26.3.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 72/50


Πρόσκληση για την υποβολή παρατηρήσεων κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφος 2 του μέρους I του πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας μεταξύ των κρατών ΕΖΕΣ για τη σύσταση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου σχετικά με κρατική ενίσχυση όσον αφορά τη φορολόγηση των εταιρειών εξαρτημένης ασφάλισης στο Λιχτενστάιν

(2009/C 72/05)

Με την απόφαση αριθ. 620/08/COL της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, που αναδημοσιεύεται στην αυθεντική γλώσσα στις σελίδες που ακολουθούν την παρούσα περίληψη, η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 1 παράγραφος 2 του μέρους I του πρωτοκόλλου 3 της συμφωνίας μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ για τη σύσταση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου. Οι αρχές του Λιχτενστάιν ενημερώθηκαν με αντίγραφο της απόφασης.

Η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ καλεί τα κράτη της ΕΖΕΣ, τα κράτη μέλη της ΕΕ και τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το εν λόγω μέτρο εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση της παρούσας ανακοίνωσης στην ακόλουθη διεύθυνση:

EFTA Surveillance Authority

Registry

35, rue Belliard

1040 Bruxelles/Brussel

BELGIQUE/BELGIË

Οι παρατηρήσεις αυτές θα κοινοποιηθούν στις αρχές του Λιχτενστάιν. Το απόρρητο της ταυτότητας του ενδιαφερόμενου μέρους που υποβάλλει τις παρατηρήσεις μπορεί να ζητηθεί γραπτώς, με μνεία των σχετικών λόγων.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η υπόθεση κινήθηκε από την Αρχή που απέστειλε αίτημα παροχής πληροφοριών στις αρχές του Λιχτενστάιν στις 14 Μαρτίου 2007.

Δυνάμει του νόμου της 18ης Δεκεμβρίου 1997 για την τροποποίηση του νόμου περί φορολογίας του Λιχτενστάιν (1), οι αρχές του Λιχτενστάιν καθόρισαν ειδικό φορολογικό καθεστώς που εφαρμόζεται στις εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης.

Σύμφωνα με το άρθρο 82α παράγραφος 1 του νόμου περί φορολογίας, οι εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης καταβάλλουν φόρο κεφαλαίου 1 % στα ίδια κεφάλαια εταιρειών. Για το κεφάλαιο που υπερβαίνει τα 50 εκατομμύρια, ο φορολογικός συντελεστής μειώνεται στο 0,75 % και για το κεφάλαιο που υπερβαίνει τα 100 εκατομμύρια στο 0,5 %. Ο κανονικός φορολογικός συντελεστής κεφαλαίου είναι 2 %.

Σύμφωνα με το άρθρο 82α σε συνδυασμό με το άρθρο 73 του νόμου οι εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης δεν καταβάλλουν φόρο εισοδήματος.

Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 88δ παράγραφος 3 του νόμου περί φορολογίας, μετοχές ή τμήματα των εταιρειών εξαρτημένης ασφάλισης απαλλάσσονται από την καταβολή του φόρου επί τοκομεριδίων, που κανονικά ανέρχεται σε 4 %.

Στην προκαταρκτική εκτίμηση της αρχής, οι εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης είναι επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ. Παρέχουν υπηρεσίες σε μία εταιρεία ή σε μία ειδικά περιορισμένη ομάδα εταιρειών. Η παροχή ασφαλιστικής κάλυψης είναι μια υπηρεσία, η οποία, καταρχήν, αποτελεί οικονομική δραστηριότητα. Μια εταιρεία εξαρτημένης ασφάλισης κανονικά κερδίζει έσοδα για τις υπηρεσίες που παρέχει και εάν η υπηρεσία αυτή χορηγείται μόνο σε έναν πελάτη ή σε μία περιορισμένη ομάδα πελατών αυτό δεν σημαίνει ότι δεν εξακολουθεί να αποτελεί οικονομική δραστηριότητα.

Η απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος και ο μειωμένος φόρος κεφαλαίου πληρούν επίσης, στην προκαταρκτική εκτίμηση της αρχής, τους άλλους όρους σύμφωνα με τους οποίους χαρακτηρίζονται ως κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ.

Η πλήρης ή η ολική απαλλαγή από τους φόρους συνεπάγεται μείωση των κρατικών πόρων. Παρέχονται πλεονεκτήματα στις εταιρείες εφόσον απαλλάσσονται από δαπάνες που κανονικά επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό τους. Οι επιλέξιμες εταιρείες παρέχουν υπηρεσίες που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών της συμφωνίας ΕΟΧ και, επομένως, είναι ανοιχτές στο διασυνοριακό ανταγωνισμό. Τα μέτρα είναι επιλεκτικά εφόσον εφαρμόζονται μόνο σε μία περιορισμένη ομάδα επιχειρήσεων. Η αρχή δεν θεωρεί ότι η επιλεκτικότητα αυτή αντιπροσωπεύει την εγγενή λογική του φορολογικού συστήματος.

Παρόμοια επιχειρηματολογία με την ανωτέρω εφαρμόζεται και για το φόρο επί τοκομεριδίων. Υπάρχει, ωστόσο, μία διαφορά που προέρχεται από το γεγονός ότι ο φόρος επί τοκομεριδίων αποτελεί παρακράτηση φόρου. Η απαλλαγή από το φόρο τοκομεριδίων παρέχει, επομένως, πλεονεκτήματα στους ιδιοκτήτες των εταιρειών εξαρτημένης ασφάλισης που κανονικά είναι «μεγάλες» επιχειρήσεις. Αυτά τα είδη των επιχειρήσεων θα είναι, επομένως, οι άμεσοι δικαιούχοι του μέσου ενίσχυσης. Επιπλέον, οι εταιρείες εξαρτημένης ασφάλισης μπορεί να θεωρεί ότι θα επωφεληθούν εμμέσως από την απαλλαγή από το φόρο επί τοκομεριδίων, θα γίνουν πιο ελκυστικές για τους επενδυτές και το μέτρο θα διευκολύνει την πρόσβαση στο κεφάλαιο.

Τα μέτρα στήριξης που εμπίπτουν στο άρθρο 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ γενικώς δεν συμβιβάζονται με τη λειτουργία της συμφωνίας ΕΟΧ, εκτός εάν πληρούν τις προϋποθέσεις για την παροχή παρέκκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 61 παράγραφο 2 και 3 της συμφωνίας ΕΟΧ. Στην προκαταρκτική εκτίμηση της αρχής, καμία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στη φορολόγηση των εταιρειών εξαρτημένης ασφάλισης στο Λιχτενστάιν. Αφού τα μέτρα άρχισαν να ισχύουν μετά την προσχώρηση του Λιχτενστάιν στη συμφωνία ΕΟΧ, οποιαδήποτε ασυμβίβαστη ενίσχυση θα πρέπει κανονικά να ανακτηθεί.

Συμπέρασμα

Βάσει των προηγηθεισών αιτιολογικών σκέψεων, η αρχή αποφάσισε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 της συμφωνίας ΕΟΧ. Τα ενδιαφερόμενα μέρη καλούνται να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


(1)  Νόμος της 18ης Δεκεμβρίου 1997 για την τροποποίηση του νόμου περί φορολογίας του Λιχτενστάιν, Law Gazette 1998 αριθ. 36.