ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

JEAN MISCHO

της 22ας Οκτωβρίου 1986 ( *1 )

Κύριε πρόεδρε,

Κύριοι δικαανές,

Επειδή το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, τα αιτήματα των διαδίκων, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματά τους αναφέρονται διεξοδικά στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, θα εισέλθω αμέσως στην ανάλυση των προβλημάτων που τίθενται.

Το άρθρο 39 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ορίζει ότι:

« Τα κράτη μέλη, τα όργανα της Κοινότητας και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύνανται, στις περιπτώσεις και υπό τους όρους που θα καθορισθούν από τον κανονισμό διαδικασίας, να ασκούν τριτανακοπή κατά των αποφάσεων που εξεδόθησαν χωρίς να προσεπικληθούν, αν οι αποφάσεις αυτές θίγουν τα δικαιώματά τους. »

Το άρθρο 97 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου διευκρινίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η τριτανακοπή. Από αυτές μόνον δύο μας ενδιαφέρουν εδώ' οι άλλες πληρούνται αναμφίβολα.

Το δικόγραφο της τριτανακοπής πρέπει να αναφέρει:

κατά τι η προσβαλλόμενη απόφαση βλάπτει τα δικαιώματα του τριτανακό-πτοντος [άρθρο 97, παράγραφος 1, στοιχείο β)],

τους λόγους για τους οποίους ο τριτανακό-πτων δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στην κύρια, επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανα-κοπτόμενη απόφαση, δίκη [άρθρο 97, παράγραφος 1, στοιχείο γ ) ].

Ας εξετάσουμε λοιπόν διαδοχικά τις δύο αυτές προϋποθέσεις.

1. Βλάπτει η προσβαλλόμενη απόφαση τα δικαιώματα του τριτανακόπτοντος;

Θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω ότι η απόρριψη της αγωγής που άσκησε η Riseria Modenese στο πλαίσιο της υπόθεσης 267/80 στηρίζεται (σκέψη 7 της απόφασης της 13ης Νοεμβρίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 3693 ) στην ακόλουθη αιτιολογία:

«Ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα στην υπόθεση 267/80, Riseria Modenese, ενώ ζητεί να αποζημιωθεί για τις ζημιές που υπέστη λόγω της μη εισπράξεως των επιστροφών για τα θραύσματα ρυζιού κατά την περίοδο από 25 Νοεμβρίου 1975 μέχρι 31 Αυγούστου 1977, οι οποίες, κατά τους υπολογισμούς της, που περιέχονται στην απάντηση της σε ερώτημα του Δικαστηρίου, ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 59954,5998 ECU, αναγνωρίζει ρητώς με το υπόμνημα απαντήσεως και με την προαναφερθείσα απάντηση της στο ερώτημα του Δικαστηρίου ότι εκχώρησε τα δικαιώματά της προς είσπραξη των εν λόγω επιστροφών στην εταιρία Birra Peroni, ενάγουσα στην υπόθεση 282/82. Εφόσον, λοιπόν, με την εκχώρηση αυτή, αποξενώθηκε των δικαιωμάτων της προς είσπραξη των επίδικων επιστροφών, έπαυσε κατά συνέπεια να είναι δικαιούχος αποζημιώσεως για τις ζημίες που οφείλονται από την άρνηση καταβολής των επιστροφών αυτών. Επομένως, η αγωγή αποζημιώσεως της πρέπει να απορριφθεί. »

Με την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1985 επί της αιτήσεως περί αναθεωρήσεως ( 1 ) που υπέβαλε η Riseria Modenese για την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1984, το Δικαστήριο δέχτηκε (σκέψη 12) ότι «η απόρριψη της αγωγής της αιτούσας με την προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται βάσει της διαπιστώσεως και μόνο ότι διεκδικούσε δικαιώματα από τα οποία είχε αποξενωθεί μέσω εκχωρήσεως — πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει η αιτούσα με την αίτηση της περί αναθεωρήσεως — και όχι βάσει της διαπιστώσεως ότι είχε εκχωρήσει τα δικαιώματα αυτά σε ορισμένο εκδοχέα. Η μνεία ότι εκδοχέας ήταν η Birra Peroni δεν αποτελούσε στοιχείο αναγκαίο προς στήριξη του διατακτικού. Επομένως, η αγωγή της έπρεπε να απορριφθεί ανεξάρτητα από την ταυτότητα του εκδοχέα ή των εκδο-χέων της. »

Η πιο πάνω αιτιολογία ισχύει επίσης όσον αφορά την υπό κρίση τριτανακοπή.

