Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Διάδικοι

Στην υπόθεση 25/88,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal de grande instance του Bobigny προς το Δικαστήριο, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου

κατά

Esther Renee Wurmser, χήρας Bouchara, και της εταιρίας Norlaine,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, R. Joliet, T. F. O' Higgins και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, και G. C. Rodriguez Iglesias, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven

γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

- η Esther Renee Wurmser, χήρα Bouchara, κατηγορούμενη της κύριας δίκης, και οι αστικώς υπεύθυνοι, εκπροσωπούμενοι από τον J. P. Sulzer, δικηγόρο Παρισιού,

- η Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη διαδικασία από την E. Belliard, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενη από τον M. Giacomini, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και κατά την προφορική διαδικασία από τον M. Giacomini, επικουρούμενο από τους Tibilan και Dobking, υπαλλήλους αντιστοίχως του Υπουργείου Οικονομικών (υπηρεσία καταστολής της απάτης) και του Υπουργείου Δικαιοσύνης,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Wainwright, νομικό σύμβουλο,

έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 22ας Νοεμβρίου 1988,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 1988,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης

1 Με Διάταξη της 29ης Οκτωβρίου 1987, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Ιανουαρίου 1988, το Tribunal de grande instance του Bobigny, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, υπέβαλε δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης, προκειμένου να είναι σε θέση να εκτιμήσει αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο γαλλική νομοθετική διάταξη επιβάλλουσα στον εισαγωγέα να εξακριβώνει, άλλως θα υπέχει ποινική ευθύνη, ότι το εισαγόμενο προϊόν ανταποκρίνεται προς τις ισχύουσες προδιαγραφές.

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής δίκης που κινήθηκε κατά των υπευθύνων της ανώνυμης εταιρίας Norlaine, κατηγορουμένων για απάτη διότι διέθεσαν ή άφησαν να διατεθούν προς πώληση κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα που έφεραν ενδείξεις σχετικές με τη σύνθεσή τους οι οποίες ήταν εσφαλμένες, αδίκημα τιμωρούμενο ιδίως από το νόμο της 1ης Αυγούστου 1905 περί απάτης και νοθείας σχετικά με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 83-660 της 21ης Ιουλίου 1983, περί της ασφάλειας των καταναλωτών (JΟRF ((Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας)), σ. 2262).

3 Από το φάκελο προκύπτει ότι το 1984 η εταιρία Norlaine, κεντρικός προμηθευτής εμπορευμάτων των καταστημάτων που λειτουργούν υπό την επωνυμία "Bouchara", εισήγαγε υφάσματα, τα οποία είχε προμηθευθεί από ιταλούς και γερμανούς κατασκευαστές, συνοδευόμενα από τιμολόγια που ανέφεραν τη σύνθεση των προϊόντων. Η εταιρία μεταπώλησε τα υφάσματα αυτά στους πελάτες της αναγράφοντας στα τιμολόγιά της τις ενδείξεις των αλλοδαπών προμηθευτών, ενδείξεις οι οποίες τέθηκαν εν συνεχεία στα υφάσματα που πωλούσαν στους καταναλωτές τα καταστήματα "Bouchara".

4 Κατόπιν αναλύσεως των δειγμάτων που είχαν ληφθεί σε ένα από τα καταστήματα αυτά, η υπηρεσία καταναλωτών και καταστολής της απάτης διαπίστωσε ότι η σύνθεση των υφασμάτων δεν αντιστοιχούσε με την αναφερόμενη σ' αυτά σύνθεση. Συνεπώς, η Εισαγγελική Αρχή κίνησε την ποινική διαδικασία ενώπιον του Tribunal de grande instance του Bobigny βασιζόμενη, ιδίως, στο άρθρο 11, παράγραφος 4, του προαναφερθέντος νόμου κατά το οποίο:

"Τα προϊόντα, από της πρώτης διαθέσεως στην αγορά, πρέπει να ανταποκρίνονται στις ισχύουσες προδιαγραφές ως προς την ασφάλεια και την υγεία των ανθρώπων, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών.

Ο υπεύθυνος για την πρώτη διάθεση στην αγορά ενός προϊόντος υποχρεούται, επομένως, να εξακριβώνει ότι το προϊόν ανταποκρίνεται στις ισχύουσες προδιαγραφές."

