ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

GERHARD REISCHL

της 20ής Μαρτίου 1980 ( *1 )

Κύριε Πρόεδρε,

Κύριοι δικαστές,

Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, δεύτερη παράγραφος, του πρωτοκόλλου που έχει προσαρτηθεί στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: η Σύμβαση). Το άρθρο αυτό έχει ως εξής:

«Κάθε συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας κατά την έννοια του άρθρου 17 παράγει τα αποτελέσματα της έναντι προσώπου που έχει την κατοικία του στο Λουξεμβούργο, μόνο αν αυτό την έχει ρητά και ειδικά αποδεχθεί.»

Οι διάδικοι της κύριας δίκης συνήψαν το 1977 σειρά συμβάσεων χρηματοδοτικής μισθώσεως (leasing) για αυτοκίνητα οχήματα, ως προς τις οποίες η γερμανική εταιρία Porta-Leasing GmbH, ενάγουσα της κύριας δίκης, επικαλείται δικαιώματα εκτελέσεως των συμβάσεων και διεκδικεί αποζημίωση κατά της εταιρίας του Λουξεμβούργου Prestige International SA, εναγόμενης της κύριας δίκης.

Τα συμβόλαια-τύπος, ταυτόσημα, προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας που έχει ως εξής:

«Αρθρο 12: γενικοί όροι

...

(5)

Ο τόπος εκτελέσεως, καθώς και το αρμόδιο δικαστήριο για όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα σύμβαση είναι ο τόπος και το αρμόδιο δικαστήριο της έδρας του εκμισθωτή.»

Στο πλαίσιο της αγωγής που ηγέρθη ενώπιον του Landgericht της Trier, η εναγομένη προέβαλε την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου, δεδομένου ότι η ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας δεν είχε γίνει δεκτή από αυτήν ρητώς και ειδικώς, αντιθέτως προς τις διατάξεις του άρθρου 1, δεύτερη παράγραφος, του προσαρτημένου στη Σύμβαση των Βρυξελλών πρωτοκόλλου.

Το Landgericht της Trier κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, με την αιτιολογία ότι ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας δεν δεσμεύει πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο Λουξεμβούργο παρά μόνο υπό την προϋπόθεση να περιέχεται σε χωριστό έγγραφο, διακεκριμένο από τις άλλες συμβατικές ρήτρες.

Το δεύτερο τμήμα αστικών υποθέσεων του Oberlandesgericht του Koblenz, κληθέν να αποφανθεί κατόπιν εφέσεως, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2, παράγραφος 2 του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας, παρεμβληθείσα κοινώς μεταξύ των ρητρών συμβολαίου-τύπου, υπογραφέντος από πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο Λουξεμβούργο, ικανοποιεί άραγε τις προϋποθέσεις αποτελεσματικότητας στις οποίες αποσκοπεί το άρθρο 1, δεύτερη παράγραφος, του προσαρτημένου στη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις πρωτοκόλλου;»

Αντιθέτως προς τη γνώμη της ενάγουσας, σ' αυτό το ερώτημα προσήκει, κατά τη γνώμη μου, λαμβανομένων υπόψη ορισμένων σκέψεων που θα αναπτύξω και που στην ουσία επαναλαμβάνουν την άποψη της Επιτροπής, αρνητική απάντηση.