Είναι βέβαιο ότι η Riseria Modenese εκχώρησε τα δικαιώματά της προς είσπραξη των επίμαχων επιστροφών κυρίως στην Birra Dreher. Αυτό το αναγνώρισε ρητά η Birra Dreher με την τριτανακοπή ( σ. 3 ) και το επιβεβαίωσε η Riseria Modenese με τις προτάσεις που κατάθεσε ( επίσης σ. 3 ).

Το γεγονός ότι η Birra Dreher δεν μνημονεύεται ως εκδοχέας στη σκέψη 7 της απόφασης της 13ης Νοεμβρίου 1984 δεν προσβάλλει με κανένα τρόπο τα δικαιώματα της. Η εν λόγω εταιρία είχε ήδη πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως μέσο να προβάλει τα δικαιώματα που της εκχωρήθηκαν, οπότε στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση δεν της στέρησε το μέσο αυτό, διότι πουθενά δεν αναφέρει ότι η Birra Dreher δεν υπήρξε εκδοχέας των απαιτήσεων της Riseria Modenese ή δεν είχε ή δεν είχε πλέον μέσο προβολής των δικαιωμάτων της και επομένως δεν είναι δυνατό — κατά μείζονα λόγο — να έχει θίξει η απόφαση τα δικαιώματά της.

Ακόμη και αν έπρεπε, καθαρώς υποθετικά, να συμπληρώσει το Δικαστήριο την απόφαση του της 13ης Νοεμβρίου 1984 αναφέροντας ότι η Riseria Modenese εκχώρησε τις απαιτήσεις της προς είσπραξη των επιστροφών στην εταιρία Birra Peroni και οτην εταιρία Birra Dreher, αυτό δεν θα μετέβαλε καθόλου την έννομη θέση της Birra Dreher.

Στην πραγματικότητα, όπως παρατηρούν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, οι απαιτήσεις της Birra Dreher είχαν παραγραφεί κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως.

Πράγματι, οι απαιτήσεις της Birra Dreher αφορούν παραδόσεις θραυσμάτων ρυζιού που πραγματοποίησε η Riseria Modenese μεταξύ 1ης Αυγούστου 1975 και 19ης Οκτωβρίου 1977. Επειδή, προκειμένου περί αποζημιώσεως, οι απαιτήσεις παραγράφονται μετά πέντε έτη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση που μας απασχολεί ο χρόνος παραγραφής συμπληρώθηκε το αργότερο στις 19 Οκτωβρίου 1982.

Για τον ίδιο λόγο δεν ήταν δυνατό η απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1984 να προσβάλει τα δικαιώματα της τριτανακόπτουσας.

Αποδεικνύουν οι προηγούμενες παρατηρήσεις ότι η τριτανακοπή είναι απαράδεκτη ή μήπως αυτές αφορούν το πρόβλημα της ουσίας της;

Πρέπει να αναγνωριστεί ότι, εξετάζοντας αν πληρούται η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 97, παράγραφος 1, στοιχείο β), του κανονισμού διαδικασίας, αν δηλαδή οι προσβαλλόμενη απόφαση βλάπτει « εκ πρώτης όψεως » τα δικαιώματα της τριτανακόπτουσας, μπορεί κανείς να διολισθήσει χωρίς να το καταλάβει στην εξέταση ουσίας του βασίμου του εν λόγω παραπόνου.