5 Επειδή οι κατηγορούμενοι προέβαλαν ότι η διάταξη αυτή ήταν ασυμβίβαστη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Tribunal ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

"1)Συμβιβάζονται οι διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 4, του νόμου της 1ης Αυγούστου 1905, όπως έχει τροποποιηθεί, περί απάτης και νοθείας σχετικά με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, προς τις διατάξεις του άρθρου 30 της Συνθήκης της Ρώμης, που απαγορεύουν τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος;

2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, συνιστά η γαλλική νομοθεσία παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 30 της Συνθήκης της Ρώμης που δικαιολογείται από το άρθρο 36 της ίδιας Συνθήκης;"

6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο και τα περιστατικά της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

7 Με τα ερωτήματά του, το εθνικό δικαστήριο ζητεί ουσιαστικά να πληροφορηθεί αν η εφαρμογή διατάξεως, σε προϊόντα εισαγόμενα από άλλο κράτος μέλος, επιβάλλουσα στον υπεύθυνο της πρώτης διαθέσεως στην εγχώρια αγορά να εξακριβώνει, άλλως θα υπέχει ποινική ευθύνη, ότι το προϊόν αυτό πληροί τις προδιαγραφές οι οποίες ισχύουν στην εν λόγω αγορά και αφορούν την ασφάλεια και την υγεία των προσώπων, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών, συμβιβάζεται με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.

8 Κατά το άρθρο 30 της Συνθήκης οι "ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών". Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε πρωτίστως, την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Dassonville, 8/74, Rec. 1974, σ. 837) συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κάθε μέτρο ικανό να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο.

9 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι κανόνας που επιβάλλει στον υπεύθυνο της πρώτης διαθέσεως στην εθνική αγορά ενός προϊόντος να εξακριβώνει ότι το προϊόν αυτό είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις που ισχύουν στην εν λόγω αγορά μπορούσε να παρακινήσει τον επιχειρηματία, ο οποίος προβαίνει τόσο στη διανομή προϊόντων εγχώριας παραγωγής όσο και στην εισαγωγή ομοειδών προϊόντων, να προτιμά τα εγχώρια προϊόντα, για τα οποία η εξακρίβωση βαρύνει όχι αυτόν αλλά τον κατασκευαστή. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η εφαρμογή ενός τέτοιου κανόνα σε προϊόντα εισαγόμενα από άλλο κράτος μέλος μπορεί, εντούτοις, να δικαιολογείται ενόψει των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης.

10 Σχετικώς, επιβάλλεται πρωτίστως η διαπίστωση ότι, μεταξύ των γενικών συμφερόντων που αναφέρονται ρητά στην επίμαχη, κατά την κύρια δίκη, εθνική διάταξη, μόνον η προστασία της ασφάλειας και της υγείας των προσώπων εμπίπτει στο άρθρο 36. Αντίθετα, η εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και η προστασία των καταναλωτών περιλαμβάνονται στις επιτακτικές απαιτήσεις οι οποίες, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε πρωτίστως την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewe, "Cassis de Dijon", 120/78, Rec. 1979, σ. 649), μπορούν να δικαιολογήσουν μέτρο ικανό να παρεμποδίσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, υπό τον όρο πάντως ότι το μέτρο αυτό εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα.

11 Διάταξη η οποία, τόσο για τα εγχώρια όσο και για τα εισαγόμενα προϊόντα, επιβάλλει την υποχρέωση εξακριβώσεως στον υπεύθυνο της πρώτης διαθέσεως στην αγορά είναι, καταρχήν, αδιακρίτως εφαρμοστέα στις δύο κατηγορίες προϊόντων. Συνεπώς, μπορεί να δικαιολογείται τόσο δυνάμει του άρθρου 36 όσο και δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης όπως ερμηνεύθηκε με την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου.

12 Πάντως, η δικαιολογία δυνάμει των προαναφερθεισών διατάξεων της Συνθήκης ενός μονομερούς μέτρου που παρεμποδίζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο προϋποθέτει ότι ο επίμαχος τομέας δεν υπήρξε αντικείμενο κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Σχετικώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν υπάρχουν, στο κοινοτικό επίπεδο, γενικοί κανόνες σχετικοί με την εξακρίβωση του αν τα προϊόντα πληρούν τις ισχύουσες προδιαγραφές στην οικεία αγορά. Μολονότι υπάρχουν οδηγίες εναρμονίσεως ως προς την παραπλανητική διαφήμιση και τις ονομασίες ορισμένων προϊόντων, οι διατάξεις τους δεν ρυθμίζουν το επίμαχο ζήτημα της κύριας δίκης. Από αυτό έπεται ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, το ζήτημα αυτό εξακολουθεί να εμπίπτει στο εθνικό δίκαιο, εντός των ορίων που θέτουν τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης.

