα μέτρα εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 343/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (ΕΕ L 222, σ. 3).

( 43 ) Βλ., για παράδειγμα, το άρθρο 7, παράγραφος 3 (απόδοση στον αιτούντα των εγγράφων που τον αφορούν), και το άρθρο 8, παράγραφος 2 (υποχρέωση οργάνωσης της μεταγωγής).

( 44 ) Βλ. σημείο 68 ανωτέρω.

( 45 ) Βλ. σημείο 58 ανωτέρω.

( 46 ) Βλ. υποσημείωση 3, ανωτέρω.

( 47 ) Βλ., συναφώς, το σημείο 3.1 της αιτιολογικής έκθεσης της Επιτροπής στην πρότασή της για τον κανονισμό του Δουβλίνου ΙΙ [COM(2001) 447 τελικό], σύμφωνα με την οποία «κάθε κράτος μέλος είναι υπεύθυνο έναντι όλων των υπολοίπων για τη δράση του όσον αφορά την είσοδο και τη διαμονή υπηκόων τρίτων χωρών και οφείλει να επωμίζεται τις συνέπειες με πνεύμα αλληλεγγύης και καλόπιστης συνεργασίας».

( 48 ) Απόφαση 573/2007/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 2007, σχετικά με τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσφύγων, για την περίοδο 2008 έως 2013, ως μέρος του γενικού προγράμματος «Αλληλεγγύη και διαχείριση των μεταναστευτικών ροών», και με την κατάργηση της απόφασης 2004/904/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 144, σ. 1). Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ορίζει τις «συνθήκες υποδοχής και τις διαδικασίες παροχής ασύλου» ως δράσεις επιλέξιμες προς υποστήριξη από το Ταμείο. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, καθιερώνει ένα δημοσιονομικό πλαίσιο για την εφαρμογή της αποφάσεως, ύψους 628 εκατομμυρίων ευρώ, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2008 έως την 31η Δεκεμβρίου 2013.

( 49 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι, μολονότι το ποσό μπορεί να ποικίλλει μεταξύ των κρατών μελών, αναλόγως των όρων της αιτήσεως χρηματοδότησής τους και του αριθμού των αιτούντων άσυλο στο έδαφός τους, εντούτοις όλα τα κράτη μέλη θα μπορούν επωφεληθούν της συνδρομής βάσει της αποφάσεως. Η συνδρομή αυτή δεν θα καλύπτει ωστόσο, όλες τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη για την παροχή των συνθηκών υποδοχής.

( 50 ) Βλ. υποσημείωση 41, ανωτέρω, όσον αφορά την προθεσμία που ορίζεται στο πλαίσιο του προτεινόμενου νέου κανονισμού.