Η τριτανακόπτουσα ανέφερε τυπικά το λόγο για τον οποίο, κατά την άποψη της, η απόφαση προσβάλλει τα δικαιώματά της.

Ωστόσο διαφαίνεται αμέσως ότι δεν είναι πειστικός ο λόγος τον οποίο επικαλείται, ότι δηλαδή η απόφαση, καθαυτή, στερεί την τριτανακόπτουσα από το δικαίωμα να προβάλει τα δικαιώματά της έναντι της εκχωρήτριας καθώς και έναντι της Επιτροπής.

Πράγματι, με την απόφαση απλώς διαπιοτώ-Οηκε ότι η Riseria Modenese δεν ήταν πλέον δικαιούχος των επίμαχων απαιτήσεων δεν στέρησε την Birra Dreher από τη δυνατότητα να προβάλει τα δικαιώματά της έναντι της Επιτροπής εφόσον εξακολουθούσε να υπάρχει αυτή η δυνατότητα.

Κατά συνέπεια, η τριτανακοπή δεν είναι παραδεκτή.

Εξάλλου η τριτανακοπή είναι αβάσιμη, καθόσον ζητείται από το Δικαστήριο «να αναγνωριστεί στην εταιρία Riseria Modenese δικαίωμα αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη με την κατάργηση... των επιστροφών λόγω παραγωγής, λόγω του ότι οι εν λόγω επιστροφές δεν αποδόθηκαν στην εταιρία Birra Dreher για τις πωλήσεις θραυσμάτων ρυζιού που πραγματοποίησε μέχρι τις 19 Οκτωβρίου 1977».

Πράγματι, αποκλείεται το Δικαστήριο να αναγνωρίσει σε νομικό πρόσωπο απαιτήσεις των οποίων δεν είναι πλέον δικαιούχος.

Καταλήγω, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι η τριτανακοπή της Birra Dreher είναι απαράδεκτη, διότι δεν πληροί την προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 97, παράγραφος 1, στοιχείο β ), και, επικουρικά διότι είναι αβάσιμη.

Επειδή, ωστόσο, θέλω να είμαι πλήρης, θα ήθελα να εξετάσω ακόμη εάν πληρούται η προϋπόθεση που θέτει η παράγραφος 1, στοιχείο γ ), του άρθρου 97.

2. Μπορούσε να συμμετάσχει η τριτανακό-πτουσα στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση;

Με δύο αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1962 ( 2 ), το Δικαστήριο διευκρίνισε την έκταση εφαρμογής και την έννοια του άρθρου 97, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), του κανονισμού διαδικασίας, που ορίζει ότι η τριτανακοπή πρέπει να « αναφέρει τους λόγους για τους οποίους ο τριτανακό-πτων δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στην κύρια, επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση, δίκη ». Από τις εν λόγω αποφάσεις προκύπτει ότι τα πρόσωπα που έχουν συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αναγκαίο, για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και ασφάλειας των εννόμων σχέσεων, να αποφεύγουν να προβάλλουν το εν λόγω συμφέρον μετά την έκδοση αποφάσεως του και την επίλυση του ζητήματος κατά τον τρόπο αυτό. Προκειμένου να ανταποκριθεί σ' αυτήν ακριβώς την απαίτηση, το άρθρο 37 του πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου επιτρέπει την άσκηση εκούσιας παρέμβασης σε όλους εκείνους των οποίων τα συμφέροντα απειλούνται σε δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου (με μόνη προϋπόθεση ότι τα αιτήματά τους αφορούν αποκλειστικά την υποστήριξη ή την απόρριψη των αιτημάτων διαδίκου ).

Συνεπώς, το άρθρο 97, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού διαδικασίας έχει την έννοια ότι νομιμοποιούνται ενεργητικώς, αφενός, ο τριτανακόπτων ο οποίος, ενώ προσε-πικλήθηκε στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση, δεν μπόρεσε να συμμετάσχει σ' αυτή για κάποιο βάσιμο λόγο και, αφετέρου, όλοι όσοι δεν μπόρεσαν να παρέμβουν στην εν λόγω δίκη σύμφωνα με τα άρθρα 37 του πρωτοκόλλου περί οργανισμού του Δικαστηρίου και 93 του κανονισμού διαδικασίας.