13 'Ενας εθνικός κανόνας ικανός να έχει περιοριστικό αποτέλεσμα επί των εισαγωγών μπορεί να δικαιολογείται δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης ή δυνάμει των επιτακτικών απαιτήσεων που αναφέρθηκαν πιο πάνω, πρέπει ωστόσο να είναι αναγκαίος για την αποτελεσματική προστασία του γενικού συμφέροντος που επιδιώκεται, ο δε στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα ολιγότερο περιοριστικά του κοινοτικού εμπορίου. Επομένως πρέπει να εξεταστεί αν εθνική διάταξη όπως εκείνη για την οποία γίνεται λόγος στην κύρια δίκη ανταποκρίνεται στην κατ' αυτό τον τρόπο διατυπωθείσα αρχή της αναλογικότητας.

14 Ως μέτρο το οποίο θα ήταν λιγότερο περιοριστικό του εμπορίου, οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης και η Επιτροπή επικαλούνται τη δυνατότητα να κινηθεί η ποινική διαδικασία κατά του αλλοδαπού κατασκευαστή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων του κράτους μέλους εισαγωγής, κατά τον ίδιο τρόπο όπως και κατά του εγχώριου κατασκευαστή.

15 Σχετικώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, ακόμη και όταν το ποινικό δίκαιο του κράτους μέλους εισαγωγής προβλέπει μια τέτοια δυνατότητα, η εφαρμογή του προϋποθέτει ότι η εξαγωγή προς το κράτος αυτό γίνεται από τον ίδιο τον κατασκευαστή και όχι από ανεξάρτητο επιχειρηματία. Εξάλλου, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του, το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει καμιά υποχρέωση εκτελέσεως της ποινικής καταδίκης που απαγγέλλεται από τα εθνικά δικαστήρια άλλου κράτους μέλους. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η δυνατότητα να κινηθεί η ποινική διαδικασία κατά του αλλοδαπού κατασκευαστή ο οποίος δεν προέβη στην ίδια εξακρίβωση με εκείνη στην οποία οφείλει να προβαίνει ο εγχώριος κατασκευαστής, δεν αρκεί για την επίτευξη του στόχου που επιδιώκεται με διάταξη όπως η επίμαχη της κύριας δίκης.

16 Κατ' αρχήν, ακόμη κι αν η υποχρέωση που επιβάλλεται στον υπεύθυνο της πρώτης διαθέσεως προς πώληση προϊόντος στην εγχώρια αγορά να εξακριβώνει ότι το προϊόν αυτό πληροί τις προϋποθέσεις οι οποίες ισχύουν στην εν λόγω αγορά μπορεί έτσι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, να δικαιολογείται από λόγους αναφερόμενους στην ασφάλεια και την υγεία των προσώπων, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών, η εφαρμογή μιας τέτοιας υποχρεώσεως ως προς τα προϊόντα που παράγονται σε άλλο κράτος μέλος πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, να λαμβάνει υπόψη, αφενός, τη σπουδαιότητα του γενικού συμφέροντος που διακυβεύεται και, αφετέρου, τα αποδεικτικά μέσα που κανονικώς διαθέτει ο εισαγωγέας.

17 'Οσον αφορά, ειδικότερα, την εξακρίβωση των πληροφοριών ως προς τη σύνθεση ενός προϊόντος που παρέχονται στους καταναλωτές κατά την πώληση του προϊόντος, δεν μπορεί,κατά γενικό κανόνα, να απαιτείται από τον εισαγωγέα να προβαίνει σε εξακρίβωση με ανάλυση του προϊόντος. Πράγματι, μια τέτοια υποχρέωση επιβάλλει στον εισαγωγέα αισθητά σημαντικότερη επιβάρυνση από ό,τι στον εγχώριο κατασκευαστή, ο οποίος ελέγχει ο ίδιος τη σύνθεση του προϊόντος, και είναι συχνά δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, αν ληφθεί υπόψη ότι υπάρχουν άλλες δυνατότητες εξακριβώσεως εξίσου αποτελεσματικές και λιγότερο περιοριστικές.

18 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο, ιδίως με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, Biologische Produkten (272/80, Συλλογή 1981, σ. 277), μολονότι δεν απαγορεύεται σε κράτος μέλος να απαιτεί την προηγούμενη έγκριση ορισμένων προϊόντων, έστω και αν τα προϊόντα αυτά έχουν ήδη εγκριθεί σε άλλο κράτος μέλος, οι αρχές του κράτους εισαγωγής δεν έχουν πάντως το δικαίωμα να απαιτούν - εφόσον τούτο δεν είναι αναγκαίο - τεχνητές ή χημικές αναλύσεις ή εργαστηριακές μετρήσεις, όταν οι ίδιες αναλύσεις και μετρήσεις έχουν ήδη διενεργηθεί σε άλλο κράτος μέλος και τα αποτελέσματά τους είναι στη διάθεση των αρχών αυτών. Ο κανόνας αυτός αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των αρχών των κρατών μελών και, επομένως, πρέπει επίσης να εφαρμόζεται όταν ο ίδιος ο εισαγωγέας οφείλει να προβαίνει στην εξακρίβωση. Συνέπεται ότι ο εισαγωγέας πρέπει να απαλλάσσεται της ευθύνης του εφόσον προσκομίζει πιστοποιητικό ως προς τη σύνθεση του προϊόντος εκδοθέν από τις αρχές του κράτους μέλους παραγωγής ή από εργαστήριο εγκεκριμένο προς τούτο από τις εν λόγω αρχές.