Κατά το άρθρο 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, συμφωνία περί παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας δεν είναι κατά γενικό κανόνα ισχυρή παρά υπό την προϋπόθεση να έχει συνομολογηθεί εγγράφως ή προφορικώς με γραπτή επιβεβαίωση. Για ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο Λουξεμβούργο, η αποτελεσματικότητα συμφωνίας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 1, δεύτερη παράγραφος, του προσαρτημένου στη Σύμβαση των Βρυξελλών πρωτοκόλλου, από συμπληρωματική τυπική προϋπόθεση που συνίσταται σε ρητή και ειδική αποδοχή αυτής της συμφωνίας από το εν λόγω πρόσωπο. Όπως χωρίς δυνατότητα αμφισβητήσεως προκύπτει από την έκθεση Jenard (Abi. C 59 της 5ης Μαρτίου 1979, σ. 63), αυτή η τυπική απαίτηση εκτελεί προστατευτική λειτουργία υπέρ των προσώπων που έχουν την κατοικία τους στο Λουξεμβούργο, τα οποία λόγω του μεγάλου αριθμού διεθνών συμβάσεων συναπτόμενων από αυτά, διατρέχουν συχνότερα τον κίνδυνο να αχθούν ενώπιον αλλοδαπών δικαστηρίων παρά τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη. Όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, ο προστατευτικός σκοπός επιτυγχάνεται ήδη εν μέρει με το γεγονός ότι το παραδεκτό ρήτρας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας εξαρτάται από τη ρητή και ειδική αποδοχή εκ μέρους του συμβαλλόμενου μέρους που έχει την κατοικία του στο Λουξεμβούργο. Εξάλλου, δεν πρέπει να αγνοείται το ότι μεγάλος αριθμός διεθνών συμβάσεων συντεταγμένων υπό τη μορφή συμβολαίων-τύ-πων περιλαμβάνουν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, παραπλεύρως πολλών άλλων συμβατικών ρητρών, και ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας, έτσι ώστε, ακόμα και αν προβάλλεται ειδικώς, δεν δίδεται επαρκής προσοχή σ' αυτή την τελευταία ρήτρα. Για το λόγο αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη, διά του άρθρου 1, δεύτερη παράγραφος, του προσαρτημένου στη Σύμβαση των Βρυξελλών πρωτοκόλλου, εξήρ-τησαν την αποτελεσματικότητα της ρήτρας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας όσον αφορά πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο Λουξεμβούργο, από τη ρητή και ειδική αποδοχή του εν λόγω προσώπου. Η συνδρομή των δύο αυτών συστατικών στοιχείων, που τονίζεται με το συνδετικό σύνδεσμο «και», καταδεικνύει από μόνη της ότι η ρητή αποδοχή συνιστά, παραπλεύρως των άλλων προϋποθέσεων, συμπληρωματική απαίτηση για την αποτελεσματικότητα συμφωνίας διεθνούς δικαιοδοσίας.

Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή θεωρεί ότι η απαίτηση ρητής αποδοχής δεν ικανοποιείται παρά υπό την προϋπόθεση ότι η συμφωνία παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας αποτελεί το αντικείμενο χωριστής και γραπτής δηλώσεως αποδοχής από το συμβαλλόμενο μέρος που έχει την κατοικία του στο Λουξεμβούργο, στην οποία δήλωση δεν θα πρέπει να περιλαμβάνεται καμιά άλλη συμβατική ρήτρα εκτός από τη ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας.

Εντούτοις, δεν θα επιθυμούσα να είμαι τόσο υπερβολικός. Πρέπει να δεχθώ, τασσόμενος με την άποψη της ενάγουσας, ότι η διατύπωση της εν λόγω διατάξεως δεν συνηγορεί υπέρ της ανάγκης χωριστού εγγράφου. Θεωρώ ότι η προστασία που παρέχεται στο συμβαλλόμενο μέρος το οποίο έχει την κατοικία του στο Λουξεμβούργο διασφαλίζεται εφόσον αυτό αναγνωρίζει ρητώς τη ρήτρα παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας σε χωριστή γραπτή δήλωση. Μια τέτοια αποδοχή μπορεί να γίνεται υπό τη μορφή χωριστού δημοσίου εγγράφου, μπορεί όμως επίσης να απορρέει από ειδική υπογραφή τιθέμενη στο (ίδιο) έγγραφο που περιλαμβάνει τις άλλες συμβατικές ρήτρες από το συμβαλλόμενο μέρος που δηλώνει έτσι την αποδοχή του της ρήτρας παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας.

Προτείνω, κατά συνέπεια, να δοθεί στο υποβληθέν στο Δικαστήριο ερώτημα η ακόλουθη απάντηση:

Η συμφωνία παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας, η κοινώς παρεμβαλλόμενη σε συμβόλαιο-τύπο, υπογεγραμμένο από πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο Λουξεμβούργο δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις αποτελεσματικότητας στις οποίες αποβλέπει το άρθρο 1, δεύτερη παράγραφος, του προσαρτημένου στη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις πρωτοκόλλου. Προς ικανοποίηση των προϋποθέσεων αποτελεσματικότητας αυτής της διατάξεως, είναι ανάγκη να συνοδεύεται το συμβόλαιο με γραπτή χωριστή δήλωση, με την οποία το συμβαλλόμενο μέρος που έχει την κατοικία του στο Λουξεμβούργο αναγνωρίζει ρητώς τη συμφωνία παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας.


( *1 ) Γλώσσα του ποοπστΰπου: η γερμανική.