Δεν αμφισβητείται ότι η εταιρία Birra Dreher δεν « προσεπικλήθηκε » στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση. Άλλωστε αυτό θα ήταν αδύνατο, αφού ο κανονισμός διαδικασίας δεν προβλέπει την αναγκαστική παρέμβαση ( 3 ).

Ωστόσο, η εταιρία είχε τη δυνατότητα να παρέμβει εκουσίως στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση, διότι είχε προφανώς «συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς ».

Βέβαια θα ήταν λογικότερο και φρονιμότερο εκ μέρους της να ασκήσει η ίδια ευθεία αγωγή, βάσει των άρθρων 178 και 215, δεύτερη παράγραφος της Συνθήκης, ανάλογη με τις αγωγές που άσκησαν οι εταιρίες Birra Wührer ( υπόθεση 265/80) και Birra Peroni (υπόθεση 282/82 ), αμφότερες εκδοχείς των απαιτήσεων των εταιριών παραγωγής θραυσμάτων ρυζιού.

Αν όμως η εταιρία Birra Dreher ήταν τότε όντως πεπεισμένη ότι τις εν λόγω απαιτήσεις δεν μπορούσε να αναζητήσει για λογαριασμό της παρά μόνον η Riseria Modenese, θα φρόντιζε να παρέμβει για να υποστηρίξει τα αιτήματα της εταιρίας αυτής. Πάντως, είναι βέβαιο ότι είχε δικαίωμα να το πράξει υπό τον όρο ασφαλώς ότι θα τηρούσε τις προθεσμίες.

Ωστόσο, η τριτανακόπτουσα προβάλλει ότι αποχρώντες λόγοι την εμπόδισαν να συμμετάσχει στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η τριτα-νακοπτόμενη απόφαση.

Ο πρώτος από τους λόγους αυτούς έγκειται στο γεγονός ότι έλαβε γνώση της υποθέσεως μόλις με την ανάγνωση του κειμένου της αποφάσεως της 13ης Νοεμβρίου 1984 που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 4 ).

Η εκχωρήτρια εταιρία Riseria Modenese βεβαιώνει ότι δεν ενημέρωσε την εκδοχέα — εταιρία Birra Dreher - για την αγωγή της κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής που απορρίφθηκε από την πιο πάνω απόφαση ( υπόθεση 267/80 ).

Ωστόσο, όπως παρατήρησαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, είναι δύσκολο να γίνει πιστευτό ότι η Birra Dreher βρήκε στην Επίσημη Εφημερίδα δημοσίευση του κειμένου της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1984, όχι όμως και τη δημοσίευση, στις 31 Δεκεμβρίου 1980, της προσφυγής που άσκησε η Riseria Modenese ( 5 ) από την οποία αποδεικνυόταν σαφώς το συμφέρον παρεμβάσεως της Birra Dreher ούτε τη δημοσίευση, στις 5 Μαρτίου 1982, της οριστικής αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 27 Ιανουαρίου 1982 ( 6 ).

Ακόμα και χωρίς να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω δημοσιεύσεις, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως μια τόσο μεγάλη εταιρία, όπως η Birra Dreher, δεν έλαβε γνώση, κατ' άλλο τρόπο, των πρωτοβουλιών των ανταγωνιστριών της Birra Wührer και Birra Peroni και διαφόρων εταιριών παραγωγής πληγουριών αραβοσίτου και θραυσμάτων ρυζιού, μετά τις αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 1979 ( 7 ), με τις οποίες για πρώτη φορά το Δικαστήριο αναγνώρισε, στο ίδιο πλαίσιο, δικαίωμα αποζημιώσεως σε σειρά από άλλες εταιρίες.