19 'Οσον αφορά προϊόντα για τα οποία η νομοθεσία του κράτους μέλους παραγωγής δεν επιβάλλει την έκδοση επίσημων πιστοποιητικών ως προς τη σύνθεση του προϊόντος, ο εισαγωγέας μπορεί επίσης να βασίζεται σε άλλες βεβαιώσεις που εμφανίζουν ανάλογο βαθμό εγγυήσεως. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών στη συγκεκριμένη υπόθεση, οι βεβαιώσεις που προσκόμισε ο εισαγωγέας συνιστούν επαρκείς αποδείξεις ότι αυτός εξεπλήρωσε την υποχρέωσή του να προβεί σε εξακρίβωση.

20 Επομένως, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, συμβιβάζεται με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ διάταξη επιβάλλουσα στον υπεύθυνο της πρώτης διαθέσεως στην εθνική αγορά ενός προϊόντος να εξακριβώνει, άλλως θα υπέχει ποινική ευθύνη, ότι το προϊόν αυτό πληροί τις προδιαγραφές οι οποίες ισχύουν στην εν λόγω αγορά και αφορούν την ασφάλεια και την υγεία των προσώπων, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών, υπό τον όρο ότι η εφαρμογή της διάταξης αυτής στα προϊόντα που παράγονται σε άλλο κράτος μέλος δεν εξαρτάται από απαιτήσεις που υπερβαίνουν ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, τη σπουδαιότητα του γενικού συμφέροντος που διακυβεύεται και, αφετέρου, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κανονικώς διαθέτει ο εισαγωγέας. Ειδικότερα, όσον αφορά την εξακρίβωση των πληροφοριών ως προς τη σύνθεση ενός προϊόντος, οι οποίες παρέχονται στους καταναλωτές κατά την πώληση του προϊόντος αυτού, ο εισαγωγέας πρέπει να μπορεί να βασίζεται στα πιστοποιητικά που εκδίδουν οι αρχές του κράτους μέλους παραγωγής ή εργαστήριο εγκεκριμένο προς τούτο από τις εν λόγω αρχές ή, αν η νομοθεσία του εν λόγω κράτους δεν επιβάλλει την έκδοση τέτοιων πιστοποιητικών, σε άλλες βεβαιώσεις που εμφανίζουν ανάλογο βαθμό εγγυήσεως.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα

Επί των δικαστικών εξόδων

21 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η γαλλική κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό

Για τους λόγους αυτούς

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Tribunal de grande instance του Bobigny, με Διάταξη της 29ης Οκτωβρίου 1987, αποφαίνεται:

Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, συμβιβάζεται με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ διάταξη επιβάλλουσα στον υπεύθυνο της πρώτης διαθέσεως στην εθνική αγορά ενός προϊόντος να εξακριβώνει, άλλως θα υπέχει ποινική ευθύνη, ότι το προϊόν αυτό πληροί τις προδιαγραφές οι οποίες ισχύουν στην εν λόγω αγορά και αφορούν την ασφάλεια και την υγεία των προσώπων, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών, υπό τον όρο ότι η εφαρμογή της διάταξης αυτής στα προϊόντα που παράγονται σε άλλο κράτος μέλος δεν εξαρτάται από απαιτήσεις που υπερβαίνουν ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, τη σπουδαιότητα του γενικού συμφέροντος που διακυβεύεται και, αφετέρου, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κανονικώς διαθέτει ο εισαγωγέας. Ειδικότερα, όσον αφορά την εξακρίβωση των πληροφοριών ως προς τη σύνθεση ενός προϊόντος, οι οποίες παρέχονται στους καταναλωτές κατά την πώληση του προϊόντος αυτού, ο εισαγωγέας πρέπει να μπορεί να βασίζεται στα πιστοποιητικά που εκδίδουν οι αρχές του κράτους μέλους παραγωγής ή εργαστήριο εγκεκριμένο προς τούτο από τις εν λόγω αρχές ή, αν η νομοθεσία του εν λόγω κράτους δεν επιβάλλει την έκδοση τέτοιων πιστοποιητικών, σε άλλες βεβαιώσεις που εμφανίζουν ανάλογο βαθμό εγγυήσεως.