Ένας άλλος αποχρών λόγος έγκειται, κατά την εταιρία Birra Dreher, στο γεγονός ότι, οσάκις κάλεσε την εκχωρήτρια να της παράσχει διευκρινίσεις ως προς την αναζήτηση της απαιτήσεως που εκχωρήθηκε, αυτή τη διαβεβαίωνε πάντοτε ότι θα της κατέβαλε τα δικαιώματά της μετά την απόδοσή τους στην ίδια τη Riseria Modenese, που ήταν η μόνη νομιμοποιούμενη ενεργητικώς να τα αναζητήσει.

Από το στοιχείο αυτό προκύπτει επίσης ότι ήταν δύσκολο να αγνοεί η Birra Dreher ότι η Riseria Modenese ετοιμαζόταν να ασκήσει ή ότι είχε ήδη ασκήσει αγωγή.

Τέλος, η εταιρία Birra Dreher αναφέρει ότι διερωτήθηκε αν υπάρχει πιθανότητα να κριθεί παραδεκτή αγωγή που ασκεί εκδοχέας και βεβαιώνει ότι, μετά από ανάλυση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 4ης Οκτωβρίου 1979 ( 8 ), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τυχόν αγωγή της δεν θα ήταν παραδεκτή για το λόγο ότι δεν ανήκε στον ίδιο όμιλο εταιριών με τη Riseria Modenese.

Πάντως, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι δυνατό υπήκοος κράτους μέλους της Κοινότητας να χρησιμοποιεί ως πρόσχημα την ερμηνεία που δίδει σε απόφαση του Δικαστηρίου προκειμένου να δικαιολογήσει την αδράνειά του.

Άλλωστε, η Birra Dreher είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει, διαβάζοντας το φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας C 340 της 13ης Δεκεμβρίου 1980 (σ. 15), ότι η εταιρία Birra Wührer, που και αυτή ήταν εκδοχέας των απαιτήσεων προς πληρωμή των επιστροφών λόγω παραγωγής, αποφάσισε να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως.

Κατά συνέπεια, κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αποχρώντες λόγοι εμπόδισαν την εταιρία Birra Dreher να συμμετάσχει στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτομένη απόφαση.

Συμπέρασμα

Βάσει όλων των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει την τριτανακοπή απαράδεκτη και επικουρικώς αβάσιμη, να καταδικάσει δε την τριτανα-κόπτουσα στα δικαστικά έξοδα.


( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.

( 1 ) Υπόθεση 267/80 αναθεώρηση, Συλλογή 1985, σ. 3499.

( 2 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1962, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 42 και 49/59, Société Breedband NV κατά Société des Aciéries du Temple και άλλων, Rec. σ. 281 απόφαση της 12ης Ιουλίου 1962, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 9 και 12/60, Βέλγιο κατά Société commerciale Α. Vloeberghs και Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Rec. σ. 349.

( 3 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, υπόθεση 12/69, Wonnerth κατά Επιτροπής, Rec. σ. 584.

( 4 ) EEC 323 της 4.12.1984, σ. 4.

( 5 ) EE C 340,σ. 17.

( 6 ) EE C 57,σ. 6.

( 7 ) Υπόθεση 238/78, Ireks-Arkady GmbH κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Rec. 1979, σ. 2955· συνεκδικασΟεΙσες υποθέσεις 241, 242, 245 έως 250/78, DGV και Rheinische Kraftfutterwerke GmbH και άλλοι κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Rec. 1979, σ. 3017 συνεκδι-κασΟείσες υποθέσεις 261 και 262/78, Interquell Stärke-Chemie GmbH και Diamalt AG κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Rec. 1979, σ. 3045· συνεκδι-κασΟεΙσες υποθέσεις 64 και 113/76, 167 και 239/78, 28 και 45/79, P. Dumortier Frères SA και άλλοι κατά Συμβουλίου, Rec. 1979, σ. 3091.

( 8 ) Υπόθεση 238/78, Rec. 1979, σ. 2955.